Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 9
Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, αναχωρήσαντες εκ του μοναστηρίου του Δομπού, έφθασαν την 18 εις Δίστομον. Εκείθεν απεστάλησαν ως προφυλακή 400 υπό τον Γεώργην Βάγιαν, τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και τον Μήτρον Βάγιαν ίνα καταλάβωσι την Αράχωβαν, χωρίον επί της κατωφερείας του Παρνασού, δι' ού θα διήρχετο το εχθρικόν στράτευμα οδεύον, καθώς επληροφορήθησαν οι Έλληνες, προς τα Σάλωνα κατεχόμενα υπό των Τούρκων και πολιορκούμενα υπό των περί τον Δυοβουνιώτην και τον Πανουργιάν. Την 17 διέβησαν 2000 Τούρκοι το Ζεμενόν υπό τον Μουστάμπεην, τον αδελφόν αυτού Καρυοφίλμπεην, τον Ελμάζμπεην και τον Κεχαγιάμπεην· την δε 18, γ' ώραν της ημέρας, εφάνησαν ερχόμενοι προς την Αράχωβαν. Ιδόντες δε αυτούς οι εν τω χωρίω Έλληνες έσπευσαν να οχυρωθώσιν εντός της εκκλησίας καί τινων οικιών. Εν τούτοις εισήλθαν εις το χωρίον και οι εχθροί, κατέλαβαν οικίας και ωχυρώθησαν, ώστε οι μεν Έλληνες κατέχοντες το έν μέρος του χωρίου, οι δε Τούρκοι το άλλο ήρχισαν αυθημερόν τον πόλεμον. Ηκούσθησαν μετ' ολίγον έξωθεν του χωρίου πολλαί τουφεκίαι, και εφάνησαν ερχόμενοι οι περί τον Καραϊσκάκην. Οι εχθροί φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι και ευρεθώσιν εντός διττού πυρός, βλέποντες και τον καιρόν γλυκύν, εξήλθαν αυθόρμητοι του χωρίου, και ετοποθετήθησαν επί τινος λόφου παρά το χωρίον. Αφ' ού δε έφθασαν και οι περί τον Καραϊσκάκην, ο μη παύσας πόλεμος εγένετο σφοδρότερος και διήρκεσε μέχρι της δύσεως του ηλίου, καθ' ήν ώραν, πνεύσαντος ψυχρού ανέμου, εισήλθαν οι υπό τον Καραϊσκάκην εις το χωρίον προς διανυκτέρευσιν, και ο αρχηγός κατέλυσεν εν τη εκκλησία ως πλησιεστέρα των εχθρών, αγρυπνών εις τα κινήματα αυτών και διατάττων τα εικότα. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν όλοι επί του λόφου εν υπαίθρω υπό τον απροσδόκητον παγετόν της νυκτός· απεμακρύνοντο δε αβλαβώς και ανενοχλήτως, αν ήθελαν, αυτονυκτί· αλλά δεν κατεδέχθησαν να φύγωσιν απέμπροσθεν των εχθρών και εζήτησαν παρά του Κιουταχή βοήθειαν. Την επαύριον εξήλθαν του χωρίου πολλοί των Ελλήνων, και κατέλαβαν τας στενοτοπίας, δι' ών εδύναντο οι εχθροί να φύγωσιν. Ήρχισε πάλιν ο πόλεμος και επανελήφθη και την επιούσαν. Εν τούτοις, ο δριμύς χειμών εγίνετο καθ' ώραν δριμύτερος, οι δε υπαιθριάζοντες Τούρκοι, υποφέροντες το υπερβολικόν ψύχος, υπέφεραν και έλλειψιν τροφής, διότι, μη προσδοκώντες καθ' οδόν όσας απήντησαν δυσκολίας δεν εφρόντισαν να προμηθευθώσι των αναγκαίων επί της οδοιπορίας των και ηναγκάσθησαν να έλθωσι την 20 εις λόγους συμβατικούς, προβάλλοντες να επανακάμψωσιν ανενόχλητοι, παραδίδοντες τα μη εις την οδοιπορίαν των αναγκαία ζώα και άλλα τινά πράγματα και ανταλλάττοντες ομήρους. Αλλ' οι περί τον Καραϊσκάκην τους εζήτησαν τα όπλα, τα χρήματά των και πάντα τ' άλλα εκτός μιας και μόνης ενδυμασίας· απήτησαν δε να τοις παραδοθώσι και τα Σάλωνα και η Λεβαδεία. Οι Τούρκοι δεν συγκατετέθησαν θεωρούντες τοιούτου συμβιβασμού προτιμότερον τον πόλεμον· έμαθαν δε συγχρόνως ότι ήρχετο την αυτήν ή την επιούσαν ημέραν εξ Αθηνών το ζητηθέν στράτευμα. Αλλά το στράτευμα, πειραθέν να διαβή την ομαλωτέραν οδόν του Ζεμενού, εμποδίσθη, έπαθε, προκαταλαβόντων των Ελλήνων την θέσιν εκείνην, και ηναγκάσθη να διέλθη την ορεινοτέραν της μονής της Ιερουσαλήμ· φθάσαν δ' εκεί υπό βαρύτατον χειμώνα, δεν εδυνήθη να προχωρήση, ώστε η ελπίς της βοηθείας εματαιώθη. Την νύκτα δε της 22, διαρκούντος του πολέμου, ο επαινετός διά την ανδρίαν και επαινετώτερος διά την στρατηγικήν του ικανότητα Μουστάμπεης επληγώθη κατακέφαλα, και αισθανθείς ότι η πληγή του ήτο θανατηφόρος, παρεκάλεσε τον αδελφόν του Καρυοφίλμπεην, εν ώ εψυχομάχει, να του κόψη, αφ' ού εξέπνεε, την κεφαλήν, ίνα μη πέση εις χείρας των απίστων. Ο θάνατος του αρχηγού τούτου, η παντελής έλλειψις των τροφών, η επικρατούσα και καθ' ώραν επικρατεστέρα γινομένη δριμύτης του χειμώνος και η εξ αιτίας ταύτης απόκλεισις εν τη μονή της Ιερουσαλήμ των ερχομένων εις βοήθειαν έρριψαν εις άκραν αθυμίαν τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να προβάλωσι νέον την επαύριον συμβιβασμόν υπό δεκτοτέρους όρους, αλλά δεν εισηκούσθησαν. Θεόθεν και ανθρωπόθεν πολεμούμενοι, και μη βλέποντες άλλην σωτηρίας οδόν, απεφάσισαν να φύγωσιν αρχομένης της νυκτός διά της οδού της μονής της Ιερουσαλήμ επ' ελπίδι να εύρωσιν αντίληψιν παρά τοις εκεί συναδέλφοις των· αλλά επτακόσιοι Γκέγκαι, οι θερμουργότεροι του στρατοπέδου· οι και προ της ημέρας εκείνης γνωμοδοτήσαντες ότι εντιμότερον ήτο να ριψοκινδυνεύσωσι διά φυγής ή ν' αναστρατοπεδεύσωσι διά συνθήκης, παραβάντες τα προαποφασισθέντα εξεκίνησαν περί το δειλινόν, μη προειδοποιήσαντες τους άλλους. Το παράκαιρον τούτο κίνημα έβαλεν άνω κάτω το εισέτι ανέτοιμον εις αναχώρησιν στρατόπεδον των εχθρών, ώστε έκαστος δεν εφρόντιζε πλέον ειμή περί της ιδίας σωτηρίας. Εν μέσω τοιαύτης ταραχής, αθυμίας, και ασκέπτου κινήσεως των εχθρών, επέπεσαν οι Έλληνες κατέχοντες θέσεις έμπροσθεν και όπισθεν αυτών, άλλους ζωγρούντες και άλλους φονεύοντες. Εζώγρησαν και τον γηραιόν και υπέρπλουτον Κεχαγιάμπεην· μη συμβιβαζόμενοι δε ποίος των συλλαβόντων να τον κρατήση, τον εφόνευσαν εις μάτην φωνάζοντα ότι αυτός ήτον ο Κεχαγιάμπεης και έτοιμος να εξαγοράση διά πλουσιωτάτων λύτρων την ζωήν του. Αλλ' η φθορά, ην επροξένησεν ο ελληνικός βραχίων, ήτο μικρά ως προς ην επροξένησεν η οργή του χειμώνος. Εν ώ φεύγοντες οι εχθροί υπό τον κατάψυχρον και σφοδρόν βορέαν εβοθρίζοντο εις την χιόνα, επέπιπταν πυκναί και αδιάκοποι νιφάδες και τους επλάκοναν· διήρκεσεν η χιονορριπή αύτη έως ου έφθασαν εις την μονήν της Ιερουσαλήμ, ώστε καθ' όλην την τετράωρον οδόν, την μεταξύ της ρηθείσης μονής και του λόφου, εφ' ού απεκλείσθησαν επτά ημέρας, ευρέθησαν διαλυθείσης της χιόνος εκατοστύες εχθρικών πτωμάτων. Τοιαύτα πάσχοντες μόλις το ήμισυ των αναχωρησάντων διεσώθη εν τη μονή, και οι πλείστοι ηκρωτηριασμένοι· πολλαί δε σημαίαι, πάμπολλοι ίπποι και όλαι αι αποσκευαί των έγειναν λάφυρα των Ελλήνων, εξ ών 8 μόνον εσκοτώθησαν, και 9 επληγώθησαν. Η νίκη αύτη ανεπτέρωσε τας ελπίδας των Ελλήνων· η δε κυβέρνησις επανηγύρισε την 24 ως ημέραν ανεγέρσεως της προ ολίγου πεσούσης στερεάς Ελλάδος.
Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην 300 κεφαλάς ανήγειραν εξ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον και επέγραψαν τα εξής.
«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν κατά το 1820 έτος νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα». Τας δε κεφάλας του Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν.
Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τους υπό τον Δράκον και Βέικον Σουλιώτας εις πολιορκίαν των Σαλώνων, απέστειλε καί τινας ίνα καταλάβωσι την Βελίτσαν, και κατόπιν αυτών εξεστράτευσε και αυτός προς το αυτό χωρίον, όπου έφθασε την 29. Εσκόπευε δε διά του κινήματος τούτου να εμποδίση την από Θεσσαλίας σιταγωγίαν, και προσβάλη τους κατέχοντας την Δαύλιαν, την Ιερουσαλήμ και την Φοντάναν εχθρούς. Φθάσας εις Βελίτσαν ειδοποιήθη, ότι 500 εχθροί υπό τον Μεχμέτπασαν, υιόν του Πασόμπεη, και τον Χασάμπεην Κόρζαν, συνοδεύοντες 2000 ζώα κομίζοντα εις το εχθρικόν στρατόπεδον των Αθηνών τροφάς και άλλα αναγκαία, ανεχώρησαν εκ Ζητουνίου, και θα διέβαιναν την επαύριον διά της Φοντάνας και του Τουρκοχωρίου. Δεκέμβριος Επί τη ειδήσει ταύτη έτρεξε και κατέλαβε την 7 δεκεμβρίου το Τουρκοχώρι. Την επαύριον ήλθαν οι Τούρκοι μηδόλως υποπτεύοντες, ότι εχθροί κατείχαν το χωρίον. Οι Έλληνες, προμαχούντος του Καραϊσκάκη, επέπεσαν αίφνης, τους διεσκόρπισαν απροετοιμάστους, τους κατεδίωξαν έως εις Βοδονίτσαν, εφόνευσαν 30 και επήραν υπέρ τα 1000 σκευοφόρα ζώα. Την ημέραν εκείνην επολέμησεν ο Καραϊσκάκης κατά πρώτην φοράν έφιππος, και τόσον ευχαριστήθη, ώστε έκτοτε δεν ήθελεν να πολεμή πεζός. Μετά δε τα περί ων ο λόγος κατορθώματα, ο Καραϊσκάκης και οι περί αυτόν επροχώρησαν προς το Πατρατσίκι· αλλ' εξ αιτίας της πολλής δριμύτητος του χειμώνος και της διαδοθείσης φήμης ότι ο Ομέρ-πασας ητοιμάζετο να εκστρατεύση εις λύσιν της πολιορκίας των Σαλώνων, επανήλθαν εις Αράχωβαν και εκείθεν εξεστράτευσαν εις Λιδωρίκι προς ανόρθωσιν του αγώνος και κατ' εκείνο το μέρος. Εκείθεν εστάλη έν σώμα επί τω αυτώ σκοπώ εις την επαρχίαν των Κραββάρων υπό τον Ξύδην και τον Καλύβαν, και προσαπεστάλη μετ' ολίγον και άλλο υπό τον Μακρήν. Οι οπλαρχηγοί ούτοι εξεπλήρωσαν άριστα τα της αποστολής των, απέκλεισαν τους Τούρκους εν Λομποτινά, και πολεμήσαντες δύο ημέρας τους συνέλαβαν ζώντας και τους έπεμψαν εις την κυβέρνησιν.
Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, φθάσαντες εις την κωμόπολιν του Λιδωρικίου, και μαθόντες, ότι εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη ευρίσκοντο 1500 Τούρκοι υπό τον Βελήαγαν οδεύοντες από της Δυτικής Ελλάδος εις Αθήνας, επεστράτευσαν, τους απώθησαν πέραν του Μόρνου, και εις τόσον φόβον τους έβαλαν και τόσον τους κατεφρόνησαν, ώστε 10 μόνον ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην κατεδίωξαν πολλούς αυτών μέχρι της πύλης σχεδόν της Ναυπάκτου.
Εξ αιτίας δε της ευτυχούς περιοδείας του Καραϊσκάκη εις τα ενδότερα της Ανατολικής Ελλάδος, τόσον εταράχθη ο Κιουταχής, ώστε έβαλε κατά νουν να εκστρατεύση αυτός· Ιανουάριος αλλά φοβηθείς την λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως εν τη απουσία του, απέστειλε 2000 πεζούς και 500 ιππείς υπό τον Ομέρ-πασαν και τον Καρυοφίλμπεην. Το πρωί της 17 Ιανουαρίου εφάνη η προφυλακή της εχθρικής ταύτης δυνάμεως αίφνης έξωθεν του Διστόμου. Το χωρίον τούτο κατείχαν 400 Σουλιώται υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Μπαϊρακτάρην, τον Κάσκαρην, τον Αντώνην Γεωργαντάν, τον Μπούσγον και τον Μήτρον Τριανταφύλλου. Ούτοι εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν· αλλ' ιδόντες μετ' ολίγον το λοιπόν στράτευμα των εχθρών ερχόμενον ωπισθοδρόμησαν εις τα οχυρώματα, και εκάλεσαν τους πολιορκούντας τα Σάλωνα Σουλιώτας εις βοήθειαν. Την ακόλουθον αυγήν ήρχισεν ο πόλεμος, και οι Τούρκοι κατέλαβαν πλησίον του χωρίου τοιαύτας θέσεις, ώστε μόλις τα νώτα των Ελλήνων ήσαν ασφαλή· περί δε την μεσημβρίαν της 19 ώρμησαν κατά μέτωπον δεξιόθεν και αριστερόθεν τυφλοίς όμμασιν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων των Ελλήνων· πολλοί αυτών έπεσαν, αλλ' αψηφούντες τον θάνατον υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν τα ασθενέστερα οχυρώματα, επροχώρησαν εις τα μέσα του χωρίου, και έπεσαν σωρηδόν επί το υπό τους Σουλιώτας ισχυρότερον οχύρωμα το επί του λόφου του προφήτου Ηλίου. Πανταχόθεν κυκλωθέντες οι εντός του οχυρώματος και σφοδρώς προσβαλλόμενοι εθεώρησαν την ώραν εκείνην ως την τελευταίαν της ζωής των, και έπεσαν και αυτοί ως μαινόμενοι επί τους εχθρούς προς εκδίκησιν μάλλον του αίματός των, ή προς σωτηρίαν· καλή τύχη, επρόφθασεν εκ Σαλώνων, διαρκούσης της αντιστάσεως, ο Δράκος μετά 200 εκλεκτών, και, συμμαχομένων και των Λεβαδιτών, απεδιώχθησαν του λόφου οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν και οι λοιποί βλέποντες αυτούς καταδιωκομένους, και ούτως εσώθησαν οι ως θηρία μάλλον ή ως άνθρωποι τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς πολεμήσαντες Σουλιώται· 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι επληγώθησαν· εφονεύθησαν δε 2 μόνον Σουλιώται και επληγώθησαν 8, εν οίς και ο Μπότσαρης.
Ο δε Καραϊσκάκης, μαθών ότι πολλοί εχθροί είχαν εκστρατεύσει εις Δίστομον, έτρεξεν εις βοήθειαν των εκεί ολίγων Ελλήνων, και φθάσας εις Βελίτσαν τοις παρήγγειλε διά τινος γραμματοφόρου να εξέλθωσιν εις συνάντησίν του, όταν ακούσωσι τουφεκισμόν· διαβάς δε την γ' ώραν της νυκτός της 20 την Σχιστήν οδόν, ανέβη το πλησίον όρος, και εκάθησε παρατηρών τας παρακειμένας των εχθρών σκηνάς και συλλογιζόμενος πόθεν να διέλθη· αφ' ού δε συνήχθησαν όλοι οι στρατιώται του, τοις είπεν ότι, αντί να εισέλθωσιν εις το χωρίον διά των πλαγίων οδών, προτιμότερον εθεώρει να διέλθωσι διά των εχθρικών σκηνών, κοιμωμένων των εχθρών· παρήγγειλε δε να έχωσι μεν έτοιμα τα όπλα των, αλλά να μη τα μεταχειρισθώσιν εκτός ανάγκης, και να προσπαθήσωσι να διαβώσιν ησύχως διά των εχθρών, ώστε, ει δυνατόν, να μη τους νοήσωσιν. Επήνεσαν όλοι το τολμηρόν σχέδιον του αρχηγού και τον τρόπον της εκτελέσεως, και ακολουθούντες αυτόν, προπορευόμενον ως οδηγόν, έφθασαν αφανείς εις το εχθρικόν στρατόπεδον και επροχώρησαν εις το κέντρον. Εκεί φθάσαντας τους ενόησαν οι όπισθεν Τούρκοι και ανεκραύγασαν· εταράχθησαν όλοι οι εχθροί επί τη κραυγή, έπεσαν εις αταξίαν, και έντρομοι διά το απροσδόκητον, και υποπτεύοντες νυκτομαχίαν, οι μεν έτρεχαν υπό της μιας σκηνής εις την άλλην, οι δε ετουφέκιζαν μη ηξεύροντες ποίον, και άλλοι παρεμέρουν εις ασφάλειάν των. Εν τούτοις οι Έλληνες ώδευαν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, προσέχοντες μη εμπλεχθώσιν υπό το σκότος εις τα σχοινία των σκηνών. Εξεπλάγησαν οι έγκλειστοι ακούσαντες ταραχή και τουφεκισμούς εν τω εχθρικώ στρατοπέδω, διότι ο προς αυτούς σταλείς γραμματοφόρος, φοβηθείς, δεν υπήγεν εις το χωρίον· δράξαντες δε τα όπλα παρετάχθησαν εις μάχην. Εν τοσούτω διέβησαν οι περί τον Καραϊσκάκην δι' όλου του στρατοπέδου, και εισήλθαν εις Δίστομον σώοι και αβλαβείς, εκτός ενός εις τα σχοινιά των σκηνών περιπλεχθέντος και την επαύριον φονευθέντος. Η τόσον επικίνδυνος, αλλά και τόσον ευτυχής νυκτερινή αύτη εκστρατεία, δεικνύει την αξίαν του Καραϊσκάκη.
Μετά δε την εις το χωρίον είσοδον των περί αυτόν εγίνοντο καθ' ημέραν ακροβολισμοί. Οι Έλληνες εφρούρουν το παρακείμενον Στείρι. Τινές των εκεί ιδόντες ζώα των εχθρών βόσκοντα μακράν του εχθρικού στρατοπέδου, έτρεξαν την 31 εις αρπαγήν των· εξώρμησαν οι πλησιέστεροι Τούρκοι προς καταδίωξιν των αρπάγων, έτρεξαν πολλοί Έλληνες εις υπεράσπισιν και ετουφεκίσθησαν· ακουσθέντος του τουφεκισμού, εκινήθησαν τα στρατόπεδα αμφοτέρων των μερών, και ούτω συνήφθη μάχη. Μεταξύ των πολεμούντων Τούρκων και Ελλήνων έκειντο δύο λόφοι και οι δύο αμφίπεδοι· οι Έλληνες κατέλαβαν αυτούς και επολέμουν ευτυχώς· αλλ' αίφνης ήκουσαν ήχον στρατιωτικών τυμπάνων, και είδαν στρατιώτας φορούντας ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, βαστώντας λογχοφόρα όπλα και βαδίζοντας βήμα τακτικόν. Οι επιφανέντες ούτοι ήσαν λείψανα δύο τακτικών ταγμάτων εκ των εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθέντων μετά την καταστροφήν των γενιτσάρων. Πεντακισχίλιοι ήσαν οι συγκροτούντες τα δύο ταύτα τάγματα ότ' εξεστράτευσαν· αλλά πεντακόσιοι απελείφθησαν εξ αιτίας της καθ' οδόν λειποταξίας. Η απροσδόκητος αύτη και νεοφανής επικουρία, διότι πρώτην φοράν εφαίνετο τακτικόν υπό σημαίαν τουρκικήν εν Ελλάδι, εφόβισε τους Έλληνας και τους έτρεψεν εις φυγήν· οι δε Τούρκοι θαρρυνθέντες κατεδίωξαν τους εχθρούς των μέχρι του Διστόμου· αλλά, χάρις εις την ανδρίαν και την περί τας μάχας εμπειρίαν του Καραϊσκάκη, δεν έπαθαν οι Έλληνες όσην ζημίαν άλλως θα επάθαιναν· δύο μόνον εφονεύθησαν, έξ επληγώθησαν, και είς ηχμαλωτίσθη, ο Γριβογεώργης, όστις μετά τινα καιρόν εδραπέτευσεν· εκινδύνευσε και ο Καραϊσκάκης και επληγώθη ελαφρώς εις την δεξιάν. Φεβρουάριος Την 3 Φεβρουαρίου εκίνησαν μόνοι οι τακτικοί κατά των Ελλήνων. Θαύματα επροσδόκων οι άτακτοι Τούρκοι, αλλ' ώδινεν όρος και έτεκε μυν. Οι τακτικοί, μηδέν γενναίον πράξαντες, οπισθοδρόμησαν χλευαζόμενοι παρά των προ ολίγου θαυμαζόντων αυτούς. Την δε 5 έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς διά νυκτός απροσδοκήτως και τους έβλαψαν μεγάλως. Οι εχθροί βλέποντες, ότι εβλάπτοντο μάλλον ή έβλαπταν, και φοβούμενοι μη εξ αιτίας του χειμώνος πάθωσιν όσα έπαθαν οι κατά την Αράχωβαν, ακούσαντες δε ότι εξήρχοντο και άλλοι Έλληνες, διέλυσαν την νύκτα της 6 το στρατόπεδον, και φεύγοντες έντρομοι εγκατέλειψαν τροφάς, σκηνάς, πολεμεφόδια και το μόνον παρ' αυτοίς επί της εκστρατείας κανόνι· άφησαν και οι εν Σαλώνοις εχθροί το φρούριον και έφυγαν φοβηθέντες εφόρμησιν των Ελλήνων· έφυγαν κυριευθέντες υπό πανικού φόβου και οι φρουρούντες την Δαύλιαν και την Ιερουσαλήμ, έφυγαν καί τινες άλλοι, εκ Ναυπάκτου διαβιβασθέντες εις το παράλιον των Σαλώνων επί υποθέσει ότι φίλοι κατείχαν την πόλιν εκείνην· ώστε από του αμβρακικού κόλπου μέχρι των Αθηνών δεν εφαίνετο, αρχομένου του φεβρουαρίου, οθωμανική σημαία ειμή εντός των παραθαλασσίων και ωχυρωμένων πόλεων Βονίτσης, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου· τας δε κατά τα διάφορα άλλα μέρη της στερεάς Ελλάδος τουρκικάς φρουράς αντικατέστησαν ελληνικαί.
Εν ώ δε διήρκει η εκστρατεία του Καραϊσκάκη, οι εν τη ακροπόλει δεν έπαυαν μηνύοντες, ότι δεν εδύναντο ν' ανθέξωσι περαιτέρω, και επεκαλούντο την συνδρομήν των έξω εις απαλλαγήν των. Ο δε αναδεχθείς την περί συμβιβασμού Ελλήνων και Τούρκων μεσιτείαν πρέσβυς της Αγγλίας ουδ' εκείνος έπαυε γράφων, ότι, αν έπιπτεν η ακρόπολις, εξηρείτο παντός συμβιβασμού όλη η στερεά Ελλάς, ως όλη δουλωθείσα. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν την κυβέρνησιν, εν ώ ο Καραϊσκάκης απησχόλει μακράν των Αθηνών χιλιάδας εχθρών, ν' ασχοληθή εις την κατ' ευθείαν λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως.
Πρό τινων εβδομάδων είχε φθάσει εις Ελλάδα ο εν Γαλλία εντίμως υπηρετήσας συνταγματάρχης Μπούρμπαχης, Κεφαλλήν, επί σκοπώ να υπηρετήση την κοινήν πατρίδα. Ούτος, στρατολογήσας αδεία της κυβερνήσεως και διά των φιλελληνικών βοηθημάτων 800 στρατιώτας, εστράτευσε, λήγοντος του δεκεμβρίου, προς ενδυνάμωσιν του κατά την Ανατολικήν Ελλάδα Στρατοπέδου του Καραϊσκάκη· αλλά διαταγή της κυβερνήσεως μετέβη εις Ελευσίνα, όπου εστρατοπέδευεν ο Βάσσος. Ιανουάριος Μεσούντος δε του Ιανουαρίου, μετέβη εκεί και ο Παναγιώτης Νοταράς μετά 1200 μισθωτών και συνεπαρχιωτών του, ώστε το στρατόπεδον εκείνο συνεπληρώθη εις 3000· συνήχθησαν και εις Σαλαμίνα κατά διαταγήν της κυβερνήσεως 1900 υπό τον Ιωάννην Νοταράν, τον Μακρυγιάννην και τον Καλλέργην, και 400 τακτικοί υπό τον ταγματαρχών Ιγγλέσην, εν οίς καί τινες ιππείς άνιπποι.
Την νύκτα της 21 εξεστράτευσαν οι εν Ελευσίνι και μετά τετράωρον οδοιπορίαν έφθασαν εις Χασιάν, και την αυγήν εκίνησαν οι πλείστοι προς το Μενίδι, όπου ήτο φρουρά τουρκική· και ολίγοι μεν αυτών υπήγαν πλησίον του χωρίου, οι δε λοιποί, μείναντες όπισθεν αυτών, εκρύβησαν καραδοκούντες. Οι Τούρκοι, ιδόντες τους ολίγους και αγοούντες ότι ήσαν και άλλοι αφανείς, εξήλθαν και τους εδίωκαν· αλλά πεσόντες μετ' ολίγον εις το μέσον των πολλών και προσβληθέντες ετράπησαν και εκλείσθησαν εν τη εκκλησία του Μενιδίου. Τρέχοντες δε και οι καταδιώκοντες αυτούς Έλληνες κατόπιν αυτών, εισήλθαν και ούτοι εις το αυτό χωρίον, αλλά, μη δυνηθέντες να κυριεύσωσι την εκκλησίαν, ανεχώρησαν, εσπέρας γενομένης, εις Χασιάν.
Την δε 24, γ' ώραν της νυκτός, απέπλευσε το εν Σαλαμίνι στράτευμα υπό τας διαταγάς όλον του φιλέλληνος Γόρδωνος, και τα μεσονύκτιον έφθασεν εις Φάληρον· είχε δε εις υπηρεσίαν του την Καρτερίαν, τρία βρίκια πολεμικά, πέντε κανονοφόρους, και έν μίστικον· είχε και πυροβολοστιχίαν εκ 15 κανονίων 3 μέχρι 14 λίτρων ολκής υπό την διεύθυνσιν 25 φιλελλήνων και 50 Ψαριανών, όλων εμπείρων πυροβολιστών. Διακόσιοι Τούρκοι κατείχαν καθ' όλον εκείνο το παραθαλάσσιον μίαν και μόνην θέσιν, το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος· διά τούτο οι φθάσαντες εις το Φάληρον απέβησαν ανενοχλήτως αυτονυκτί και κατέλαβαν την άνωθεν του λιμένος της Μουνυχίας Καστέλλαν, την αυτήν θέσιν, ην και οι Λακεδαιμόνιοι επί του πελοποννησιακού πολέμου, και ο Θρασύβουλος επί των τριάκοντα τυράννων, και οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου κατέλαβαν εις κυρίευσιν των Αθηνών. Πριν δε φωτίση, περιετάφρευσαν την θέσιν, και έστησαν 5 κανόνια δεξιόθεν. Οι δε εν τη ακροπόλει ιδόντες αυτούς και πλησθέντες χαράς και ελπίδων επανηγύρισαν κανονοβολήσαντες. Την επαύριον εκίνησαν οι αποβάντες εις κυρίευσιν του μοναστηρίου, μετέπλευσε και η Καρτερία εκ του Φαλήρου εις τον λιμένα του Πειραιώς, εκανονοβόλησε το μοναστήριον σφοδρώς, και, αφ' ού κατηδάφισε μέρος αυτού, ώρμησαν 500 υπό τον Ιωάννην Νοταράν επί σκοπώ να το πατήσωσιν· αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την Καστέλλαν, πληγωθέντων επί της εφορμήσεως του υπολοχαγού Σνεϊτσβείνου καί τινος υπαξιωματικού του πυροβολικού. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην κατέβη ο Κιουταχής εν συνοδία πολλών ιππέων, και, αφ' ού παρετήρησε την θέσιν των Ελλήνων, ανέβη εις το εν Πατησίοις στρατόπεδον. Την επαύριον ήρχισεν εκ νέου η Καρτερία να κανονοβολή το μοναστήριον, και, διαρκούντος του κανονοβολισμού, κατέβασαν πολλοί ιππείς και πεζοί υπό τον Κιουταχήν έλκοντες δύο μεγάλα κανόνια, και στήσαντες αυτά επί τινος υψώματος έβλαψαν την Καρτερίαν και την ηνάγκασαν να απομακρυνθή· μετά δε την απομάκρυνσιν αυτής επεσκέφθη ο Κιουταχής το μοναστήριον, ενέθεσε κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και, τοποθέτησας 300 πεζούς επί τινος λόφου, επανήλθεν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.