Προμηθεύς Δεσμώτης

Part 2

Chapter 20 wordsPublic domain

Μη παίρνετε γι' ανάπαυσι μηδέ για θράσος τη σιωπή μου• μαύρη μια σκέψι σχίζει την καρδιά μου, που βλέπω έτσι τον εαυτό μου ατιμασμένο. Αλλ' όμως στους νέους αυτούς θεούς τα δώρα όσα έχουν ποιος άλλος από εμέ σωστά τάχει ορίσει; Μα τα σκοπώ αυτά• γιατί θα τάλεγα σε σας, όπου όλα τα ξέρετε; και μόνον των θνητών τα πάθη ακούστε πως αυτούς που άγνωροι πριν ήσαν, γνώσι έκαμα νάχουν και μυαλό να βάλουν. Να κατηγορήσω αυτούς με τούτο εγώ δεν θέλω, αλλά μ' όσα έδωκα την καλοσύνη μου να δείξω, τι πρώτα βλέποντας αυτοί του κάκου εβλέπαν κι' ακούοντας δεν άκουαν, κι' όμοιοι με των ονείρων τους ίσκιους, ανακάτευαν όπως ετύχαινε όλα για πολύν καιρό, κι' ούτε πλιθοκτισμένα σπίτια λιακωτά εγνώριζαν, ούτε την τέχνη του ξύλου, μόνο σε σκαφτές σπηλιές αυτοί εζούσαν σαν τα πολυκίνητα μυρμήγκια, μες στα ανήλια βάθη των άντρων, και μήτε του χειμώνα βέβαιο είχαν σημάδι μήτε της ανθοευωδιασμένης άνοιξης και μήτε του καρπερού καλοκαιριού• κι' όλα ενεργούσαν άγνωρα, ως που εγώ τους έδειξα των άστρων της ανατολές και της δυσκολογνώριστες δύσες. Και την έξοχη τέχνη του αριθμού τους ηύρα και των γραμμάτων τη σύνθεσι κι' ακόμα τη μνήμη, που όλων είναι εργατική μουσογεννήτρα. Κ' εγώ πρώτος στο ζυγόν έζεψα τα κτήνη στης ζεύγλες να δουλεύουν σκλάβα, κ' έτσι διάδοχοι των θνητών στους τρανούς κόπους να γίνουν, και κάτου απ' τ' άρματα έβαλα ημερωμένα τ' άλογα, δόξα ακριβή του πλούτου. Κι' άλλος παρά εγώ κανείς τα λινόφτερα δεν ηύρε, τα θαλασσόδρομα των ναυτικών αμάξια. Και τέτοιες ο άμοιρος για τους θνητούς έχοντας εύρει τέχνες, δεν βρίσκω ατός μου τρόπο να γλυτώσω απ' αυτή τη συμφορά οπού έχω τώρα.

ΧΟΡΟΣ

Σ' ευρήκε άπρεπο κακό και χάνοντας τα φρένα πλανιέσαι• κι' όπως κακός γιατρός, σε αρρώστια πεσόντας λιγοψυχάς• κι' ουδέ να βρης γνωρίζεις με ποια φάρμακα τον εαυτό σου τώρα να γιατρέψης.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Αν και τ' άλλα ακούσης, πιότερο εσύ θα σαστίσης τι τέχνες εσοφίσθηκα και δόλους. Και το μεγαλύτερο είναι, που αν κάνεις έπεφτε σ' αρρώστια, κανένα γιατρικό γι' αυτόν δεν ήταν μήτε φαγώσιμο, μήτε πιώσιμο κανένα, μηδ' αλειφτό, αλλ' απ' την έλλειψι φαρμάκου αδυνάτιζαν, ως που μαλακά φάρμακα να σμίγουν εγώ τους έδειξα, που πολεμούν όλες της αρρώστιες. Και τρόπους μαντικής πολλούς αράδιασα και πρώτος ξεχώρισα ποια απ' τα ονείρατα είναι οπτασίες και κλήδονες δυσκολογνώριστους τους έδειξα, κι' ακόμα να ξεδιαλύνουν τους έδειξα το συναπάντημα του δρόμου. Και για των γυρτόνυχων πουλιών το πέταγμα είπα ποια καλοσήμαδα και ποια ανάποδα είναι και τι λογής τάγισμα καθένα απ' αυτά έχει και ποιες είν' οι έχθρες κ' οι έρωτες κ' οι σύναξές τους. Και το καθάρισμα των σπλάχνων και, τι χρώμα αν έχουν και ποιες καλόμορφες η χολή κι' ο λοβός όψες, στους θεούς αρέσουν και του κρέατος τα κομμάτια κνισοσκεπασμένα πυρώνοντας και τη μακρυά ράχη σε δυσκολομάθητη ωδήγησα τους θνητούς τέχνη• και τα μάτια τους άνοιξα για τα σημάδια των φλογών, που κατασκότεινα γι' αυτούς πριν ήσαν. Αυτά έτσι έγιναν όμως και ποιος θα πη ότι βρήκε πριχού από με ωφελήματα για τους ανθρώπους απ' όσα μέσα στης γης τα βάθη είναι κρυμμένα, το χαλκό, το σίδερο και το χρυσάφι και τ' ασήμι; Κανείς δεν θα το ειπή — το καλοξέρω — εξόν μάταια αν θέλη να φλυαρήση. Κοντολογής όλα μ' ένα λόγο μάθε τα• όλες οι τέχνες απ' τον Προμηθέα στους θνητούς δοθήκαν.

ΧΟΡΟΣ

Μην ωφελής τώρα τους θνητούς πιότερο παρ' όσο πρέπει και μη αμελής τον εαυτό σου, πούναι σε δυστυχία• γιατί εγώ μεγάλη έχω ελπίδα πως τα δεσμά σου όταν λυθούν αυτά, θα γίνης πάλι δυνατός όχι λιγώτερ' απ' τον Δία.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μοίρα τελειωτική δεν είναι ακόμη πεπρωμένη τέτοιο να δώση σ' αυτά τέλος• και μονάχα μύρια βάσανα και συμφορές σαν με λυγίσουν, απ' τα δεσμά μου τότε θα γλυτώσω• τι είναι η τέχνη πολύ αδυνατώτερη από την ανάγκη.

ΧΟΡΟΣ

Ποιος της ανάγκης είναι κυβερνήτης;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Οι τρίμορφες Μοίρες κ' οι ενδυμήτρες Ερινύες.

ΧΟΡΟΣ

Ώστε απ' αυτές αδυνατώτερος κι' ο Δίας είναι;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Κι' αυτός δεν μπορεί το γραφτό του να ξεφύγη.

ΧΟΡΟΣ

Και τι είν' γραφτό του παρά πάντα να άρχη;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Αυτό δεν θα το μάθης και μη ερώτα.

ΧΟΡΟΣ

Κάτι φοβερό θάναι αυτό που κρύβεις.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Άλλα μελέτησέ μου, τι καιρός δεν είναι να ξεστομίσω αυτό, και να το κρύψω πρέπει όσο δύναμαι, γιατί φυλάγοντάς το μόνο απ' τάπρεπα δεσμά και τα μαρτύρια θα γλυτώσω.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Ποτέ ο Δίας, που όλα κυβερνά, ας μη βάλη τη δύναμί του αντίπαλο της δικής μου γνώμης• και μ' ευλαβητική θυσία σφαχτών βωδιών ας μη χρονίσω τους θεούς να ζυγώσω κοντά στ' άσβεστο διάβα του πατέρα Ωκεανού. Κι' ας μην αμαρταίνω με λόγια, μόν’ αυτή μου η γνώμη μέσα μου ας μένη και ποτέ να μη λυώση.

Αντιστροφή α'.

Γλυκύτατο είναι με θαρρετές ελπίδες της μακρυάς ζωής να διαβαίνης το δρόμο τρέφοντας μ' αθώες χαρές την καρδιά σου. Αλλά τα μύρια δεινά που σε σπαράζουν θωρώντας φρίττω . . . . . Γιατί χωρίς να φοβηθής τον Δία αυτόγνωμα εσύ, Προμηθέα, πολυγνοιάζεσαι για τους θνητούς.

Στροφή β'.

Ιδές πόσο άχαρη, φίλε, είν' η χάρι• πες πού είναι δύναμι για σένα τώρα; ποιαν απ' τους θνητούς έχεις βοήθεια; Δεν ξέκρινες τάχα την αργοκίνητη ατονία, που όμοια όπως σ' όνειρο κρατά εμποδισμένο το γένος το τυφλό των ανθρώπων; Ποτέ την αρμονία του Δία δεν περνάν οι βουλές των θνητών.

Αντιστροφή β'.

Γνώρισα τούτα θωρώντας την κακή σου κατάντια, Προμηθέα. Κ' ήρθε μου τώρα σκοπός τραγουδιού αλλοιώτικος, παρ' όταν σου τραγουδούσα τον Υμένεο σιμά στο λουτρό και στην κλίνη την ημέρα του γάμου, όταν την ομόπατρη Ησιώνη πήρες πείθοντάς την με δώρα γυναίκα σου ομοκρέββατη να γίνη.

ΙΩ Ποια γη; ποιο γένος; ποιον να ειπώ ότι βλέπω μ' αυτά τα χαλινάρια στ' ακροβράχια να παραδέρνη; Ποιας αμαρτίας τιμωρία λαμβάνεις; Πες μου σε ποιο μέρος της γης πλανέθηκα η καϋμένη. Ω! ωιμέ, ωιμένα. Πάλι την άμοιρη κάποιο κεντρί με κεντάει το φάντασμα του γηγενούς Άργου, ω γη, μάκρυνέ το• φοβούμαι το μυριόμματο βοσκό θωρώντας. Κ' έρχετ' αυτός με δολερό το μάτι, που ουδέ πεθαμμένον η γη τον σκεπάζει, μονάχα εμέ τη μαύρη κυνηγά, περνώντας τον Άδη και νηστικιά με κάνει στου γιαλού να πλανιέμαι την άμμο.

Στροφή

Κι' αχολογάει κερόπλαστη η φλογέρα τον υπνοδότη αχό της. Αλλοί κι' ωιμέ, ωιμένα, ως πού με παν πέρα τα μακρυνά τα ξεπλανέματά μου. Σε τι, ω τέκνο του Κρόνου, σε τι μ' ηύρες φταίχτρα και με μπλέκεις σε τούτα τα δόλια δεινά; Κι' οιστρήλατη, τη μαύρη από φόβο έτσι με βασανίζεις, ωιμέ; Με φωτιά κάψε με ή θάψε με μέσα στη γη, δος με στα ψάρια του πελάου βορά• την τέτοια χάρι μη μ' αρνηθής, βασιληά. Πολύ μ' εκουράσαν οι πολύπλανοι δρόμοι κι' ουδέ ξέρω το πώς τα δεινά θα ξεφύγω. Ακούς την ευχή εμέ της βοϊδοκέρατης κόρης;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Την οιστρόπληκτη πώς να μην ακούσω θυγατέρα του Ινάχου, αυτήν που μ' έρωτα την καρδιά ζεσταίνει του Δία και για τούτο από την Ήρα μισημένη σε μακρυνούς αθέλητά της τρέχει ολοένα δρόμους;

ΙΩ

Πώς με του πατέρα μου τόνομα με κράζεις; Ω, ποιος, πολυβασανισμένε, πες μου ποιος είσαι, που εμέ την άμοιρη αλάθευτα ονομάζεις; και το θεοκυνήγητό μου τούτο κακό ξέρεις το, που με μαραίνει μ' ένα κέντρισμα μανίας; Αφάγωτη, με σκίρτημα τυραγνισμένο γοργά ήρθα, ωιμένα, νικημένη απ' την άγρια όργιτα της Ήρας. Άλλος, αλλοίμονο, πολύπαθος ποιος είναι τα βάσανά μου νάχη; Όμως συ τώρα ξεδιάλυνέ μου τι μέλλεται ακόμα να πάθω και με ποιο τρόπο τα βάσανά μου μπορεί να γιατρευθούν• δείξε μου, αν ξέρης, μίλησε, πες το σ' εμέ την παρθένα την άμοιρη, που παραδέρνω.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Ξάστερα θα σου φωνάξω ότι ζητάς να ξέρης, χωρίς να μπλέξω αινίγματα, μόνο μ' αλήθεια, όπως το στόμα καθείς στο φίλο του πρέπει ν' ανοίγη. Τον δωρητή της φωτιάς προς τους ανθρώπους, τον Προμηθέα, βλέπεις μπροστά σου.

ΙΩ

Ω εσύ ωφέλεια των θνητών όλων, άμοιρε Προμηθέα, πώς παθαίνεις τούτα;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μόλις τώρα έπαψα κλαίοντας τα βάσανά μου.

ΙΩ

Κ' εμέ μια χάρι δεν θάστεργες να κάμης;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Πες τι από με θέλεις• όλα θα τα μάθης.

ΙΩ

Στο βράχο αυτό ποιος σ' έχει καρφώσει πες μου.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Του Δία το θέλημα και του Ηφαίστου το χέρι.

ΙΩ

Και για ποιο σου αμάρτημα την τιμωρία λαβαίνεις;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Αρκετό σου είναι ό,τι σου έχω φανερώσει.

ΙΩ

Και των βασάνων εμέ της άμοιρης ακόμα φανέρωσέ μου ποιο το τέρμα θάναι.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Καλύτερά σου αυτό να μην το μάθης.

ΙΩ

Μα ό,τι κι αν μέλλεται να πάθω μη μου κρύψης.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Την τέτοια χάρι που ζητάς δεν τη ζηλεύω.

ΙΩ

Και γιατί τάχα αργείς ξάστερα να μου πης όλα;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μόν' από φόβο μην θολώσω τα συλλογικά σου.

ΙΩ

Μη νοιάζεσαι γι' αυτό πιότερο από μένα που το θέλω.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μια που το θέλεις, το λέγω κι' άκουσέ με.

ΧΟΡΟΣ

Στάσου ακόμη• κ' εμέ κάμε μια χάρι. Πρώτ' ας τη ρωτήσουμε τα βάσανά της να τα ιστορήση πριν, κ' ύστερ' ας μάθη από σε τα μελλάμενά της πάθη.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Ιώ, τη χάρι αυτή δεν πρέπει ν' αρνηθής στης κόρες, γιατί είναι του πατέρα σου αδελφάδες• και λογιάζω πως ανάξια κανείς δεν χάνει τον καιρό, σαν δυστυχίες ιστορή με κλάμα πόνου κι' όσοι ακούνε του αποκρίνονται με δάκρυ.

ΙΩ

Δεν δύναμαι να μη δεχθώ το ρώτημά σας, κι' όλα, τα που ρωτάτε, ξάστερα θ' ακούστε, αν και με πιάνει κλάμα στη διήγησί μου, του πώς ήρθε βαρυχειμονιά σ' εμέ, και της μορφής μου ο χαλασμός εμέ της άμοιρης πώς ήρθε. Φαντάσματα ονείρων τη νύχτα συχνοτριγυρνώντας στα παρθενικά μου δώματα μ' εξεπλανεύαν μ' απλά λόγια τέτοια: «Μυριοευτυχισμένη κόρη, γιατί παρθένα μένεις, ενώ στο χέρι σου είναι πολυδοξασμένος γάμος; Ερωτικό ένα βέλος καίει το Δία για σε και λαχταράει εκείνος την αγκαλιά σου. Τέτοια, παιδί μου, κλίνη μη την καταφρονέσης, μόν' έβγα στο πλατύ λιβάδι της Λέρνης, όπου βόσκουνε του Ινάχου τα βώδια και τα πρόβατα, ως που να σβύση απ' του θεού το μάτι ο ερωτικός του πόθος». Όνειρα τέτοια κάθε νύχτα ερχόνταν σ' εμέ την άμοιρη, ως που δεν βάσταξε η καρδιά μου κ' είπα τα οράματα της νύχτας στον πατέρα. Κ' εκείνος θεοπρόπους στην Πυθώ και στη Δωδώνη στέρνει πολλούς για να ρωτήσουν με ποια λόγια ή έργα θα μπορέση ν' αρέση στους θεούς. Κι' αυτοί εγυρίσαν κ' έφεραν χρησμούς που άσχημα εξηγιόνταν και σκοτεινά και δύσκολα ήσαν ειπωμένοι. Και τέλος ξάστερο μήνυμα στον Ίναχο ήρθε καθαρά προστάζοντάς τον να ξαπολύση εμένα κι' απ' το σπίτι κι' απ' τη χώρα να με διώξη, στ' άκρα πέρατα του κόσμου να πλανώμαι. Κι' αν δεν στέρξη, φλογερός θάρθη απ' τον Δία κεραυνός π' όλη τη γενειά θα ξεπαστρέψη. Στα μαντεύματα αυτά υπακούοντας του Λοξίου μ' έδιωξε και μ' επέταξε απ' το σπίτι άθελην άθελος, γιατί τούτο να κάμη τον ανάγκαζε ο χαλινός του Δία. Κ' ευθύς η όψι μου και τα φρένα αναποδιάσαν κ έχοντας κέρατα, ως θωρείτε, κεντημένη απ' του οίστρου το κεντρί, μανιακά σκιρτώντας ωρμούσα στο καλόπιοτο ρέμμα της Κερχνείας και στα υψώματα της Λέρνης• κ' ένας ντόπιος βοηδολάτης άσπλαχνος στην καρδιάν, ο Άργος, τα πατήματά μου ακολουθούσε, κυττώντας με μ' άγρια μάτια. Μ' αναπάντεχος θάνατος αιφνήδιος έκοψέ του τη ζωή. Κ' οιστρόπληκτη εγώ με θεϊκό καμτσίκι διώχνομαι από γη σε γη. Άκουσες τα γενομένα, κι' αν μπορής να ειπής ποιες μέλλονται μου θλίψες φανέρωσ' τα• κι' όχι από ευσπλαχνία με λόγια ψεύτικα να με ζεσταίνης• γιατ' η πιο άσχημη αρρώστια λέω πως είναι τα φτιασμένα λόγια.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμέ, ωιμέ, στάσου, αλλοίμονο. ποτέ μου, ποτέ μου δεν απάντεχα τέτοια απόκοτα λόγια να φθάσουν στην ακοή μου• ουδέ τόσο κακοθώρητα κι' αβάσταχτα δεινά, συμφορές, φόβοι, περνώντας πέρα ως πέρα τη ψυχή μου να παγώσουν. Αλλοίμονο, αλλοί, ω μοίρα κι' ω μοίρα, έφριξα βλέποντας της Ιούς τα δεινά.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Πρόωρα στενάζεις κ' είσαι φόβο γεμάτη• στάσου ως που και τα λοιπά να μάθης.

ΧΟΡΟΣ

Λέγε, ιστόρησε• γλυκό στους παθιασμένους είναι να μάθουν από πρωτήτερα τον επίλοιπο πόνο.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Ό,τι πριχού ποθούσατε, εύκολα ελάβατε από μένα, γιατί ζητούσατε πρώτα ν' ακούστε η ίδια να ιστορήση το μαρτύριο της• κι' ακούσετε τώρα τάλλα πάθη όσα μέλλεται να λάβη απ' την Ήρα η κόρη ετούτη. Και συ του Ινάχου σπέρμα, τα λόγια μου βάλε στο νου σου να μάθης έτσι του δρόμου σου το τέρμα. Στρέψε απ' εδώ πρώτα, απ' όπου βγαίνει ο ήλιος, και προς τους ανόργωτους τράβα τους κάμπους. Στους Σκύθες θα φθάσης τους πλανήτες που σε πλεκτές στέγες μετέωροι κατοικούν σε καλότροχα πάνω αμάξια και μακροβόλα τόξα πάνω στον ώμο φέρνουν. Σ' αυτούς μη πλησιάσης, αλλά σιμώνοντας στης ράχες όπου βογγά το κύμα, διάβα παραπέρα. Κι' αριστερόθε του σιδέρου οι εργάτες οι Χάλυβες οικούν, κι' απ' αυτούς φυλάξου, γιατί ανήμεροι είναι κι' απλησίαστοι στους ξένους. Και σε ποταμό υβριστή — όνομα και πράμμα — θα φθάσης και μη τον διαβής, τι καλοπέραστος δεν είναι, προτού φθάσης να ιδής τον Καύκασο τον ίδιο τον υπερύψηλο, που απ' τα μηνίγγια του ο ποταμός ξεσπάει την ορμή του. Κ' εκεί πρέπει εσύ περνώντας της αστρογείτονες κορφές του να μπης στο δρόμο της μεσημβρίας εκεί όπου θα βρης της Αμαζόνες της μίσανδρες. Αυτές μιαν ημέρα θε να χτίσουν τη Θεμίσκυρα κοντά στον Θερμόδοντα, όπου κ' η τραχειά είναι της Σαλμυδησού η σαγόνα, εχθρόξενη στους ναύτες, μητρυιά των καραβιών. Αυτές θα σ' οδηγήσουν πολύ πρόθυμες• και στο στενό των Κιμμερίων θα φθάσης, μέσ' στης στενές της λίμνης πύλες, που αφήνοντάς το πρέπει τολμηρά να ξεπεράσης τη μάνδρα τη Μαιωτική• και μεγάλη φήμη του ταξειδιού σου πάντα στους θνητούς θα απομείνη. Και Βόσπορος το πέρασμα θα ονομασθή από σένα. Θ' αφήσης τότε της Ευρώπης της χώρες και στης στεριές θα φθάσης της Ασίας. Δεν σας φαίνεται λοιπόν των θεών ο βασιλέας πως το ίδιο ως προς όλα βίαιος είναι, που θεός αυτός με μια θνητή να σμίξη ποθώντας, την επαράδειρε έτσι; Πικρός, ω κόρη, σου έλαχε μνηστήρας γάμου. Τι τα λόγια που τώρα έχεις ακούσει λόγιαζε πως δεν είναι ούτε η αρχή για σένα.

ΙΩ

Αλλοί μου, αλλοί, κι' ωιμένα!

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Φωνάζεις τώρα και στενάζεις• όμως τι θα κάμης όταν και τα επίλοιπα δεινά σου μάθης;

ΧΟΡΟΣ

Κι' άλλα λοιπόν βάσανα θα ειπής δικά της;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Κακοφούρτουνο ένα πέλαγο βασάνων.

ΙΩ

Τι μ' ωφελεί να ζω τάχα και γοργά δεν τρέχω να ριχτώ απ' αυτόν εδώ τον γκρεμό του βράχου, ώστε σωριάζοντας χάμου απ' τα βάσανά μου όλα ίσως γλυτώσω; Τι καλύτερο είναι μια φορά να πεθαίνη κανένας παρ' όλες της μέρες της ζωής του άθλια να πάσχη.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Πόσο δύσκολα εσύ θα βαστούσες τα δικά μου μαρτύρια, που πεπρωμένο δεν είν' να πεθάνω! γιατί αυτό γλυτωμός απ' τα βάσανα θα ήτον. Και τώρα του κακού μου τελειωμός δεν είναι πριχού ο Δίας απ' την εξουσία ξεπέση.

ΙΩ

Θα ξεπέση κάποτε απ' την εξουσία ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Θαρρώ πως τέτοια βλέποντας συμφορά θα χαιρόσουν.

ΙΩ

Και πώς όχι, που απ' τον Δία εγώ ταλαιπωρούμαι;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μπορείς λοιπόν να ξέρης πως αυτό θέλει γίνει.

ΙΩ

Και ποιος του βασιληά το σκήπτρο θα τ' αρπάξη;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Του εαυτού του αυτός ο ίδιος από άμυαλη σκέψι.

ΙΩ

Και με ποιο τρόπος φανέρωσ' το, αν δεν σου φέρνη βλάβη.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Θα κάμη τέτοιο γάμο, που μια μέρα θα τον θλίψη.

ΙΩ

Με θεά ή γυναίκα; πες μου αν να ειπωθή μπορεί τούτο.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Τι με ρωτάς; Δεν μπορεί να ειπωθούνε τα τέτοια.

ΙΩ

Και θα τον πετάξη η ομοκρέββατη από τον θρόνο;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Γιατί γυιό δυνατότερο του πατέρα θα γεννήση.

ΙΩ

Και δεν υπάρχει γι' αυτόν γλυτωμός της τέτοιας τύχης;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Όχι, πριν εγώ απ' τα δεσμά τούτα λυμένος. . . .

ΙΩ

Και ποιος θα σε λύση, αν δεν το θέλη ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Κάποιος απόγονός σου πρέπεται νάναι εκείνος.

ΙΩ

Τι είπες; ένα παιδί μου απ' τα δεινά θα σ' απαλλάξη;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Στη γέννα την τρίτη και δεκάτη ακόμα.

ΙΩ

Αυτή η χρησμολογία ευκολονόητη δεν είναι.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Κι' ουδέ τα βάσανά σου μη ζητάς να μάθης.

ΙΩ

Δίνοντάς μου ένα καλό, μη κατόπι μου το πέρνης.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Από τους δυο λόγους θα σου χαρίσω εγώ τον ένα.

ΙΩ

Ποιους; εξήγησέ μου πριν και δος μου να εκλέξω.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Σου δίνω κ' έκλεξε• ξάστερα να σου ιστορήσω ή τα λοιπά σου βάσανα ή αυτόν που εμέ θα ξελύση.

ΧΟΡΟΣ

Θέλησε συ την μια απ' αυτές της χάρες σε τούτην να κάμης κ' εις εμέ την άλλην και μη τα λόγια μου περιφρονήσης• πες σε τούτην την επίλοιπη περιπλάνησί της κ' εις εμένα πες ποιος θα σε λύση• τι εγώ θέλω να το μάθω.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μια που το ζητάτε, εγώ ενάντιος δεν θα είμαι ώστε να μη σας φανερώσω το που επιθυμείτε. Εις σε πρώτα, Ιώ, θα ειπώ την πολυταραγμένη περιπλάνησι, που χάραξέ την μέσα στας δέλτους του νου σου. Όταν περάσης το ρεύμα αυτό πούναι σύνορο των δυο ηπείρων, προς της ανατολές που φλογισμένες έχουν όψες ηλιόβριθες . . . περνώντας του πελάου το φλοίσβο, ώστε να φθάσης στους Γοργόνειους κάμπους της Κισθήνης, όπου μένουν οι Φορκίδες, τρεις κόρες γηραλέες, πώχουν μορφή κύκνου κ' ένα μόνον μάτι κ' ένα δόντι κι' ούτ' ο ήλιος με της ακτίνες του ποτέ της βλέπει μήτε η σελήνη η νυκτικιά ποτέ της. Και κοντά τους τρεις φτερωτές είν’ αδελφές τους φιδομαλλούσες, οι ανθρωπομίσητες εκείνες Γοργόνες, που κανείς θνητός ιδόντας τες στη ζωή δεν εστάθη. Τούτο για προφύλαξι έτσι σου το λέγω. Κι' άκουσε έν' άλλο θώρημα φοβερό, γιατί πρέπει να φυλαχθής απ' τους Γρύπες, τους μυτεροστόμους σκύλλους του Δία, τους μουγγούς κι' απ' το μονόφθαλμο το πλήθος το καβαλλάρικο των Αριμασπών, που κατοικούνε στο χρυσό νερό του ποταμιού του Πλούτωνος τριγύρω. Συ μη τους ζυγώνης. Κ' εις απόμακρη θα φθάσης χώρα σε φυλή μαύρη που κοντά στου Ήλιου της πηγές οικούνε, όπου είναι ο ποταμός Αιθίοψ. Τράβα δίπλα στης όχθες τούτου, ως που την κατεβασιά να φθάσης όπου ρίχνει το καλόπιστο και σεπτό νερό του ο Νείλος απ' της Βύβλινες της ράχες. Κι' αυτός θα σ' οδηγήση στην τρίγωνη Νειλέικη γη, όπου είναι πεπρωμένο εσένα, Ιώ, και των παιδιών σου μια αποικία να χτίστε μακρυνή. Κι' αν σκοτεινό απ' αυτά κανένα σου είναι και δυσκολόβρετο, ξαναειπέ μου το εμένα και ξάστερα καλόμαθε το, γιατί κι' όλα έχω αδειά περσότερη εγώ απ' όση θέλω.

ΧΟΡΟΣ

Αν τίποτ' άλλο ακόμη επίλοιπο ή λησμονημένο μπορείς να της 'πής για την πολυπαθιασμένη περιπλάνησί της, λέγε το• μ' αν όλα ειπωμένα τάχεις, κάμε κ' εμάς τη χάρι που ζητάμε, ως ενθυμείσαι.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Άκουσε αυτή όλο του δρόμου της το τέρμα. Μα όμως για να ξέρη πως δεν έχασε τον κόπο ακούοντάς με, τώρα θενά ειπώ τα πάθη όσα τράβηξε πριχού εδώ φθάση, δίνοντας εγώ τούτη την απόδειξι πως αληθινά τα λόγια μου είναι. Της ιστορίες όμως της περισσές θα παραλείψω και σ' αυτό μόνο θα ερθώ της περιπλάνησης το τέλος. Όταν τέλος έφθασες στων Μολοσσών τους τόπους και της ψηλόρραχης Δωδώνης, όπου ο θρόνος είναι και τα μαντεία του Θεσπρωτού Διός και — θάμα απίστευτο — όπου οι δρύες μιλούν κι' οπού σε χαιρετίσαν ξάστερα και διόλου αινιγματικά ως γυναίκα μελλάμενη του Δία, πολυδοξασμένη, που κάπως τα λόγια αυτά σ' αρέσαν, εκείθε οιστροκεντρισμένη έφθασες στο δρόμο τ' ακρογιαλιού, στης Ρέας τον κόλπο το μεγάλο απ' όπου σε δρόμους παράδειρες ξαναπερπατημένους. Κι' αυτός του πόντου ο κόλπος, καλογνώριζέ το, στους καιρούς που θάρθουν, θα ονομασθή Ιόνιος απ' όλους τους ανθρώπους, θύμημα του δικού σου δρόμου. Αυτά εις εσέ σημάδια ας είναι του νου μου πως περσότερο αυτός απ' το φανερό ξεκρίνει. Κι' όσα απομένουν θα ιστορήσω και στους δύο, γυρίζοντας στου πρωτήτερου λόγου μου τ' αχνάρια. Είναί τη μια πόλι Κάνωβος στης γης την άκρη, στο στόμιο καθαυτό και στην πρόσχωσι του Νείλου• εκεί ο Δίας στα συλλογικά σου θα σε φέρη με άβλαβη επαφή χεριού και μόνο εγγίζοντάς σε. Και θα γεννήσης τον μαύρο Έπαφο, που τ' όνομά του απ' αυτό θα πάρη και που τους καρπούς θ' απολαβαίνη όλους της χώρας, που ο πλατυρρεύματος ποτίζει ο Νείλος. Και πέμπτη ύστερ' απ' αυτόν γέννα από πενήντα παιδιά, θηλύκια, θάρθη, όχι θέλοντας, εις τ' Άργος φεύγοντας την παντρειά με συγγενείς ξαδέλφους. Κι' αυτοί με ταραγμένα φρένα, σαν γεράκια που όχι πολύ πίσω από περιστερές έχουν 'πομείνει, θάρθουν να ζητήσουν γάμους τέτοιους που δεν ήταν σωστό να κυνηγήσουν και θεός κάποιος τα κορμιά τους θα ζηλέψη να πάρη• κι' από νυχτοφυλαγμένη γυναίκεια τόλμη σφαγμένους τούτους θα σκεπάση η Πελασγία γη• γιατί κάθε γυναίκα τη ζωή καθενός άνδρα θα του κόψη, δίστομο μέσ' στο λαιμό του βάφοντας μαχαίρι. Τέτοια Αφροδίτη ηδονική και τους εχθρούς μου ναύρη. Μα μια απ' της κόρες θα την μαγέψη ο πόθος, ώστε τον ομοκρέββατό της να μη τον σφάξη και να μαλαχθή η γνώμη της, κι' από τα δύο να προτιμήση το ένα, κάλλιο λιγόψυχη παρά φόνισσα να τήνε κράζουν. Αυτή στο Άργος βασιλική γενειά θα δώση. Λόγος μακρύς θα 'χρειάζετο για να ιστορήσω σωστά όλα τούτα. Μ' απ' αυτό το σπέρμα θα φυτρώση κάποιος τολμηρός και ξακουσμένος στα τόξα, που αυτός απ' τα μαρτύρια τούτα θα λυτρώση εμένα. Τέτοιο μου έχει δώσει χρησμό η παλαιογέννητη δική μου μάννα, η Τιτανίδα η Θέμις• το πώς θα γίνουν όμως τούτα και το πού, γι' αυτό καιρός πολύς θα χρειαζότουν να τα πω, και ξέροντάς τα εσύ όφελος δεν έχεις.

ΙΩ

Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου. παραζάλη εμένα και μανίες φρενόπληκτες πάλι με θερμαίνουν και το άφλογο κεντρί του οίστρου με τρυπά. Κ' η καρδιά μου με φόβο το φράχτη κτυπά και σαν στρόβιλος στριφογυρίζει η βλέψι μου κ' έξω του δρόμου φέρνομαι απ' της λύσσας την άγρια πνοή. Ακράτητη είναι μου η γλώσσα κ' οι θολοί λογισμοί μου χαμένοι χτυπιούνται σε κύμα φριχτής συμφοράς.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή

Βέβαια σοφός, βέβαια σοφός ήταν εκείνος που πρώτος εκράτησε τούτο στο νου του και με τη γλώσσα εφανέρωσε σ' όλους λέγοντας πως το καλύτερο απ' όλα είναι συγγένεια κατά τη σειρά σου να κάνης• και μήτε ανάμεσα σε όσους ο πλούτος τους χαλά μήτε σε όσους περηφάνεια για το γένος των έχουν να ζητήσης, παντρειά να κάμης όταν φτωχός συ ο ίδιος είσαι.

Αντιστροφή

Ποτέ μου, ω ποτέ μου ας μη μου λάχη να με ιδήτε, ω Μοίρες, σύνευνο του Δία και μήτ' άλλου θεού παντρεμμένου ποτέ ας μη ποθήσω το πλάι. Γιατί τρέμω τη μίσανδρη θωρώντας παρθενιά της Ιούς, που μαρτύρια πολυπαθιασμένα την σπαράζουν απ' την άπονην Ήρα.

Επωδός

Κ' εγώ σαν τακτικός είν' ο γάμος φόβο απ' αυτόνε δεν έχω κι' ούτε τον σκιάζομαι κ' είθε θεού δυνατωτέρου πόθος μη με κυττάζη με βλέμμα που δεν θάχω απ' αυτό γλυτωμό. Απολέμητος ο πόλεμος θάναι κι' αδιάβατό μου το διάβα κι' ούτε γνωρίζω τι θα γινόμουν, τι δεν βλέπω πώς απ' του Δία τους δόλους θα μπορούσα ποτέ να ξεφύγω.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Όση κι' αν έχη περηφάνεια ο Δίας, αλλ' όμως ταπεινός βέβαια θα γίνη με τον τέτοιο γάμο που ετοιμάζει να κάμη, γιατί τούτος απ' το θρόνο τον βασιλικό θα τον πετάξη κι' ακέρηα θα πιάση η κατάρα τότε του πατέρα του Κρόνου, που εφώναξέ την πέφτοντας απ' τον πανάρχαιο θρόνο. Κ' εξόν από μένα κανείς θεός άλλος δεν θα μπορούσε λυτρωμό να του δείξη απ' αυτά τα πάθη. Εγώ μόνος γνωρίζω κι' αυτά και του γλυτωμού τον τρόπο. Μ' ας κάθεται τώρα στους ενάερους κρότους θωρώντας κι' ας σείη το φλογόπνοο βέλος στα χέρια. Ολωσδιόλου δεν θα του φθάσουν αυτά, ώστε ταπεινά να μη πέση πέσιμο ανυπόφερτο. Έν' αντίπαλο τέτοιο ο ίδιος του εαυτού του σήμερα ετοιμάζει, έν' απολέμητο τέρας που κι' απ' τον κεραυνό θαύρη καλύτερη φλόγα και δυνατώτερο απ' τη βροντή ένα κτύπο και που την τρίαινα, την θαλάσσια κοσμοσείστρα, του Ποσειδώνος το κοντάρι, αυτός θα σπάση. Και στο κακό αυτό σκοντάβοντας ο Δίας θα μάθη πόσο η αρχή απ' τη δουλείαν απέχουν.

ΧΟΡΟΣ

Όσα εσύ ποθείς να γίνουν τα κοπανάς του Δία.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Τα όσα θα γίνουν κ' εγώ ποθώ, αυτά λέγω.

ΧΟΡΟΣ

Να προσμένουμε πως θα ορίση τον Δία κάποιος;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Και μεγαλύτερα βάσανα παρά τούτα θάχη.

ΧΟΡΟΣ

Και πώς δεν φοβάσαι τέτοια λόγια εσύ πετώντας;

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Και τι να φοβηθώ, που θάνατο δεν έχω;

ΧΟΡΟΣ

Αλλά μαρτύριο μεγαλύτερο από τούτο μπορεί νάρθη.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Ας το κάμη κι' αυτό• εγώ όλα τ' απαντέχω.

ΧΟΡΟΣ

Σοφοί είναι όποιοι την Αδράστεια προσκυνούνε.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Σέβου, παρακάλιε, χάιδευε συ αυτόν που ορίζει. Μα εμένα ολότελα για τον Δία δεν με μέλει. Ας εξουσιάζη αυτός κι' ας άρχη όπως του αρέσει τον λίγο καιρό τούτο, γιατί πολύ ακόμη δεν θα εξουσιάζη τους θεούς. Βλέπω όμως τώρα του νέου βασιληά, του Δία, τον μαντατοφόρον υπηρέτη• άφευκτα κάποιο νέο μήνυμα θα φέρνη.

ΕΡΜΗΣ

Εσένα τον πανούργο, που υβριστικά υβριστής είσαι, που αμάρτησες προς τους θεούς τιμώντας τους θνητούς, τον κλέφτη της φωτιάς, εσένα λέγω• προστάζει σου ο πατέρας να εξηγήσης ποιος είναι ο γάμος που απειλείς πως θα τον ρίξη απ' την εξουσία• κι' όχι μ' αινίγματα να ειπής ετούτα, μονάχα ξάστερα το καθετί, και μη με κάμης δυο φορές το μακρύ δρόμο εγώ να πάρω, Προμηθέα. Αλλέως το ξέρεις πως από τέτοια ο Δίας δεν μουδιάζει.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Μεγάλα κι' αλαζονεία γεμάτα είναι τα λόγια τα δικά σου, σαν που των θεών είσαι υπηρέτης. Νειόφερτοι εσείς μια νειόφερτη έχετε εξουσία και θαρείτε πως στέρεα έχετε σεις τα κάστρα. Μα μη δεν είδα εγώ δυο βασιληάδες απ' αυτά να πέσουν; και γλήγορα θα ιδώ τρίτος να πέση ντροπιασμένα — αυτός που τώρα εξουσιάζει. Μη δα σου φαίνομαι πως τρέμω και φοβούμαι τους νέους θεούς; μακρυά πολύ είμαι να το πάθω. Και συ το δρόμο πούρθες ξαναπάρ' τον πάλι, γιατί κανέν απ' όσα μ' ερωτάς δεν θέλει μάθης.

ΕΡΜΗΣ