Part 2
Πέντε χρόνια ύστερα από την έκδοση του «Ταξιδιού» του, ο Ψυχάρης κατέβηκε πάλε στην Ελλάδα, μα τη φορά αυτή με ιδιαίτερη αποστολή της Γαλλικής Κυβέρνησης. Εκείνα τα χρόνια οι καθαρευουσιάνοι ξαναθυμήθηκαν τον Ψυχάρη και άρχισε πάλε ο πόλεμος. Και αυτός ο Χατζιδάκις ο γλωσσολόγος, αν και πολλές φορές παραδέχτηκε τα δικαιώματα της ζωντανής μας γλώσσας, σα γλωσσολόγος που είναι, κηρύχτηκε όμως απ' την αρχή αντίπαλος του Ψυχάρη. Εκείνο ακριβώς το χρόνο, δηλαδή όταν ο Ψυχάρης κατέβηκε για δεύτερη φορά στην Αθήνα, ο Χατζιδάκις τόλμησε και έγραψε πως ο Ψυχάρης πλέρωσε, αγόρασε και δημοσίεψε με τόνομά του, εργασία ενός φτωχού του μαθητή. Εδώ περνούσε πια τα όρια και έθιγε όχι μόνο την αξιοπρέπεια του Ψυχάρη, μα και την επιστημονική του φιλοτιμία. Μια λύση είδε, να τον προσκαλέσει και με το πιστόλι στο χέρι να δώσει λόγο της κατηγορίας του.
Πήγαν οι μάρτυροι του Ψυχάρη, βρήκαν το Χατζιδάκι, μα αυτός δείλιασε κι αρνήθηκε να μονομαχήσει! Τότε οι φοιτητές μαζευτήκανε, βγάλανε ψήφισμα εναντίο του Ψυχάρη, και παινέσανε βέβαια το Χατζιδάκι, δηλαδή εκείνον που χωρίς την ελάχιστη ντροπή καταδέχτηκε να συκοφαντήσει! Βλέποντας τα πράματα αυτά ο Ψυχάρης έγραψε στο Γαβριηλίδη ένα γράμμα που δημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη» και που είναι και μια ήσυχη απάντηση στις τόσες βρισιές που δεν πάψανε να δημοσιεύουνται.
Αξίζει τον κόπο να το ακούσετε: Ρόδα και Μήλα Β'. σελ. 109.
Φίλτατέ μου,
«. . . . . . Βέβαια, η μονομαχία, το ντουέλλο, είναι κακό πράμα, είναι μάλιστα και πράμα άδικο, αφού μπορεί να σκοτωθή και κείνος που έχει δίκιο. Έπειτα, ή να σε σκοτώσουν ή εσύ να σκοτώσης άθρωπο, είναι και τα δυο φοβερά.
«Έχει όμως κ' η μονομαχία τα καλά της. Είναι και της ανάγκης. Μας μαθαίνει νάχουμε τρόπους σοβαρούς, να συλλογέται ο νους προτού γράψη το χέρι. Αλλιώς κ' η αξιοπρέπεια θα μας έλειπε. Είναι σύστημα αχαμνό που ακολουθούνε μερικοί και βρίζουνται κάθε τόσο. Βρίζουνται, γιατί ξέρουν πως τίποτις δε θα βγη. Σήμερα σε λέω ψέφτη και κλέφτη. Με λες άβριο τα ίδια και συ. Έτσι είμαστε ένα ένα.
«Θάγραφαν πολλοί πιο σοβαρά, θάπιανε κι ο λόγος τους περισσότερο τόπο, αν την ώρα που γράφουν είχανε στο νου τους πως δεν είναι παίξε γέλασε η πέννα. Πρέπει κανείς να στοχαστή καλά ως πού μπορεί να τον πάη ο λόγος που θα πη και να πάη ο ίδιος ως εκεί. Πρέπει να βάλη στο νου του πως είναι ζήτημα τιμής και ζωής — ένα είναι — κι αφτό κάποιο νόημα έχει σ' όλους τους τόπους του κόσμου.
«Δε θα είτανε μάλιστα άσκημο διόλου να ξέρη εκείνος που γράφει πως από την πένναν του μπορεί να στάξη θάνατος ή ζωή, και να πη μέσα του πρώτα «Βαστάω ή δε βαστάω να το γράψω; Θυσιάζω ή δε θυσιάζω και τη ζωή μου και του αλλουνού τη ζωή;» Θαρρώ πως θα γράφουνταν πολύ λιγώτερες αηδίες, πως θάστρωναν κάπως και τα ήθη. Έτσι μαθαίνει κανείς να σέβεται τον πλησίο του και του πλησίου του την τιμή και τη ζωή. Μαθαίνει όμως να σέβεται και τον εαφτό του.
«Νομίζω λοιπόν πως κ' οι καλαμαράδες θα βάζανε γνώση και θα μιλούσαν πιο φρόνιμα, αν τα συλλογιούνται πρώτα αυτά που είπαμε. Κι αν πάλε δεν τα ξέρουν, καιρός είναι να τα μάθουνε. Πως είναι δάσκαλος ή καλαμαράς, δεν πάει να πη διόλου πως μπορεί να λέη ό,τι θέλει. Να βρίζη κανείς, να συκοφαντάη, κ' έπειτα σαν του γυρέβεις ικανοποίηση, να χλωμιάζη και να φέβγη, είναι ντροπή όχι μόνο στο Παρίσι, μα και σ' όλη τη Ρωμιοσύνη, γιατί κι ο Ρωμιός δεν τα πολυσηκώνει τα τέτοια.
«Εγώ, φίλε μου, είμαι γεννημένος Ρωμιός, είμαι και γάλλος πολίτης. Κάφκημά μου και τα δυο. Τέτοιος ήρθα και τέτοιος θα πάω. Πάντα το είπα και δεν τόκρυψα ποτές, γιατί συνήθεια δεν έχω μήτε να κρύβω, μήτε να κρύβγουμαι. Όλα τα χρωστώ στη Γαλλία, που σαν πατρίδα μου την έχω. Και τα παιδιά μου είναι της Γαλλίας παιδιά και το αίμα μου δικό της· μάλιστα και τώρα που ήρθα στην Ελλάδα, κι αφτό στη Γαλλία το χρωστώ. Είμαι και γάλλος καθηγητής και τόχω για δόξα.
«Εκείνα που έκαμα εδώ για τη γλώσσα και τη φιλολογία, για το εθνικό μας, για το άγιο αυτό ζήτημα, τάκαμα γιατί λατρέβω την Ελλάδα, γιατί δε θέλησα να φύγω έτσι, να της πω έχε γεια, να την παρατήσω, γιατί έλεγα πως κάτι της χρωστούσα. Της χρωστούσα τούτο δηλαδή, που γεννήθηκα, που είμαι Ρωμιός.
«Και μ' αυτά, φίλε μου, σώνει. Έγραψες, μια φορά κ' έναν καιρό, τόσα καλά για μένα, που σ' έβαλα στην καρδιά μου και που δεν μπορώ ποτέ μου να το ξεχάσω. Το χρέος του πρώτα απ' όλα κι ότι κι αν πούνε, πρέπει να κάμη ένας άντρας. Αυτό μόνο είναι της ζωής μου το καμάρι».
Ο πολύ φίλος σου.
Η πολεμική των αντιπάλων του Ψυχάρη ξακολούθησε με την ίδια λύσσα και με περισσότερη ακόμη, γιατί βλέπανε την πρόοδο του δημοτικισμού, βλέπανε πως οι πλατωνικές συκοφαντίες δεν ήταν πλέον αρκετές για να καταπνίξουνε το δημοτικισμό και στα 1901 βρήκανε για ευκαιρία τη μετάφραση της Νέας Διαθήκης του Πάλλη, για να φανατίσουν το λαό, να δημιουργήσουν τις τότε ταραχές και να κηρύξουν τη δημοτική μας γλώσσα σε διωγμό, πείθοντας τον κόσμο πως οι δημοτικιστές που μεταφράσανε τα Βαγγέλια, το κάμανε για να χαλάσουνε τη γλώσσα τώνε Βαγγελίων και για να μπορέσουνε να έρθουν έπειτα οι Ρώσσοι και να μας πουν, πως ούτε Έλληνες είμαστε, ούτε και ελληνική Εκκλησία έχουμε! Όργανα λοιπόν της πασλαυιστικής εταιρίας οι δημοτικιστές, άθρησκοι οι δημοτικιστές, πλερωμένοι οι δημοτικιστές!
Τότε ο Ψυχάρης, σαν τίμιος αρχηγός της Ιδέας, θέλησε να δείξει στην Αθήνα πως άδικα και παράλογα πράματα είναι αυτά που λένε, και πως η βία είναι μεσαιωνικός τρόπος υπεράσπισης μιας Ιδέας. Έγραψε λοιπόν τα καθέκαστα στον Κακλαμάνο, για να δημοσιευτούνε στο «Νέο Άστυ», μα πήρε απάντηση πως το «Νέο Άστυ» δε θα δημοσιέψει πια τίποτε του Ψυχάρη. Έγραψε και του Γαβριηλίδη, του φίλου του, μα κ' εκείνος την ίδια απάντηση του έδωσε. Και τότε, έτσι αποκλεισμένος, ενώ όλοι καθημερινά τόνε συκοφαντούσανε, του φάνηκε περίεργο και με πίκρα έγραψε του Γαβριηλίδη, πως στο Παρίσι πολλές φορές πήγανε σπήτι του, εχτός από γάλλοι, ως και άγγλοι και γερμανοί φημεριδογράφοι να του ζητήσουνε τη γνώμη του για τα βαγγελικά, και πως μονάχα στην Ελλάδα, που γι' αυτήνε δουλεύει και πασκίζει μέρα νύχτα, δεν μπορεί να τήνε πει.
Μα σε λίγο οι δημοτικιστές αποχτήσανε και όργανο δικό τους, το «Νουμά», και λέφτερα πια μπορούσανε να πούνε τη γνώμη τους και να υπερασπιστούνε. Σ' αυτόνε για πρώτη φορά δημοσίεψε ο Ψυχάρης την «Απολογία» του, που στα 1906 έβγαλε και σε χωριστό βιβλίο. Σ' αυτόν τον τόμο ξηγά ο Ψυχάρης όλο του το σύστημα, δηλαδή ξηγά όλες τις λεφτομέρειες τις σκετικές με τη μέθοδο, το τυπικό, το φτογγολογικό και λεξικό που ακολούθησε στα βιβλία του, και γι' αυτό όποιος θέλει να κρίνει λιγάκι σοβαρά το σύστημα του Ψυχάρη, πρέπει χωρίς άλλο, να διαβάσει μαζύ με το «Ταξίδι» του, τουλάχιστο και την «Απολογία» του, που είναι και ο γλωσσολογικός πρόλογος του «Ταξιδιού», για να διεί πρώτα με τι έννοια έβαλε κάθε λέξη, ποια η αιτία κάθε τύπου, και έπειτα να κρίνει.
Στα 1903 νέα τιμή έκαμε η Γαλλία στον Ψυχάρη διορίζοντάς τονε καθηγητή της νεοελληνικής γλώσσας στη Σκολή των Ανατολικώ Γλωσσών. Αυτό το πράμα πείραξε τους καθαρευουσιάνους, που είχανε την Αρχή, δηλαδή τη δύναμη, στα χέρια τους, μα λιγάκι αργά, γιατί μονάχα στα 1908 φαίνεται πως τόμαθαν και τότε βλέπουμε να γίνεται ζήτημα μέσα στη Βουλή κι ο μακαρίτης Κυριακούλης Μαυρομιχάλης να ζητά απ' την Ελληνική Κυβέρνηση να _επέμβη_ και να ζητήσει απ' τη Γαλλική Κυβέρνηση την πάψη του Ψυχάρη!
Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να μας δείξει πώς σκέφτουνταν οι τότε πολιτικοί μας.
Ζητούσε δηλαδή ο Μαυρομιχάλης, που ούτε πάτησε στο μάθημα του Ψυχάρη για να διεί τι διδάσκει, να &επέμβη& η Κυβέρνησή μας και να ζητήσει να πάψουν ένα Γάλλο καθηγητή, που για να διοριστεί ψηφίστηκε από το Συβούλιο της Σκολής, ξαναψηφίστηκε από την Ακαδημία, και διορίστηκε από τον υπουργό τον ίδιο.
Σ' εκείνη τη συνεδρίαση της Βουλής αρκετά χαραχτηριστικά ακουστήκανε, σκετικά με τη δημοτική μας γλώσσα και τον Ψυχάρη, που αξίζει τον κόπο να ακούσετε μερικά. Ομιλεί ο Μαυρομιχάλης: «Η γλώσσα η διδασκομένη από της έδρας εκείνης είναι γλώσσα ελεεινή και χυδαία, φρικώδες κατασκεύασμα του διδάσκοντος αυτήν.»! Ο κ. Ρούφος αποκαλεί τη δημοτική «&βδέλυγμα& γλώσσης»! Και πολλοί βουλευτές απαντούνε θριαβευτικά «Εύγε»!! Ο κ. Κουμουνδούρος λέγει πως ο Ψυχάρης είναι «μίσθαρνον όργανον»! Ο κ. Στάης κηρύχνει πως ο Ψυχάρης διορίστηκε για να εξοικονομηθεί κλπ., κλπ., και μόνο ο Δραγούμης, αν και καθαρευουσιάνος, σηκώθηκε και είπε πως νομίζει «ότι δεν πρέπει να αποδοθούν μομφαί τοιαύται οίαι απεδόθησαν εναντίον ανθρώπου κατά πάντα αξίου λόγου και ως ανθρώπου και ως επιστήμονος.»
Και πού να αναφέρει κανείς τι και τι δε γράψανε οι φημερίδες και τι δε λέγανε και ξακολουθούνε να λένε άλλοι, λιγώτερο υπεύτυνοι, για τον Ψυχάρη. Αρκεί μόνο να πω πως κάποιος Παγανέλλης κήρυχνε στην Πόλη, μέσα σ' ένα σαλόνι, πως «Θα αθωώσει τον φονέα του Ψυχάρη.»!
Τα ίδια παναληφτήκανε μέσα στη Βουλή, έπειτα από δυο χρόνια, όταν οι αντιπρόσωποί μας, αναθεωρόντας το σύνταγμα, ζήτησαν από το Βενιζέλο, με τόση πιμονή, τη σύνταξη του γνωστού άρθρου του σχετικού με τον καθορισμό της επίσημης μας γλώσσας, πράμα άλογο που ο Βενιζέλος δεν μπόρεσε να αποφύγει.
Τότες όμως ο Ψυχάρης, που τόσα και τόσα περίμενε απ' το νέο Πρωθυπουργό το νεωτεριστή, όταν είδε πως ο Βενιζέλος δεν κηρύχτηκε δημοτικιστής σαν το Μαβίλη μέσα στη Βουλή, τόνε θεώρησε ανάξιο της εχτίμησής του και την αφιέρωση που του είχε κάμει ενός δηγημάτου του, του την πήρε πίσω με τα εξής λόγια που δημοσίεψε:
«Ένα μου δήγημα, το «Εθνικό Συμπόσιο», που δημοσιέφτηκε στο «Νουμά» (αρ. 422) είναι, λέει, αφιερωμένο του Βενιζέλου. Ξεγράφεται η αφιέρωση, ο άθρωπος και τόνομά του. Το δήγημα μνήσκει.»
Το δήγημα αυτό το αφιέρωσε έπειτα στην Κρήτη που τρέφει γι' αυτήν ιδιαίτερη συμπάθεια.
Έπειτα όμως δούλεψε ο Βενιζέλος για την πατρίδα, έδειξε ικανότητα, φιλία για τη Γαλλία, έγιναν έπειτα οι Βαλκανικοί πολέμοι, διπλασιάστηκε η Ελλάδα, και έπειτα όταν ο Βενιζέλος πήγε στο Παρίσι στα 1913, ο Ψυχάρης, με τη μεγάλη του καρδιά, δεν μπόρεσε παρά να πάγει και να σφύξει το χέρι του Βενιζέλου. Ήταν πρωτοχρονιά κι ο Βενιζέλος ήτανε στην Εκκλησία. Ύστερα απ' τη λειτουργία πλησίασε ο Ψυχάρης με τους άλλους, του έσφιξε το χέρι και του είπε σκετικά με την πρωτοχρονιά:
«Σου εύκομαι να ζήσεις χρόνια πολλά, δε σου εύκομαι να ζήσεις αιώνες, γιατί θα ζήσεις.»
Αυτό φαίνεται άρεσε του Βενιζέλου, τον ευκαρίστησε ιδιαίτερα, και ο Ψυχάρης αποφάσισε να τον ξαναδιεί στην Πρεσβεία. Πήγε, και μόλις ο Βενιζέλος είδε τον Ψυχάρη να πλησιάζει, τον πήρε από το χέρι, τον πήγε σ' ένα ιδιαίτερο δωμάτιο κ' εκεί αρχίσανε την κουβέντα. Του ξήγησε τότε ο Βενιζέλος πως ήταν αναγκασμένος σ' εκείνη τη συνεδρίαση της Βουλής να μη κηρυχτεί δημοτικιστής, γιατί είχε άλλα πιο βιαστικά ζητήματα να λύσει και ταχτοποιήσει, τόνε βεβαίωσε όμως πως την εχτίμηση που είχε για το έργο του, πάντοτε ξακολουθεί να την έχει, πως πάντοτε διαβάζει και μελετά τα βιβλία του, πως η &Ζωή κι Αγάπη στη Μοναξιά&, ρομάντζο του Ψυχάρη, για μήνες ήταν το αγαπημένο του βιβλίο και πως έχει ασάλευτη πεποίθηση πως η νίκη πάντα δική του θα είναι.
Ας ευκηθούμε λοιπόν πως ο Βενιζέλος, που έχει για αρχή, πως «Ο πολιτικός ανήρ πρέπει να λέγει πάντοτε την αλήθειαν και προς τα άνω και προς τα κάτω», και ο Ψυχάρης που κήρυξε πολύ πριν απ' αυτόν πως «Με την αλήθεια, όποια κι αν είναι, δουλεύει κανείς την πατρίδα του πολύ περισσότερο παρά με την ψεφτιά, όσο πατριωτική κι αν τη νομίζη», πως αυτοί οι δυο μια μέρα θα συνεργαστούνε για να λύσουνε το γλωσσικό ζήτημα, και να μας γλυτώσουνε πια απ' τον καθαρευουσιάνικο εφιάλτη.
Είπαμε πως τη δεύτερη φορά που ο Ψυχάρης κατέβηκε στην Ελλάδα, ήτανε στα 1893. Από τότε δεν ξανακατέβηκε παρά το καλοκαίρι του 1914, δηλαδή ύστερα από είκοσι ένα χρόνια, και τότε η πατρίδα μας, τιμώντας την τόση του δράση, τον παρασημοφόρησε με ανώτερο παράσημο.
Καθώς είπα πιο απάνω, στα 1888 έβγαλε ο Ψυχάρης το «Ταξίδι» του. Ύστερα από δυο χρόνια δημοσίεψε στην «Εστία» το πρώτο του δήγημα «Η Ζούλια» και στα 1897 ξέδωκε «Τόνειρο του Γιαννίρη» και απ' τα 1901 ως τα 1913 άρχισε να βγάζει ένα τόμο κάθε χρόνο, δηλαδή δώδεκα τόμους, και μαζύ με την πρώτη έκδοση του «Ταξιδιού» και «Τόνειρο του Γιαννίρη», ξέδωκε όλους μαζύ δέκα τέσσερεις τόμους.
Απ' αυτούς έξη είναι ιστορίες (Τόνειρο του Γιαννίρη, Ζωή κι Αγάπη στη Μοναξιά, Τα Δυο Αδέρφια, η Αγνή και οι δυο έκδοσες του Ταξιδιού), δυο (η Ζούλια και η Άρρωστη Δούλα) που δε βγήκανε σε χωριστά βιβλία δε λογαριάζονται στους 14 τόμους, ένας τόμος δηγήματα γραμμένα για να διαβαστούνε «Στον ίσκιο του πλατάνου», που είναι και ο τίτλος τους, ένας τόμος με θεατρικά έργα, με τον τίτλο «Για το Ρωμαίικο Θέατρο» και έξη τόμοι «Ρόδα και Μήλα», που είναι συλλογές που ξανατυπώνει μέσα όλα του τα φιλολογικά και γλωσσικά μ' ένα ιστορικό πρόλογο το καθένα. Ο τρίτος τόμος τω «Ρόδων και Μήλων» είναι η «Απολογία» του, και στον τέταρτο βρίσκουμε τη δικαστική απόφαση του Στελάκη, που αποδείχνει πως μπορούμε πολύ εύκολα να καθιερώσουμε μια γλώσσα ιδιαίτερη πάντα όμως δημοτική της νομικής.
Εχτός από αυτούς τους 14 τόμους, που είναι όλο σκεδόν το ελληνικό του έργο, ανάφερα στην αρχή πέντε τόμους γλωσσολογικούς σε γαλλική γλώσσα. Κ' εχτός απ' αυτούς ξέδωκε ως τα 1905 σε γαλλική γλώσσα άλλους οχτώ τόμους.
Όλοι μαζύ λοιπόν είκοσι εφτά τόμοι ελληνικοί και γαλλικοί, χωρίς να λογαριάσω τα άλλα του γαλλικά βιβλία που ξέδωκε ύστερα απ' τα 1905 και που μου είναι άγνωστα, καθώς και τις άπειρες μελέτες που έχει δημοσιέψει σε όλες τις πιο σοβαρές γαλλικές και αρκετές γερμανικές επιθεώρησες. Μα νομίζω πως και οι 27 αυτοί τόμοι μοναχά που ανάφερα είναι αρκετοί για να μας δείξουν α δούλεψε ή δε δούλεψε ο Ψυχάρης στη ζωή του (3).
Κάποτε το «Lectures pour tous» δημοσίεψε μια μελέτη σκετική με τους σοφούς της Γαλλίας που δουλεύουνε πιο πολύ. Και μέσα στα ονόματα τω σοφών αυτών ήταν και τόνομα του Professeur Jean Psicari, όνομα που στην πατρίδα του Ελλάδα, που τόσο δούλεψε γι' αυτήνε, δεν έχει σημασία.
Και μ' όλα αυτά ο Ψυχάρης δε βλέπει το έργο του τελειωμένο, και δε νόμισε πως πρέπει πια να ησυχάσει. Δυο έργα απ' όλα που ετοιμάζει ιδιαίτερα τον απασκολούν και λέει πως όταν τα ετοιμάσει και τέλεια τα στείλει στην Ελλάδα, τότε ήσυχος πια θα είναι και παρηγορημένος θα πεθάνει. Το πρώτο είναι η γραμματική του, η «Μεγάλη Ρωμαίικη Γραμματική» του σε τρεις τόμους, που τώρα και τόσα χρόνια μας την υποσκέθηκε κι ακόμα να την παρουσιάσει, και το δεύτερο είναι ο «Διγενής Ακρίτας» δημοτικό ιστορικό μυθιστόρημα.
Εχτός απ' αυτά κι άλλα ετοιμάζει, που όλο και δουλεύουνται, δηλαδή ένα δεύτερο τόμο με θεατρικά έργα, δυο ρομάντζα, ένα τόμο με τραγούδια, κατόπι «Το Μεγάλο το Ταξίδι» και στο τέλος σ' ένα τόμο «Η Ζωή μου».
Έχει και ορισμένα ανέκδοτα ο Ψυχάρης που θα δημοσιευτούν αφού πεθάνει.
Πολλοί καθαρευουσιάνοι, περαστικοί απ' το Παρίσι, πηγαίνουνε ν' ακούσουν τον Ψυχάρη, μόνο και μόνο, καθώς διαλαλούνε, για να του πουν αυτό για να του πουν εκείνο και να του δείξουνε πως απατάται, πως δεν ξέρει τίποτε κι α βρουν και την ευκαιρία να του πατήσουνε και κανένα βρισιδάκι! Μα όσοι πήγανε μ' αυτόν τον αέρα, διαφορετικά γυρίσανε.
Η πρώτη εντύπωση που δίνει ο Ψυχάρης είνε η απλότητά του. Φίλος κάθε επισκέφτη και πρώτος φίλος τω δημοτικιστών, που έτοιμος πάντα είναι να τους ανοίξει την καρδιά του και με ειλικρίνεια χαραχτηριστική να τους ξιστορίσει τα γλυκά του όνειρα που τρέφει για την Ελλάδα.
Δεν είναι δάσκαλος ο Ψυχάρης και η απλότητά του, η λαοφιλία του, η προθυμία του, δε σε αφήνουνε να πιστέψεις πως αυτός ο άθρωπος έζησε και ζει σ' ένα επίπεδο πνεματικό που λίγοι ζούνε στον κόσμο, γιατί ο Ψυχάρης στην Ευρώπη είνε «autorité» στο είδος του.
Στo μάθημά του απλούστατος, κατορθώνει και τα πιο στριφνά ζητήματα της γλωσσολογίας να τα παρουσιάζει όχι μόνο απλά μα και ευκάριστα, γιατί ο Ψυχάρης έχει χιούμορ πολύ, και αλλοίμονο στο δάσκαλο που θα τύχει να παραλάβει!
Είναι ακούραστος στη συζήτηση και πάντα πρόθυμος και έτοιμος να συζητήσει και για το πιο επιπόλαιο επιχείρημα των καθαρευουσιάνων. Το συμπέρασμα της κουβέντας δεν το δίνει εκείνος, μα κάμνει το συνομιλητή του να το δώσει, και έτσι ο καθαρευουσιάνος αυτός, που πήγε να πουλήσει μυαλό του Ψυχάρη, φεύγει φίλος του και συχνά οπαδός του!
Δεν είναι μόνο η συζήτηση που προσελκύει τους επισκέφτες του Ψυχάρη στην Ιδέα. Είναι και κάτι άλλο. Ο Ψυχάρης ότα μιλεί ελληνικά, μιλεί την καθάρια δημοτική, τη δημοτική εκείνη που θα μιλήσουνε μια μέρα όλοι οι, αναπτυγμένοι Έλληνες, και αυτό, δηλαδή το άκουσμα της σωστής εθνικής μας γλώσσας, εθουσιάζει κάθε, έστω και λίγο, ευαίστητο άθρωπο, και κάμνει τους καθαρευουσιάνους να βεβαιώνουνε, μόλις φύγουν απ' του Ψυχάρη, πως: «Ο Ψυχάρης δεν είναι μαλλιαρός»!!
Ένας χαραχτήρας σαν του Ψυχάρη, που πάντα έζησε για την Αλήθεια, την απρόσωπη αλήθεια που κήρυξε στα 88 και που από τότε ως τώρα πιστά και κατά γράμμα ακολούθησε και αψήφισε γι' αυτήν κάθε βρισιά και μίσος, ένας τέτοιος χαραχτήρας δεν μπορούσε παρά να δώσει και άλλα δείγματα τόλμης για την αλήθεια και τη λευτεριά.
Και πραματικά όταν οι Γάλλοι, στα 1897, ήτανε με το μέρος των Τούρκων και βασανίζανε με τη στάση τους τους Κρητικούς, σηκώθηκε ο Ψυχάρης στο Παρίσι, έκαμε δημόσιο ανάγνωσμα και κήρυξε πως είναι ντροπή της Γαλλίας η πολιτική της Κυβέρνησής της, και πως οι Κρητικοί έχουν τόσο δικαίωμα λευτεριάς όσο και οι ίδιοι οι Γάλλοι. Τανάγνωσμα αυτό έκαμε εντύπωση στη Γαλλία, τόνε φώναξε λοιπόν ο υπουργός ο ίδιος και του είπε πως πρέπει να πάψει. Μα ο Ψυχάρης τότε κόρωσε και αν και είχε σκοπό να μη ξακολουθήσει, όχι μόνο ξακολούθησε μα και στις επαρχίες πήγε για τον ίδιο σκοπό.
Άλλως τε ο Ψυχάρης πάντα έδειξε πόσο διαφέρεται για την Ελλάδα. Κάποτε που είχανε γίνει σεισμοί στη Χαλκίδα, ο Ψυχάρης με δυο τρεις άλλους ρωμιούς, θελήσανε να βοηθήσουν εκείνους που πάθανε και αποφασίσανε να διοργανώσουνε παράσταση. Η παράσταση έγινε, μαζευτήκανε και εφτά χιλιάδες φράγκα και ο Ψυχάρης τάστειλε στην Ελλάδα. Για απάντηση γράψανε τότε οι φημερίδες πως τους παράδες αυτούς η Ελλάδα, δεν πρέπει, δε γίνεται μήτε να τους δεχτεί, μήτε να τους καταδεχτεί, και πως είναι από μέρος του Ψυχάρη βρισιά να στέλνει χρήματα στην Ελλάδα!
Μα ο Ψυχάρης φέρθηκε πάντα ιπποτικά σ' όλους που τον κατηγορήσανε, και ποτέ στις ολίγες απάντησές του, δε μεταχειρίστηκε την παραμικρή άπρεπη φράση, όπως έκαμναν και κάμουν οι αντίπαλοι του κάθε τόσο.
Όποιος διαβάσει αμερόληφτα και χωρίς πρόληψη βιβλίο του Ψυχάρη, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει αμέσως τη ζωηρότητα της δήγησης. Νομίζει κανείς πως δε διαβάζει, μα ακούει. Ακούει τραγούδι αρμονικό, όχι μονάχα γιατί αρμονικιά είναι η δημοτική μας μα και γιατί ο Ψυχάρης ξέρει να την κάμει ακόμα πιο αρμονικιά.
Ζωηρότητα, απλότητα και αρμονία είναι τα διακριτικά της γλώσσας του Ψυχάρη, και τα βιβλία του μας δείχνουνε ψυχολόγο δυνατό, παντού βαθειά ιδέα και ποίηση συχνή.
Κάποιος, που διάβασε το «Ταξίδι» του, πήγε τόνε βρήκε και του είπε· «Του κάκου, είσαι ποιητής.» Και πραματικά πολύ συχνά σε όλα του τα φιλολογικά βιβλία, βρίσκουμε σελίδες με ποίηση δυνατή.
Ο Ψυχάρης είναι βέβαια ένας απ' τους πιο μεγάλους μας πεζογράφους. Μα δεν πρόκειται να μιλήσουμε για το λογοτεχνικό του έργο. Αυτό πρέπει ιδιαίτερα να ξεταστεί και ιδιαίτερα να παρουσιαστεί.
Η βιβλιοθήκη του Ψυχάρη είναι κάτι τι το ανεχτίμητο, γιατί είναι η πιο τέλεια βιβλιοθήκη σκετικά με την ελληνική γλώσσα. Έχει 14000 βιβλία, δηλαδή όλα τα βιβλία που έχουνε σκέση με τη γλώσσα μας. Η βιβλιοθήκη αυτή ήτανε για να γίνει χτήμα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σκολής της Αθήνας, ύστερα απ' το θάνατο του Ψυχάρη, μα πρόπερσυ γράψανε οι φημερίδες πως ο Ψυχάρης τήνε δώρησε στη Βιβλιοθήκη της Ελληνικής Βουλής.
Η επίδραση του Ψυχάρη είναι πολύ μεγάλη και ποικίλη.
Στα 1888 και πρώτα μεγάλο μέρος της ποίησης γραφότανε στην καθαρεύουσα και βλέπουμε, ύστερα απ' το κήρυγμα του Ψυχάρη, η ποίηση να γράφεται σιγά-σιγά και πιο δημοτικά, και σήμερα ποιήματα στην καθαρεύουσα μόνο γέλοια προξενούν. Κι αυτός ο Παλαμάς δεν έγραφε πριν την καθάρια δημοτική που γράφει σήμερα στα ποιήματά του.
Ο πεζός λόγος, τότε στα 1888 και πρώτα, γραφότανε όλος στην καθαρεύουσα, εχτός από ελάχιστες εξαίρεσες, και σήμερα βλέπουμε πως και σ' αυτόν η καθαρεύουσα υποχωρεί (δηγήματα, χρονογραφήματα, μυθιστορήματα, θέατρο). Μόνο η σοβαρώτερη πεζογραφία, σαν πιο λιγώτερο ζωντανή που είναι, έμεινε η τελευταία, μα και αυτή φυσικά θα υποχωρήσει.
Και βλέπουμε αμέσως ταποτελέσματα της επίδρασης του Ψυχάρη, βλέπουμε δηλαδή μία ολόκληρη νέα φιλολογία μια πραματικά ελληνική φιλολογία να δημιουργέται, πράμα που η καθαρεύουσα δεν μπόρεσε να πετύχει τόσα και τόσα χρόνια.
Η επίδραση του Ψυχάρη δεν αναφέρεται βέβαια μονάχα στη φιλολογία, μα και σ' αυτόν τον προφορικό λόγο, γιατί δε συναντούμε πια εκείνους τους τύπους που μιλόντας σκέφτουνταν κάθε λέξη που θα πούνε να είναι σωστή, μη θέλοντας ναφίσουνε τον εαυτό τους να μιλήσει λέφτερα και ειλικρινά.
Άλλως τε και οι «ελληνικούρες» λείψανε, γιατί όλοι μας έμμεσα ή άμεσα δεχτήκαμε την επίδραση του Ψυχάρη.
Είναι δυστύχημα για την Ελλάδα που ενώ βλέπουμε οι ξένοι να μελετούνε τη δημοτική μας γλώσσα και να ιδρύουνε και διατηρούνε _έξη_ ως τώρα έδρες πανεπιστημιακές της δημοτικής, εμείς όχι μόνο δε σκεφτήκαμε να ιδρύσουμε μια τέτοια έδρα της γλώσσας μας, μα ακόμα προσπαθούμε ναποδείξουμε πως η δημοτική, η ζωντανή μας γλώσσα, πρέπει να περιφρονιέται.
Πρέπει να ελπίσουμε πως με την κατεύτυση που πέρνει ο δημοτικισμός, που από αίρεση έγινε αξίωση της κοινωνίας μας, ανάγκη κοινωνική, και που όλο και προοδεύει, πως γρήγορα θα πάψει η τόση αδιαφορία του Ελληνισμού και θακούσουμε την πρόσκληση του καθηγητή Ψυχάρη στην Αθήνα, για να διδάξει στο Πανεπιστήμιο τη δημοτική.
Ο Ψυχάρης δεν είναι μονάχα μεγάλος καινοτόμος της γλώσσας μας, είναι και ο πρώτος που έφερε στον Ελληνισμό μια Ιδέα, μια απρόσωπη Ιδέα, την ιδέα του δημοτικισμού. Ξέρουμε πόσο προσωπικά και συφεροντολογικά σκέφτουνταν και σκέφτεται ακόμα ο Ελληνισμός. Δεν έχουμε παρά να διούμε τα πολιτικά του κόμματα για να το καταλάβουμε. Ο τάδε ψήφιζε και ψηφίζει για τον τάδε, δηλαδή για το πρόσωπο του τάδε, και όχι για μια Ιδέα (συντηρητική, δημοκρατική, σοσιαλιστική κλπ.), που πάντοτε αντιπροσωπεύουν οι βουλευτές σε όλα τα πολιτισμένα μέρη.
Γι' αυτό το λόγο μεγάλη σημασία έχει ο δημοτικισμός και γι' αυτό ακόμη περισσότερο πρέπει να τιμούμε τον Ψυχάρη.
Η δουλειά του Ψυχάρη, η επίδρασή του, τα ως τώρα αποτελέσματα της επίδρασής του και τα μελλοντικά, με κάμουνε να κατατάξω τον Ψυχάρη στην πρώτη γραμμή του σημερνού μας πνεματικού κόσμου μαζύ με δυο άλλους, το Βενιζέλο και τον Παλαμά.
* * *
1) Διάλεξη πού έγινε στο «Εντευκτήριον Καΐρου» στις 9 του Μάη 1916.
2) Όταν έγραψε στα 1888 αυτήν την τελευταία του φράση μερικοί τον κατηγορήσανε, και για απάντηση έγραψε στην Απολογία του το κεφάλαιο αυτό.
3) Τα τελευταία έργα του Ψυχάρη είναι: «Au fils tué à l' ennemi» (1915), ποίημα γραμμένο για το γυιό του Ερνέστο, υπολοχαγό του πυροβολικού, που ηρωικά σκοτώθηκε από τους πρώτους Γάλλους στο Βέλγιο, και η «Σαλώμη.» (1916) κριτικό σημείωμα.