Ο Ψυχάρης και το έργο του

Part 1

Chapter 195 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &; words in italics in _. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με ιταλικούς χαρακτήρες σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ — ΑΡΙΘ. 1

Ο ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΚΩΣΤΑ ΦΛΩΡΗ

ΚΑΪΡΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ I. ΠΟΛΙΤΗ

1916

Ο ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ (1)

Για να μιλήσει κανείς με κάποια ακρίβεια για το έργο του Ψυχάρη, πρέπει να το χωρίσει σε τρία

στο γλωσσολογικό του έργο, στο παναστατικό του έργο, και στο λογοτεχνικό του έργο.

Εμείς θα ξεχάσουμε πολύ σύντομα το γλωσσολογικό και παναστατικό του έργο μοναχά, δηλαδή θα ξετάσουμε τον Ψυχάρη σα γλωσσολόγο και σα καινοτόμο ή παναστάτη, ακολουθόντας τη χρονολογική σειρά και του έργου του και των ολίγω γεγονότων της ζωής του που θ' αναφέρω.

Ο Γιάννης Ψυχάρης γεννήθηκε στην Οδησσό στα 1854, στις τρεις του Μάη. Είναι χιώτικης καταγωγής, μα από οικογένεια αποκαταστημένη στην Πόλη, όπου πέρασε και τα παιδικά του χρόνια. Παιδί ακόμη άφησε την Πόλη και πήγε ατό Παρίσι για τις σπουδές του. Φοίτησε στα εκεί λύκεια και πάντα είχε και ιδιαίτερο δάσκαλο έλληνα για τα ελληνικά. Ύστερα μαθητής της Σκολής των Ανωτέρω Σπουδών της Σορμπόνας, πέρασε δυο τις πιο δύσκολες εξέτασες που έχουνε στη Γαλλία, τη licence ès-lettres και ύστερα από ένα χρόνο μοναχά την agrégation de grammaire, δηλαδή του κλάδου γλωσσολογίας. Η agrégation είναι μάλιστα διαγωνισμός, δέχονται λίγους, επειδή ορισμένος είναι ο αριθμός από την Κυβέρνηση. Εκείνη τη χρονιά διαγωνιστήκανε διακόσιοι πέντε, δεχτοί γενήκανε μόνο είκοσι εννέα. Τόχουνε και για πολύ σπάνιο να πετύχει κανείς την πρώτη φορά που παρουσιάζεται, και ο Ψυχάρης όχι μόνο πέτυχε, μα κι απ' τους πρώτους βγήκε. Πρέπει να προστέσουμε πως μια και γίνεται κανείς agrégé στη Σορμπόνα, είτε του δίνουνε θέση καθηγητή αμέσως είτε όχι, ο νέος agregé της Σορμπόνας αρχίζει να έχει αμέσως 500 φρ. το μήνα.

Τότε στα 1881 νιόβγαλτος agregé ξέδωκε και το πρώτο του βιβλίο, μια μελέτη του μιας κωμωδίας του Λατίνου Τερέντιου, τους Αδελφούς, που και σήμερις ακόμη διδάσκεται στα λύκεια και στο πανεπιστήμιο. Και την ακόλουθη χρονιά παντρεύτηκε με την κόρη του μεγάλου Ερνέστου Ρενάν.

Τρία χρόνια ύστερα απ' το πρώτο του βιβλίο, ξέδωκε ένα άλλο τόμο «Essai de phonétique néo-grecque» και την ακόλουθη χρονιά ακόμη ένα «Sur les doublets syntactiques du grec moderne». Και την ίδια χρονιά, δηλαδή στα 1884, διορίστηκε καθηγητής της Ελληνικής γλώσσας στη Σκολή των Ανωτέρω Σπουδών που εδρεύει στη Σορμπόνα.

Στο μάθημά του αυτό, που είναι το ανώτερο μάθημα της Ελληνικής γλώσσας μιας ολόκληρης Γαλλίας, ξετάζει και διδάσκει την ιστορία της γλώσσας μας από τον Όμηρο ίσια με τα χρόνια τα δικά μας. Κοντά στο νου αναγκάζεται κάθε τόσο να μελετά έναν ένανε τους τύπους τους αρχαίους, αφού ψάχνει να βρει τι απόγινε κατόπι στη ζωντανή μας γλώσσα ο τάδε ή ο τάδε τύπος, ξετάζει βέβαια και τι θα πει γλώσσα, τι θα πει κοινή, αρχαία, δημοτική λαλιά. Ξένοι πολλοί πηγαίνουν, κάμποσοι απ' αυτούς είναι τώρα καθηγητές σε μεγάλα Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Ο Ψυχάρης αν και έγινε γνωστός στον πνεματικό κόσμο της Γαλλίας με την καθηγεσία του και τις μελέτες που προανάφερα, εκείνο όμως που πραματικά τον ανάδειξε είναι η σπουδαία του μελέτη που ξέδωκε στα 1886 με τον τίτλο: «Δοκίμιο νεοελληνικής ιστορικής γραμματικής» σε δύο τόμους, έργο που βραβεύτηκε απ' το Institut de France με το βραβείο Volney, και που δεν μπορεί παρά να μείνει κλασικό στη σπουδή της Ελληνικής γλώσσας.

Και ξακολουθόντας τη δράση του και προετοιμάζοντας το μεγάλο του έργο, κατέβηκε τον άλλο χρόνο στην Ελλάδα, επισκέφτηκε τα δυο πνεματικά κέντρα του γένου μας, την Αθήνα και την Πόλη, επισκέφτηκε τη Στερεά, τη Θεσσαλία, τα νησιά, μικρά και μεγάλα και σα γύρισε πίσω, έγραψε στα 1888 το περίφημο «Ταξίδι του» και τόστειλε στην Ελλάδα για να της φέρει το μεγάλο ξύπνημα το πνεματικό.

Εκείνο τον καιρό, δηλαδή στα 1888 και πριν, ο ελληνικός κόσμος δεν έβλεπε την πραματικότητα. Σειρά από ουτοπίες ήταν όλη η ιδεολογία του. Η ζωή και η εξέλιξη, μ' άλλα λόγια αυτή η πραματικότητα, γι' αυτούς δεν ήταν τίποτε, και γι' αυτό είχαν τότε, και είναι δυστύχημα που έχουμε ακόμη, λαϊκή μόρφωση πρωτόγονη, ανώτερη παιδεία μεσαιωνική, χαραχτήρα ασταθή και με κανένα πρόγραμμα, και όργανο κάθε πνεματικής εκδήλωσης την καθαρεύουσα, ποτισμένη με την περιφρόνηση για τα ζωντανά εθνικά στοιχεία και με την αρχαιομανία. Πρέπει, φωνάζανε, να μάθουν όλοι οι Έλληνες την καθαρεύουσα για να κρατήσουμε την ενότητά μας με τους αρχαίους, πρέπει και μ' αυτό το μέσο να δείξουμε στον κόσμο πως πραματικά παιδιά των αρχαίων είμαστε.

Νά λοιπόν κ' η πιο μεγάλη τους ουτοπία.

Και με αυτήν την πεποίθηση, ριζομένη στης ψυχής τους το βάθος, προσπαθούσανε να σταματήσουν την εξέλιξη και να δημιουργήσουνε φιλολογία σε γλώσσα που αυτοί της όριζαν στο χαρτί τους νόμους της και το λεξικό της. Τα σκολεία, η εκκλησία, τα βιβλία, οι φημερίδες, τους βοηθήσανε πολύ και καταφέρανε μ' αυτά ν' αποναρκώσουνε τον κόσμο και να τον κάμουνε να πιστέψει πως πραματικά η γλώσσα που μιλεί είναι πρόστυχη γλώσσα, γλώσσα χαλασμένη, γλώσσα που δεν του δίνει πια δικαίωμα στην αρχαία αθανασία.

Τ' αποτελέσματα τα είπαμε, ούτε παιδεία μας έδοσαν, ούτε φιλολογία, ούτε και πραχτικά εφόδια αρκετά για τη βιοπάλη.

Δεν ξετάζω τις αιτίες που δημιούργησαν τη μεσαιωνική αυτή κατάσταση στα σημερνά μας χρόνια. Οι αιτίες αυτές που είναι κοινωνιολογικές ξετάστηκαν από άλλους.

Μέσα σ' αυτό λοιπόν το πνεματικό απονάρκωμα, μέσα σ' αυτό το χάος που δημιούργησε ο δασκαλισμός, παρουσιάστηκε ο Ψυχάρης και κήρυξε πως είναι ψέμμα πως η γλώσσα που μιλούμε, που μιλά ένα ολόκληρο έθνος, είναι γλώσσα χαλασμένη, ψέμμα πως η δημοτική, η γλώσσα που βρίσκουμε στα δημοτικά μας τραγούδια, μας αποχωρίζει για πάντα από τους αρχαίους, ψέμμα πως δεν έχουμε μια γλώσσα κοινή, που όλοι οι έλληνες την καταλαβαίνουν.

Και πραματικά με το «Ταξίδι του» έδειξε, τουλάχιστο σ' εκείνους που μπόρεσαν να διούν, πως είχε δίκαιο. Το «Ταξίδι του» αυτό, γραμμένο σ' αυτήν την ως τότε περιφρονημένη δημοτική μας γλώσσα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παραμύθι ενός ταξιδιού στην Ελλάδα, Πόλη και νησιά, με μερικά λόγια μοναχά εδώ κ' εκεί σκετικά με τη γλώσσα.

Ο Ψυχάρης δεν είναι ο πρώτος που έγραψε τη δημοτική. Η δημοτική γράφτηκε και πριν απ' αυτόν. Η ποίηση που θέλει γλώσσα ζωντανή περισσότερο από όλα τα άλλα είδη της λογοτεχνίας, καθιέρωσε πρώτη τη δημοτική.

Μα και στο πεζό δεν είναι ο Ψυχάρης ο πρώτος που έγραψε τη δημοτική. Ο Σοφιανός στο 16ο αιώνα είχε γράψει Ελληνική γραμματική της δημοτικής. Στα 1791 ο Κωσταντάς έγραψε Γεωγραφία στη ζωντανή γλώσσα. Στην επανάσταση ο Βηλαράς έγραψε τη «Ρομέηκη Γλόσα» και άλλα βιβλία στη δημοτική, ο Σολωμός το διάλογό του με το σοφολογιώτατο, κτλ., μα όλοι αυτοί που δεν είναι παρά πρόδρομοι του Ψυχάρη, γράψανε δημοτική ακανόνιστη, και με πολλά ιδιωματικά.

Ο Ψυχάρης λοιπό, με τα νέα μέσα που του έδινε η νέα επιστήμη η γλωσσολογία, μελέτησε κατάβαθα την ακαλλιέργητή μας μητρική γλώσσα, ξεχώρισε τα πραματικά εθνικά στοιχεία από τα επιβλημένα, ξεχώρισε τα ντόπια απ' τα κοινά, βρήκε τους φτογγολογικούς της νόμους, έδειξε πως πολλοί απ' αυτούς κρατιούνται στη δημοτική οι ίδιοι απ' τα χρόνια τα κλασικά (ιστορικά του νι, ξάπλωση του φωνηέντου της ονομαστικής στις άλλες πτώσες κλπ.), βρήκε τους γραμματικούς και συνταχτικούς της κανόνες, κατέβηκε στην Ελλάδα για το ίδιο ζήτημα, βεβαιώθηκε για πολλές λεφτομέρειες και ύστερα από τόση προετοιμασία έγραψε και παρουσίασε για πρώτη φορά μια κοινή κανονισμένη Ελληνική γλώσσα, με όλα τα χρειαζούμενα στοιχεία για να καθιερωθεί, δηλαδή την εθνική μας γλώσσα &που μπορεί ο καθένας να τη μιλεί, να την καταλαβαίνει και να τη γράφει.&

Ίσως μερικοί θελήσουνε να μας πλεροφορήσουν πως αυτή η γλώσσα που μιλούμε είναι λογιώ λογιώνε, γιατί παρατηρήσανε πως διαφορετικά μιλιέται εδώ και διαφορετικά εκεί, και αφού είνε έτσι και δεν είναι _μια_, δεν μπορεί και να γραφεί με τη χρειαζούμενη ενότητα.

Οι κύριοι αυτοί που μας δίνουνε τέτοιες πλεροφορίες, ξεχνούνε, γιατί φοβούμαι πως δεν το ξέρουνε, πως κάθε χωριό σ' όλο τον κόσμο έχει και κάπως διαφορετική λαλιά, κάθε χωριό και χωριολαλιά. Κλασικό παράδειγμα: Μια σελίδα του Μποκάτσιο μεταφράστηκε, στα 1875, σε εφτακόσιες ιταλικές χωριολαλιές. Μα εχτός απ' τις χωριολαλιές κάθε έθνος έχει και την κοινή του, που σκηματίζεται στα κυριώτερα πνεματικά του κέντρα, που όλοι μιλούνε όταν είναι όξω απ' το χωριό τους, και που την καταλαβαίνουνε όλοι.

Αυτήν την κοινή λοιπό μελέτησε και έγραψε ο Ψυχάρης, έχοντας για αρχή, όπως το λέει στον πρόλογο του «Ταξιδιού», πως όταν η κοινή δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, πέρνει τη λέξη απ' την αρχαία και προσπαθεί, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξει με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάμανε όλα τα έθνη, έτσι θα κάμουμε και μεις.

Γραφή της _ομιλουμένης_ λοιπόν και γραφή της κοινής, και μ' ένα λόγο γραφή της _κοινής ομιλουμένης_ είναι το πρόγραμμα του Ψυχάρη.

Μερικοί θα μάς πούνε βέβαια πως γραφή της κοινής ομιλουμένης ισοδυναμεί, τουλάχιστο κατά το μισό, με γραφή της καθαρεύουσας, γιατί μιλόντας μιλούμε μια μιχτή, που δεν είναι η δημοτική που γράφει ο Ψυχάρης. Και μερικοί βασίζονται σ' αυτό, δηλαδή στο ότι στην κουβέντα μας μεταχειριζόμαστε και την καθαρεύουσα, για να βγάλουνε συμπέρασμα πως η καθαρεύουσα είνε ένα «καθεστώς» και σαν καθεστώς η δημοτική δε θα μπορέσει ολότελα να την ξεριζώσει, και γι' αυτό συμπεραίνουν πως θα γίνει ένας συβιβασμός, που η δημοτική θα του δώσει τα περισσότερα στοιχεία, μα κ' η καθαρεύουσα θα δώσει αρκετά.

Ας ξετάσουμε το ζήτημα.

Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε πως κάθε ομιλία είναι δύο ειδώνε, δηλαδή _σοβαρή_ και _κοινή_, και πως οι λέξες κάθε γλώσσας είναι επίσης δυο ειδώνε, δηλαδή λέξες σοβαρές ή δασκαλεμένες (mots savants) και λέξες κοινές (mots populaires). Στη σοβαρή ομιλία βρίσκουμε τις δασκαλεμένες λέξες, και στην κοινή ομιλία τις κοινές λέξες.

Τις δασκαλεμένες ή σοβαρές λέξες μαθαίνουμε στο σκολείο απ' το δάσκαλο και τα βιβλία, που λίγο-λίγο μας επιβάλλουν. Τέτοιες λέξες είναι και οι εξής: βαρύτης, φωνήεν, φθόγγος, εξέλιξις, η παράλληλος και όλες οι επιστημονικές λέξες.

Τις κοινές λέξες μαθαίνουμε στο σπίτι από παιδιά, τέτοιες είναι και οι εξής: Μητέρα, πατέρας, μύτη, πόδια, νερό, βρύση, ταβάνι, σκόνη κλπ.

Αυτές οι λέξες, δηλαδή οι κοινές μοναχά, είναι οι καθαυτό ζωντανές λέξες κάθε γλώσσας, και γι' αυτό αυτές μοναχά ακολουθούνε την πραματική εξέλιξη της γλώσσας, ενώ οι άλλες οι δασκαλεμένες, που είναι μισοζώντανες, παντού και πάντοτε δεν κάμουν παρά να συμμορφώνονται με τις κοινές για να περνούν κι αυτές την όψη της ζωής.

Είπαμε πως το «καθεστώς» της καθαρεύουσας, που παραδέχονται μερικοί, παρατηρείται στη σοβαρή κουβέντα που, καθώς είπαμε, έχει πολλές δασκαλεμένες λέξες. Είπαμε όμως πως οι δασκαλεμένες λέξες δεν είναι εκείνες που αντιπροσωπεύουν την αληθινή ζωή κάθε γλώσσας, γιατί είναι λέξες οι περισσότερες επιστημονικές που τις μαθαίνουμε από τον καθηγητή και τα βιβλία. Αυτές τις δασκαλεμένες λέξες μπορούμε να μάθουμε να τις λέμε σε ό,τι γλώσσα και αν είναι, και σε νεκρή ακόμα, χωρίς αυτό διόλου να μας πειράζει τα νεύρα.

Αφού λοιπόν και νεκρές λέξες μπορούνε ναντικαταστήσουν τις δασκαλεμένες αυτές λέξες της σοβαρής μας ομιλίας, δεν είναι διόλου λογικό να παραδεχτεί κανείς πως αυτές οι δασκαλεμένες λέξες της σοβαρής μας ομιλίας, μορφωμένες σύφωνα με το φτογγολογικό και τυπικό της αρχαίας, θα κατορθώσουνε να νικήσουν τις ίδιες δασκαλεμένες λέξες της δημοτικής, που έχουνε σύχρονη και ζωντανή μορφή. Σύφωνα με το φυσικό νόμο, το πιο ζωντανό θα νικήσει το λιγώτερο ζωντανό και έτσι οι δασκαλεμένες λέξες της δημοτικής δεν μπορούν παρά να νικήσουν τις δασκαλεμένες λέξες της καθαρεύουσας.

Ώστε το περίφημο «καθεστώς» της καθαρεύουσας δεν είναι παρά το τελευταίο κούφιο δόντι που ζητούν οι δημοτικιστές να βγάλουν και να καθαρίσουν, έτσι τελειωτικά πια, τα στόματα μερικών!

Πολλοί μόλις ανοίξουν ένα βιβλίο του Ψυχάρη και διαβάσουνε μερικές γραμμές, άξαφνα σταματούνε σε μια λέξη και μας λένε, πως αυτή η λέξη ή αυτός ο τύπος είναι πρόστυχος ή πως κανείς δεν τόνε λέει, και απ' αυτή τη λέξη ή τον τύπο που δεν εγκρίνουν, δηλαδή απ' αυτή τη λεφτομέρεια, βγάζουνε συμπέρασμα γενικό που καταδικάζει αμέσως ολόκληρο το έργο του Ψυχάρη. Μα εμείς έτσι δεν πρέπει να κρίνουμε. Πρέπει πρώτα να σκεφτούμε πως τη δημοτική γλώσσα δεν τη διδαχτήκαμε, όπως ο Γάλλος ή ο Άγγλος διδάσκεται τη δική του, και γι' αυτό δεν μπορούμε να την ξέρουμε, και έπειτα πως κάθε ζήτημα έχει αρχή και τέλος, έχει μεγάλες γραμμές και λεφτομέρειες, και πως γι' αυτό και στο ζήτημα της γλώσσας, που είναι βέβαια και αυτό ένα ζήτημα, πρέπει ναρχίσουμε να το ξετάζουμε απ' την αρχή, και όχι από μια λέξη, δηλαδή από την τελευταία λεφτομέρεια, να βγάζουμε συμπέρασμα.

Ο Ψυχάρης αν και έγραψε μια γλώσσα κοινή δημοτική που για πολλούς είναι όσο μπορούσε τέλεια, εκείνος όμως ποτέ του τέτοιο πράμα δεν είπε. Το εναντίο δεν έπαψε να λέει πως «Πρώτος μαθητής σας θα προκηρυχτώ άμα με πείσετε πως αντίς τον τάδε τύπο, πιο σωστά τον τάδε πρέπει να συνηθίσω».

Ας ακούσουμε τώρα τον ίδιο τι λέει σκετικά με το γλωσσικό μέρος του έργου του

Απολογία, σελ. 295, Κεφάλαιο «Απρόσωπο και γενικό».

«Μια μικρή, αχ! πολύ μικρή αλήθεια θαρρώ πως έτυχε νάβρω και γω στην περαστικιά μου τη ζωή, μιαν αλήθεια που τη στιγμή εκείνη, ακόμα κι α δεν είμουνε γεννημένος, θαρχότανε στη θέση μου κανένας άλλος που θα την έβρισκε. Τουλάχιστο με τέτοιο νόημα είπα στο Ταξίδι μου (Ταξ. β', σελ. 51), ατενίζοντας το μνήμα και τη δόξα ενός μεγάλου ποιητή [του Β. Ουγκώ]·»

« — Σου μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψης, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς ελληνικής, την καινούργια μας τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!» (2) Και το είπα δίχως να θελήσω να πειράξω κανένα, δίχως να θελήσω να καφκηθώ· πολύ απλά το είπα. Εννοείται πως τη γράψανε άλλοι πολλοί πριν από μένα· την έγραψε κι ο Σπανέας κι ο Πρόδρομος στον εντέκατο δωδέκατο αιώνα· τη γράψανε κατόπι στα χρόνια τα δικά μας Έλληνες περίφημοι και ξακουστοί, ένας Βηλαράς, ένας Σολωμός, ένας Βαλαωρίτης, που με σέβας, με αγάπη, με λατρεία, με καρδιοχτύπια, πάντα έπεσα μπροστά τους γονατιστά, να τους προσκυνήσω. Ελπίζω να μη μου ταρνηθή ποτέ του κανένας, πως αντίς τάχα να γυρέβω κάπως να σκεπάσω τα ονόματα εκεινώνε που πρωταγωνιστήκανε για την Ιδέα την αθάνατη, δεν έκρυψα το τι τους χρωστούμε, το τι ο ίδιος τους χρωστώ, και πως δε δόξασα, με ταπείνωση και με χαρά, το μεγάλο κατόρθωμά τους. Αχάριστη δεν είναι η ψυχή μου — μα μήτε και καταδέχεται να είναι. Τέτοιες μικροπρέπειες ανάγκη δεν τις έχω. Κανένα δεν ξεχνώ. Θυμούμαι και τον αγαθό μας τον Κονεμένο που με τα βιβλία του τα πεζά κατάφερε να προχωρήση το ζήτημα, κατάφερε και κάτι πιο σημαντικό, να βαστάξη την παράδοση, να μην αφήση τη σειρά να κοπή, τη σειρά του Βηλαρά, του Σολωμού και του Βαλαωρίτη, γιατί θαρρώ πως ο Κονεμένος — και δεν τον ξεπέφτω λέγοντας αυτό — είναι πιο πολύ της περασμένης της γενιάς παρά της εποχής της δικής μας. Μα είναι και άλλοι δυο τρεις που γράψανε τη δημοτική στα πεζά, επειδή για τα πεζά είναι ο λόγος μας εδώ· είναι ο _Γέρο Κρητικός_, στα 1858, με τη «Δεύτερη φυλλάδα για τζοι Τούρκους τζη Κρήτης», μια σπάνια φυλλάδα που μου τη χάρισε ο Βλαχογιάννης. Είναι ο τίμιος ο Σπηλιωτάκης που στα 1881 έβγαλε κι αφτός άλλη φυλλάδα που τώρα τελευταία την ξανατύπωσε ο _Νουμάς_.

«Βέβαιο λοιπόν πως τη δημοτική, πριν από μένα, τη μεταχεριστήκανε κι άλλοι. Ως τόσο τι να γίνη, που την έγραψα πρώτος; Ή σαν προτιμάτε τη γράψανε και οι άλλοι· εγώ την έκαμα γλώσσα. Πήγα, ξεσκάλισα ήσυχα και μεθοδικά, τους νόμους της, το λεχτικό της, το πνέμα της, τη γραμματική της, ξεχώρισα τα ντόπια και τα κοινά, για να φανή γλώσσα· τη λύτρωσα μ' ένα λόγο, από κάθε σκλαβιά· την έστησα στη μέση της Ελλάδας ανεξάρτητη, με ύπαρξη δική της, με δικό της είναι. Είμαι κουφός στις φωνές, στις βρισιές και στο μίσος· την κακή θέληση δεν τη βλέπω. Φανατισμός, ή όπως κι αν πούνε· υπάρχει ένας άγιος φανατισμός που είναι ο φανατισμός της αλήθειας. Ό,τι έγινε, είτανε ανάγκη να γίνη. Τώρα ίσια ίσια μας χρειαζότανε απρόσωπο σύστημα και γενικό· βρέθηκε, γιατί έπρεπε να βρεθή».

«Το Ταξίδι μου», Έκδ. Β', σελ. 4.

«Βρήκα τις προάλλες στα χαρτιά μου τα σημειωματάρια που γιόμιζα μέρα τη μέρα με λογιώ λογιώνε ακουστά και ειδωτά. Κατόπι, αν η Ελλάδα δείξη στο τέλος περιέργεια περισσότερη και περισσότερη αγάπη για την εθνική της τη γλώσσα και για τη δουλειά που κάμαμε, ως που να την κανονίσουμε και κανονισμένη πια να της την καθιερώσουμε τη γλώσσα την εθνική, όσοι τύχη και διαβάσουνε κατόπι τα σημειώματά μου εκείνα, θα καταλάβουνε πως είχα τους λόγους μου όταν έγραψα το «Ταξίδι μου», πως δεν καταπιάστηκα τέτοιο βιβλίο, χωρίς πρώτα να ξετάσω τα καθέκαστα κι από τα καθέκαστα να μορφώσω γνώμη που να στέκη. Την ιστορική μας γραμματική την είχα μελετήση χρόνια πριν ξαναβγώ στο ρωμαίικο. Και στα μαθήματά μου και σε άρθρα επιστημονικά και σε αλάκαιρους τόμους είχα ξηγήσει τύπους, λέξες και κανόνες. Ο σκοπός μου, σαν ξαναπήγα κάτω, είτανε να βεβαιωθώ για κάμποσα που από μακριά βρισκόμουνε σε ανάγκη να τα συμπεράνω μόνο και μόνο, συχνά και να τα υποθέσω. Πόσες φορές με ταφτιά μου άκουσα εκείνα που όσο σπούδαζα, μάντεβα μόνο την ύπαρξή τους. Μεγαλείτερη χαρά για το γλωσσολόγο δεν έχει και την απόλαψα τότες με κάθε λέξη που μάζωνα. Πήγα στα σκολειά, ελληνικά, δημοτικά και γυμνάσια, πήγα στη Μεγάλη του Γένου Σχολή, κράτησα σημείωση για κάθε παράδοση, κάθε τάξη όπου πήγα. Μίλησα με τους βαρκάρηδες ή τους καϊξήδες, μίλησα με τους φτωχούς και μικρούς, μίλησα με την πιο διαλεχτή, με την καλλίτερη κοινωνία. Παντού έβλεπα τους ίδιους νόμους να βασιλέβουνε, στρεβλωμένους κάπου κάπου από την καθαρεύουσα με τον ίδιο τρόπο. Καταντούσε λοιπόν πολύ έφκολο να ξεκαθαρίση κανείς τους κανόνες τους αληθινούς, να βρη το σύστημα το σωστό της γραμματικής, να διορθώση τα ίδια λάθια που τάφταιγε πάντα η καθαρέβουσα. Τα λάθια διωρθωνόντανε και μοναχά τους, γιατί κι αφτό παρατήρησα, πως κοινωνία και λαός, αγράμματοι και γραμματισμένοι, διορθώνουνε παντού, ίδια κι απαράλλαχτα, τους δασκαλισμούς. Μια μέρα, στο βαπόρι που από το Γεφύρι της Πόλης κατεβαίνει στο Φανάρι, όπου πήγαινα κι αντίγραφα κάτι χερόγραφα παλιά, έτυχε να καθήσω κοντά σε τρεις τελειόφοιτους της Μεγάλης του Γένου Σκολής, που σας έλεγα. Ποτέ μου θαρρώ δε χάρηκα περισσότερο. Μιλούσανε αναμεταξύ τους την καθάρια δημοτική· ακόμη και σαν κουβεντιάζανε για το σκολειό, για πολιτικά, γι' αψηλά αντικείμενα, τύπος δεν τους ξεγλιστρούσε στην κουβέντα που ο φανατικός εγώ να μην τον παραδεχόμουνε αμέσως. Με δυο λόγια, όπου κι αν είμουνε, τη γλώσσα του μιλούσε το έθνος».

Απολογία, σελ. 137, Κεφάλαιο «Το χρέος».

«Εγώ θαρρώ πως το χρέος μου κάπως τόκαμα. Θέλετε να μας ακούσετε; Καλά. Τότες ναγκαλιαστούμε, γιατί θα σας αγαπήσω που στο τέλος κάτι λάβατε, που γυρέβετε τόφελός σας. Από την αγάπη σας για σας τους ίδιους θα σας αγαπήσω, γιατί μου έδωσε η φύση καρδιά για τους άλλους. Ειδεμή τι με μέλει και τι κακό θα βγη για μένα; Μα δε θέλετε νακούσετε; Δουλειά δική σας. Εμείς δε βιάζουμε κανένα και περιττές οι φωνές. Τι μέσα έχω κιόλας για να βιάσω και να επιβάλω; Δεν είναι τάχα περίεργο να το λέτε; Κοιτάξτε με και πήτε αν είμαι τίποτις. Τι θέση κατέχω στην Ελλάδα; Είμαι βουλεφτής; Είμαι υπουργός; Καθηγητής είμαι; Τυπώνουνται τα βιβλία μου τζάμπα; Οι τίτλοι που μου δώσατε, πού είναι; Τι δύναμη έχω, σας παρακαλώ; Ήρθα μια μέρα, μόνος, χωρίς δύναμη καμμιά, χωρίς ασκέρι, χωρίς να με γνωρίζη, χωρίς να με διαφεντέβη κανείς, χωρίς ένα φίλο ήρθα και σας είπα την αλήθεια. Φαίνεται πως θάναι δύναμη κι αφτό, αφού από τότες με πολεμάτε. Με πολεμάτε, δηλαδή πολεμιέστε μοναχοί σας. Μοναχοί σας βιάζετε, τον εαφτό σας κ' επιβάλεστε μοναχοί σας, επειδή κ' η αλήθεια, όσο κι αν καμώνεστε πως δεν τη βλέπετε, υπάρχει τόσο πολύ που σας σηκώνει στο ποδάρι με το κεντιστήρι της τακούραστο, ίσια ίσια γιατί θαρρείτε πως βολετό σας είναι ναρνηθήτε την ύπαρξή της. Εγώ προσπάθησα ό τι μπόρεσα, κι όσο μπόρεσα. Κι ακόμα θα προσπαθήσω. Τον ίσιο δρόμο σας τον έχουμε χαραγμένο κι ανοιχτό. Τον εθνικό το δρόμο. Και να το ξέρετε πως αυτός είναι όπως σας τον ερμηνέβω κι όπως ξαπλώνεται τώρα μπροστά σας, ο μοναδικός, ο σωστός ο δρόμος».

Και το μεγαλείο του Ψυχάρη δεν είναι μοναχά η μεγάλη του γλωσσολογική δουλειά, είναι και κάτι άλλο, που είναι επίσης σπουδαίο. Ο Ψυχάρης, αντίθετα με τους προδρόμους του που προανάφερα, κατόρθωσε μέσα στο νάρκωμα της καθαρευουσιάνικης κοινωνίας, μέσα στη γενική πεποίθηση πως η δημοτική μας γλώσσα είναι για περιφρόνηση, να κάμει ώστε νακουστεί το κήρυγμά του, να ξυπνήσουνε μερικοί, να πάρουν το μέρος του, αυτοί να ξυπνήσουν άλλους, και σιγά σιγά να δημιουργήσει οπαδούς και να φέρει αυτός πρώτος το ζήτημα της γλώσσας σε συζήτηση, που δεν μπορεί παρά μια μέρα να μας δώσει τη λύση.

Είπαμε πότε παρουσιάστηκε ο Ψυχάρης, ότα δηλαδή οι επίσημοι του γένου μας και οι γραμματισμένοι, είχαν ήδη πείσει όλο τον ελληνικό κόσμο πως πρέπει να περιφρονεί τη γλώσσα που μιλεί, σα χαλασμένη και τουρκεμένη που είναι, και να προσπαθεί ναπομακρύνεται απ' αυτήνε, για να φτάσει, όσο το δυνατό πιο κοντά, στην κλασική ελληνική.

Ο Ψυχάρης λοιπόν ήρθε και έρριξε κάτω τα είδωλα τω δασκάλω, με σαρκασμό αμίμητο μίλησε πάντα γι' αυτούς και κήρυξε πως ένας λαός ζωντανός θέλει ζωντανή γλώσσα.

Αυτό το πράμα επόμενο ήτανε να μην αρέσει στον τότε ελληνικό κόσμο. Ξεσηκωθήκανε όλοι και όλοι με μια φωνή και αγανάχτηση απερίγραφτη καταδικάσανε βέβαια το κήρυγμα του Ψυχάρη, αρχίσανε να του χαρίζουν όλα τα πιο άπρεπα επίθετα και να φωνάζουν, άλλοι πως ο Ψυχάρης γράφει γλώσσα της φαντασίας του, που αδύνατο να την καταλάβει κανείς, άλλοι πως γράφει γλώσσα ενός μοναχά χωριού, άλλοι πως γράφει τη γλώσσα τω γαλατάδων, κλπ., κλπ., και όλοι μαζύ, πως καταστρέφει τη γλώσσα. Και αφού τέτοια έλεγαν οι σοφοί, οι άλλοι θεωρήσανε βέβαια περιττό όχι να διαβάσουνε, μα ούτε κάνε να αγγίξουνε τα βιβλία του Ψυχάρη.

Δεν υπάρχει βιβλίο στην Ελλάδα που να μιλήθηκε περισσότερο απ' το «Ταξίδι» του Ψυχάρη, και που να διαβάστηκε λιγώτερο. Ο καθένας ήτανε και είναι πάντα έτοιμος να κατακρίνει το βιβλίο αυτό και όλο του το έργο, μα το περίεργο είναι πως απ' αυτούς τους κυρίους κανένας, μα κανένας, δεν το έχει διαβάσει. Δεν πιστεύω να μου αρνηθείτε ποτέ, πως για να κρίνει ή κατακρίνει κανένας το έργο ενός αθρώπου, πρέπει πρώτα να το έχει διαβάσει. Και όμως εδώ είναι το κλειδί, γιατί εκείνοι που κατηγορούνε τον Ψυχάρη δε διαβάσανε τα βιβλία του, και εκείνοι που τα διαβάσανε δεν τον κατηγορούνε πια.

Αν και λοιπόν όλοι οι γραμματισμένοι και μ' αυτούς και οι μισογραμματισμένοι, υποδεχτήκανε το «Ταξίδι» με τέτοια αγανάχτηση, δυο σηκώσανε αμέσως τη φωνή τους, τότε στα 1888, και πήραν το μέρος του Ψυχάρη. Ο πρώτος είναι ο Ροΐδης, η ξέχωρη αυτή φυσιογνωμία, που έγραψε μια τίμια κρίση του «Ταξιδιού», δέχτηκε το κήρυγμά του, και αναγνώρισε αμέσως και την αξία του Ψυχάρη και τη σημασία του «Ταξιδιού» του, και ο δεύτερος είναι ο γνωστός Γαβριηλίδης, που από τότε δεν έπαψε να υπερασπίζεται τη δημοτική και να δημοσιεύει στην εφημερίδα του, όταν τύχαινε, μελέτες ή γράμματα του Ψυχάρη.