Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 8

Chapter 846 wordsPublic domain

Εν τοσούτω η λύσις της πολιορκίας ούτε κατωρθούτο ούτε κατορθωτή εφαίνετο διά των αμέσων προσβολών· και ο μεν Κωλέττης εστάλη εις Σκόπελον, Σκιάθον και Σκύρον προς σύναξιν των εν εκείναις ταις νήσοις διεσπαρμένων θετταλομακεδόνων και κατοχήν των Θερμοπυλών, και συνεπεστάλησαν και δύο πλοία, το του Λεμπέση και το του Κυριακού· ο δε Καραϊσκάκης ανεδέχθη να εκστρατεύση εις άλλας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος προς αποδίωξιν των εν αυταίς οθωμανικών φρουρών και εμψύχωσιν και ανέγερσιν των υποταχθέντων λαών· έπλευσαν δε και δύο γολέτται, η του Ανδριανού και η του Δημήτρη Κριεζώτη, εις τον ερετριακόν κόλπον προς εμπόδιον της εις το εν Αθήναις εχθρικόν στρατόπεδον δι' εκείνου του μέρους σιταγωγίας. Και τα μεν δύο ταύτα πλοία απεβίβασαν εις Κάλαμον ους έφεραν στρατιώτας επί καταστροφή των εκεί μύλων του εχθρικού στρατοπέδου· απέκλεισαν δε εν τω λιμένι του Ωρωπού τρία εχθρικά πλοία εκπλεύσαντα της Χαλκίδος και καταφυγόντα εκεί δια τον φόβον των ελληνικών. Καθ’ άς δε ημέρας το του Κριεζώτη πλοίον απέκλειε την Κάρυστον, επέπλευσαν μία εχθρική γολέττα και μία λεύκα ένοπλοι, αλλ' έδραμεν εις βοήθειάν του η εν Ωρωπώ γολέττα του Ανδριανού, και τα εχθρικά πλοία φοβηθέντα κατέφυγαν εις Μάρμαρι, απεβίβασαν οι εν αυτοίς τα κανόνιά των, και κατέλαβαν δυνατάς θέσεις εις υπεράσπισιν των πλοίων· απεβίβασαν και οι ημέτεροι κανόνια και στρατιώτας, και ώρμησαν διά ξηράς και θαλάσσης κατά των εναντίων· αλλ' ήλθαν και άλλοι Τούρκοι, και οι αποβάντες Έλληνες επανήλθαν εις τα πλοία των, απολέσαντες δύο συναγωνιστάς.

Νοέμβριος Ο δε Κωλέττης και 1500 θετταλομακεδόνες, ους συνέλεξεν αποπλεύσαντες την 3 νοεμβρίου αφίχθησαν την 5 εις Ταλαντονήσι επί των υπό τας διαταγάς αυτού δύο πολεμικών πλοίων και πολλών άλλων πλοιαρίων των οπλαρχηγών. Συμπαρηκολούθουν δε καί τινες φιλέλληνες, εν οίς και ο Βουτιέρος, αρχηγός 80 τακτικών, ους εστρατολόγησεν, ώπλισε και εμίσθωσε διά χρημάτων του εν Ρωσσία φιλογενούς Καλλέργη. Οι Θετταλομακεδόνες ήσαν υπό διαφόρους οπλαρχηγούς· δύο δε υπερείχαν, ο Καρατάσος και ο Γάτσος· αλλ' οι δύο ούτοι δύο ημέρας εφιλονείκουν περί της αρχηγίας· διά τούτο οι μεν περί τον Γάτσον απέβησαν, οι δε περί τον Καρατάσον έμειναν εν τοις πλοίοις, μη θέλοντες να συμπράξωσιν.

Υπήρχαν εν Ταλαντίω εχθρικαί αποθήκαι και 200 Τούρκοι φυλάττοντες αυτάς. Εις άλωσιν αυτών εξεστράτευσαν οι περί τον Γάτσον την νύκτα της 8· αλλ’, εν ώ επλησίαζαν οδεύοντες παρά τους πρόποδας των βουνών, εξεφανερώθησαν το πρωί επί της από Λεβαδείας οδού χίλιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην σταλέντες παρά του Κιουταχή μαθόντος την εκστρατείαν ταύτην. Κατεταράχθησαν οι μηδέν τοιούτον προσδοκώντες Έλληνες, και οι μεν έφυγαν οι δε ετοποθετήθησαν εν τοις παρακειμένοις λόφοις· ο δε Γάτσος και 30 στρατιώται εκλείσθησαν εν παλαιά τινι εκκλησία. Επεξήλθαν οι εν Ταλαντίω εχθροί, ο πόλεμος ήρχισε σποράδην, και οι Έλληνες έπαθαν πολλήν ζημίαν. Εφονεύθησαν οι αρχηγοί, Άγγελος, Καλαμίδας, Κοντός, Χαμακιώτης, και 37 στρατιώται· εφονεύθη και ο Σακκελίωνος, ο άλλοτε αρειοπαγίτης· συνελήφθη δε ζων και ο Θανάσης Εμμανουήλ Παπάς· τα δε πτώματα όλων των φονευθέντων έμειναν υποχείρια των εχθρών, και μόλις διεσώθησαν οι πληγωθέντες 32, εν οίς και ο Βελέντσας. Ο δε Γάτσος και οι συν αυτώ εχάνοντο και εκείνοι, αν δεν επρόφθαναν οι περί τον Αποστολάραν και τον Τσάμην Καρατάσον να τους λυτρώσωσι. Μετά την ήτταν ταύτην όλοι οι Θετταλομακεδόνες επανήλθαν εις τα πλοία των, και ολιγωρούντες τας διαταγάς του Κωλέττου απέπλευσαν εις τα ίδια και διεσκορπίσθησαν.

Αφειδώς καταναλώσαντες την πυρίτιδα οι εν τη ακροπόλει των Αθηνών εις συνεχείς πυροβολισμούς και κατ' εξοχήν εις υπονομικάς εργασίας, και φοβούμενοι μη, παραταθείσης της πολιορκίας, υποστώσι παντελή στέρησιν αυτής, επεκαλέσθησαν, μεσούντος του νοεμβρίου, την αντίληψιν της κυβερνήσεως. Το έργον αποστολής πυρίτιδος ήτο δεινόν· τάφροι και χάρακες εζώννυαν την ακρόπολιν και οι εχθροί περικαθήμενοι ηγρύπνουν μετά την επιτυχή είσοδον των περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς. Πρόθυμος η κυβέρνησις εις αντίληψιν των πολιορκουμένων έστρεψε τα όμματά της προς τον Φαβιέρον και μετεκαλέσατο αυτόν, καθήμενον αργόν εν Μεθένοις ως μη θέλοντα να συμπολεμή μετά των ατάκτων μετά την εκ της λειποταξίας των αποτυχίαν της εις Χαϊδάρι και Θήβας εκστρατείας του, και ως μη δυνάμενον να επιχειρήση τι επί του παρόντος διά μόνων των τακτικών του. Ο Φαβιέρος ανεδέχθη το επικίνδυνον τούτο έργον, και επιστρέψας εις Μέθενα παρέλαβε 430 εκ των εκλεκτοτέρων στρατιωτών του, 60 πυροβολιστάς και 40 φιλέλληνας, όλους 530, και κατασκευάσας ισαρίθμους σάκκους έβαλεν εν ολίγοις μεν αυτών ανά 500 πυρολίθους, εν τοις πολλοίς δε ανά οκτώ οκάδας πυρίτιδος. Δεκέμβριος Αφ' ού δε τα πάντα ητοιμάσθησαν, απέπλευσαν οι 530 την 28 υπό την οδηγίαν του αρχηγού των επί του πλοίου του Χατσή-Αλεξανδρή, κατευωδώθησαν την 1 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εις τους τρεις Πύργους, άφησαν σχεδόν όλοι εν τω πλοίω τα σκεύη των, διότι σκοπόν είχαν, αφ' ού φέρωσι τα πελεμεφόδια εις την ακρόπολιν, ν' αναχωρήσωσιν, ενωτοφόρησεν έκαστος των αξιωματικών και των στρατιωτών ανεξαιρέτως τον σάκκον του, και προ του μεσονυκτίου εκίνησαν προς την ακρόπολιν. Το κινδυνώδες τούτο επιχείρημα ήτο και κατ' άλλον λόγον κινδυνωδέστατον, διότι οι σάκκοι ήσαν κατεσκευασμένοι εκ λεπτού πανίου, και αν είς άναπτε καθ' οδόν, όλοι θ' άναπταν και θα έκαιαν τον στρατόν οδεύοντα εις πυκνήν φάλαγγα. Ένεκα τούτου, εξαιρέσας ο Φαβιέρος τους συνακολουθούντας φιλέλληνας και τους πυροβολιστάς, διέταξε να μη φέρη άλλος γεμάτον τουφέκι. Έτυχε δε και η νυξ εκείνη όλη σεληνόφωτος. Τοιούτοι κίνδυνοι περιεστοίχιζαν τους υπό τον Φαβιέρον, βαθεία δε σιωπή εβασίλευεν επί της οδοιπορίας των· κρότοι μόνον αραιών τουφεκιών, ακουόμενοι μακρόθεν, διέκοπταν εκ διαλειμμάτων την βαθείαν σιωπήν. Μετά δίωρον πορείαν έφθασαν υπό τον λόφον του Μουσείου, ό εστιν επί της όχθης της τάφρου. Επροπορεύοντο δε της φάλαγγος και κατείχαν τας πλευράς αυτής οι φιλέλληνες και οι πυροβολισταί. Καθ' ήν δε στιγμήν έφθασαν υπό τον λόφον, τους είδαν οι εφιστάμενοι δύο φύλακες και ηρώτησαν τίνες ήσαν· εκείνοι δεν απεκρίθησαν· ηρώτησαν πάλιν ούτοι τίνες ήσαν· εχλεύασαν οι ερωτηθέντες· ετουφέκισαν τότε οι χλευασθέντες και ήρχισεν εν τω άμα πολλαχόθεν πολύς τουφεκισμός. Ο δε Φαβιέρος ξιφουλκήσας «β ή μ α-σ υ μ π λ ο κ ή ς», εφώναξε μεγαλοφώνως προς τους τυμπανιστάς, και «ε μ π ρ ό ς-π α ι δ ι ά-ε μ π ρ ό ς» προς τους στρατιώτας. Έκρουσαν αμέσως τα τύμπανα οι τυμπανισταί, ηλάλαξαν οι στρατιώται, και πλήρεις θάρρους και ενθουσιώντες έδρασαν προς την τάφρον τριών μέτρων βάθος και πέντε πλάτος έχουσαν, διέσχισαν τους φυλάττοντας αυτήν υποχωρήσαντας επί τη ορμή των και διέβησαν υπό βαρύν τουφεκισμόν. Ακουσθέντος του κρότου των τυμπάνων εν τη ακροπόλει, εξώρμησαν οι εν αυτή εις αντίληψιν των ερχομένων, και ούτως εισήλθαν οι περί τον Φαβιέρον εις το παρατείχισμα φέροντες τα επώμια φορτία των. Οκτώ εφονεύθησαν επί της εισελεύσεως και δεκατέσσαρες ελαφρώς επληγώθησαν, εν οίς και ο Φαβιέρος και ο Πίσσας. Ο δε Ροβέρτος, θλασθέντος του ποδός του υπό τουφεκοβολής, έπεσε κατά γης μεταξύ της τάφρου και των ελληνικών χαρακωμάτων. Εκεί ευρόντες αυτόν τινες των εχθρών επεχείρησαν να τον αποκεφαλίσωσιν· αλλ' ούτος, και χαμαί κείμενος, υπεράσπισεν εαυτόν ανδρείως αντιπαλαίων ικανήν ώραν διά του ξίφους, έως ου τινες των εξελθόντων, ακούσαντες τας φωνάς και την κλαγγήν των όπλων, έδραμαν, τον ελύτρωσαν φέροντα επί του σώματος εικοσιέξ πληγάς, και τον απεκόμισαν εις την ακρόπολιν, όπου απέθανε μετά έξ ημέρας. Η τολμηρά αύτη εκστρατεία υπερύψωσε το τακτικόν και τον φιλοκίνδυνον αρχηγόν του.

Αλλ' όσον εχάρησαν οι έγκλειστοι, ιδόντες τους τακτικούς αναβάντας, τόσον ελυπήθησαν μαθόντες ότι θ' ανεχώρουν. Θέλοντες δε να τους αποτρέψωσι, τοις έλεγαν ότι θα συνανεχώρουν και αυτοί· αλλ' ο Φαβιέρος δεν μετεπείσθη, και δικαίως· φόβος δεν ήτο να κινδυνεύση η ακρόπολις δι' έλλειψιν υπερασπιστών, αλλά δι' έλλειψιν τροφών και όσον πλειότεροι ήσαν οι εν αυτή, τόσον ταχύτερον εφθείροντο αι τροφαί. Έβλεπεν ο Φαβιέρος την έξοδόν του όχι μόνον αβλαβή αλλά και ωφέλιμον, καθ' όσον εδύνατο να φέρη έξωθεν αντιπερισπασμόν· αλλ' η έξοδός του, γρηγορούντων των εχθρών νύκτα και ημέραν, ήτο σχεδόν αδύνατος. Πλησίον της προς την ακρόπολιν όχθης της τάφρου ήσαν οικίαι τινές κατεχόμεναι υπό των Τούρκων. Σκεφθείς ο Φαβιέρος ότι, αν εκυρίευε τας οικίας εκείνας, ήνοιγε την διά της τάφρου δίοδόν του, διότι ηναγκάζοντο οι εχθροί υπό το πυρ των κατεχόντων αυτάς ν' απομακρυνθώσι, παρέλαβέ τινας τακτικούς και ατάκτους, και εξήλθε κατ' εκείνο το μέρος την 6, όρθρου βαθέως, εις κυρίευσιν αυτών. Συνεξήλθαν και οι περί τον Κριεζώτην και τον Ευμορφόπουλον κατά το μέρος της αγίας Παρασκευής και της Πλάκας εις αντιπερισπασμόν, απεδίωξαν τους πλησίον εχθρούς, έδραμαν περαιτέρω, επάτησαν οικίας της πόλεως, εφόνευσάν τινας εχθρούς, και, ημέρας γενομένης, επανήλθαν εις την ακρόπολιν φέροντες λάφυρα· τινές δε αυτών, μη προφθάσαντες να εισέλθωσι, κατέφυγαν εις το προς ανατολάς σπήλαιον, υπεράσπισαν εαυτούς πανήμεροι, και την επελθούσαν νύκτα διεσώθησαν και αυτοί αβλαβείς εις την ακρόπολιν. Οι δε περί τον Φαβιέρον, πεσόντες αίφνης εις ας εσκόπευαν να κυριεύσωσιν οικίας, τας επάτησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν άπρακτοι εις την ακρόπολιν· δύο εξ αυτών εφονεύθησαν και πέντε επληγώθησαν, εν οίς και ο υπολοχαγός Γεωργάκης Καρατσάς. Επειράθησαν και την 19 και την 23 να εξέλθωσιν, αλλά και τότε απέτυχαν και ενδιέμειναν άκοντες μέχρι τέλους της πολιορκίας υπέρ τους άλλους υπό του ψύχους πάσχοντες ως μη έχοντες επενδύτας. Την δε 25 επρόβαλε τοις εν τη ακροπόλει ο Κιουταχής να παραδοθώσιν υπό ωφελίμους όρους· απορριφθείσης δε της προτάσεως, ητοιμάσθη εις άλωσιν του παρατειχίσματος δι' εφόδου, συνέλεξεν επί του Μουσείου πολλά στρατεύματα την 6 ιανουαρίου, και εκανονοβόλει την Χρυσοσπηλαιώτισσαν· αλλ' η επιτυχής κανονοβολή των πολιορκουμένων εματαίωσε τα μελετώμενα. Κατέχοντες οι Τούρκοι την Υπαπαντήν επεβουλεύοντο δι' υπονόμων το περιτείχισμα της πηγής είκοσι μόλις οργυιάς απέχον. Αναγκαίαν εξ αιτίας τούτου θεωρήσαντες οι Έλληνες την κυρίευσιν της Υπαπαντής, άναψαν την επιούσαν νύκτα υποσκαφείσαν τινα πρό τινων ημερών υπόνομον, επάτησαν την εκκλησίαν, και τους μεν των εν αυτή φονεύσαντες, τους πλείστους δε διασκορπίσαντες, και παν το ευρεθέν αρπάσαντες επανήλθαν εις την ακρόπολιν φοβηθέντες να την κρατήσωσι· πολλήν βλάβην επέφερε και η υπόνομος εκραγείσα. Εν τω μεταξύ δε τούτω διέταξεν ο Φαβιέρος και ετρύπησαν δύο των κατά γης σπονδύλων και εμβαλόντες πυρίτιδα και ανάψαντες φυτίλιον τους εκύλισαν εις την πόλιν, οίτινες εκραγέντες κατεδάφισάν τινας σαθράς οικίας. Μετά τινας δε ημέρας έπαθαν αι ωραίαι τέχναι πάθημα ανήκεστον. Ο Γκούρας μετεσχημάτισε τον ναόν του Ερεχθέως εις οίκημα της γυναικός και των συγγενών του. Εις προφύλαξίν των δε από των επιρριπτομένων βομβών εσώρευσεν επί της οροφής πολύ χώμα· αλλ' ό,τι έπραξεν εις προφύλαξιν συνετέλεσεν εις καταστροφήν. Κανονοβολούντος την νύκτα της 12 του εχθρού, είς των κιόνων του ναού και το επιστύλιον ετέρου έσπασαν, και η μέγα βάρος φέρουσα οροφή πεσούσα εθανάτωσεν ένδεκα, εν οίς και την σύζυγον του Γκούρα.

1826-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

&Εκστρατεία Καραϊσκάκη — Τα εν απουσία αυτού κατά τας Αθήνας, και η εις Αττικήν επάνοδός του.&

Οκτώβριος ΜΕΣΟΥΝΤΟΣ του Οκτωβρίου ηύξησε το εν Ελευσίνι υπό τον Καραϊσκάκην στρατόπεδον εις 4500· οι συγκροτούντες αυτό ήσαν οι εμπειροπολεμώτεροι των Ελλήνων, εν οίς και τα λείψανα της ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου, και ο επ' ανδρία μεταξύ των Πελοποννησίων οπλαρχηγών διακρινόμενος Νικήτας, και ικανοί Σουλιώται, αν και απαρεσκόμενοι να συνεκστρατεύωσιν υπό μη Σουλιώτην. Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να πείση και τον Φαβιέρον να συνακολουθήση· αλλά δι' ά διηγήθημεν ήδη μεταξύ τακτικών και ατάκτων επί των δύο εκστρατειών εις Χαϊδάρι και Θήβας συμβάντα δεν εισηκούσθη· μετεχειρίσθη έπειτα πλαγίους τρόπους ίνα του αποσπάση τους ιππείς και επέτυχεν· αλλά δραμόντες οι αξιωματικοί κατόπιν τους επανήγαγαν υπό την σημαίαν των.

Προετοιμασίας δε ο Καραϊσκάκης τα της εκστρατείας του άφησεν εις φύλαξιν της Ελευσίνος και Σαλαμίνος και εις συστολήν των πολιορκητών της ακροπόλεως τον Βάσσον μετά των περί αυτόν και τους Δεβενοχωρίτας, και την 25 εξεστράτευσε μετά 3000, και οδεύων διά Κουντούρων και Κάζας έφθασε το εσπέρας της 27 εις Δοβρέναν. Ιδόντες δε αυτόν ερχόμενον οι εν τω χωρίω εκείνω 300 εχθροί, εκλείσθησαν εντός τριών δυνατών πύργων. Οι Έλληνες επάτησαν το χωρίον, και αρπάσαντες 35 ίππους και ημιόνους και διάφορα σκεύη των εχθρών εξήλθαν και επορεύθησαν αυτονυκτί εις το πλησίον χωρίον, Κακόσι· την δε επαύριον επανήλθαν εις Δοβρέναν, και μετακομίσαντες έν κανόνι από τινος εν τω λιμένι του χωρίου πλοίου εκανονοβόλουν τους πύργους. Την αυτήν ημέραν ήλθαν εκ Θηβών ιππείς τινες προς βοήθειαν των εν Δοβρένα πολιορκηθέντων, και αντικρουσθέντες έφυγαν άπρακτοι· την δε 30 απεστάλησαν 180 στρατιώται υπό τον Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως εις Ζαγαράν, αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες αίφνης εφόνευσαν 20, διεσκόρπισαν τους λοιπούς, και συνέλαβαν και τον δυστυχή αρχηγόν αυτών ασθενούντα και τον εφόνευσαν. Νοέμβριος Την 2 νοεμβρίου ήλθαν εκ δευτέρου προς βοήθειαν των πολιορκουμένων 300 ιππείς, αλλ' ετράπησαν και τότε· την επαύριον προς το εσπέρας ήλθαν 1000 ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην, φέροντες τροφάς εις χρήσιν των εν τοις πύργοις αποκλεισθέντων, και διενυκτέρευσαν εν τη μονή της Μακαριώτισσας μίαν ώραν μακράν της Δοβρένας· ανατείλαντος δε του ηλίου, εισήλθαν εις το χωρίον, και ιδόντες τους Έλληνας ελθόντας κατόπιν αυτών και οχυρωθέντας πλησίον επεξήλθαν· και κατ' αρχάς μεν τους απώθησαν πληγώσαντες 5 εξ αυτών· μετά ταύτα δε ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εντός των οικιών του χωρίου· η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, και προ του τέλους, ήλθε βοήθεια εις τους εχθρούς εξ Αθηνών. Μετά δύο δε ή τρεις ημέρας εστράτευσεν ο Μουστάμπεης εις Ταλαντονήσι, γνωστής γενομένης της εκεί αποβάσεως των Θετταλομακεδόνων· απέμειναν δε οι κατέχοντες τους πύργους καί τινες άλλοι εν τω χωρίω, οι πλείστοι ιππείς. Την δε 11 ήλθεν εις το ελληνικόν στρατόπεδον το άτακτον ελληνικόν ιππικόν υπό τον Χατσή-Μιχάλην· νυκτός δε γενομένης, υπήγεν ο Σουλτάνης μετ' ολίγων στρατιωτών εις τας αμπέλους της Δοβρένας προς ένεδραν· εξήλθαν του χωρίου 15 Τούρκοι ιππείς, και συναπαντήσαντες τους ενεδρεύοντας ετουφεκίσθησαν. Ακούσαντες άλλοι Έλληνες τον τουφεκισμόν έτρεξαν κατ' εκείνο το μέρος· έτρεξαν και άλλοι Τούρκοι, επολέμησαν, εσκοτώθησαν 22 Τούρκοι και 7 Έλληνες, και επληγώθησαν εξ αμφοτέρων 10. Εθρήνησεν ο στρατός την ημέραν εκείνην τον θάνατον του Σουλτάνη, ενός των ανδρειοτέρων της φρουράς του Μεσολογγίου, τετράκις πληγωθέντος. Ο δε Καραϊσκάκης μη θέλων να χρονοτριβήση περαιτέρω εις κυρίευσιν των τριών πύργων, ανεχώρησε την νύκτα της 14 πανστρατιά, και φθάσας εις Χώστια ενδιενυκτέρευσεν. Οδεύσας δε δι' όλης της επελθούσης ημέρας έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις το μοναστήριον του Δομπού, όπου αφήσας 100 στρατιώτας υπό τον Νικολόν Μπαρμπιτσώτην ανεχώρησε την επαύριον. Την αυτήν ημέραν υπήγαν προς το μοναστήριον 1000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς, οι μεν εκ Θηβών, οι δε εξ Αθηνών, και προσέβαλαν τους Έλληνας· προς το εσπέρας δε υπήγαν εις το μετόχιον του μοναστηρίου, διενυκτέρευσαν, και την επαύριον ανεχώρησαν εις Λεβαδείαν· την ακόλουθον ημέραν υπήγαν πάλιν 80 ιππείς κατά των εν τω μοναστηρίω. Ούτοι ιδόντες τόσον ολίγους υπώπτευσαν στρατήγημα και κατ' αρχάς δεν επεξήλθαν· βεβαιωθέντες δε ότι δεν ήσαν άλλοι, εξώρμησαν, εφόνευσάν τινας και κατεδίωξαν τους λοιπούς μέχρι του μοναστηρίου των Ταξιαρχών.