Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 5
Πολλά κακά, και πολλάκις άδικα, έπασχαν τα υπό ουδετέραν σημαίαν πλοία παρά των Ελλήνων, αλλά τρις χειρότερα έπασχαν τα υπό την αυστριακήν διότι αυτόχρημα Τούρκους εθεώρουν οι Έλληνες τους αυστριακούς και άδικον δεν είχαν· διά τούτο οι μεν έχαιραν, οι δε αδιαφόρουν επί τη βλάβη αυτών. Αναιδής ήτον, ως απεδείξαμεν, η διαγωγή του πολεμικού της Αυστρίας ναυτικού, αλλ' αναιδέστεραι αι απαιτήσεις του. Ο Ακούρτης δεν εσυστέλλετο ν' απαιτή αποζημιώσεις και δι' αυτά τα υπό αυστριακήν σημαίαν πλοία τα παρά των Ελλήνων εν τη συνοδία του οθωμανικού στόλου επί της ναυμαχίας του Καφηρέως αφαρπαγέντα ως φέροντα προς τους εχθρούς πολεμικά παρεμπορεύματα ουδ' έπαυε να βλάπτη αναιδώς όσον εδύνατο τους Έλληνας. Μεσούντος του Ιουνίου, έπλεαν προς το ακρωτήριον της Μιτυλήνης δύο ελληνικά πλοία εις κατασκόπευσιν του εχθρού. Παρατηρήσαντα τα πλοία ταύτα ότι προσήρχετό τις κορβέττα υπό σημαίαν τουρκικήν ανεκώχευσαν έτοιμα εις πόλεμον· αλλ' η κορβέττα πλησιάσασα κατεβίβασε την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσε την αυστριακήν, και, μηδαμώς εις λόγους μετά των ελληνικών πλοίων ελθούσα, επέρριψε πεπυρωμένας σφαίρας και δεν έπαυσε σφαιροβολούσα, έως ου απεμακρύνθησαν. Τοιαύτη διαγωγή παρώργιζε τους περί των όλων αγωνιζομένους Έλληνας κατά των υπό αυστριακήν σημαίαν ναυτιλλομένων, οίτινες, αδίκως ή δικαίως πάσχοντες, επεκαλούντο μεγάλη φωνή επί τω εις τα ίδια επανάπλω την αντίληψιν της κυβερνήσεώς των· αύτη δε, επί σκοπώ να ικανοποιήση τους παθόντας και προστατεύση την σημαίαν της έστειλε το θέρος τούτο εις το Αιγαίον όλον σχεδόν τον στόλον της υπό τον ναύαρχον Παυλούκην. Ο στόλος ούτος, εξ ενός δικρότου, μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και δύο γολεττών, αντί να πλεύση εν πρώτοις όπου έδρευεν η ελληνική κυβέρνησις, και ζητήση ικανοποίησιν και αν δεν εισηκούετο, τότε να πράξη ό,τι εμελέτα, έπλευσε κατ' ευθείαν εις Μύκωνον, απεβίβασε 500 στρατιώτας και πυροβολιστάς και απήτησε ποσότητά τινα χρημάτων, ην και έλαβεν εις αποζημίωσιν αυστριακού πλοίου πειρατευθέντος, απειλήσας ότι θα έκαιε την πόλιν. Εν ώ δε διέτριβεν εκεί, ηγκυροβόλησεν ανυπόπτως η ανήκουσα εις το ελληνικόν τακτικόν πολεμική γολέττα. Ο πλοίαρχος αυτής, Δεκρόζης, αφίχθη αμέσως κατά την τάξιν εις επίσκεψιν του αυστριακού ναυάρχου. Ο ναύαρχος, γνώριμος αυτού, τον υπεδέχθη ευνοϊκώς και τον εκάλεσεν εις το γεύμα· αλλ' εν ώ τον εφίλευεν, έστειλεν εν αγνοία αυτού τας λέμβους, εκυρίευσε την γολέτταν και διεμοίρασε τους αξιωματικούς της εις διάφορα των πλοίων του στόλου· εξετάσας δε το ημερολόγιον και τα έγγραφα, και ευρών τα πάντα εν τάξει, απέλυσε το πλοίον, τον πλοίαρχον και τους αξιωματικούς· συγχρόνως έκαυσεν ως ληστρίδα μίστικον ευρεθέν εκεί, και κατά παραγγελίαν του Χαμιλτώνος εφοπλισθέν εις καταδίωξιν πειρατών. Την δε 9 Ιουλίου αφίχθη εις Τήνον, όπου ευρίσκοντο δύο πολεμικά πλοία ελληνικά εν υπηρεσία της επί της εισπράξεως του βιαίου δανείου επιτροπής, το μεν του Λαλεχού, το δε του Κυριακού, και την επαύριον καλέσας εις το δίκροτον τα μέλη της επιτροπής και τους πλοιάρχους, τοις εδηλοποίησεν ότι εθεώρει τα εν εθνική υπηρεσία εκείνα πλοία ως εθνικά, και ότι είχεν απόφασιν να τα κατάσχη δι' ά έπραξαν άλλοι Έλληνες αδικήματα μη σεβασθέντες την σημαίαν του αυτοκράτορός του. Απήντησεν η επιτροπή, ότι τα πλοία ήσαν κτήματα ιδιωτών ότι διά τοιαύτης πράξεως ηδικείτο τα έθνος, ελαττουμένης της μικράς ναυτικής δυνάμεώς του εν καιρώ κινδύνου· ότι μη έχουσα την εκτελεστικήν εκείνην δύναμιν δεν εδύνατο η επιτροπή να εισπράξη το δάνειον· ότι αν είχεν ο ναύαρχος απαιτήσεις αποζημιώσεων ώφειλε να τας γνωστοποιήση τη ελληνική κυβερνήσει και ότι ουδείς των άλλων ναυάρχων, εχόντων παρομοίας, επεχείρησέ ποτε τοιούτον τι εις βλάβην όλου του έθνους. «Αισθάνομαι όσα λέγετε», απεκρίθη ο Παυλούκης, και λυπούμαι ως άνθρωπος, αλλ' ως ναύαρχος αυστριακός οφείλω ν' αναγκάσω τους Έλληνας να υπολήπτωνται την αυλήν μου»· και ταύτα ειπών, έστειλε λέμβους ωπλισμένας και εκυρίευσε τα δύο ελληνικά πλοία· την δε επαύριον εζήτησεν εις εξαγοράν αυτών όσα χρήματα απήτει εις αποζημίωσιν· και τα μεν του Κυριάκου εξηγοράσθη αυθημερόν, το δε του Λαλεχού μετά ταύτα. Την δε επαύριον, καθ' ήν έτυχε να διαβή εκείθεν η πλέουσα προς την Σάμον μοίρα του Σαχτούρη, επέρασεν απέμπροσθεν της πρώρας της αυστριακής ναυαρχίδας, εκατόν οργυιάς μακράν αυτής, το πλοίον του Φωκά, ο Θεμιστοκλής, ανήκον εις την ρηθείσαν μοίραν. Ύβριν εθεώρησεν ο Παυλούκης την τοιαύτην πορείαν του ελληνικού πλοίου απέμπροσθεν της πρώρας του, ύψωσεν αμέσως σημεία τινα, και ευθέως όλος ο στόλος εκανονοβόλησε τον αυθάδη Θεμιστοκλή ως εχθρικόν πλοίον, και επιρρίπτων πεπυρωμένας σφαίρας και βομβίδας του ετρύπησε τα δύο κατάρτια, έσπασε την πρύμνην της λέμβου του, και το πλοίον ηναγκάσθη να ποδίση εις Σύραν προς επισκευήν και εμποδίσθη από της εις βοήθειαν της κινδυνευούσης Σάμου εκστρατείας. Ο Παυλούκης, αφ' ού διά τοιούτους λόγους εκολόβωσε το ελληνικόν ναυτικόν κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν, ειδοποίησεν εγγράφως όχι την ελληνικήν κυβέρνησιν, ως ώφειλεν, αλλά τους προκρίτους της Ύδρας, περί του σκοπού της αποστολής του· δεν εσκόπευε, τοις είπε, να επιφέρη βλάβην ή ενόχλησιν οιανδήποτε εις ελληνικά πλοία, μικρά ή μεγάλα, καταγινόμενα εις εμπόριον ή εις αλιείαν, μηδέ και εις αυτά τα ένοπλα τα έχοντα τακτικά της κυβερνήσεώς των έγγραφα, αν δεν έβλαπταν πλοία υπό αυστριακήν σημαίαν, αν δεν ηνόχλουν ή δεν ήρπαζαν τα πλέοντα υπό πολεμικήν συνοδίαν, και αν περιωρίζοντο εις το να κρατώσι μόνον τα φέροντα απηγορευμένα εν καιρώ πολέμου είδη, οσάκις ταύτα απεπειρώντο να εισέρχωνται εις αποκλεισμένους υπό ελληνικών πλοίων τουρκικούς λιμένας. Κατά την έννοιαν της κοινοποιήσεως ταύτης, δι’ ής το δικαίωμα του κρατείν τα υπό αυστριακήν σημαίαν φορταγωγά πλοία περιωρίζετο μόνον εις τα παραβιάζοντα τους αποκλεισμούς, επετρέπετο να μεταφέρωνται υπό την σημαίαν ταύτην ανεπηρεάστως στρατεύματα τουρκικά προς απόβασιν εις οιονδήποτε ελληνικόν μέρος, πολεμοφόδια, τροφαί, αποσκευαί, ή χρήματα, εις τουρκικά στρατόπεδα, και πάσα τουρκική ιδιοκτησία, από τόπου εις τόπον. Εκοινοποίησε δε προς τοις άλλοις ο ναύαρχος, ότι εθεώρει ένοχον και αξιόποινον όλην την νήσον εξ ής έπλεε πειρατικόν τι πλοίον· και ταύτα εκοινοποίει, εν ώ ούτε αυτός ούτε άλλος τις ηγνόει, ότι πλήθη των καταστραφέντων λαών, συγκεντρωθέντα είς τινας νήσους, αναγκαζόμενα να ζώσιν επί τη ρομφαία των, και ισχυρότερα των φιλησύχων κατοίκων των νήσων εκείνων, όχι μόνον δεν υπήκουαν την τοπικήν Αρχήν, αλλά και κατεπίεζαν και αυτούς τους εντοπίους. Υπό τοιούτους όρους προθέμενος ο Παυλούκης να ενεργήση τα της αποστολής του, ανεχώρησεν εκ Τήνου, αφ' ού έπραξε τα ανωτέρω· αλλά, πριν αναχωρήση, έγεινεν αυτοχειροτόνητος προστάτης των του δυτικού δόγματος πολιτών Ελλήνων και τιμωρός αυθαίρετος αυτών, και, προειδοποίησεν εγγράφως τους προκρίτους της νήσου ότι, αν εν τη απουσία του εκακοποιούντο ή εζημιούντο οι καθολικοί, αυτός επί τη επανόδω του όχι μόνον θα ικανοποίει τους παθόντας και ζημιωθέντας, και θα επαίδευε τους πταίσαντας, αλλά θα ετιμώρει και αυτούς τους προκρίτους ως υπευθύνους περί της ασφαλείας εκάστου καθολικού· υπέσχετο δε τοις προκρίτοις την φιλάνθρωπον και γενναίαν προστασίαν του εν καιρώ ανάγκης, αν απεδεικνύοντο διά της διαγωγής των άξιοι αυτής. Και ταύτα μεν όσα ενήργησεν εν Τήνω.
Αύγουστος Την δε 11 αυγούστου εμφανισθείς μεθ' όλου του στόλου έμπροσθεν της Νάξου απήτει παρά του κοινού γρόσια 8500 ως τιμήν ειδών υπό τινων εντοπίων και παρεπιδημούντων ξένων πειρατευθέντων, ή από πειρατών αγορασθέντων· απήτει και ικανοποίησιν, διότι υβρίσθη ο εκεί αυστριακός πρόξενος, και ητιμάσθη η επί του προξενείου σημαία· προσαπήτει και όρκον περί ασφαλείας εις το εξής των προξένων, των δυτικοφρόνων, και των υπό ξένην υπεράσπισιν κατοίκων της νήσου· και επειδή δεν εισηκούσθη, απεβίβασε την επαύριον 800 στρατιώτας και κανόνια, και πολιορκών την πόλιν διά ξηράς και θαλάσσης, την εκανονοβόλει, μήτε εις γυναίκας μήτε εις ασθενείς μήτε εις παιδία έξοδον επιτρέπων. Διεκήρυξε δε την αυτήν ημέραν και ο αρχηγός της επί της ξηράς δυνάμεως Ζιμβούργος προς τους Ναξίους τα αυτά, και απήτει προς τοις άλλοις και τα όπλα των κατοίκων. Αντέτειναν απαξάπαντες οι Νάξιοι εις τον αφοπλισμόν· αλλ' υπήγαν εις την οικίαν του αυστριακού αντιπροξένου υπό στρατιωτικήν συνοδίαν, εζήτησαν συγγνώμην ωρκίσθησαν περί της ασφαλείας των προξένων και των επί της νήσου δυτικοφρόνων, και ύψωσαν την αυστριακήν σημαίαν. Τούτων γενομένων, εξέδωκεν ο Ζιμβούργος δευτέραν διακήρυξιν, δι’ ής δικαιολογών την απαίτησιν των όπλων ως αφορώσαν την ησυχίαν της νήσου, επέτρεπε την απ' ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου κοινωνίαν της πόλεως και των χωρίων, και περιώριζε την οργήν και την εκδίκησίν του εις μόνους τους μετελθόντας τα της πειρατείας. Αφ' ού δε επληρώθησαν όσα χρήματα απητούντο, η μεν ναυαρχίς απέπλευσε την 22, τα δε λοιπά πλοία μετά δύο ημέρας· δεν έπαυσε δε ο ναύαρχος επί της εν Νάξω διατριβής του υβρίζων τους εντοπίους ως αποστάτας κατά του νομίμου βασιλέως των, και προτρέπων αυτούς να επικαλεσθώσι το έλεός του και να επανέλθωσιν εις την οδόν του καθήκοντος προ της εξολοθρεύσεώς των.
Δίκαιον αναμφιβόλως ο ναύαρχος είχε να υποχρεώση τους άρπαγας εις την απότισιν όσων ήρπασαν και να τους τιμωρήση· αλλά διατί να παιδεύση ολόκληρον αθώαν πόλιν; μήπως δεν ήξευρε διά του προξένου ότι πάντη ανίσχυρος ήτον ή κοινότης να παιδεύση τους ενόχους, ως καταπιεζομένη υπό των εμφιλοχωρούντων Κρητών, και ως έχουσα αυτή ανάγκην υπερασπίσεως; εν ποίω δε δικαιώματι έπραξεν ο ναύαρχος ό,τι έπραξεν υπέρ του προξένου; ο πρόξενος ήτον εντόπιος και κάτοικος της Νάξου, ό εστι πολίτης Έλλην· ούτε συνθήκην, δι' ής εδύνατο να εγκαθιστά προξένους εν Ελλάδι είχεν η Αυστρία, ουδ' άλλην πολιτικήν σχέσιν· εξ εναντίας εφέρετο προς αυτήν εχθρωδώς και απανθρώπως. Πώς εδύνατο λοιπόν επί τοιαύτης γης ν' απαιτή την ύψωσιν της σημαίας της και την εγκαθίδρυσιν των προξένων της; εν ποίω δε δικαιώματι εκηρύχθη υπέρμαχος των της δυτικής εκκλησίας Ναξίων, όλων πολιτών Ελλήνων; και υπηκόους του σουλτάνου αν τους εθεώρει, ο σουλτάνος ανεγνώρισε προστάτριαν αυτών μόνην την Γαλλίαν, και υπό την προστασίαν ταύτης, αν και παρεξηγουμένην, και όχι ποτέ της Αυστρίας, πολλάκις αντέτειναν οι δυτικόφρονες του Αιγαίου εις την απότισιν των νενομισμένων φόρων. Ούτω πολιτευομένου του ναυτικού της Αυστρίας προς την Ελλάδα, έπταιεν η καταδιωκομένη και υβριζομένη Ελλάς, διότι δεν εσέβετο την σημαίαν της ως εσέβετο τας των άλλων Δυνάμεων, και διότι την εθεώρει ως εχθράν της;
Αποπλεύσας ο Παυλούκης της Νάξου κατήρεν εις Ναύπλιον, όπου έδρευεν η κυβέρνησις· εκεί συνέλαβεν υποψίας ότι οι Έλληνες εμελέτων να τον καύσωσι· διά τούτο και το πλήρωμά του έντρομον εγρηγόρει πάσαν νύκτα, και τα εισερχόμενα και εξερχόμενα ελληνικά πλοία κατεσκοπεύοντο. Τοιούτον σκοπόν συνέλαβαν τω όντι τινές των Ελλήνων· αλλ' η κυβέρνησις ειδοποιηθείσα τους απέτρεπεν. Ο δε Παυλούκης, είτε φοβηθείς, είτε αισθανθείς πόσον αξιόμεμπτος ήτον η διαγωγή του, εφάνη έκτοτε συγκαταβατικώτερος, εκάλεσεν εις γεύμα μέλη τινά της κυβερνήσεως και έστερξε ν' αναθεωρηθώσιν υπό μικτής επιτροπής Ελλήνων και Αυστριακών αποφάσεις τινές του θαλασσίου δικαστηρίου· αλλά και μετά τα ευμενέστερα ταύτα δείγματα της διαγωγής του έν των υπό την οδηγίαν του πλοίων έπραξεν εν τη νήσω των Θερμιών κατ' εντολήν αυτού ό,τι έπραξεν αυτός εν Νάξω.
Προ πέντε ετών είχε ναυαγήσει κατά το ακρωτήριον της νήσου εκείνης, άγιον Δημήτριον, σουηδικόν πλοίον, και το φορτίον αυτού διήρπασάν τινες των κατοίκων του χωρίου Σύλλακα. Ο υποπρόξενος της Αυστρίας, ο και υποπρόξενος της Σουηδίας, απήτησε πολλάκις την αποζημίωσιν, αλλ' ουδέποτε εισηκούσθη. Την δε 30 αυγούστου ηγκυροβόλησε το αυστριακόν βρίκι, ο Ω ρ ί ω ν, εν τω λιμένι των Θερμιών, και ο κυβερνήτης αυτού, Αλβέρτης, απήτησε την αποζημίωσιν εντός 24 ωρών. Οι κάτοικοι του χωρίου εζήτησαν προθεσμίαν μακροτέραν. Την επιούσαν νύκτα είδαν οι ποιμένες της νήσου ενόπλους βαδίζοντας προς το χωρίον, τους εξέλαβαν ως ληστάς και έδωκαν είδησιν φωνάζοντες. Ήκουσαν την φωνήν οι χωρικοί, και οι μεν άνδρες εξήλθαν ένοπλοι την νύκτα ως επί ληστάς και ετουφεκίσθησαν, αι δε γυναίκες έτρεξαν εις τα όρη προς ασφάλειαν· εγνώσθη μετ' ολίγον ότι οι αποβάντες ήσαν αυστριακοί, και ότι έφεραν επί της ξηράς κανόνια εις σωφρονισμόν των απειθούντων· απεδόθη δε άνευ περαιτέρω αναβολής η ζητουμένη αποζημίωσις. Τοιουτοτρόπως διεσώθη το κινδυνεύον ολόκληρον χωρίον διά την ανομίαν και αδικίαν τριών και μόνων ατόμων.
Λήγοντος δε του σεπτεμβρίου, επανήλθεν ο Παυλούκης εις Ναύπλιον, και ηύρεν εκεί το υπό αυστριακήν σημαίαν εμπορικόν πλοίον, Μαγδονάλδον, υπό δίκην. Το ληίσαν τον Μαγδονάλδον ελληνικόν είχε τακτικά έγγραφα, και ούτε παραβίασίς τις υπήρχε των νενομισμένων, ούτε παρατυπία· αλλ' ο Παυλούκης, επί λόγω ότι η ελληνική κυβέρνησις δεν είχε το δικαίωμα να επισκέπτεται τα υπό αυστριακήν σημαίαν πλοία, το επήρε βία. Διεμαρτυρήθη η κυβέρνησις διά την ενώπιον αυτής αυθαίρετον ταύτην πράξιν και απήτησε να μη διακόψη την κατά τους εν πλήρει ενεργεία νόμους δίκην του πλοίου· αλλ' εκείνος εκώφευσεν εις την δικαίαν ταύτην φωνήν. Τοιαύτα ήσαν τα άθλα κατά το ενεστώς έτος του αυστριακού ναυτικού, δι' α εγόγγυσεν όλη η Ελλάς, και ωργίσθη όλη η Ευρώπη.
Αν η κοινή καταδρομή του Ζαήμη και του Κολοκοτρώνη τους ήνωσεν ως είδωμεν, η πτώσις των αντιπάλων και η ιδία ανόρθωσις τους διήρεσε. Γενικός αρχηγός των όπλων της Πελοποννήσου ήτον ήδη ο Κολοκοτρώνης, τοιούτος διέμεινε και μετά την εγκαθίδρυσιν της νέας κυβερνήσεως και δεν προσέκτησεν ό,τι ενόμιζεν αυτώ ανήκον επί της νέας διανομής της εξουσίας, υπέρ ης τόσον εμόχθησεν. Ένεκα τούτου αποσπασθείς του Ζαήμη απέσπασε και άλλους, εν οίς και τον Αναγνώστην Δηληγιάννην, μέλος της διοικητικής επιτροπής, και η διαίρεσις των επαρχιών ενισχύθη εκ νέου. Αι επαρχίαι της Κορίνθου και της Βοστίτσης είλκυσαν κυρίως την προσοχήν της νέας αντιπολιτεύσεως διά τα πλούσια εισοδήματά των και της μεν πρώτης επαρχίας αρχηγός ήτον ο στρατηγός Ιωάννης Νοταράς, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος και εξάδελφος αυτού Παναγιώτης Νοταράς· της δε δευτέρας αρχηγός ο στρατηγός Λόντος, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος Μελετόπουλος. Τους δύο τούτους αντιστρατήγους ελκύσαντες οι περί τον Κολοκοτρώνην διήγειραν κατά των στρατηγών υπό το δέλεαρ της αρχηγίας των επαρχιών. Αλλ' η διαίρεσις εισεχώρησε μάλλον εις την της Κορίνθου, όπου την υπέθρεψε και η περί νυμφεύσεως ωραίας και ευγενούς νεάνιδος της επαρχίας εκείνης αναφανείσα αντιζηλία του στρατηγού και του αντιστρατήγου. Η διαίρεσις αύτη εξέκλινε τον αύγουστον εις αλληλομαχίαν, και οι δύο αντίζηλοι νεανίαι, ευρόντες και άλλους συμμάχους, άφρονας ως αυτούς, συνήψαν εν Σοφικώ, χωρίω της επαρχίας των, μάχην, καθ' ήν νικήσαντες οι περί τον Ιωάννην Νοταράν έσφαξαν αθώους, ελεηλάτησαν και κατέστρεψαν το χωρίον, και έκαυσαν το πλείστον μέρος του πευκοφύτου δάσους του, όθεν ρητινολογούντες οι χωρικοί επορίζοντο κατ' έτος τα προς το ζην· κατέστρεψαν δε και άλλα χωρία γυμνώσαντες τους κατοίκους. Το πυρ της εν τη επαρχία της Κορίνθου αλληλομαχίας εγγύς ήτο να διαδοθή και εις άλλας επαρχίας της Πελοποννήσου, αλλ' η διοικητική επιτροπή έσπευσε να το σβέση εν αυτή τη εστία του, και επί τω σκοπώ τούτω μετέβησαν εις την επαρχίαν εκείνην ο πρόεδρός της, τα μέλη αυτής Πετρόμπεης και Δηληγιάννης, και ο αντιπρόεδρος της επιτροπής της συνελεύσεως Πορφύριος· μετέβη εκεί και ο Κολοκοτρώνης μεταμεληθείς δι' όσα ενήργησεν εις έξαψιν των παθών. Συσκέψεως δε γενομένης διετέθησαν τα της επαρχίας όπως η περίστασις απήτει, απεπέμφθησαν οι δύο αντίζηλοι νεανίαι εις τα στρατόπεδα, και τοιουτοτρόπως πολλά παθούσα η επαρχία της Κορίνθου διεσώθη από της παντελούς καταστροφής.
Αφ' ού δε οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί Κρήτες ερρίφθησαν, ως προείπαμεν, εις σκοτεινήν φυλακήν, ηναγκάσθησαν πολλοί να προτιμήσωσι χάριν ασφαλείας τον κλεπτικόν πόλεμον. Διά του τρόπου τούτου επιδρομαί συχναί εις πολλάς της Κρήτης επαρχίας εγίνοντο, και εχθροί κατεστρέφοντο, και χωρία ελαφυραγωγούντο· αλλά μετά την κυρίευσιν της Γραμβούσης ηύρισκαν οι οπλοφόροι Χριστιανοί καταφύγιον εκεί, και προμηθευόμενοι ευκόλως των αναγκαίων εγίνοντο τολμηρότεροι, επιφοβώτεροι και συστηματικώτεροι. Την 1 οκτωβρίου εξεστράτευσαν κατά πρώτην φοράν εκείθεν προς τα Χανιά 150 διά θαλάσσης και άλλοι τόσοι διά ξηράς· και οι μεν διά θαλάσσης συνέλαβαν δύο αλιάδας αυτάνδρους, εγέμισαν τα πλοιάρια ζώων και άλλων λαφύρων, εσκότωσαν 17 εχθρούς, εν οίς και τον υιόν του Χασάμπεη Τουκμετσόγλου, και έφεραν 6 αιχμαλώτους εις Γραμβούσαν. Οι δε διά ξηράς ήρπασαν ζώα ικανά έξωθεν των Χανιών, και εφόνευσαν και τον υιόν του Φανέραγα. Εξεστράτευσεν εις καταδίωξιν και τιμωρίαν αυτών ο Μουσταφάπασας, και επροχώρησε μέχρι της Γραμβούσης, αλλά δεν τους επρόφθασε, και φονεύσας τρεις άλλους καθ' οδόν επέστρεψεν εις Χανιά. Καθ' ήν δε ημέραν εξεστράτευσεν, επέδραμάν τινες των εν ταις υπωρείαις της Μαλάξας Χριστιανών μέχρι των πυλών του τείχους, εγύμνωσαν τα βυρσοδεψεία, ήρπασαν ζώα, εφόνευσάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια αβλαβείς. Την αυτήν νύκτα κατέβησαν 10 Κεφαλιανοί εις τας αλικάς, εκυρίευσαν μίαν αλιάδα, και διέβησαν εν αυτή απέμπροσθεν του φρουρίου της Σούδας αβλαβείς. Ο δε Μουσταφάπασας, βλέπων τας γενομένας συγχρόνως πολλαχόθεν επιδρομάς, λεηλασίας και σφαγάς, εφρόντισε να εφοδιάση το φρούριον όσον τάχιον των αναγκαίων, και να το προετοιμάση εις πολιορκίαν.
Λήγοντος δε του οκτωβρίου, Τούρκοι τινές των εν Κανδάνω περιεφέροντο εις συλλογήν ελαιών· επέδραμαν οι Έλληνες, τους επρόφθασαν επανερχομένους εις τα ίδια, τους εκτύπησαν, εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας και έτρεψαν τους άλλους. Μικραί συγκρούσεις συνέβησαν και αλλού εις βλάβην ως επί το πλείστον των οθωμανών.
1826-27
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.
&Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως — Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως — Μάχη του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. — Είσοδος των περί των Φαβιέρου εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία των Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι.&
Η ΑΛΩΣΙΣ του Μεσολογγίου επέφερε την καταστροφήν του αγώνος καθ' όλην την Δυτικήν Ελλάδα. Οι λαοί όλων των επαρχιών εκείνου του μέρους επροσκύνησαν· ο δε Κιουταχής εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν, τους μεν των εχόντων επαρχίας οπλαρχηγών εφείλκυσε και παρέλαβεν εις την υπηρεσίαν του, τους δε ουδετέρωσεν· Ιούνιος αφήσας δε ικανήν φρουράν εν Μεσολογγίω εξεστράτευσε τον ιούνιον εις Αθήνας, επάτησε, μηδενός εναντιουμένου, την Φωκίδα και Βοιωτίαν, και την 28 ηυλίσθη εν Θήβαις. Δεκακισχίλιοι ιππείς και πεζοί υπελογίζοντο οι συνεκστρατεύσαντες, και εξ είκοσι κανονίων και έξ βομβοβόλων συνίστατο το πυροβολικόν· προνοητικότερος δε του Δράμαλη εξησφάλισε διά στρατιωτικής κατοχής καταλλήλων μεταξύ θέσεων την ελευθέραν κοινωνίαν του στρατού του μετά της Ευβοίας και του κορινθιακού κόλπου, όθεν έμελλε να πορίζεται τα χρειώδη. Εν ώ δε εστράτευεν ούτος εις Αθήνας, επάτησε και ο Καρύστιος Ομέρ-πασας την Αττικήν μετά χιλίων· και αυτός μεν κατέλαβε το Καπανδρίτι 7 ώρας απέχον των Αθηνών, οι δε περί αυτόν ιππείς επροχώρησαν εις Πειραιά, έκαυσαν τας θημωνιάς, ήρπασαν ποίμνια και επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Επί δε της επιδρομής ταύτης ο Βάσσος και ο Κριεζώτης ευρίσκοντο κατά την Κάζαν και τα Δερβενοχώρια, όπου μαθόντες τα κατά τον Πειραιά ανεστράφησαν, και την 20 εστρατοπέδευσαν κατά το χωρίον Λυόσιαν μίαν ώραν μακράν του εχθρού· την δε επαύριον, δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου, έστειλαν 100 εις ενέδραν των εχθρών εξερχομένων συνήθως προς θερισμόν. Οι σταλέντες εφόνευσαν 2, αλλ' επέδραμαν 200 ιππείς και τους απέκρουσαν· επρόφθασαν εν τούτοις και οι άλλοι Έλληνες, και ούτως οι ιππείς επανήλθαν εις τα ίδια. Την δε επαύριον επρότειναν οι Τούρκοι συνδιάλεξιν, και εισακουσθέντες έστειλαν δύο υποπλαρχηγούς υποσχόμενοι τω Κριεζώτη και τω Βάσσω μεγάλας αμοιβάς, αν επροσκύνουν· απορριψάντων δε αυτών τας προτάσεις, επεστράτευσαν πανστρατιά την 24 λίαν πρωί, αντεπεστράτευσαν και οι Έλληνες, επολέμησαν όπου και την προτεραίαν, και επληγώθησαν εξ αυτών 7, οι δε Τούρκοι επανήλθαν εις το στρατόπεδον· γνωσθέντος δε του ερχομού του Κιουταχή εις Θήβας, ανεχώρησαν οι περί τον Βάσσον και τον Κριεζώτην εις Ελευσίνα.