Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 4
Επιστρέψας δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν εξεστράτευσεν εκ νέου την 8, και φθάσας εις Δάραν άφησεν εκεί έν σώμα εις συγκομιδήν τροφών και καταστροφήν των πέριξ χωρίων· αυτός δε, παραλαβών το πλείστον του στρατεύματος εισέβαλε την 18 εις τα χωρία της επαρχίας Καλαβρύτων, Κατσάνην και Λιβάρτσι, και εστρατοπέδευσε κατά την Ποταμιάν. Μαθών την εκστρατείαν ταύτην ο Λεχουρίτης, παρέλαβε τους κατέχοντας την θέσιν του αγίου Γεωργίου στρατιώτας του και όσους άλλους εδυνήθη, έδραμεν εις Σωποτόν, και συνάξας τους χωρικούς κατέλαβε τας δύο θέσεις, άγιον Αθανάσιον και Χόβολην, δι' ών εδύνατο ο εχθρός να εισβάλη εις Σωποτόν. Την αυγήν της 14 εφάνησαν κατά την Χόβολην 250 ιππείς, αλλά προσβληθέντες εστράφησαν εις το στρατόπεδον^ την δε επιούσαν νύκτα υπήγαν 500 εις Τριπόταμον, και δεν ηύραν αντίστασιν καί τινες μεν αυτών, εμβάντες είς τι νεοκτισθέν μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα αυτού και άλλους ιερωμένους και λαϊκούς, τινές δε ανέβησαν εις Βερσόβι, αλλ' ευρόντες αντίστασιν δεν εισήλθαν· αντίστασιν επίσης ηύραν και άλλοι εξ αυτών θελήσαντες να πατήσωσι την Νάσιαν και το Σκούπι. Την δε 15 χίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, εφάνησαν προς τους πρόποδας του Μοστιτσίου και του Κλητορίου· και ολίγοι μεν αυτών επρόφθασαν και εμβήκαν εις Κλητόρι, και λεηλατήσαντες ολίγας οικίας ανεχώρησαν, οι δε λοιποί ευρόντες έμπροσθέν των τους περί τον ακάματον Λεχουρίτην, αφήσαντας τον άγιον Αθανάσιον και μεταβάντας εκεί, εμποδίσθησαν να εισέλθωσιν εις Μοστίτσι. Οι εχθροί επροχώρησαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα, αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην προκατειλημμένην, επέστρεψαν εις Καρνέσι άπρακτοι. Την δε 18 εστράτευσαν προς την Χόβολην, αλλ' επολεμήθησαν και κατεδιώχθησαν. Την δε επιούσαν εκίνησαν επί τους απομείναντας κατά τον άγιον Αθανάσιον· τρις εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι· πεσόντες τελευταίον πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί, τους έτρεψαν και εισήλθαν εις Σωποτόν. Οι Έλληνες, τρέξαντες δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον άγιον Γεώργιον· εκείθεν ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σωποτώ και τους ηνάγκασαν να εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντας να καύσωσιν οικίαν. Οι Έλληνες έμειναν εν τη αυτή θέσει του αγίου Γεωργίου, και κατέλαβαν και την του αγίου Νικολάου αντικρύ του Σωποτού. Την δε 30 το πρωί ώρμησαν χίλιοι εχθροί και επάτησαν εκ νέου το Σωποτόν· επάτησάν τινες αυτών και την αγίαν Βαρβάραν, αλλ' ολίγην ώραν ενδιέμειναν αποδιωχθέντες· επάτησαν όμως άλλα χωρία, έκαυσαν το Βεζίνι, την Νάσιαν και το Σκούπι· υπήγαν και εις Βερσίτσι, όθεν απεκρούσθησαν. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασεν εις το στρατόπεδον και το εν Δάρα απομείναν καθ' οδόν σώμα, αφ' ού ηφάνισε και εκείνο πολλά χωρία. Συνάξαντες δε οι εχθροί πολλούς καρπούς απεσκήνωσαν την 26 εκ της Ποταμιάς, μετέβησαν εις Λούστραν, εσύναξαν και εκεί καρπούς, και καύσαντες τα καθ' οδόν χωρία, επέστρεψαν την 29 εις Τριπολιτσάν. Μετ' ολίγας δε ημέρας εκίνησάν τινες αυτών είς τινα των δυτικών χωρίων της επαρχίας του Άργους, υπήγαν εις Άγιον Γεώργιον, και εις άλλα χωρία της επαρχίας Κορίνθου, και καρπολογήσαντες επανήλθαν εις Τριπολιτσάν. Επειδή δε επλησίαζεν ο χειμών και ουδαμού υπήρχεν αξιόμαχον στρατόπεδον ελληνικόν, άφησεν ο Ιβραήμης εν Τριπολιτσά δυνατήν φρουράν, και παραλαβών το λοιπόν στράτευμα κατέβη προς τα μεσσηνιακά φρούρια και έφθασεν εις Μοθώνην την 2 νοεμβρίου.
1826 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.
&Τα κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα του ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. — Φιλελληνισμός του βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή του αυστριακού ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία Κορίνθου. — Τα κατά την Κρήτην.&
ΛΗΓΟΝΤΟΣ δε του Ιουνίου εξέπλευσε του Ελλησπόντου η πρώτη μοίρα του οθωμανικού στόλου υπό τον καπητανάμπεην, και την 1 Ιουλίου εισέπλευσε τον λιμένα του Νεοκάστρου· συνίστατο δε εκ 2 δικρότων και 20 φρεγατών, κορβεττών και βρικίων. Την δε τελευταίαν ημέραν του Ιουνίου εξέπλευσε και η δευτέρα μοίρα υπό τον καπητάμπασαν· συνίστατο και αύτη εκ 2 δικρότων, 27 φρεγατών και κορβεττών, και 7 βρικίων, και εσκόπευε να παραλάβη επί των παραλίων της Ασίας στρατεύματα και να τα ρίψη εις την Σάμον. Εις ματαίωσιν των σχεδίων τούτων και επί τη θερμή αιτήσει των Σαμίων, υποσχεθέντων εν μέρει την αναγκαίαν Ιούλιος μισθοδοσίαν, εξέπλευσαν περί την 10 Ιουλίου των λιμένων Ύδρας και Σπετσών 33 πολεμικά και 8 πυρπολικά υπό τον Κολανδρούτσον και Σαχτούρην, και την 14 έφθασαν έξω της Σάμου, και συνήντησαν 14 του τουρκικού στόλου· αλλ' ουδ' εναυμάχησαν ουδ' εκανονοβολήθησαν την ημέραν εκείνην· ησύχασαν και την επαύριον· δύο ώρας δε μετά την δύσιν του ηλίου ηκροβολίσθησαν υπό το Κωρύκιον, και έρριψαν οι Έλληνες εις δύο φρεγάτας δύο πυρπολικά, το του Μουσού και το του Σπαή, και παρ' ολίγον να τας καύσωσι· τόσον δε τα πληρώματα των φρεγατών εφοβήθησαν, ώστε πολλοί ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, και οι μεν επνίγησαν, οι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν· μετά ταύτα διεχωρίσθησαν οι στόλοι. Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη ολόσωμος ο εχθρικός έξωθεν της Χίου, και ιδών τον ελληνικόν υπό το Καρλοβάσι επλησίασε προ της μεσημβρίας, και εξέτεινεν υπό το ακρωτήριον, Άμπελον, την μίαν των πτερύγων του πέραν του Καρλοβασίου, και απέκλεισε δι' αυτής, βοηθεία του πνέοντος ολίγου άνεμου, τον ελληνικόν στόλον εντός του πορθμού· μετ' ολίγον ήρχισε να πνέη άνεμος απόγειος, ώστε τα εχθρικά πλοία, τα προ ολίγου υπερήνεμα, ευρέθησαν αίφνης υπήνεμα και ετράπησαν. Δοθέντος δε του σημείου ώρμησαν τα πυρπολικά εις αυτά φεύγοντα· ως ταχυπλοώτερον δε το του Κανάρη προέπλευσε συνοδευόμενον υπό τινων πολεμικών, και έχον έμπροσθέν του έν δίκροτον και μίαν φρεγάταν. Εν ώ δε προσήγγιζε την πρύμνην της φρεγάτας, κανονοβολούμενον και παρ' αυτής και παρά του παραπλέοντος δικρότου, μία σφαίρα του διεπέρασε τα θαλασσεύοντα μέρη και το εβύθισεν, ο δε Κανάρης και οι ναύται εμβάντες εις το εφόλκιον ευρέθησαν εν μέσω δύο μεγάλων εχθρικών λέμβων· τρεις εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν, εν οίς και ο Κανάρης ελαφρώς εις την κεφαλήν και την αριστεράν χείρα. Η ναυμαχία της ημέρας εκείνης διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν κατέπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, όπου διέμεινεν αργός ολόκληρον μήνα. Την δε 15 αυγούστου απέπλευσε, και τα μεν των πλοίων αυτού κατέπλευσαν εις Σουατσίκι, τα δε εις Άσπρα χώματα. Ο δε ελληνικός, αδύνατος ων, παρετήρει μόνον τα κινήματά του. 37 μεγάλα εχθρικά πλοία έπλευσαν την 18 προς την Χίον τα δε ελληνικά ηναγκάσθησαν ν' αράξωσιν εξ αιτίας των εναντίων ανέμων υπό την Ικαρίαν. Την 23 έφθασαν 20 υδραϊκά υπό τον Μιαούλην εις τα νερά της Σάμου, όπου ηύραν και τα λοιπά, ώστε έγειναν όλα τα ελληνικά 53· και τα μεν υπό τον Μιαούλην ηγκυροβόλησαν υπό την Ικαρίαν, τα δε υπό τον Κολανδρούτσον και Σαχτούρην προς το νησίδιον της Υψηλής. Την 27 ηνώθη πάλιν όλος ο ελληνικός στόλος και έπλευσε προς την Χίον εις συνάντησιν του εχθρικού· πυκνή ομίχλη εσκέπασε την νύκτα εκείνην τον στόλον, και εξ αιτίας ταυτής διεσκορπίσθησαν τα πλοία, και μόλις την επιούσαν περί την εσπέραν συνήχθησαν όλα έμπροσθεν της Μιτυλήνης. Εκεί ηύραν πλέοντα τα 2 δίκροτα και 22 άλλα πλοία του εχθρικού στόλου, εξ ών τα πλείστα φρεγάται. Περί το μεσονύκτιον ηκροβολίσθησαν οι δύο στόλοι· την δε επαύριον έπλεεν ο εχθρικός προς το βόρειον στόμιον του πορθμού, και εφαίνετο ότι εσκόπευε ν' απομακρυνθή· παρέπλεε και ο ελληνικός· αλλ', αντί ν' απομακρυνθή, εστράφη αίφνης, ώρμησε θαρραλέως εις ολίγα ελληνικά πλοία προπλέοντα, επόδισεν όμως μετ' ολίγον ιδών πλησιάζοντα τα άλλα. Εν τω μεταξύ τούτω εφώρμησε το υπό τον Σπαήν πυρπολικόν, αλλά κατετρυπήθη και εβυθίσθη, οι δε εν αυτώ διεσώθησαν όλοι, εμβάντες εις το εφόλκιον. Εβλάφθη και το κατάρτιον του πυρπολικού του Παρασκευά. Ο άνεμος ήτον άστατος και ολίγος, και το πλοίον του Σαχίνη, ο Μιλτιάδης, έτυχε να ευρεθή πλησίον ενός των δύο δικρότων απολειφθέντος των λοιπών πλοίων του στόλου· τέσσαρας ώρας εκανονοβολείτο και αντεκανονοβόλει μονομαχών· κινδυνεύων δε να βυθισθή, και μη δυνάμενος ν' απομακρυνθή, αντείχε γενναίως. Έβλεπαν τα ελληνικά πλοία μακρόθεν, την μονομαχίαν, αλλ', επικρατούσης νηνεμίας, μόλις επλησίασε το του Λεμπέση. Επί τέλους το δίκροτον, προσκάλεσαν διά σημείου τας λέμβους των άλλων πλοίων απεμακρύνθη ρυμουλκούμενον· ο δε Μιλτιάδης διήλθε τον μακρόν και δεινόν αγώνα αβλαβής και δεδοξασμένος. Οι στόλοι διέμειναν όλην την νύκτα απέναντι ο είς του άλλου· την δ' επιούσαν αντιπαρετάχθησαν λίαν πρωί και εμάχοντο. Οι Τούρκοι εφάνησαν ανώτεροι εαυτών· διότι, απόντος του ατόλμου Τοπάλη επισκευάζοντος την παθούσαν ναυαρχίδα του, εκυβέρνα τον στόλον ο έμπειρος και τολμηρός Ταχήρπασας. Εν τη ακμή δε της μάχης, εν ώ η φέρουσα την σημαίαν του φρεγάτα και άλλα πλοία ηγωνίζοντο να υπερηνεμίσωσι των ελληνικών και επιπεσώσι, βοηθούντος του ανέμου, ο Σπαής, ο απολέσας την προτεραίας το πυρπολικόν του, ίθυνεν άλλο εις την φρεγάταν^ αλλ' υπό την βολήν των κανονίων αυτής έσπασαν τα κατάρτιά του, και οι πυρποληταί κατέβησαν εις το εφόλκιον επί σκοπώ να καύσωσι το πυρπολικόν και φύγωσιν· αλλ' ιδόντες 2 εχθρικάς λέμβους κινουμένας εις σύλληψιν αυτού ανέβησαν πάλιν επί του καταστρώματός του και τουφεκίζοντες τας απεμάκρυναν. Προς το κέντρον δε της γραμμής επολέμουν ο ναύαρχος ο Ραφαλιάς, ο Κριεζής, ο Παναγιώτας, ο Λεμπέσης και άλλοι· ήσαν παρ' αυτοίς και τέσσαρα πυρπολικά, τα του Πολίτου, του Βώκου, του Μπούτη και του Μπέσκου. Οι πυρποληταί ίθυναν και τα τέσσαρα εις τα εχθρικά πλοία, αλλά των δύο εβλάφθησαν τα κατάρτια, το πυρ του εχθρού έκαυσε το τρίτον, το δε τέταρτον, το του Μπέσκου, έπεσεν εις την φρεγάταν και εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε διά της επιτηδειότητος του πληρώματος αυτής και εκάη και αυτό εις μάτην· την δε β' ώραν μετά μεσημβρίαν έπαυσεν η ναυμαχία. Γενναίως ως πάντοτε ηγωνίσθη το ελληνικόν ναυτικόν κατά τας δύο τελευταίας ναυμαχίας· αλλ' ουδέποτε τα πλοία του και τα πληρώματα έπαθαν τόσην ζημίαν. Εκατόν εφονεύθησαν και επληγώθησαν και τα πλείστα των πλοίων είχαν ανάγκην επισκευής. Μεγάλην ζημίαν υπέστη και ο εχθρικός στόλος· εισέπλευσε δε τον κόλπον της Σμύρνης απρόθυμος όσων έπαθε να επανέλθη εις τον αγώνα. Μετ' ολίγας ημέρας εξέπλευσαν του Ελλησπόντου εις ενίσχυσίν του εννέα φρεγάται.
Αφ' ού δε απεμακρύνθη ο εχθρικός στόλος, και εφαίνετο ότι εματαιώθησαν τα κατά της Σάμου σχέδιά του, συνήλθαν τα ελληνικά πλοία εις Ψαρά και εκείθεν επανέπλευσαν τα πλείστα εις τα ίδια. Έμεινε δε ο Μιαούλης μετά ένδεκα πολεμικών και τριών πυρπολικών. Προπορευομένη η ναυαρχίς και συνοδευομένη υπό δύο μόνον πολεμικών και δύο πυρπολικών, του Ρούφα και του Πολίτη, ευρέθη αίφνης την 25 σεπτεμβρίου έξωθεν της Μιτυλήνης εν μέσω του εχθρικού στόλου, εκυκλώθη, έπαθε πολλάς ζημίας, έσπασε το πηδάλιόν της, και ηναγκάσθη να ποδίση και υψώση το σημείον της αποχωρήσεως εις οδηγίαν των μακρόθεν ερχομένων άλλων πλοίων· και τα μεν της συνοδίας της δύο πολεμικά την παρηκολούθουν απομακρυνομένην, τα δε δύο πυρπολικά δεν υπήκουσαν, έδεσαν τα πανία των, και ανέμεναν υπό το ακρωτήριον της αγίας Μαρίας τα εχθρικά αρμενίζοντα κατόπιν υπό λεπτόν άνεμον. Ο Μιαούλης διέταξε τα παρακολουθούντα δύο πλοία να στείλωσι τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν των δύο πυρπολικών, υποθέσας ότι ηργοπόρουν διά την ολιγότητα του ανέμου. Ο Ρούφας επείσθη, και εν ώ το σκάφος του ερρυμουλκείτο, εχθρική κανονία, πεσούσα εν τω εφολκίω του, εφόνευσε τρεις και επλήγωσε τέσσαρας· αλλ' ο Πολίτης δεν ηθέλησε να ρυμουλκήση και απομακρυνθή μήτε να λύση τα πανία του, ως διετάχθη. Τούτο βλέποντες οι εχθροί εξεμάνησαν, εκύκλωσαν το πλοίον του, και επειδή κονονοβολήσαντές το ικανήν ώραν μήτε να το βυθίσωσιν εδυνήθησαν μήτε να το καύσωσιν, έστειλαν εις άλωσιν αυτού είκοσι λέμβους· αλλ' ο Πολίτης, εμβάς εις το εφόλκιόν του φέρον έν κανόνι, έπεσεν ως τυφλός εις το μέσον και των είκοσι, και κανονοβολών και τουφεκίζων ηνάγκασε και τας είκοσι να ποδίσωσι.
Τούτου δε γενομένου, επανήλθεν εις το πλοίον του, έλυσε τα πανία του, και ιστάμενος επί της πρύμνης του πλοίου του εν μέσω τόσων εχθρικών πλοίων, και βαστών το ξίφος εις την δεξιάν, εφώναζε χλευάζων και προκαλών τον στόλον όλον εις μάχην. Τοιουτοτρόπως απεμακρύνθη θαυμαζόμενος και παρ' αυτών των εχθρών διά την παράφρονα, ούτως ειπείν, τόλμην του. Αλλ' ό,τι δεν έπαθε το πλοίον του Πολίτου, εκινδύνευσαν να το πάθωσι τα του Σαχίνη και του Ζάκα. Εν ώ εκινδύνευε το του Πολίτου, τα πλοία ταύτα παρευρεθέντα έδραμαν εις σωτηρίαν του· αλλά μόλις επλησίασαν, έπαυσεν ο λεπτός άνεμος, υφ' όν έπλεαν, και ευρέθησαν ακίνητα πλησίον της οθωμανικής ναυαρχίδας καί τινος εχθρικής γολέττας· και η μεν ναυαρχίς ρυμουλκουμένη, η δε γολέττα κωπηλατουμένη έβαλαν και τα δύο εις το μέσον· και το μεν του Ζάκα ολίγα παθόν απεμακρύνθη, το δε του Σαχίνη, μη δυνηθέν να απομακρυνθή, κατετρυπήθη κανονοβολούμενον· τόσω δε πλησίον ευρέθη των εχθρών, ώστε οι εν αυτώ ήκουαν αυτούς κραυγάζοντας να παραδοθώσιν· αλλά δύο εύστοχοι κανονίαι, η μεν ανατρέψασα μίαν των εχθρικών λέμβων, η δε κόψασα σχοινία της ναυαρχίδος, έβαλαν το πλήρωμα αυτής εις αταξίαν, και τοιουτοτρόπως ελυτρώθη ο κινδυνεύων Μιλτιάδης ρυμουλκηθείς υπό των εις αντίληψιν αυτού ελθουσών λέμβων των άλλων ελληνικών πλοίων· αύτη ήτον η τελευταία ναυμαχία επί της εκστρατείας ταυτής· και ο μεν οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν, αρχομένου του νοεμβρίου τον Ελλήσποντον, οι δε περί τον Μιαούλην επανέπλευσαν εις τα ίδια, διασωθείσης και τρίτην φοράν της κινδυνευούσης Σάμου.
Η δε υπό τον καπητανάμπεην οθωμανική μοίρα διέμεινε τρεις ολοκλήρους μήνας εν Νεοκάστρω. Την δε 9 οκτωβρίου δύο φρεγάται αυτής και δώδεκα κορβέτται και βρίκια κατέπλευσαν εις Αρμυρόν και Κυτριάς επί καταστροφή ενός και μόνου σπετσιωτικού πλοίου και έξ πλοιαρίων της Μάνης εκεί καταφυγόντων· αλλ' ουδ' αυτά εδυνήθησαν να καταστρέψωσι και επανέπλευσαν εις Νεόκαστρον· μετ' ολίγον δε ανεχώρησεν ο καπητανάμπεης εις Ελλήσποντον, αφήσας παρά τω Ιβραήμη τινά των πλοίων της μοίρας εκείνης υπό τον Ριαλάμπεην.
Προ πολλού ευρίσκετο ο κορινθιακός κόλπος υπεξούσιος των εχθρών, και ελευθέρως μετεκομίζοντο εις Σάλωνα, Δομβρέναν και Ψάθαν τροφαί και πολεμεφόδια εις χρήσιν αυτών. Ο Χρήστος Παληογιάννης και ο Δημήτρης Μακρυγιάννης ηγόρασαν εν Αιγίνη εξ ιδίων πολύκωπον αλιάδα, ην υπερισθμήσαντες ώπλισαν εν τω κορινθιακώ κόλπω, και εμβιβάσαντες εις αυτήν μεν 27 ναύτας, εις άλλα δε μικρά πλοιάρια 200 στρατιώτας, έπλευσαν όλοι ομού εις τον λιμένα της Δομβρένας, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία, επί σκοπώ να κυριεύσωσί τινα εξ απροόπτου, αλλ' απέτυχαν και έφυγαν. Την νύκτα δε της 17 σεπτεμβρίου έπλευσε μόνον η αλιάς εις τον λιμένα των Σαλώνων, και οι ναύται αυτής επάτησαν αίφνης μίαν εχθρικήν γολέτταν 10 κανονιών και την εκυρίευσαν· δύο μόνον εξ αυτών εφονεύθησαν και επτά επληγώθησαν. Εξεμάνη ο Ιβραήμης μαθών το συμβάν, και έστειλεν εις τον κόλπον ολόκληρον ναυτικήν μοίραν προς τιμωρίαν των Ελλήνων και εξόντωσιν της μικράς δυνάμεώς των· αλλά τόση ήτον η αναξιότης της μοίρας ταυτής, ώστε, αφ' ού πέντε μήνας διέμεινεν η αρπαγείσα γολέττα εντός του κόλπου μηδέν παθούσα, διεξέπλευσεν ασφαλώς εν σκοτεινή νυκτί και κατευοδώθη εις Αίγιναν.
Την 3 δε σεπτεμβρίου λίαν πρωί ηκούσθη εν τη πόλει του Ναυπλίου ασυνήθης ήχος τροχηλασίας επί της θαλάσσης, και μετ' ολίγον ηγκυροβόλησεν υπό αγγλικήν σημαίαν το πρώτον αυτόθι φανέν ατμόπλουν, η Κ α ρ τ ε ρ ί α, 233 τόνων, και την επιούσαν ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν υπό τον κρότον των κανονίων του, και εδόθη τω κυβερνήτη αυτού Χάστιγγι ο βαθμός πλοιάρχου φρεγάτας. Αρχομένου δε του δεκεμβρίου κατέπλευσεν εις Αίγιναν και η προ πολλού προσδοκωμένη φρεγάτα Ε λ λ ά ς, 64 κανονίων, εφωδιασμένη δι' όλων των αναγκαίων, και παρεδόθη, εν πρώτοις κατά διαταγήν της κυβερνήσεως τοις τρεις ναυάρχοις, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, και επί τέλους ετέθη υπό την μοναδικήν κυβέρνησιν του Μιαούλη· έφερε δε εις το εθνικόν ταμείον ο επ' αυτής καταβάς Κοντόσταυλος εις εξόφλησιν της εν Αμερική ληψοδοσίας του δίστηλα 18,000 μέγα δώρημα τω καιρώ εκείνω.
Μετ' ολίγας δε ημέρας αφίχθη εις Ναύπλιον ο συνταγματάρχης Ευδέκος και δώδεκα αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, σταλέντες εις υπηρεσίαν της Ελλάδος παρά του βασιλέως της Βαυαρίας, όστις, ασπασθείς παρρησία και ενθουσιωδώς τον ελληνικόν αγώνα, καθ' όν καιρόν άπαντες οι συνάδελφοί του τον απεδοκίμαζαν, τινές δε και τον κατέτρεχαν, τον εξύμνει ως ποιητής, και τον εξεικόνιζεν ως φιλότεχνος εν μια των στοών του Μονάχου.
Eγνωστοποιήσαμεν ήδη τα της μέχρι τούδε προς τους Έλληνας διαγωγής του αυστριακού ναυτικού· ερχόμεθα να γνωστοποιήσωμεν τώρα και τα κατά το ενεστώς έτος υπεράλλοτε σκανδαλώδη.