Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 35

Chapter 3595 wordsPublic domain

Είχα κοινοποιήσει εις τον &Peel&, κατά την τελευταίαν ημέραν της Βουλευτικής συνόδου ότι εσκόπευα εις την Βουλήν να τω απευθύνω επερώτησιν, τι εγένετο περί των αιχμαλώτων τούτων; Ότε ήλθε κατά πρώτον η είδησις ότι στόλος εκ 40 πλοίων, (περιλαμβάνων 17 πλοία εισελθόντα εις Ναυαρίνους μετά την ναυμαχίαν), ανεχώρησεν εκείθεν φέρων 6,000 αιχμαλώτους, και τούτο μ ε τ ά το καύχημα του &Codrington& ότι εξηφάνισεν όλον τον τουρκικόν στόλον, και μετά τας σταλείσας εις τον &Codrington& διαταγάς να εμποδίση θαλασσίας τοιαύτας μετακινήσεις, ότε η είδησις αύτη ήλθε, επέσυρα την προσοχήν του υπουργείου επί του πράγματος, παριστάνων ότι θα ήτο κηλίς επί της εθνικής ημών υπολήψεως αν δεν επασχίζαμεν ν' απελευθερώσωμεν τα δυστυχή εκείνα όντα. Ο δουξ απεδέχθη ψυχρώς την πρότασίν μου. Ο &Aberdeen& εθεώρησε το πράγμα ως υπόθεσιν εις την οποίαν δεν έχομεν ποσώς δικαίωμα ν' αναμιχθώμεν. Ο δε &Bathurst& παρέστησεν ως εξάσκησιν νομίμου δικαιώματος των Τούρκων, και ο &Ellenborough& το εθεώρησεν ως μάλλον αξιέπαινον πράξιν. Ανέμνησα εις το υπουργείον ότι προ δύω ετών ο &Lieven& μας είχε πληροφορήσει περί του σκοπού του Ιβραήμ να αιχμαλωτίση ολόκληρον τον πληθυσμόν της Ελλάδος και ν' αποικίση εις αυτήν Άραβας και Αιγυπτίους. Ο δε &Canning& τότε έλαβε το πράγμα κατάκαρδα, και εγράφη επιστολή (πιθανώς υπό του &Canning& αυτού) υπογραφείσα από τον &Bathurst&, και διατάττουσα τον &Adam& (αρμοστήν των Ιονίων νήσων) να μηνύση προς τον Ιβραήμ συνιστών αυτόν ν' αποκηρύξη το τοιούτον δήθεν σχέδιόν του, και ειδοποιών αυτόν ότι θ' αντιταχθώμεν διά της βίας εις την εκτέλεσίν του. Έντονος δε παράστασις εγένετο και εις την Πύλην περί τούτου.

Ο &Bathurst& μας απεκρίθη ότι η περίστασις τώρα είναι διάφορος· ότι τότε αντέστημεν εις την μεταφοράν ολοκλήρου του ελληνικού λαού και την α ν τ ι κ α τ ά σ τ α σ ί ν του δι αποικίας Αιγυπτίων, ενώ τώρα δεν επρόκειτο περί αντικαταστάσεως των αιχμαλωτισθέντων, οίτινες ήσαν ως φαίνεται μόνον γυναικόπαιδα! Τοιούτος ήτο σπουδαίως και κατά γράμμα ο συλλογισμός του. Τω αντέτεινα αναγινώσκων περικοπήν της ιδίας αυτού επιστολής λέγουσαν, ότι ο Βασιλεύς ιδίως αντέτεινεν «εις την απαγωγήν των γυναικοπαίδων».

Το μόνον το οποίον ούτως εκέρδησα ήτο ότι ήγειρα κατ' αυτού τον γέλωτα του &Εllenborough& και του &Αberdeen&, αλλά τίποτε περιπλέον. Ανέμνησα εις το υπουργείον ότι η πώλησις των αιχμαλώτων εις ιδιώτας δεν είναι λόγος όπως μη τους αποδώση ο πασάς, καθόσον και ο &Lord Exmouth& έγραφεν ότι ότε προσέβαλε τον Αλγέριον και ανεχώρησε, δεν είχε μείνει εκεί ουδέ είς χριστιανός αιχμάλωτος. Τούτο αποδεικνύει ότι του είδους τούτου οι ηγεμόνες ευρίσκουν όταν θέλουν τρόπον να διορθώσωσιν αυτοί τα πράγματα με τους υπηκόους των. Τότε μοι είπον, πώς ! θέλεις να κάμωμεν ό,τι και εις Αλγέριον και να κηρύξωμεν τον πόλεμον χάριν των αιχμαλώτων τούτων. Απεκρίθην, Όχι. Αλλ' η παρουσία του Ιβραήμ και του στρατού του εις Πελοπόννησον μας δίδει τα μέσα να πιέσωμεν κάπως τον πασάν· δύνασθε διά της πείνης να τον αναγκάσετε να υποχωρήση. Τα μέσα διά των οποίων θα τον πειθαναγκάσετε να εκκενώση την Πελοπόννησον δύνανται να χρησιμεύσωσι προς απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων. Επεκτείνατε την πίεσιν και επί τούτου του αντικείμενου, και δώσατε του να εννοήση ότι αν δεν αποδώσωσιν όλους τους αιχμαλώτους, ο στρατός του θα ψοφίση της πείνης. Το συμπέρασμα ήτο ότι εγράφη επιστολή εις τον &Adam& και εις τον &Codrington& με οδηγίας να στείλωσι τον &Cradock& εις τον πασάν διά να τον ερωτήση πόσοι είναι οι αιχμάλωτοι ούτοι, και να τω ζητήση να λάβη την καλωσύνην να τους αποδώση. Εν τούτοις την τελευταίαν ημέραν της Συνόδου εκατάφεραν τα πράγματα εις τοιούτον τρόπον ώστε δεν ήτο δυνατόν να γείνη επερώτησις . . . . Ο &Peel& όμως αμέσως μετά την διάλυσιν μας έδειξε την απάντησιν την οποίαν είχε λάβει εις την μνησθείσαν κοινοποίησιν. Κατ' αυτήν, οι Αιγύπτιοι αφ' ότου εισέβαλον εις την Ελλάδα, συνείθισαν να θεωρώσι τον λαόν αυτής ως προμήθειαν σ κ λ ά β ω ν. Εις πάσαν συμπλοκήν ή πολιορκίαν έκαστος στρατιώτης ελάμβανεν ως ιδιοκτησίαν του όσους άνδρας ή γυναικόπαιδα ηδύνατο να συλλάβη. Κάποτε οι τοιούτοι αιχμάλωτοι εστέλλοντο εις Αλεξάνδρειαν προς πώλησιν. Αλλ' εσχάτως ήρχοντο πλοία δουλεμπόρων εις την Πελοπόννησον και τους ηγόραζον επιτοπίως, απαραλλάκτως καθώς πωλούνται οι ίπποι εις την πανήγυριν του Horncastle. Ο αριθμός των ούτω εξ αρχής συλληφθέντων ανέρχεται εις 15 έως 20,000· αι γυναίκες ετίθεντο εις τα χαρέμια, οι άνδρες υπεβάλλοντο εις τας κοπιαστικωτέρας εργασίας, όσα δε παιδία δεν εκρατούντο διά χειροτέραν χρήσιν εστέλλοντο εις την μεγάλην σχολήν του Καΐρου, όπως ανατραφώσιν εκεί ως Μουσουλμάνοι.

Υποπτευόμενος μη δεν θα ληφθώσιν αποτελεσματικά μέτρα περί της υποθέσεως ταύτης, μολονότι εκ νέου καθυπέβαλα την ιδέαν μου εις τον &Peel& να θεωρήσωμεν τον Ιβραήμ και τον στρατόν ου ως όμηρους διά τους αιχμαλώτους, εσύστησα εντόνως την υπόθεσιν εις τον &Lieven&, με τον οποίον συνεγευμάτισα την αυτήν ημέραν εις του &Falck&. (του αυστριακού πρέσβεως), την δ' επιούσαν επεσκέφθην επί τούτω τον &Polignac&, όστις με είπεν ότι έλαβε διαταγάς της Αυλής του να εξετάση περί του αριθμού και της τύχης των αιχμαλώτων τούτων, και να κοινοποιήση την πρόθεσιν του βασιλέως της Γαλλίας να τους εξαγοράση, αν τούτο εγένετο με μέτριόν τι ποσόν χρημάτων. Εξεπλήχθη ότε τω είπεν τον αριθμόν των. Νομίζω δε ότι μέχρι τέλους δεν έγεινέ τι, εκτός ότι ελευθερώθησαν 180 περίπου άνδρες οίτινες ευρέθησαν απώλητοι εις Αλεξάνδρειαν.

Σελ. 299.

Η γαλλική εκστρατεία εκ 18,000 ανδρών επέτυχεν εν ολίγω χρόνω και δ' ολίγου κόπου να διώξη τους Τούρκους και Αιγυπτίους εκ της Πελοποννήσου. Ο Ιβραΐμ και ο στρατός αυτού απεχώρησαν κατά της μετά του &Codrington& συνθήκην, έμειναν δε μικραί τουρκικαί φρουραί εντός τινων των φρουρίων, Κορώνης δηλαδή, Μεθώνης, Πατρών και Ρίου. Αι φρουραί αύται ταχέως παρεδόθησαν, τινές μεν άνευ αντιστάσεως, τινές δε μετά μικράν αντίστασιν. Ο Γάλλος στρατηγός &Maison& επροτίθετο να μεταβή εις Αττικήν όπως συμπληρώση την εκδίωξιν των Τούρκων, αλλ' η αγγλική κυβέρνησις εντόνως εκηρύχθη εναντίον πάσης στρατιωτικής επεμβάσεως πέραν της Πελοποννήσου, ενόσω δεν ορισθώσι τελειωτικώς τα σύνορα της Ελλάδος, η δε γαλλική συγκατανεύσασα διέταξε τον &Maison& να μη προχωρήση. Οι Γάλλοι υπέφεραν επί τινα καιρόν το φθινόπωρον υπό της ενδημικής της χώρας θέρμης.

Ιανουαρίου 10 1829 (σελ. 319).

(Κατά την εν Παρισίοις τότε διαμονήν του ο &Lord Palmerston& έλαβε συνέντευξιν με τον εκεί πρέσβυν της Ρωσσίας &Pozzo di Borgo&, την οποίαν αναφέρει εν τω ημερολογίω του. Με τα άλλα ζητήματα επιφέρει).

«Τότε έθιξα το ζήτημα της Ελλάδος και ο &Pozzo& μοι είπεν ότι προ δύο εβδομάδων έστειλεν εις Λονδίνον μακράν και περιστατωμένην έκθεσιν των τριών πρέσβεων περί της καταστάσεως της Ελλάδος, περί των πιθανών πόρων της χώρας, των συνόρων άτινα πρέπει να έχη, και περί του ποσού του φόρου τον οποίον θα ημπορή να πληρώση προς την Τουρκίαν. Ως προς τα σύνορα συνιστώσιν ομοφώνως την από Βώλου έως Άρτης γραμμήν· διά φόρον προτείνουν λίρας 60,000 κατ' έτος, (ποσόν πολύ μεγάλον κατ' εμέ, και του οποίου δεν θα με ήρεζε βεβαίως να εγγυηθώ την πληρωμήν). Συνιστώσι να είναι διαδοχικός ο πρόεδρος της επικρατείας. Αλλ' ο Καποδίστριας δεν δέχεται την προεδρείαν, και εγένετο λόγος να ευρεθή Γερμανός τις πρίγκηψ, άσχετος προς τας μεγάλας δυνάμεις. Εν τω μεταξύ, μολονότι οι Γάλλοι ηναγκάσθησαν να μη προβώσι πέραν του ισθμού της Κορίνθου, οι Έλληνες εξακολουθούν πολεμούντες εν τη Στερεά, και επιτυγχάνοντες ως ελπίζω. Ο &Pozzo& λέγει ότι η Γαλλική κυβέρνησις εξηγόρασεν 640 Έλληνας αιχμαλώτους, και ενόμιζεν (αλλ' εγώ δεν το νομίζω) ότι η Αγγλική κυβέρνησις συνεισέφερε ποσόν τι υπέρ της εξαγοράς ταύτης.

(κ.)

Εν τη περί ής ο λόγος συνεντεύξει των τριών πρέσβεων και του Ρεΐζ εφένδη διέκοψεν ούτος την συνδιάλεξιν ειπών ότι ήλθεν η ώρα της προσευχής του, οι δε πρέσβεις ουδόλως εδίστασαν να περιμείνωσι την επάνοδόν του εις επανάληψιν της συνδιαλέξεως,

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.

(α.)

Όρα κεφάλαιον ΜΑ'.

(β.)

Ο κυβερνήτης μοι διηγήθη το ανέκδοτον τούτο.

(γ.)

Όρα αναφοράν του κυβερνήτου προς τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας εν σελίδι 112 του α’ τόμου της εν Αθήναις εκδοθείσης το 1841 συλλογής επιστολών του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΔ'.

(α.)

Την 24 αυγούστου του έτους 1801 μετεκομίσθησαν τα λείψανα του Χάστιγγος εντός του Ναυστάθμου, εφ' ων ανηγέρθη και καταλληλότερον μνημείον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ.

(α.)

Γενομένου λόγου μεταξύ εμού και του λόρδου Αβερδίνου περί της εν Ελλάδι πολιτικής του Καποδιστρίου, είπεν «αδίκως αντιπολιτεύθη η Αγγλική κυβέρνησις τον Καποδίστριαν ως ρωσσίζοντα, βλέπω τώρα ότι ήτο καθαρός Έλλην».

Ερωτηθέντες δε παρ' εμού αυτός και ο λόρδος Παλμερστών, οι αλληλοδιαδόχως εν ονόματι της Αγγλικής Κυβερνήσεως ασχοληθέντες εις τα της Ελλάδος, αν αλήθευεν ο ποτέ διαδοθείς λόγος ότι μετά την από της ηγεμονείας της Ελλάδος παραίτησιν του Λεοπόλδου επρότεινεν η Ρωσσία εν τω συμμαχικώ συμβουλίω να αναγορευθή ο προσωρινός Κυβερνήτης της Ελλάδος ηγεμών αυτής διά βίου, απήντησαν αμφότεροι ότι ουδέποτε τοιαύτη πρότασις παρ' ουδεμίας των τριών Δυνάμεων προς τας άλλας εγένετο

(β.)

Απήλειψα τα εν σελίδι 291 του δ' τόμου της ά εκδόσεως περί διατάξεως του δημογεροντικού νόμου, περί κανονισμού του εμπορικού και πολεμικού ναυτικού, και περί δικαστικών επιτροπών ως λανθασμένα, καθώς εξηκρίβωσα μετά ταύτα· διότι, ως προς το πρώτον, αι διατάξεις βάσιν είχαν τον ενυπάρχοντα περί εκλογής δημογεροντικόν νόμον, ως αυτός εγώ αναφέρω εν τω ΟΒ' κεφαλαίω, όπου γίνεται λόγος περί του διοικητικού οργανισμού. Ως προς το δεύτερον, ο κανονισμός του εμπορικού και πολεμικού ναυτικού, ον αναφέρω και επαινώ εν τω αυτώ κεφαλαίω, εψηφίσθη συναινέσει του πανελληνίου (όρα ψηφίσματα ΣΤ', ΙΑ', ΙΒ'). Ως προς δε το τελευταίον, όρα το ΙΖ' ψήφισμα διαλαμβάνον τους λόγους της απολύτου ανάγκης συστάσεως τοιούτων επιτροπών εν ελλείψει τακτικών δικαστηρίων. Διά τους αυτούς λόγους ηναγκάσθησαν να συστήσωσι και αι προγενέστεραι κυβερνήσεις τοιαύτας επιτροπάς επίσης και τότε απηγορευμένας.

(γ.)

Όρα αριθμόν 45 της γενικής εφημερίδος.

(δ.)

Όρα αριθμόν 38 της γενικής εφημερίδος.

(ε.)

Όρα αριθμόν 45 της γενικής εφημερίδος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.

(α.)

Ιδού η περί ης ο λόγος προς τον κυβερνήτην του Γ. Μαυρομιχάλη επιστολή.

«Εξοχώτατε·

«Εν ώ διευθήνθην μετά των συγγενών μου εις έντευξιν της εξοχότητός σας εις Μεσσηνίαν, και εν ώ παρρησιάσθημεν έμπροσθέν σας, μας ωμιλήσατε περί του ανά χείρας μας υπογραφιμένου εγγράφου, και σας απεκρίθημεν. Γενομένης δε της οδοιπορίας σας και φθάσαντες εις Αίγιναν απεστείλατε επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, εν ή εξελέγξατε το άτακτον περί τούτου κίνημά μου, και ότι ποτέ δεν θέλει φανή δεκτόν προς την εξοχότητά σας. Εξοχώτατε οποιουδήποτε μεγέθους παράπτωμα το τοιούτον λογίζεται, και οποιανδήποτε παιδείαν απαιτεί, ακούσαντες και τους λόγους του δούλου σας ως δικαιοκρίτης αποφασίσετε.

«Ο δούλος σας ηγνόουν παντάπασι το έγγραφον τούτο, και μόνον, καθ' ήν στιγμήν ανεχώρουν εξ Αιγίνης, ειδοποιήθην· τότε ο κύριος δοτόρος Σπυρίδων Καλογερόπουλος, και μετ' αυτόν ο κύριος Γιαννετάς με έκαμαν κοινωνόν του τοιούτου δίδοντές μοι αντίγραφον και παραγγέλλοντές με να ενεργήσω την αποπεράτωσίν του εις τα κάτω μέρη· μετά δύο ημέρας αφίκετο εις Αίγιναν ο αυταδελφός σας κύριος κόντες Βιάρος, και διευθυνθείς εις επίσκεψιν της εκλαμπρότητός του μετά του κυρίου Γιαννετά εις την παραθαλασσίαν της Αιγίνης ανεχώρησα μετ' ολίγον, ο δε κύριος Γιαννετάς διέμεινε· τη επαύριον ανταμωθέντες μετά του κυρίου Γιαννετά μοι είπεν ότι ωμίλησε πολλά περί τούτου προς τον κύριον κόντε, και ότι η εκλαμπρότης του έμεινε καθ' όλην την έκτασιν ευχάριστος, και περί τας δύο ώρας της νυκτός μετακαλεσθείς παρά του αυταδέλφου σας εις το παράλιον της Αιγίνης μοι ενεχείρισεν αποτεινομένην επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου λέγουσάν μοι ότι δύναμαι να διευθυνθώ εγώ εις Πόρον αντί του πατρός μου, όπου θέλομεν ομιλήσει περί των κατεπειγουσών αναγκών μας προς την εξοχότητά σας προσθέτων καί τινα άλλα.

«Εκπλεύσας ο κύριος κόντες και κατόπιν ο δούλος σας έφθασα εις Πόρον όπου και μετεκαλέσθην παρά της εκλαμπρότητός του έξωθεν της οικίας του· εκεί ανέγνωσα εις την εκλαμπρότητά του εκείνο το έγγραφον προσθέτων εν ταυτώ την άοκνον και μετ' επιμελείας ενέργειάν μας, ήν περ θέλομεν δείξει εις την αποπεράτωσίν του. Αποτεινόμενος η εκλαμπρότης του μοι είπεν ότι ημείς δεν προτρέπομεν την αποπεράτωσίν αυτού του εγγράφου, αλλ' όταν σεις το εγκρίνετε, δύνασθε να το ενεργήσετε, και ημείς θέλομεν είσθαι ευχάριστοι· ταύτα ειπόντος μοι διελύθη η συνομιλία. Τι λοιπόν, εξοχώτατε, έπρεπε να πράξω· ποίος εκίνησε την ενέργειαν τούτου του εγγράφου; εις ποίον δίδεται η δικαία μέμψις της εξοχότητός σας; αυτή είναι η διατρέξασα υπόθεσις, και ως πατήρ όλων των Ελλήνων αποδώσατε το δίκαιον προς τον έχοντα.

«Εν Αιγίνη, τη 27 αυγούστου 1828».

(β.)

Ο κυβερνήτης ωμόλογησε τω Κλονάρη, ότι κατ' εισήγησιν αδελφού του εγένοντο τα γενόμενα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

(α.)

Όρα την προς το αγγλικόν ναυαρχείον αναφοράν του Κοδριγκτώνος της 25 ιουλίου (6 αυγούστου) 1828.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΠ'.

(α.)

Ο ανήρ ούτος, Γάλλος το γένος, είχεν έλθει προ ολίγου εις Ελλάδα· βαθμόν έχων συνταγματάρχου επροχειρίσθη εις τον του στρατηγού και αρχηγού των περί τον αρχιστράτηγον επιτελών.

(β.)

Ιδού αποδεικτικόν των παραδοθέντων προς τον στρατάρχην.

«Μόλον οπού ο στρατάρχης Δ. Υψηλάντης είχε κάθε δίκαιον κατά τον βερέν οπού μας έδωκε να μας στείλη εις το βιλαγέτι μας από όποιον δρόμον ήθελεν ευχαριστηθή, μας έκαμεν όμως κατά την παρακάλεσίν μας μερχαμέτι και απεφάσισε να μας αφήση να πάμε εις τα βιλαγίτια μας από τον δρόμον του Ζητουνιού, και ημείς οι υπογραμμένοι τον αριθμόν 107 βάνομεν αμανέτι εις τα χέρια του πρίγκηπα την μπέσαν μας και τον όρκον εις την θρησκείαν μας, ούτε άρματα να πιάσωμεν πλέον εναντίον των Ελλήνων εις όποιον μέρος και αν τύχουν, ούτε κανένα ραγιάν να πειράξωμεν· και αν κάμωμεν αλλιώς, να μη πεθάνομεν Τούρκοι, και άν ποτε κανένας μας ξαναπιασθή να μη μας δίδεται ράι και συγχώρησις αλλά να μας θανατόνουν.

«Έγεινεν εις το Στεβένικον 2 νοεμβρίου 1828. Διά τα άνω γραμμένα είναι το σιάρτι μας σιάρτι και βάνομεν το δάκτυλόν μας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.

(α.)

Όρα George Canning and his Times.

ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΠΑ'.

(α.)

Το ψήφισμα δεν περιλαμβάνει την φράσιν, «προβάλλοντος εκάστου των πληρεξουσίων κατ' ιδίαν αυτώ τρεις υποψηφίους»· αλλ' ούτως εγένετο μη συμβιβαζομένων άλλως των πληρεξουσίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΒ'.

(α.)

Οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει και φρουρήσει την Βιδονίτσαν επί της εισβολής του Ασλάμπεη Μουχουρδάρη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.

(α.)

Η επιστολή αύτη του Αβερδήνου, σταλείσα μετά την συνθήκην της Αδριανουπόλεως προς τον εν Πετρουπόλει πρέσβυν της αυλής του εις κοινοποίησιν προς την ρωσσικήν, κατετέθη εν τω γραφείω της βουλής των ομοτίμων μεσούντος ιουνίου 1856.

(β.)

Είπαμεν εν τω ΟΘ' κεφαλαίω, ότι και άλλοτε η αγγλική κυβέρνησις επρότεινε να συστηθή εν Ελλάδι πολιτεία ανεξάρτητος, αλλ' όρια έχουσα επί της ξηράς τον ισθμόν της Κορίνθου. Μαρτυρεί δε και το πρωτόκολλον της 6 (18) αυγούστου 1829, ότι και προ της εν Αδριανουπόλει συνθήκης επρότεινεν εκ νέου η αυτή κυβέρνησις, κατά την των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων γνωμοδότησιν Αγγλίας και Γαλλίας, να ορισθώσιν έκτοτε τα όρια, και έκτοτε ν' αναγνωρισθή η πλήρης και τελεία ανεξαρτησία της Ελλάδος.

(γ.)

Τα σημερινά όρια του Ελληνικού Κράτους είναι η εν Πόρω διαγραφείσα γραμμή, ώρισαν δε οι σύμμαχοι ταύτην μεταγενεστέρως, αποζημιωθείσης χρηματικώς της Πύλης· απεσιωπήσαμεν δε τούτο ως μη παρατεινομένης της ανά χείρας ιστορίας εις την εποχήν καθ' ήν ωρίσθη.

&ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ&

Από της αναγορεύσεως του Λεοπόλδου μέχρι της εγκαθιδρύσεως της βασιλείας του Όθωνος, υπό του αυτού Ιστοριογράφου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΔ'.

&Παραίτησις Λεοπόλδου.&

Αμέτρου χαράς επλήρωσε τας καρδίας όλων των Ελλήνων η αναγόρευσις του Λεοπόλδου· μόνον ο Κυβερνήτης εσκυθρώπασεν· εφρόνει ότι, επικρατούσης της Συνθήκης της 24 Ιουνίου, ουδείς ηγεμονόπαις θα κατεδέχετο ηγεμονίαν υποτελή εις τον Σουλτάνον, και θα κατήντα εις αυτόν εξ ανάγκης η ηγεμονεία· ανεξαρτήτου δε της πολιτείας επ' εσχάτων ορισθείσης, επεθύμει να εκλεχθή ανήλικος τις ηγεμονόπαις (είχε δε κατά νουν τον δευτερότοκον υιόν του βασιλέως της Βαυαρίας Όθωνα) πεποιθώς ότι θα τον εκηδεμόνευεν αυτός· ουδόλως δε αμφίβαλεν ότι, επί τη εκλογή του ηγεμόνος, θα εκαλείτο και η Ελλάς, ήτοι αυτός, εις σύμπραξιν. Αλλ' ιδών παρά πάσαν προσδοκίαν ότι εψεύσθησαν αι ελπίδες του, εμελέτησε να παρεμβάλη προσκόμματα εις την ευόδωσιν ων ωρίσθησαν.

Το πρωτόκολλον έλεγεν (2) ότι η Ελλάς ανηγορεύετο κράτος ανεξάρτητον υπό διαδοχικόν μονάρχην και ότι εις αποζημίωσιν της Πύλης, δι' ά εστερείτο οφέλη ένεκα της ανεξαρτησίας, περιωρίζετο η οροθετική γραμμή από των εκβολών του Σπερχειού μέχρι των εκβολών του Αχελώου· διέταττε δε παύσιν πάσης εχθροπραξίας και κατά γην και κατά θάλασσαν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας· πλήρη και τελείαν αμνηστείαν και ασφάλειαν ζωής και ιδιοκτησίας παντός ενεχομένου εις τον αγώνα· ελευθέραν μετάβασιν παντός Έλληνος ή Τούρκου βουλομένου να μεταβή από του ενός κράτους εις το άλλο εντός ενός έτους· ανεπηρέαστον απαλλοτρίωσιν κτημάτων· παντελή κένωσιν πάσης χώρας, πάσης νήσου, και παντός φρουρίου από των στρατευμάτων του κράτους, εις ο δεν ανήκαν εις το εξής τα μέρη ταύτα· απαγόρευσιν εισβολής ή διαμονής στρατού οιασδήποτε των τριών Δυνάμεων επί του εδάφους της Ελλάδος άνευ ομοφώνου συναινέσεως αυτών· επιφύλαξιν του δικαιώματος εκάστης των τριών Δυνάμεων του να εγγυηθή τα εν τω Πρωτοκόλλω καθ' ά ώρισεν η Συνθήκη της 24 Ιουνίου· επιστολήν παρ' εκάστης των τριών Δυνάμεων οροθέτου εις διαχάραξιν και αποπεράτωσίν εντός έξ μηνών της οροθετικής γραμμής, και επικύρωσιν των εν τω Πρωτοκόλλω διατάξεων διά Συνθήκης.

Δύο μεγάλα πολιτικά αμαρτήματα ημάρτησεν η Συμμαχία συντάξασα το Πρωτόκολλον τούτο· απαραγγέλτως ανεδέχθη και αυθαιρέτως ανηγόρευσεν ηγεμόνα, εν ώ και η Συνθήκη της 24 Ιουνίου παρείχεν εις τους Έλληνας το δικαίωμα της εκλογής υπό τινας όρους, και ο Κυβερνήτης επανειλημμένως, αλλ' εις μάτην, το επεκαλέσθη· εκολόβωσαν δε οροθετικώς και την νέαν πολιτείαν παρά τα εν Πόρω ορισθέντα, παρ' αυτών των Δυνάμεων παραδεχθέντα και προς τους Έλληνας κοινοποιηθέντα, αποκόψασαι την Ακαρνανίαν όλην και μέρος της Αιτωλίας, ό εστι τόπους περιέχοντας τους μαχιμωτέρους άνδρας της Ελλάδος, ολοσχερώς υπό την ελληνικήν σημαίαν διατελούντας, έχοντας 80,000 κατοίκων, και καλέσασα την ελληνικήν Κυβέρνησιν να εκτελέση εκούσα άκουσα όρους ους μόνη η Συμμαχία εν τη ιδία εξουσία ώρισεν. Επί τη εδραία ταύτη βάσει έστησεν ο Κυβερνήτης τα πυροβόλα του, και δι' όλης της διπλωματικής εμπειρίας του, και όλης της φυσικής αγχινοίας του επεχείρησε να κατεδαφίση την παρά γνώμην και εν αγνοία αυτού ανεγερθείσαν οικοδομήν. Έργον των χειρών του και όργανον των θελήσεών του η Γερουσία, ετοίμην παρείχε πάσαν συνδρομήν, παραδεχομένη και ψηφίζουσα ως ιδίας βουλάς τας εισηγήσεις του.

Την 27 μαρτίου εκοινοποίησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Κυβερνήτην το Πρωτόκολλον επισήμως (3) και προσανήγγειλαν ότι εξελέχθη ο Λεοπόλδος άναξ της Ελλάδος (Prince souverain de la Gr2ece) (4) ότι αι Δυνάμεις εγγυώντο δάνειον εις μισθοδοσίαν και διατροφήν στρατού εν υπηρεσία του άνακτος· ότι θα διέμενεν υπό τας διαταγάς αυτού ο συμμαχικός στρατός έν έτος ή και περαιτέρω επί τη αιτήσει αυτού και τη συγκαταθέσει της Συμμαχίας· ότι ο βασιλεύς της Γαλλίας παρητείτο της προστασίας των εν Ελλάδι καθολικών, αλλ' υπό τον όρον του να εξασκώνται ακωλύτως τα της λατρείας των, να μείνωσιν ανεπηρέαστοι αι παντός είδους ιδιοκτησίαι των και να διατηρώνται απαραμείωτα τα προνόμια των επισκόπων των· όλοι δε εν γένει οι υπήκοοι πάσης θρησκείας να ήνε αδιακρίτως δεκτοί εις όλας τας τιμάς και εις όλας τας υπηρεσίας του νέου κράτους. Εκάλουν προς τούτοις οι αντιπρέσβεις τον Κυβερνήτην να διατάξη επισήμως την πραγματικώς ενυπάρχουσαν ανακωχήν.

Ευγνώμονα κατά λέξιν, αλλά ψυχρά κατ' ουσίαν, απήντησεν ο Κυβερνήτης, ειπών ότι εις μόνους τους (5) πληρεξουσίους, συγκαλεσθέντας εκ νέου απέκειτο ν' αποφανθώσιν οριστικώς περί ων διελάμβανε το Πρωτόκολλον, καθ' ά διέταξεν η εν Άργει Συνέλευσις· αλλ' επειδή ασύμφορον εθεώρει να τους συγκαλέση, διότι ή θ' απέρριπταν τας προτάσεις της Συμμαχίας και θα ηγνωμόνουν προς τους ευεργέτας των, ή παραδεχόμενοι αυτάς θα παρήκουαν ην είχαν εντολήν, επροτίμα ν' αναδεχθή αυτός την ευθύνην και να υπακούση εις τας διατάξεις της Συμμαχίας, ό εστιν επροτίμα να παραβή αυτός τα ψηφίσματα της εν Άργει συνελεύσεως, ολιγωρών και την ψήφον του έθνους και την ιδίαν ευθύνην.

Η δε Γερουσία προς ην διεβίβασεν ο Κυβερνήτης και το Πρωτόκολλον και την διακοίνωσιν των αντιπρέσβεων, απεδέχθη (6) την ανεξαρτησίαν ως τιμαλφέστατον δώρον, και εχάρη επί τη εκλογή του ηγεμόνος, αλλ' εκάκισε την μοναδικήν χρήσιν του δανείου εις μισθοδοσίαν και διατροφήν του στρατού, την στένωση των ορίων και παράλειψιν της Κρήτης και άλλων νήσων, την κένωσιν των αποκοπτομένων μερών από των ελληνικών στρατευμάτων, την εντός της νέας οροθετικής γραμμής των εκτός αυτής στρατευμάτων, την διάταξιν περί ισονομίας και ισοτιμίας των Τούρκων όσοι προηρούντο να διαμείνωσιν εν Ελλάδι, ως λίαν επιζήμιον εις τους Χριστιανούς εξ αιτίας της πολυκτημοσύνης των χορηγούσης υπέρ μέτρον επιρροήν, και άλλα τινά. Εξέφρασε δε και την θερμήν επιθυμίαν του έθνους του να ίδη τον νέον ηγεμόνα συνδεόμενον μετ' αυτού διά των θείων δεσμών του αυτού δόγματος.

Και ταύτα μεν τα εν τω υπομνήματι. Εντονώτερον δε και εμφαντικώτερον είχεν ήδη διαδηλώσει η Γερουσία τα φρονήματά της έν τινι ιδιαιτέρα συνομιλία παρά τω Κυβερνήτη (7), καθ' ήν λαβούσα εν κατηφεία, κατά το γράφειν του Κυβερνήτου, γνώσιν ανεπισήμως των όρων του Πρωτοκόλλου, είπεν ότι ούτε εξουσίαν είχε να δεχθή τοιούτους όρους, ούτε ανεδέχετο την ευθύνην της εφαρμογής αυτών, αλλ' ούτε και ουδεμία επαρχία θα υπήκουε, και αν διετάττετο.

Κοινοποιήσας ο Κυβερνήτης το υπόμνημα της Γερουσίας και τα της συνομιλίας ταύτης κατ' ευθείαν προς τον Λεοπόλδον, επανέλαβεν όσα είπε προς τους αντιπρέσβεις, δηλαδή ότι εδέχετο το πρωτόκολλον υπ' ευθύνην του, αλλ' απεποιήθη την εκτέλεσιν των όρων αυτού ως έργου υπέρ την δύναμίν του· μετερχόμενος δε ην ησπάσθη εν τη διαπραγματεύσει ταύτη ύπουλον πολιτικήν, αφ' ενός μεν επρότρεπε τον ηγεμόνα να καταβή όσον τάχιον εις την ηγεμονείαν του ως μόνον δυνάμενον να φέρη εις πέρας το σκοπούμενον, αφ' ετέρου δε τον απέτρεπεν ως φόβητρα παριστών αυτώ άς έμελλε να υποστή κακουχίας ζων, ως αυτός, εν υπαίθρω και υπό την στέγην αθλίας καλύβης, όπου έμαθεν ως έλεγε, να γνωρίση τον Έλληνα· ότι δεν τω εγγυάτο καλήν υποδοχήν εν Ελλάδι, αν δεν διετράνωνεν εν καιρώ ότι θα ησπάζετο το ανατολικόν δόγμα, ότι θα εκυβέρνα συνταγματικώς τον τόπον, και ότι θα εξησφάλιζε τα νόμιμα συμφέροντα όλων των τάξεων των πολιτών κατά τα ψηφίσματα της εν Άργει Συνελεύσεως (8).