Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 6
Αρχομένου του μαΐου, είχε διορισθή ο Γκούρας αρχηγός των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα συστηθησομένων στρατοπέδων, και είχε διαταχθή να μη αναμείνη τους εχθρούς προ των πυλών των Αθηνών· αλλ' αυτός, μη φροντίσας να φυλάξη ουδ' αυτήν την επαρχίαν του απάτητον, εκλείσθη εν τη ακροπόλει μετά 300 μισθωτών, και επί λόγω εξοικονομήσεως τούτων εβασάνισέ τινας των κατοίκων της επαρχίας αργυρολογών και αποταμιεύων· έστειλε δε επί φορολογία και εις Σαλαμίνα, όπου ήσαν Αθηναίοι, τον κακούργον οπαδόν του, Μάνδαλον, όστις διά δεινών κακώσεων εξετέλεσε τα της εντολής του. Υπό τοιούτον αρχηγόν οι επιρρεπείς εις την αταξίαν στρατιώται του έπραξαν, πριν κλεισθώσιν, όσα αισχρόν και λέγειν κατά των δυστυχών χωρικών και τους έφεραν εις τοιαύτην απόγνωσιν, ώστε επί της μικράς εισβολής του Ομέρπασα τα δύο χωρία Χασιά και Μενίδι επροσκύνησαν και υπεδέχθησαν τους ολίγους εχθρούς ως λυτρωτάς των, δολοφονήσαντες και τον οπλαρχηγόν των Μελέτην Βασιλείου τον πρώτον καλέσαντα αυτούς και τους λοιπούς κατοίκους της Αττικής εις τα όπλα και πιστώς αθλήσαντα μέχρι τέλους. Οι δε Αθηναίοι, αν και απεστρέφοντο τον φρούραρχόν των διά τας καταπιέσεις του, εφάνησαν κατά την κρίσιμον ταύτην ώραν χάριν της πατρίδος εις άκρον ανεκτικοί. Εκτός ολίγων καταφυγόντων εις Σαλαμίνα, διέμειναν εν τη πόλει όχι μόνον οι δυνάμενοι να οπλοφορώσιν ή άλλως πως να ωφελώσιν, όλοι 1000, αλλά και πάμπολλαι γυναίκες και παιδία. Εκλείσθησαν εντός αυτής και άλλοι 100 άλλων μερών οπλοφόροι υπό τον Στάθην Κατσικογιάννην, τον Διονύσιον Ευμορφόπουλον και τον Γεώργην Φωκάν· ώστε όλοι οι οπλοφορούντες εν τη πόλει και τη ακροπόλει επί της εισβολής του εχθρού ήσαν 1400.
Την δε 29 η προφυλακή του εν Θήβαις αυλισθέντος την προτεραίων εχθρικού στρατού εκ δισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων υπό τον Μουστάμπεην αφίχθη εις Καπανδρίτι, και ηνώθη μετά των υπό τον Ομέρ-πασαν· την δε επαύριον εφάνησαν ιππείς έξωθεν των Αθηνών περιφερόμενοι^ ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εξώρμησαν και τους ηνάγκασαν ν' αναχωρήσωσι. Ιούλιος Την 1 δε Ιουλίου τινές των εισβαλόντων εχθρών επροχώρησαν εις Μεσόγεια, και ευρόντες αντίστασιν κατά το Λιώπεσι ωπισθοδρόμησαν· την δ' επαύριον περί το δειλινόν εφάνησαν οι εχθροί εκ νέου έξω της πόλεως ερχόμενοι διά των Αμπελοκήπων· αλλά κανονοβοληθέντες και εκ της ακροπόλεως και εκ των κανονοστασίων του κάτω τείχους ωπισθοδρόμησαν. Την δε υστεραίαν όλον το κατά το Καπανδρίτι στράτευμα κατέλαβε το μοναστήριον του Πετράκη, και τους κήπους των Πατησίων, των Σεπωλίων, και του Χασακή. Οι Έλληνες ενισχύθησαν την επιούσαν νύκτα εμβάντων εις την πόλιν 150 οπλοφόρων εκ Σαλαμίνος ελθόντων, και κατέλαβαν την 5 τον λόφον του Μουσείου, οι δε Τούρκοι την Πνύκα, την αγίαν Τριάδα και την αγίαν Μαρίναν· την νύκτα δε της 6 κατέλαβαν οι αυτοί και τον άγιον Αθανάσιον τον παρά τον ναόν του Θησέως. Την δε 10, εν ώ οι περί τον Κριεζώτην και Βάσσον ήσαν εστρατοπεδευμένοι εν Ελευσίνι, εφάνησαν αίφνης επερχόμενοι διά της οδού των Θηβών 2,000 εχθροί, πεζοί και ιππείς, υπό τον Ασλάμπεην. Οι Έλληνες άφησαν τα οχυρώματά των, προϋπήντησαν τους εχθρούς προς το Θριάσιον πεδίον, επολέμησαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν. Επανήλθαν οι εχθροί εις το πεδίον της μάχης και την επαύριον· αλλά και τότε απεκρούσθησαν. Την δε επιούσαν οι μεν πεζοί έκαυσαν την Μάνδραν και την Μαγούλαν, οι δε ιππείς υπήγαν πάλιν όπου επολέμησαν την προτεραίαν, αλλά καταπολεμηθέντες ετράπησαν, καταλιπόντες τας σκηνάς και αποσκευάς των, και την νύκτα επανέκαμψαν εις το στρατόπεδον κακώς έχοντες. Οι δε εκτός των Αθηνών εχθροί, ορμήσαντες την 11, εκυρίευσαν τον λόφον του Μουσείου, και ανήγειραν προμαχώνας. Την 12 εξήλθαν οι Έλληνες των τειχών υπό τον Γκούραν, και κατεδίωξαν τους εχθρούς μέχρι του μοναστηρίου του Πετράκη. Την αυτήν ημέραν ο συνεκστρατεύων υπό τον Κιουταχήν Μουχτάρμπεης Κιαφτέσης έγραψε τω γνωρίμω του Γκούρα, προτρέπων αυτόν να παραδώση την πόλιν και την ακρόπολιν εις αποφυγήν της αφεύκτου των εν αυταίς καταστροφής, και υποσχόμενος ωφελείας και τιμάς, αλλ' η πρότασις απερρίφθη. Την δε 13 εξορμήσαντες οι εν τη πόλει, εν οίς, και ο Μακρυγιάννης, και προσβαλόντες τους εχθρούς εφόνευσαν δύο· υπήγαν και εις τα αλώνια του Γερανίου, όπου ήτον ολίγος σίτος αναλώνιστος, και τον έκαυσαν· θέλων δε τις των εχθρών να σβέση, την φλόγα, συνεκάη. Την νύκτα επεχείρησαν οι εχθροί να καταλάβωσι την θέσιν του ναού του ολυμπίου Διός και οχυρωθώσιν υπό την υπεράσπισιν των στηλών του, αλλά τουφεκισθέντες απεμακρύνθησαν· την δε επαύριον εισήλθεν εις την πόλιν εκ Σαλαμίνος ο επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου διακριθείς υπονομοποιός Κώστας μετά 3 συνεργατών και 70 Αθηναίων. Την 15 παραφυλάξαντές τινες των Ελλήνων κατά τον ναόν του ολυμπίου Διός εφόνευσαν 2 ιππείς και επήραν τους ίππους των. Την αυτήν ημέραν εφάνη ανυψωμένον εχθρικόν κανονοστάσιον εν Γερανίω, και άλλο την ακόλουθον νύκτα κατά την αγίαν Μαρίναν· επετέθησαν δε τέσσαρα καζάνια, και έκτοτε ο πόλεμος εγένετο σοβαρώτερος. Την 16 ήλθεν ο Κιουταχής εκ Θηβών, όπου άφησε τρισχιλίους οπισθοφυλακήν, και εστρατοπέδευσεν εν Πατησίους· την αυτήν ημέραν σφοδρώς κανονοβολούντες οι εχθροί έρριψαν μέρος ενός των δύο δυτικών πύργων του τείχους· την επιούσαν έβλαψαν και τον άλλον πύργον, οι δε Έλληνες επεσκεύασαν την νύκτα τα βλαφθέντα μέρη· κατεσκεύασαν και έν κανονοστάσιον κατά την ενορίαν των αγίων Αναργύρων προσβάλλον το εν Γερανίω εχθρικόν. Την 31 έστειλαν οι εν Ελευσίνι κατά τον Πειραιά 7 στρατιώτας εις κατασκόπευσιν των εχθρών· αλλ' έπεσαν οι σταλέντες εις χείρας αυτών και είς εφονεύθη αμυνόμενος. Μαθών δ' εκ των συλληφθέντων ο Κιουταχής ότι οι έξωθεν Έλληνες έτοιμοι ήσαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν της πολιορκίας των Αθηνών, επεμελήθη να κυριεύση όσον τάχιον την πόλιν εξ εφόδου.
Το τείχος της πόλεως ήταν όλον ημελημένον και πολλαχού σαθρόν, είχε και πολλήν έκτασιν· ο δε ολίγος αριθμός των υπερασπιστών αυτού ήτον ως προς την έκτασιν δυσανάλογος. Εικοσιτέσσαρες πύργοι περιέκειντο, αλλ' οι πλείστοι άοπλοι, οι δε ένοπλοι δεν είχαν ειμή ανά έν κανόνι, και τούτο πολλάκις δύσχρηστον· διά τα αίτια ταύτα η πόλις ήτον ευάλωτος. Αύγουστος Δύο ημέρας προ της εφόδου, ό εστι την 1 και 2 αυγούστου, έρριψαν οι εχθροί επί το τείχος όσας κανονίας δεν έρριψαν καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας, και κατηδάφισαν τόσα μέρη, ώστε δεν επρόφθαναν οι υπερασπισταί του να τα επισκευάζωσι. Το πρωί δε της 3 ώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αλαλάζοντες, επάτησαν την πόλιν διά των κατηδαφισμένων μερών, και μετά μικράν αντίστασιν την εκυρίευσαν όλην· 12 Έλληνες εφονεύθησαν, 30 επληγώθησαν, και 10 άνδρες και 40 γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, όλοι δε οι λοιποί διεσώθησαν εις την ακρόπολιν. Την δε επαύριον κατέβησαν αίφνης τινές των εν τη ακροπόλει προς το ανατολικόν μέρος της πόλεως, εμβήκαν είς τινα οικίαν, την έκαυσαν, εφόνευσαν 13 και εζώγρησαν 5· εφονεύθησαν δε και 2 εξ αυτών και επληγώθησαν 8. Είς δε των ζωγρηθέντων Τούρκων ελέγετο ότι ήτον ο αρχιπυροβολιστής του εχθρικού στρατοπέδου, όστις και συμπαρελήφθη εν τω τάγματι των Ελλήνων πυροβολιστών.
Η δε κυβέρνησις, μαθούσα ότι ο Γκούρας εκλείσθη εν τη ακροπόλει, εφρόντισε ν' αντικαταστήση άλλον αρχηγόν των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατοπέδων. Τα όμματα πολλών των μελών της κυβερνήσεως έπεσαν εξ αρχής επί τον Καραϊσκάκην μεταβάντα εις Ναύπλιον μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου· τούτον συνίστα και η κοινή γνώμη ως τον αξιώτερον να διοικήση κατά την στερεάν Ελλάδα πολυάριθμον στράτευμα, και ν' ανεγείρη τα πεπτωκότα μέρη· αλλ' ανίκητος ενομίζετο η κατ' αυτού απέχθεια του προέδρου της κυβερνήσεως Ζαήμη δι’ άς καταδρομάς και περιφρονήσεις υπέφερε παρ' αυτού ο οίκος του επί του δευτέρου εμφυλίου πολέμου. Ο ανήρ όμως ούτος τόσην πατριωτικήν ανοχήν έδειξε προς τους εχθρούς του κινδυνευούσης της πατρίδος, ώστε γενομένου λόγου επί του κυβερνητικού συμβουλίου περί διορισμού γενικού αρχηγού, πρώτος αυτός εξεστόμισεν ότι ούτε αξιώτερον ούτε καταλληλότερον άλλον εθεώρει παρά τον Καραϊσκάκην. Επευφημησάντων δε όλων των μελών, μετεπέμφθη την επαύριον ο Καραϊσκάκης εις τον θαλασσόπυργον, και ο Ζαήμης λαβών πρώτος τον λόγον τω ανήγγειλε περιποιητικώ τω τρόπω ό,τι περί αυτού εβουλεύθη η κυβέρνησις την προτεραίαν. Κατενύχθη ο Καραϊσκάκης επί τοις λόγοις του προέδρου, απήντησε φιλοφρόνως και ευγνωμόνως, υπεσχέθησαν αμφότεροι παντελή λήθην των παρελθόντων και εναγκαλισθέντες εφιλήθησαν, και το φίλημά των δεν ήτο φίλημα Ιούδα. Συλλέξας δε ο νεοχειροτόνητος αρχηγός όσους εδυνήθη εν Ναυπλίω εξεστράτευσε μετά 600 την 19 Ιουνίου εις Ελευσίνα, όπου ήσαν ήδη τα τάγματα του Βάσσου, του Πανουργιά και του Κριεζώτη, και όπου διετάχθησαν να συνέλθωσι και άλλα άλλων οπλαρχηγών· εγένετο και πάσα φροντίς εις προμήθειαν τροφών, ων δεν εστερείτο η κυβέρνησις χάρις εις τον γενναίον φιλελληνισμόν των χριστιανικών λαών· επειδή δε πας φόβος εχθρικής αποβάσεως εις Σπέτσας και Ύδραν εξέλειψεν ήδη, διετάχθη και ο Φαβιέρος να συνεκστρατεύση εις στερεάν Ελλάδα.
Διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω αταξίαν έστησε προ μικρού ο φιλέλλην ούτος την σταθεράν διαμονήν του στρατού του εν τη κατά την Πελοπόννησον χερσονήσω των Μεθένων, και έφερεν εκεί όλας του τας αποθήκας, αφήσας δύο λόχους εις φρουράν του Ναυπλίου· επροτίμησε δε το μέρος εκείνο ως παραθαλάσσιον, ως μακράν των πολιτικών και στρατιωτικών θορύβων, και ως κείμενον εν μέσω Ύδρας, Αθηνών, Ναυπλίου και ισθμού της Κορίνθου· την φύσει δε οχυράν εκείνην θέσιν εδυνάμωσεν έτι μάλλον ανεγείρας επί των δύο λόφων του ισθμού της δύο οχυρωμάτια. Καθ’ άς δε ημέρας διετάχθη να εκστρατεύση, έφθασαν εις Μέθενα εκ Μασσαλίας 70 φιλέλληνες υπό τον Ιταλόν συνταγματάρχην Πίζαν· η δε γενναία συνδρομή της εν Παρισίοις φιλελληνικής Εταιρίας επρομήθευε πρό τινος καιρού όχι μόνον τα εις τροφήν του τακτικού στρατού αλλά και τα εις λοιπήν εξοικονόμησιν των ευρωπαίων εθελοντών επί τη προτροπή του κόμητος Δαρκούρτου, μέλους και αντιπροσώπου αυτής, επισκεφθέντος κατ' εκείνον τον καιρόν την Ελλάδα εις πλήρη και ακριβή γνώσιν των αναγκών αυτής. Υπό τοιαύτας αισίας περιστάσεις εδέχθη προθύμως ο Φαβιέρος την διαταγήν της κυβερνήσεως, Αύγουστος και παραλαβών το α' και το β' των ταγμάτων εκ χιλίων ανδρών, τον υπό τον Πίζαν λόχον των φιλελλήνων, 70 ιππείς ανίππους, και 4 ορεινά κανόνια, εξεστράτευσεν αρχομένου του αυγούστου εις Ελευσίνα, όπου ηύρεν εστρατοπεδευμένους 2500 ατάκτους υπό διαφόρους και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καραϊσκάκη. Το εσπέρας δε της 5 ανεχώρησαν όλοι και έφθασαν περί το μεσονύκτιον εις Χαϊδάρι, και άλλοι μεν κατέλαβαν τον εκεί περιτετοιχισμένον κήπον κείμενον εν μικρά τινι κοιλάδι και μίαν ήμισυ ώραν απέχοντα των Αθηνών, άλλοι δε εχαρακώθησαν επί των δεξιόθεν και αριστερόθεν του κήπου λόφων· το δε τακτικόν ηυλίσθη εκ δεξιών του κήπου έχον κατά μέτωπον την πόλιν και όπισθεν το όρος.
Την 6, ανατέλλοντος του ηλίου, επρόκυψαν εκ του ελαιώνος δισχίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, έλκοντες δύο κανόνια ελαφρά· και οι μεν πεζοί και οι πλείστοι των ιππέων προσέβαλαν τα εξ αριστερών του κήπου χαρακώματα, όπου ήσαν τα τάγματα του Κριεζώτου, του Περραιβού, του Στέφου, και το των Επταννησίων· τινές δε υπήγαν προς τα εκ δεξιών. Έδραμε κατά των επί τα αριστερά πεσόντων τα α' τάγμα, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν οι εχθροί και ηρπάγησαν και τα πολεμεφόδιά των· έδραμε και ο λόχος των φιλελλήνων κατά των προς τα δεξιά εχθρών και τόσον επροχώρησεν, ώστε ευρέθη μόνος πολεμών προς τριπλασίους· αλλά διά της περί τον πόλεμον εμπειρίας του, διά της καρτεροψυχίας του και διά του ακαταπαύστου πυρός, απέκρουσεν ευτυχώς τας επανειλημμένας προσβολάς των εχθρών, και τους έτρεψε μετ' ολίγον εις φυγήν, ελθόντων δύο λόχων του β' τάγματος εν τη ακμή της μάχης. Εθάρρυνεν η επιτυχία αύτη τον τακτικόν στρατόν, και ο Φαβιέρος, θεωρήσας αρμόδιον τον καιρόν εις συγκρότησιν γενικής μάχης, διέταξεν όλους τους υπό την οδηγίαν του να καταβώσιν εις την πεδιάδα, και βαδίσωσι κατευθύ προς την πόλιν· παρήγγειλε δε και τω Καραϊσκάκη να διατάξη τους ατάκτους να συνακολουθήσωσιν· αλλά, τούτου μη συγκατατεθέντος, είτε διότι εθεώρει το κίνημα παράτολμον, είτε διότι ήξευρεν ότι οι άτακτοι δεν συνηκολούθουν ως μη έχοντες την έξιν του μάχεσθαι εν τοις πεδίοις πεζοί προς ιππείς, ηναγκάσθη να οπισθοδρομήση. Οι Έλληνες επήραν την ημέραν εκείνην δύο σημαίας και εφόνευσαν και επλήγωσάν τινας· εφόνευσαν και ένα των αξιωματικών του ιππικού και ήρπασαν τον ίππον του· εφονεύθησαν δε και 8 εξ αυτών, και επληγώθησαν 20, εν οίς 5 φιλέλληνες· εθλάσθησαν και οι άξονες των δύο υποστατών και εστάλησαν εις Σαλαμίνα προς επισκευήν. Την αυτήν ημέραν επρόβαλεν ο Καραϊσκάκης να μεταφέρωσι τον στρατόν εις Πειραιά προς ευχερεστέραν προμήθειαν διά θαλάσσης πολεμεφοδίων και τροφών· αλλ' ο Φαβιέρος αντέτεινε λέγων, ότι ο σκοπός της εκστρατείας ήτο να λύσωσι την πολιορκίαν, και όχι να χρονοτριβώσι στρατοπεδεύοντες μακράν των εχθρών, και αμυνόμενοι μάλλον ή βλάπτοντες· αντεπρόβαλε δε να κινηθώσι την επαύριον επί τους εχθρούς· αλλ' η γνώμη του δεν έγεινε δεκτή, και αναγκασθείς να ενδώση διέταξε τους συν αυτώ να κινήσωσι το μεσονύκτιον· αλλά δύο εκ της ακροπόλεως, διαφυγόντες την προσοχήν των εχθρών, ήλθαν εις το στρατόπεδον προ του μεσονυκτίου αναγγέλλοντες ότι οι Τούρκοι ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσιν. Η αγγελία αύτη ανέτρεψε το σχέδιον της εις Πειραιά μεταβάσεως του στρατού. Η 7 του μηνός διήλθεν απόλεμος, μη φανέντος του εχθρού, όχι διότι ητοιμάζετο ν' αναχωρήση, αλλά διότι ανεμένετο ο Καρύστιος Ομέρ-πασας προ μικρού απελθών εις Εύβοιαν, όστις και έφθασε την αυτήν εσπέραν μεθ' ικανών ιππέων. Την δε επαύριον το πρωί εφάνη ο Κιουταχής ερχόμενος προς το Χαϊδάρι μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων. Ο Φαβιέρος έστειλε πάραυτα το α' τάγμα και τους ανίππους ιππείς έλκοντας τα δύο σώα κανόνιά του εις κατάληψιν ομαλού τινος και επιμήκους λόφου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν ούτοι αφ' ενός, ανέβαιναν αφ' ετέρου και οι εχθροί ιππείς· το δε εν μέσω ύψος του λόφου εμπόδιζε τους αναβαίνοντας να ίδωσιν αλλήλους, ώστε αφίχθησαν και οι μεν και οι δε εις την κορυφήν του λόφου μηδαμώς προσδοκώντες να συναπαντηθώσι. Πρώτοι δ' επυροβόλησαν οι τακτικοί και εφόνευσάν τινας, αλλ' ο εις τετράγωνον σχηματισμός αυτών, καθ' όν έν μόνον μέτωπον έβλεπε τους εχθρούς, τοις ήτον επιβλαβής· συνέβη δε και το δυστύχημα να πληγωθή ο διοικών το τάγμα Ροβέρτος, Γάλλος, και να θλασθώσιν οι άξονες των υποστατών· τα συμβάντα ταύτα επροξένησαν δειλίαν και αταξίαν εις το τάγμα, το τετράγωνον διερράγη, και οι εχθροί εισεχώρησαν διά των κενών· αλλά δραμόντες οι του β' τάγματος και οι περί τον Καραϊσκάκην και Κριεζώτην, έστησαν την ορμήν των εχθρών και επροφύλαξαν το κινδυνεύον τάγμα από του παντελούς αφανισμού του· 38 στρατιώται και είς των τυμπανιστών εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν. Ο εχθρός, κυριεύσας τον λόφον όλον, εχαράκωσε την κορυφήν του, και διαιρέσας τας δυνάμεις του έρριψε την μεν ιππικήν και μικρόν μέρος της πεζικής επί το οχύρωμα του Στέφου και του Περραιβού, όπου και ο Λέκκας, όλην δε την άλλην πεζικήν προς τον μεταξύ του οχυρώματος τούτου και του όρους λόφον, όν κατείχεν ο Κριεζώτης· και οι μεν περί τον Στέφον, Περραιβόν και Λέκκαν αντέκρουσαν τους εφορμήσαντας και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε κινηθέντες προς τον λόφον, ευρόντες τα κάτω ανώχυρα, επροχώρησαν μέχρι της κορυφής αυτού· αλλ' εκεί φθάσαντες ηύραν πολλήν αντίστασιν, και δις εφορμήσαντες απεκρούσθησαν· τόσον δε εκ του σύνεγγυς εμάχοντο, ώστε, αντί να τουφεκοβολώνται, επετροβολούντο και διεξιφίζοντο. Ετράπη μετ' ολίγον επί τους Έλληνας και το αποκρουσθέν εκ του άλλου οχυρώματος ιππικόν, και ο κίνδυνος αυτών ηυξήθη, και η θέσις όλου του ελληνικού στρατοπέδου κατέστη επισφαλής, διότι, αν υπερίσχυαν οι εχθροί και εκυρίευαν τον λόφον όλον, θα κατελάμβαναν και τα νώτα του στρατοπέδου. Ταύτα παρατηρήσας ο Φαβιέρος έστειλε προς τον λόφον τα δύο τάγματα και τους φιλέλληνας· ώρμησαν και οι γενναίως ανθιστάμενοι επί του λόφου άτακτοι, και ούτως οι εχθροί πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν· μετά ταύτα, τα δύο στρατόπεδα περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς. Πολεμικού δε συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη το μεν τακτικόν να καταλάβη τον κήπον και τα χαρακώματα, οι δε άτακτοι να πέσωσι μετά την δύσιν του ηλίου εις το επί του λόφου εχθρικόν χαράκωμα. Ελθούσης της ώρας, οι μεν άτακτοι εξήλθαν του κήπου και των χαρακωμάτων και εισήλθαν οι τακτικοί αλλ' αντί να κινηθώσιν οι άτακτοι προς τον λόφον, υπεχώρησαν προς το όρος φοβηθέντες και απειθήσαντες εις τας διαταγάς των αρχηγών. Οι εχθροί, βλέποντες τα κινήματα των Ελλήνων και την υποχώρησιν των ατάκτων, περιέκλεισαν τον κήπον. Εφοβήθησαν οι τακτικοί ιδόντες εαυτούς απροσδοκήτως εν μέσω πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού, ετράπησαν εις φυγήν, και καλή τύχη εξ αιτίας του σκότους και του μεταξύ του κήπου και του όρους μικρού διαστήματος διεξέφυγαν την παντελή καταστροφήν των. Ολίγοι εξ αυτών εφονεύθησαν, αλλά πολλοί αδύνατοι στρατιώται αποπλανηθέντες εξ αιτίας του σκότους συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο χαριέστατος και πεπαιδευμένος λοχαγός του πυροβολικού Ίβος, καί τινες πυροβολισταί φιλοτιμούμενοι να σώσωσι τα κανόνιά των^ συνελήφθη και ο Χατσή-Λάμπρος Κορομηλάς· οι πλείστοι δε του στρατού έχασαν τα σκεύη των· έμειναν και 20 περίπου πληγωμένοι εκ των διαφόρων σωμάτων εντός του εν τω κήπω πύργου και έγειναν και αυτοί, ως και οι λοιποί οι συλληφθέντες, θύματα της ωμότητος των εχθρών (α). Μεσούσης δε της νυκτός, έφθασαν τακτικοί και άτακτοι εις Ελευσίνα· φοβηθέντες δε μήπως οι εχθροί τους καταδιώξωσι και εκεί, μετέβησαν όλοι την επαύριον, εκτός των περί τον Καραϊσκάκην και τον Κριεζώτην, εις Σαλαμίνα κακώς έχοντες.
Εκείνας τας ημέρας ελλιμένιζεν έξωθεν του Πειραιώς η γαλλική ναυαρχίς. Την επαύριον της μάχης του Χαϊδαρίου υπήγαν εις επίσκεψιν του ναυάρχου Δεριγνή ο Κιουταχής και ο Ομέρ-πασας. Κατόπιν αυτών υπήγε και ο Καραϊσκάκης. Ο ναύαρχος, αφ' ού τον υπεδέχθη, τον ωδήγησεν ενώπιον των πασάδων καθημένων επί του καταστρώματος. Εξεπλάγη και ο Καραϊσκάκης ευρεθείς απροσδοκήτως εν παρουσία των πασάδων, εξεπλάγησαν και οι πασάδες ευρεθέντες απροσδοκήτως εν παρουσία του Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης τους εχαιρέτησε και εκάθησεν· εκείνοι δε τον αντεχαιρέτησαν αγερώχως κλίναντες απλώς τας κεφαλάς των και μη ανεγερθέντες. Η συνομιλία έγεινεν αλβανιστί. Ο Κιουταχής επέπληξεν ευμενεί τω τρόπω τον Καραϊσκάκην ως απιστήσαντα προς την Πύλην, και τω είπεν ότι, αν επροσκύνει, θα τω έδιδε το λαμπρότερον καπιτανάτον. «Ότε σ' εζήτησα», απεκρίθη ο Καραϊσκάκης, «καπιτανάτον, δεν εισηκούσθην· έκτοτε απεφάσισα να το κερδίσω διά της σπάθης μου, και, Θεού θέλοντος, θα το κερδίσω»· εμειδίασεν ο Κιουταχής και εσιώπησεν. Οι πασάδες ανεχώρησαν από της ναυαρχίδος πρώτοι· απέμεινε δέ τις Αλβανός, όστις επανέλαβεν εξ ονόματος του Κιουταχή προς τον Καραϊσκάκην ιδιαιτέρως ως γνώριμός του όσα τω είπεν ο Κιουταχής παρρησία, αλλά και ούτος ήκουσεν όσα και ο αυθέντης του· η συνέντευξις αύτη των πασάδων και του Καραϊσκάκη έλαβε χώραν κατά συγκυρίαν.
Μετά δε την εν Χαϊδαρίω αποτυχίαν, οι πλείστοι των εν τη ακροπόλει υπομισθίων του Γκούρα, φοβούμενοι τα δεινά μακράς και στενής πολιορκίας, βουλήν έβαλαν να δραπετεύσωσι διά νυκτός παρά γνώμην του φρουράρχου. Ειδοποιηθείς ούτος περί τούτου και θέλων να τους εμποδίση, ανήγγειλε τοις εχθροίς άνωθεν μεγαλοφώνως την μελετωμένην έξοδον, και οι στρατιώται φοβηθέντες μη πέσωσιν εις χείρας αυτών γρηγορούντων εμποδίσθησαν· αλλά δράξαντές τινες αυτών άλλην ευκαιρίαν εδραπέτευσαν, και έτοιμοι ήσαν να δραπετεύσωσι και πολλοί άλλοι. Ένεκα τούτου, εδειλίασε και αυτός ο Γκούρας, και παρήγγειλε μυστικώς να σταλώσι πλοία εις τους τρεις πύργους προς μετακόμισιν όλων των πολιορκουμένων, αν η ανάγκη το εκάλει. Είπαμεν, ότι πλήθη γυναικών και παιδίων εκλείσθησαν εν τη ακροπόλει επί της κυριεύσεως της πόλεως. Εξ αυτών απεπέμφθησαν την νύκτα της 12 ασφαλώς εις Σαλαμίνα 300, συναπεπέμφθησαν καί τινες άχρηστοι άνδρες· ώστε λήγοντος του αυγούστου δεν ήσαν έγκλειστοι ειμή 800 ένοπλοι Αττικοί, 250 ακόλουθοι του φρουράρχου, 80 ακόλουθοι των άλλων οπλαρχηγών, και 500 γυναίκες και παιδία, όλοι ψυχαί 1630· ήσαν και ενός έτους τροφαί, αλλ' ολίγα πολεμεφόδια· έκειντο δε επί των τειχών 14 κανόνια και 3 βομβοβόλοι.