Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 7
Οι δ' εχθροί, ανεγείραντες επί του λόφου του Μουσείου πυροβολοστάσιον και επιθέσαντες κανόνα@ και βομβοβόλους, ώρμησαν σωρηδόν την 15 μετά το δειλινόν ίνα κυριεύσωσι τον υπό την ακρόπολιν ναόν του αγίου Γεωργίου. Τον ναόν τούτου κατείχαν Έλληνες, οίτινες προϊδόντες το συμβάν τον υπενόμευσαν^ επί σκοπώ δε ν' απατήσωσι τους ορμήσαντας εχθρούς των και τους φέρωσιν εντός αυτού θαρραλέους, υπεκρίθησαν αντίστασιν, ετουφέκισαν ικανήν ώραν και μετά ταύτα υπεχώρησαν ως μη δυνάμενοι δήθεν να τον υπερασπίσωσιν. Οι εχθροί απατηθέντες εμβήκαν οι μεν εις τον ναόν, οι δε εις τας πέριξ οικίας, και αίφνης ανετράπη ο ναός, συνανετράπησαν και αι οικίαι, και συναπωλέσθησαν πάμπολλοι εχθροί· επληγώθησαν δε και 15 Έλληνες, εξ ών είς απέθανεν. Οι εχθροί έπαθαν μετ' ολίγας ημέρας άλλην βαρείαν βλάβην· έμαθεν ο εν Ελευσίνι στρατοπεδεύων Καραϊσκάκης ότι 500 εφύλατταν κατά τα Σκούρτα επί των μεθορίων της Βοιωτίας και Μεγαρίδος αποτεταμιευμένας τροφάς, και απέστειλε την 23, 1200 υπό τον Γεώργην Χελιώτην. Ο οπλαρχηγός ούτος εξετέλεσεν ευτυχώς τα της αποστολής του· επιπεσών αιφνιδίως εφόνευσεν ικανούς, διεσκόρπισε τους λοιπούς, ελαφυραγώγησε, και την επαύριον έφερεν εις Ελευσίνα ολόκληρα ποίμνια και αγέλην ημιόνων.
Εκείνας τας ημέρας έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων επίσημός τις αναφορά του Κιουταχή προς τον αρχιβεζίρην, και ιδιόχειρος επιστολή αυτού πρός τινα Αλήαγαν@, ο εστί προς τον σουλτάνον καλυπτόμενον, κατά την κοινήν γνώμην, υπό το όνομα τούτο. Έλεγε δε η αναφορά, ότι το φρούριον των Αθηνών, ωκοδομημένον εφ' υψηλής και τραχείας πέτρας, ούτε υπόνομον υπεδέχετο ούτε έφοδον εφοβείτο· ότι πολυάριθμα στρατεύματα των απίστων συνηθροίσθησαν κατά τον ισθμόν, και 20 και 30 πλοία των περιέπλεαν· ότι δεν ευκαίρει να εφορεύη τα της πολιορκίας των Αθηνών, και αναγκαίον εθεώρει να παρευρίσκεται πάντοτε τολμηρός και εμπειροπόλεμος βεζίρης οποίος ο Καρύστιος Ομέρ- πασας· ότι επεσκεύασε δέκα μύλους πέριξ των Αθηνών, και ηναγκάζετο εις φύλαξιν αυτών να διατηρή ανά 80 και 100 στρατιώτας, και ότι ητοίμασεν επτά σχεδόν χιλιάδων εκλεκτόν στρατόν εις αποστολήν προς τον ισθμόν της Πελοποννήσου, αλλά δεν τον έστειλεν εισέτι δι' έλλειψιν τροφών.
Εψεύδετο ο Κιουταχής λέγων ότι ηναγκάζετο να διατηρή ιδιαιτέρας φρουράς εις φύλαξιν των μύλων, διότι ούτοι ήσαν τόσον πλησίον του στρατοπέδου, ώστε δεν είχαν χρείαν ιδίας φρουράς· δεν επεσκεύασε δε ειμή πέντε· ουδέ περιέπλεαν 20 και 30 πλοία κατ' εκείνα τα νερά, αλλά 3 μόνον.
Η δε ιδιαιτέρα του επιστολή, δι' ής απεκάλει τον άγνωστον Αλήαγαν «ζωοποιόν του αυθέντην», επανελάμβανε τα αυτά, και έλεγεν εν τέλει, ότι αναγκαιοτάτην εθεώρει την σύμπραξιν άλλου βεζίρη, όπως δυνηθή αυτός να προκαταλάβη τα προς τον ισθμόν στενά, εν όσω το εμπειροπόλεμον στράτευμα της στερεάς Ελλάδος ευρίσκετο εν Πελοποννήσω εξ αιτίας του κατά την Κόρινθον επικρατούντος εμφυλίου πολέμου· διότι, αν εξήρχετο και αυτό εις ενίσχυσιν του τακτικού, εματαιούντο όλοι οι κόποι του, εκινδύνευαν τα στρατεύματά του, και ουδείς θα διέμενε ραγιάς· αν δε διετηρείτο η στερεά Ελλάς υποτεταγμένη, υπέσχετο να εξουσιάση την Πελοπόννησον εντός δύο μηνών.
Εν τούτοις, δεν έπαυεν ο Κιουταχής να στενοχωρή τους εν τη ακροπόλει κανονοβολών και βομβοβολών καθ' ημέραν. Εξαιτίας της οχυράς θέσεώς της οι έγκλειστοι δεν εφοβούντο έφοδον· εβλάπτοντο όμως κανονοβολούμενοι και βομβοβολούμενοι διά το πετρώδες έδαφος και την στενήν περιφέρειάν της· εφοβούντο δε κυρίως την αφαίρεσιν των εν τω παρατειχίσματι πηγαδίων και της επί του Οδυσσέως ανακαλυφθείσης πηγής· διά τούτο προσείχαν εις φύλαξιν αυτών, και ιδόντες τους εχθρούς ανοίγοντας τάφρον εις κατασκευήν υπονόμων υπό το παρατείχισμα επέπεσαν την 26, τους απεδίωξαν, ήρπασαν τους επενδύτας και τα εργαλεία των και επανήλθαν εις την ακρόπολιν. Επίμονοι οι εχθροί εις τον σκοπόν των επανέλαβαν τας υπονομικάς εργασίας των, έσκαψαν βαθείαν τάφρον αρχομένην από των προπόδων του Αρείου πάγου και εκτεινομένην προς την μεσημβρινήν πλευράν του παρατειχίσματος και ήνοιξαν και τρεις υπονόμους υπό το θέατρον του Ηρώδου· Σεπτέβριος αλλ' οι περί τον Μακρυγιάννην, οι φυλάσσοντες το παρατείχισμα, έτρεψαν την νύκτα της 13 σεπτεμβρίου τους εργαζομένους εις φυγήν, ένωσαν την τάφρον, κατέστρεψαν τας υπονόμους, εφόνευσαν και εζώγρησάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια φέροντες τα προς μετακόμισιν χωμάτων καλάθια των εργαζομένων. Είς των Ελλήνων εφονεύθη και είς επληγώθη, όστις απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Την νύκτα δε της 17 οι Τούρκοι ώθησαν εις κυρίευσιν της πηγής και απεκρούσθησαν· την δε 19 ανέκτησαν την τάφρον όθεν απεδιώχθησαν την 13· αλλ' ο προσεκτικός και άοκνος υπονομοποιός Κώστας προείδε την συμβάσαν ανάκτησιν της θέσεως εκείνης, και προλαβών διώρθωσε μίαν των καταστραφεισών υπονόμων, ενέθεσε πυρίτιδα και την εσκέπασεν ώστε δεν εφαίνετο· προς δε το μεσονύκτιον, καθ' ήν ώραν ειργάζοντο οι εχθροί ανοίγοντες την παραχωθείσαν τάφρον, μετέδωκε το πυρ διά τινος αφανούς αγωγού και κατέστρεψε και τους εργάτας και τους φυλάττοντας αυτήν· εκραγείσης δε της υπονόμου έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς και τους απεμάκρυναν· θα εκυρίευαν δε και τα πλειότερα πυροβολοστάσια αυτών, αν η λειποταξία τινών των περί τον Γκούραν δεν έβαλλεν εις αταξίαν τους λοιπούς. Εν τοσούτω, και η προλαβούσα και η εσχάτη αύτη λειποταξία αποκατέστησαν απολύτως αναγκαίαν την εις την ακρόπολιν είσοδον άλλων στρατιωτών.
Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου διωργανίσθη εκ νέου σώμα των Επταννησίων, και αρχηγός ανηγορεύθη ο εν τη ακροπόλει ιθακήσιος Ευμορφόπουλος. Ούτος και ο Γκούρας έγραψαν τη επιτροπή των Επταννησίων και τη κυβερνήσει επικαλούμενοι την εις την ακρόπολιν ταχείαν άνοδον του σώματος τούτου, εξαπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν και τον συναγωνιστήν των και συγγενή του Γκούρα Μαμούρην. Οι Επταννήσιοι υπήκουσαν προθύμως, και συνοδευόμενοι υπό τινων Μεγαρέων και άλλων απέβησαν την 12 είς τι μέρος της Αττικής κατά την Αλικήν, και οδοιπορούντες υπό την οδηγίαν του Μαμούρη έφθασαν πλησίον της ακροπόλεως, αφ' ού ενύκτωσεν· αλλ' οι συνοδοιπόροι των, δειλιάσαντες καθ' οδόν, δεν συνακαλούθησαν· κατέλαβε δε τους Επταννησίους και το φως της σελήνης, διά τούτο μετέβησαν αυτονυκτί εις Καράν αναβαλόντες εις την ακόλουθον νύκτα την εις την ακρόπολιν άνοδον· αλλ' ιδόντες εκείθεν τα χαρακώματα των εχθρών, νομίσαντες το μέρος δι' ού έμελλαν να εισέλθωσιν αδιάβατον, και υποπτεύσαντες ότι τους είδαν οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν την επελθούσαν νύκτα προς το μέρος όπου απέβησαν, και, ευρόντες εκεί τους καθ' οδόν εγκαταλιπόντας αυτούς συνοδοιπόρους, επέρασαν όλοι την 14 εις Σαλαμίνα, όπου συμπαρέλαβαν 120 Στερεοελλαδίτας, προς 100 και 150 γρόσια στρατολογηθέντας, εμβήκαν όλοι, ως 250, υπό την οδηγίαν του Μαμούρη εις το πλοίον του Χατσή-Αλεξανδρή, και απέπλευσαν εξ Αμπελακίων την 27 περί την γ' ώραν της νυκτός· συνέπλεαν δε και οι περί τον Κριεζώτην, σκοπεύοντες να προστατεύσωσι την απόβασιν αυτών, αν παρενέπιπτέ τι πρόσκομμα. Την η' ώραν έφθασαν παρά την Μουνυχίαν, όπου μη ευρόντες εχθρόν απέβησαν ανεμπόδιστοι· χωρισθέντες δε από των περί τον Κριεζώτην, μεινάντων επί του πλοίου, ώδευσαν προς το φρούριον. Έν τέταρτον της ώρας μακράν αυτού ιδόντες οι προπορευόμενοι ικανούς ιππείς βαδίζοντας την αυτήν οδόν παρεμέρισαν και έπεσαν κατά γης· διέβησαν μετ' ολίγον την αυτήν οδόν και άλλοι εχθροί· υπό το σκότος δε της νυκτός ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι είδαν τους προς την ακρόπολιν οδεύοντας· αλλ' ούτοι φοβηθέντες εστράφησαν, οι μεν οπισθοδρομούντες εις τον τόπον της αποβάσεώς των, οι δε αναβαίνοντες τον Υμηττόν. Οι Τούρκοι, νοήσαντές τους εκ της ποδοβολής, τους κατεδίωξαν σποράδην, διαρκούσης της νυκτός· ημέρας δε γενομένης, εφάνησαν οι πλείστοι των φυγόντων προς το παραθαλάσσιον, ανακαλούντες διά σημείων το απάραν ήδη πλοίον και φέρον τους περί τον Κριεζώτην. Το πλοίον επανέπλευσε και παρέλαβε τους επί του παραθαλασσίου σώους· εκ δε των λοιπών, επτά εκλείσθησαν εν τη προς τους τρεις Πύργους μικρά εκκλησία, και εξ αυτών οι έξ απωλέσθησαν· ο δε έβδομος, ο Ανδρέας Κόνταρης, ριφθείς εις την θάλασσαν γυμνός, διεσώθη εις το πλοίον. Περιφερόμενοι οι εχθροί επορεύθησαν και προς την Αλικήν εις ανίχνευσιν άλλων, και ηύραν επί νησιδίου πλησίον της ξηράς 22. Ούτοι οχυρωθέντες επολέμησαν θαρραλέως και ευτυχώς δι' όλης της ημέρας· νυκτός δε γενομένης, ήλθαν τινες των εν τω πλοίω επί δύο λέμβων και τους έσωσαν· αφ' ού δε οι μη εκτελέσαντες το σκοπούμενον συνήχθησαν εις Σαλαμίνα ευρέθησαν 30 ολιγώτεροι. Τοιουτοτρόπως απέτυχεν η εις ενίσχυσιν της φρουράς της ακροπόλεως δευτέρα αύτη απόπειρα· οι δε έγκλειστοι, εν ώ εζήτουν έξωθεν βοήθειαν, έπαθαν αίφνης το εξής πάθημα.
Την 30 σεπτεμβρίου διενυκτέρευεν ο Γκούρας έξω του παρατειχίσματος παρατηρών τα κινήματα των εχθρών, εμποδίζων την επικρατούσαν λειποταξίαν των στρατιωτών, και τουφεκίζων εκ διαλειμμάτων τα πλησίον εχθρικά χαρακώματα. Τουφεκίσαντος δε προς το μεσονύκτιον, εχθρός τις οδηγηθείς υπό του εν τη εστία αναλάμψαντος πυρός, μη διαδοθέντος και εντός του σωλήνος, εσφαιροβόλησε τον Γκούραν εις τον μήλιγγα και τον έρριψε νεκρόν· οι δε περί αυτόν στρατιώται μετεκόμισαν το σώμα του αταράχως εντός του παρατειχίσματος, και το πρωί το ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και το έθαψαν έμπροσθεν του παρθενώνος, αφ' ού ετελέσθησαν τα νενομισμένα. Η γυνή του έδειξεν επί τω θανάτω του και φρόνησιν και γενναιότητα· ιδούσα τους στρατιώτας κλαίοντας, «Τι κλαίετε»; τοις είπε, «σεις εθανατώσατε τον άνδρα μου λειποτακτούντες· αν σας τύπτη τα συνειδός ως αιτίους της χηρείας μου, αλλάξατε διαγωγήν, και μη θελήσετε να φονεύσετε και την γυναίκα του τα αυτά πράττοντες»· κατενύχθησαν οι παρεστώτες επί τοις λεγομένοις, ωρκίσθησαν επί του Ευαγγελίου και της εικόνος του Χριστού να φυλάξωσι πίστιν εις την γυναίκα του αρχηγού των μαχόμενοι, και ετήρησαν τον όρκον των. Καθ' όλον δε το διάστημα της πολιορκίας της πόλεως και της ακροπόλεως μέχρι του θανάτου του Γκούρα ερρίφθησαν υπό μεν των πολιορκούντων 6325 κανονόσφαιραι και βόμβαι, υπό δε των πολιορκουμένων 1191· οι δ' εντός της ακροπόλεως φονευθέντες εν τω διαστήματι τούτω ελογίσθησαν εκατόν.
Έχοντες δε πάντοτε κατά νουν οι πολιορκηταί την αφαίρεσιν του νερού, εμελέτησαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την έμπροσθεν της πηγής οχυρωθείσαν θέσιν του Λεονταρίου, και οι Αλβανοί ανεδέχθησαν τον αγώνα. Οι Έλληνες υπώπτευσαν το μελετώμενον και υποσκάψαντες υπόνομον την προετοίμασαν εις έξαψιν καθ' ήν στιγμήν θα επάτουν την θέσιν εκείνην οι εχθροί. Οκτώβριος Πριν δ' εξημερώση η 6 Οκτωβρίου, ώρμησαν οι Αλβανοί, προηγουμένου εφίππου του φρουράρχου των Αθηνών. Προθέμενοι οι Έλληνες να παγιδεύσωσι τους εχθρούς απεμακρύνθησαν μετά μικράν αντίστασιν, βαλόντες πυρ εις την υπόνομον· αλλ' υγρανθείσης της πυρίτιδος εκ της πολυκαιρίας, η υπόνομος δεν εξερράγη· οι δ' Έλληνες, κυλίοντες βόμβας, ηνάγκασαν τους εχθρούς να εγκαταλείψωσι την θέσιν εκείνην, διότι διαρρηγνύμεναι προ των ποδών αυτών εθανάτωσάν τινας, εν οίς και τον φρούραρχον. Μετά την αποτυχίαν ταύτην απεφάσισαν οι αρχηγοί να επιχειρήσωσι δι' εφόδου την άλωσιν του παρατειχίσματος, και υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς τοις προαιρουμένοις ν' αναδεχθώσι την ανάβασιν· την ανεδέχθησαν οι Γκέγκαι μυκτηρίζοντες τους Αλβανούς ως αναξίους φανέντας εις κυρίευσιν του Λεονταρίου· αφ' ού δε ητοιμάσθησαν, ώρμησαν αίφνης την 7 περί την δ' ώραν, εκυρίευσαν έν των πλησίον του παρατειχίσματος οχυρωμάτων και κατέλαβαν και το στόμα υπονόμου τινός, καθ' ήν ώραν συνέπεσε να ενευρεθή ο υπονομοποιός Κώστας επιτηρών την κατασκευήν της. Ιδών δε ο το παρατείχισμα φυλάττων Μακρυγιάννης τον κίνδυνον του υπονομοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του παραλαβών τους περί αυτόν Αθηναίους. Εξήλθαν μετ' ολίγον καί τινες άλλοι, και συγκροτήσαντες δίωρον μάχην, κανονοβολούντων και βομβοβολούντων και των εν τη ακροπόλει, απεδίωξαν τους εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιμον συναγωνιστήν των. Επιμένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν· αλλ' οι Έλληνες, κρεμώντες άνωθεν βόμβας, αναμμένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας εμπρηστικάς ύλας, έβλαψαν πολλούς και ηνάγκασαν τους λοιπούς, ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δρομαίοι· τέσσαρες αυτών έπεσαν επί της εξόδου των^ οι δε φιλέκδικοι Αλβανοί, οι ονειδισθέντες έτι τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία, βλέποντες άνωθεν του Μουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις συμπάθειαν, εκάγχαζαν εμπαίζοντές τους. Πολλαί βόμβαι και κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ημέραν εκείνην επί την ακρόπολιν, δέκα Έλληνες εφονεύθησαν και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Την δε επιούσαν νύκτα ήναψεν ο Κώστας την υπόνομον, εν ή ευρέθη επί της εφόδου, ώρμησαν οι Έλληνες μετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την ημέραν εκείνην.
Εν ώ δε οι εν τη ακροπόλει ηγωνίζοντο ευτυχώς τον αγώνα τον καλόν και ερριψοκινδύνευαν, τα ελληνικά στρατεύματα εκάθηντο αργά τήδε κακείσε, και οι αρχηγοί των εφιλονείκουν ανοήτως προς αλλήλους· τινές δε αυτών, οι αφρονέστεροι, υπεστήριζαν τον εν τη επαρχία της Κορίνθου εκραγέντα αισχρόν πόλεμον. Εις διατήρησιν της ακροπόλεως εχρειάζετο απαραιτήτως να εισέλθη νέα δύναμις· αλλά δις εματαιώθη η απόπειρα της εισόδου των Επταννησίων, διότι η περιφρουρούσα την ακρόπολιν εχθρική γραμμή εφαίνετο αδιάσπαστος. Έπρεπε ν' αναγκασθή ο Κιουταχής δι' άλλων αλλού κινημάτων των Ελλήνων να ολιγοστεύση την εκεί παραφυλάττουσαν πολλήν δύναμιν, ώστε να δυνηθώσιν οι Έλληνες να εισδύσωσιν. Εθεώρησε και ο Φαβιέρος αρμόδιον τον καιρόν εκείνον να πέση εξ απροόπτου εις Θήβας, όπου εφέδρευαν πάντοτε εχθροί. Διά τον διττόν τούτον σκοπόν απεφασίσθη τα στρατεύματα να κινηθώσι, και ο μεν Φαβιέρος, παραλαβών τα δύο τάγματα εκ 1000 στρατιωτών, τας δύο ίλας εξ 80 ιππέων, τον λόχον του πυροβολικού εξ άλλων τόσων κανονοβολιστών, τον λόχον των φιλελλήνων και 4 κανόνια ελαφρά, μετέβη εις Μέγαρα, συμπαρέλαβε και άλλους 600 ελαφρούς υπό τον Καλλέργην και τον Στέφον, και αναχωρήσαντες όλοι εκείθεν έφθασαν την νύκτα της 9 εις Ασωπόν ποταμόν, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως των Θηβών. Μετά δύο ημέρας εξεστράτευσαν και οι περί τον Καραϊσκάκην προς αντιπερισπασμόν των περί την ακρόπολιν εχθρών, και φθάσαντες περί την ε' ώραν της νυκτός κάτωθεν του Μενιδίου ετουφέκισαν. Ο δε Κριεζώτης, ο Μαμούρης και ο Τσουράς μετά των περί αυτούς και μετά τινων Επταννησίων, όλων 300, εμβάντες εις το πλοίον του Χατσή Αλεξανδρή και εις άλλα πλοιάρια, απέπλευσαν την αυτήν ημέραν καθ' ήν εξεστράτευσεν ο Καραϊσκάκης εξ Αμπελακίων επί σκοπώ να εισδύσωσιν εις το φρούριον. Αλλ' εν ώ ανεπαύοντο οι περί τον Φαβιέρον αναμένοντες την ανατολήν της σελήνης ίνα πέσωσιν εις Θήβας, ήλθαν προς αυτόν ο Καλλέργης και ο Στέφος αναγγέλλοντες ότι οι στρατιώται των ελειποτάκτησαν. Ο Φαβιέρος, επιμένων εις τον σκοπόν του, απεφάσισε να κινηθή έχων μόνους τους τακτικούς· αλλ' η λειποταξία των ατάκτων εψύχρανε την ζέσιν των τακτικών, εξ ών ελειποτάκτησάν τινες υπό το σκότος της νυκτός· ώστε ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος και αγανακτών εις Μέγαρα.
Οι δε περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έφθασαν εις το παράλιον των τριών Πύργων μετά το μεσονύκτιον, ό εστιν αφ' ού ετουφέκισαν οι εν Μενιδίω και είλκυσαν προς εκείνο το μέρος τινάς των εχθρών. Αποβάντες δε επί της ξηράς ώδευσαν ανενόχλητοι προς την ακρόπολιν, έως ου έφθασαν υπό το Μουσείον· τότε η φυλακή της θέσεως εκείνης, ακούσασα ποδοβολήν, ηρώτησε δις τους ερχομένους ποίοι ήσαν· μη λαβούσα δε απάντησιν ετουφέκισεν· αλλ' έως ου εξυπνήσωσιν οι άλλοι επί τω τουφεκισμώ, οι περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έδραμαν και ανέβησαν σώοι όλοι και αβλαβείς εις την ακρόπολιν προς ανεκλάλητον χαράν των εν αυτή· την δε ακόλουθον νύκτα άναψάν τινα υπόνομον ετοίμην, εξώρμησαν μετά την έκρηξιν αυτής, εδίωξαν τους εχθρούς από του προς την ακρόπολιν περιχαρακώματος, και κατηδάφισαν πολύ μέρος αυτού· μαχόμενοι δε υπό το σκότος της νυκτός και αγνοούντες ως νεήλυδες τους συνεξορμήσαντας συναδέλφους των, εθανάτωσαν τρεις εξ αυτών και επλήγωσαν οκτώ.
Αφ' ού δε οι τριακόσιοι εισήλθαν εις την ακρόπολιν, οι Τούρκοι εβάθυναν την μεταξύ του Μουσείου και του παρατειχίσματος τάφρον εις εμπόδιον πάσης εις το εξής διοδείας, ανύψωσαν χώματα, και επεσώρευσαν κλάδους δένδρων επί των χειλέων. Ησχολήθησαν δε και εις κατασκευήν νέας υπονόμου προς ανατροπήν του παρατειχίσματος· αλλ' οι Έλληνες υπέσκαψαν ανθυπόνομον, και έτοιμοι να εφορμήσωσιν επί τη εκραγή, άναψαν δις την 24 προς το μεσονύκτιον το φυτίλιον, αλλ' εσβέσθη· τότε εξώρμησαν, απήλασαν τούς εχθρούς από των
προς το παρατείχισμα οχυρωμάτων, εφόνευσάν τινας, και συνέλαβαν και 16 εργάτας· αλλ' έπαθαν και αυτοί όσην ζημίαν δεν έπαθαν άλλοτε· εννέα εθανατώθησαν, και οκτώ επληγώθησαν.
Ο δ' εχθροί ματαιωθέντων εκ νέου των εις κυρίευσιν του παρατειχίσματος έργων του, επανέστρεψε την προσοχήν του επί το περικλείον την πηγήν τείχισμα και επεχείρησε να το υποσκάψη, αρξάμενος από του ναού της Υπαπαντής. Αλλ' ο πολυμήχανος Κώστας, ανθυπανομεύσας, εματαίωσε πάλιν τα σχέδιά του. Απελπισθέντες τότε οι εχθροί του να επιτύχωσι δι εκείνου του μέρους, ητοίμασαν άλλην υπόνομον δέκα οργυιάς μακράν, ενέθεσαν 2800 οκάδας πυρίτιδος, και την 10 νοεμβρίου α' ώραν μετά το μεσονύκτιον, αφ' ού εκανονοβόλησαν τρις, και έδωκαν το σημείον ν' απομακρυνθώσιν οι επί του Αρείου-πάγου και οι περί τον ναόν της Υπαπαντής, όπου το φυτίλιον της προετοιμασθείσης υπονόμου, οικείοι των, και αφ' ού συνήχθησαν πάμπολλοι επί του Μουσείου ίνα ίδωσιν εξ ύψους το αποβησόμενον, και επί τη καταστροφή του τειχίσματος εφορμήσωσιν εις κυρίευσιν της ακροπόλεως, έβαλαν πυρ εις την υπόνομον· ήσαν δε τόσον βέβαιοι ότι το ήμισυ της ακροπόλεως θα κατεκυλίετο και θα κατεπλάκονε μέρος της πόλεως, ώστε πολλοί των εν ταύτη απεμακρύνθησαν. Εσείσθη τω όντι η ακρόπολις επί τη εκρήξει, αλλά δεν επήλθεν η προσδοκωμένη καταστροφή, διότι ο προνοητικός Κώστας επρόλαβε και ήνοιξε πέριξ αυτής δώδεκα λάκκους εννέα οργυιάς βαθείς, δι' ών η υπόνομος εξεθύμανε. Την δε 19 εφάνησαν επί του Αρείου-πάγου δύο δυστυχείς Έλληνες σουβλισμένοι απέναντι της ακροπόλεως. Εφρύαξαν οι εν αυτή επί τη φρικτή ταύτη θέα και συλλαβόντες τους εγκλείστους Τούρκους, όλους 18, τους εκρέμασαν την νύκτα της 23 πέριξ της ακροπόλεως μηδέν πταίσαντας, εν οίς και τον άλλοτε συλληφθέντα αρχιπυροβολιστήν του Κιουταχή καί τινα Αλβανόν, Ισούφ Δεβένην, διοικητήν άλλοτε του Λιδωρικίου, καλοκάγαθον άνδρα, αναιδώς χλευασθέντα προ του θανάτου και σκληρώς βασανισθέντα. Τοιουτοτρόπως τα φρικτόν και ασυλλόγιστον ανοσιούργημα του Κιουταχή επί βλάβη των Ελλήνων, έπεσεν επί τας αθώας κεφαλάς των δυστυχών ομοπίστων του.
Εν τούτοις, ο εχθρός υπέσκαψεν άλλην υπόνομον προς την Υπαπαντήν, και το εσπέρας της 24 την άναψεν· αλλά και αυτήν ο Κώστας εξησθένισεν· εσείσθησαν εν τοσούτω επί τη εκρήξει και ταύτης τα πέριξ, εσείσθη ολίγον και η ακρόπολις, έπεσαν τοίχοι τινων των πλησίον της Υπαπαντής οικιών καί τινες άνθρωποι απωλέσθησαν. Μετά τας αλλεπαλληλους ταύτας αποτυχίας οι εχθροί έπαυσαν υπονομεύοντες.