Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 33
«Πληρεξούσιος ων της εν Τροιζήνι εθνικής συνελεύσεως, ενθυμούμαι κάλλιστα την εν μια των συνεδριάσεων επισυμβάσαν σκανδαλώδη διαίρεσιν . . . η σφοδρά δε και πεισματώδης αύτη διαίρεσις επροχώρησε και μέχρι διαχειρίσεως όπλων, ώστε εσχματίσθησαν δύο πολεμικά στρατόπεδα μεταξύ Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών· αλλά διά της προσπαθείας πολλών φιλήσυχων διηλύθη η θορυβώδης εκείνη σκηνή μετά παρέλευσιν τριών ωρών, εις το διάστημα των οποίων ερρέθησαν σκληροί και υβριστικοί λόγοι εξ αμφοτέρων των μερών χωρίς να σεβασθή ο κατώτερος τον ανώτερον, και οι μεν έλαβον θέσεις πολεμικάς με τα όπλα εις τας χείρας, οι δε εκλείσθησαν εις τας οικίας, και άλλοι έτρεχαν με πατριωτικάς φωνάς διά να μη γένη έναρξις πυροβολισμού . . . Είναι αληθές, κατά την ιστορίαν σας, ότι η συνέλευσις εκείνη ήρχισε με διαίρεσιν και ετελείωσε με τμηματικόν πνεύμα φιλαυτίας της τε Πελοποννήσου και στερεάς Ελλάδος . . . Ομολογητέον ότι την δυσφημίαν του αποκλεισμού της στερεάς Ελλάδος εκ της συνθήκης την διέδιδαν ολίγοι τυχοδιώκται και φιλοτάραχοι και ουδέποτε οι Πελοποννήσιοι, ή μέρος της συνελεύσεως, όπερ εξάγεται σαφώς και εκ της ιστορίας σας, σελίδι 327 και 348 [247 και 262 της γ' ταύτης εκδόσεως] του δ' τόμου πότε και διά ποίον σκοπόν διεδίδοντο τοιαύται φήμαι».
«Μαρτυρία του κυρίου Γιαννάκη Χατσή Πέτρου, νυν γερουσιαστού.
«. . . . . Τα ενδιαλαμβανόμενα εν τω δ' τόμω σελίδι 131 της παρ' υμών γεγραμμένης ιστορίας έλαβαν χώραν δυστυχώς· η δε φρόνησις των πληρεξουσίων και ο πατριωτισμός όλων τα διεσκέδασαν»,
«Μαρτυρία του κυρίου Αναστασίου Πολυζωίδου, νυν αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου.
«. . . . . Καθ' όσον αφορά τον εν τη συνελεύσει της Τροιζήνος μεταξύ Γ. Κίτσου και Θ. Κολοκοτρώνου διαπληκτισμόν, το γεγονός είναι αληθέστατον· το ενθυμούνται όλοι οι επιζώντες πληρεξούσιοι της Τροιζήνος· το ενθυμούμαι και εγώ κάλλιστα, διό και προς τον ερωτήσαντά με εσχάτως Γενναίον Κολοκοτρώνην δεν εδίστασα να το ομολογήσω».
«Τοιαύται μαρτυρίαι τοιούτων ανδρών δεν λύουν πάσαν περί του προ κειμένου αμφιβολίαν;
«Τρανή δε απόδειξις της διαιρέσεως είναι και το εις παύσιν αυτής και εξάλειψιν πάσης δυσπιστίας εκδοθέν α' ψήφισμα της συνελεύσεως λέγον, ότι η ελληνική επικράτεια σύγκειται εξ όλων των αραμένων όπλα επαρχιών, ότι είναι αδιαίρετος και αδιάσπαστος, και ότι τα δικαιώματα των κατοίκων αυτών και τα επί του Ιερού αγώνος αγαθά είναι κοινά. Τοιούτον σκοπόν έχει και το δ' άρθρον του συντάγματος της Τροιζήνος λέγον, ότι επαρχίαι της Ελλάδος είναι όσαι έλαβαν και θα λάβουσι τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας.
«Το μέγα δε τούτο της συμπεριλήψεως ή μη της στερεάς Ελλάδος εις τον συμβιβασμόν ζήτημα εγεννήθη, όχι, ως μη θελόντων των Πελοποννησίων την συμπερίληψιν αυτής, αλλ' ως διατεινομένου του σουλτάνου ότι είχεν υποχείριον όλην την γην εκείνην· εγένετο δε και λόγος μετά ταύτα εν τω συμμαχικώ συμβουλίω περί οροθεσίας επί του Ισθμού. Ιστορώ δε πάντα ταύτα εν τω οικείω τόπω υπό το κύρος επισήμων διακοινώσεων.
«Αλλ' ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς εν τη επιστολή του, και ο υποστράτηγος κύριος Γενναίος εν τω φυλλαδίω του λέγουν, ότι είπα όσα δεν είπα, ή τα εναντία όσων είπα, δηλαδή, ότι ενοχοποιώ τους Πελοποννησίους ως μη θελήσαντας να συμπεριληφθή η στερεά Ελλάς εις τον προς ειρηνοποίησιν συμβιβασμόν. Ο υποστράτηγος μάλιστα αγωνίζεται διά μακρών λόγων εν τω φυλλαδίω του να αποδείξη ότι αδίκως τους ενοχοποιώ. Αλλά πού η μαρτυρία, πού η φράσις εν τη ιστορία ότι τους ενοχοποιώ; Πολλά και παρά πολλών περί τούτου εφημίζοντο βεβαίως τω καιρώ εκείνω, αλλ' όχι μόνον δεν ησπάσθην εγώ την γνώμην ταύτην, ην ησπάζοντο άλλοι, όχι μόνον ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι οι Πελοποννήσιοι δεν ήθελαν την συμπερίληψιν της στερεάς Ελλάδος, αλλά και εστηλίτευσα τον φημισθέντα τούτον λόγον ως συκοφαντίαν· ιδού τι είπα εν σελίδι 327 [246 εκδ. γ'] του δ' τόμου.
«Κατ' εκείνον τον καιρόν οι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου Πελάγους εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες, ότι οι κοινοποιούντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας των στενών αυτών σχέσεων προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την σ υ κ ο φ α ν τ ί α ν-τ α ύ τ η ν και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και ά λ λ η-σ υ κ ο φ α ν τ ί α, έ τ ι-μ ά λ λ ο ν-β δ ε λ υ ρ ά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη διά τινων εφημερίδων».
«Ερμηνεύων δε το α' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως είπα εν σελίδι 129 [98] του δ' τόμου, ότι, «εν ώ η διοικητική επιτροπή» (ης μέλη ήσαν και οι Πελοποννήσιοι, Ζαήμης, Πετρόμπεης, Δεληγιάννης και Σισίνης) «η γ ω ν ί σ θ η-ε ι λ ι κ ρ ι ν ώ ς-κ α ι-α ρ ι ζ ή λ ω ς-ε π' ω φ ε λ ε ί α-τ η ς-σ τ ε ρ ε ά ς-Ε λ λ ά δ ο ς-κ α ι-κ α τ ώ ρ θ ω σ ε-δ ι' ω ν-ε σ ύ σ τ η σ ε-σ τ ρ α τ ο π έ δ ω ν-τ η ν-α ν ό ρ θ ω σ ί ν-τ η ς· δεν έπαυσάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων, επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω διά της επιτροπής της συνελεύσεως επί του προκειμένου συμβιβασμού την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου».
«Ενοχοποιώ και μέμφομαι δι' ων είπα τους Πελοποννησίους, ή τους αθωόνω και τους κηρύττω υπερμάχους της στερεάς Ελλάδος; Δεν είπα δ' εν σελίδι 136 [103] του δ' τόμου, ότι ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων όσον επί της πολιορκίας των Αθηνών, ήτοι καθ' όν καιρόν ειργάζετο η εν Τροιζήνι συνέλευσις, και ότι, εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων, εξεστράτευσαν ως επιβοηθοί εις λύτρωσιν αυτής έτι 2500 Πελοποννήσιοι; Άπορον τη αληθεία πώς λόγοι τόσον σαφείς παρεξηγήθησαν, και πώς τόσα εις αναίρεσιν λόγων μη λεχθέντων εγράφησαν.
«Καθ' όσον δ' αφορά ιδίως τον Κολοκοτρώνην, ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι εξέφρασεν, ή επροστάτευσε την ιδέαν της μη εις τον συμβιβασμόν συμπεριλήψεως της στερεάς Ελλάδος· εξ εναντίας είπα, εν σελίδι 10 του δ' τόμου εις δικαίωσίν του ότι, αν δεν εστράτευσε ποτέ πέραν του Ισθμού, πολλούς όμως πολλάκις απέστειλεν εις αντίληψιν των εκεί αγωνιζομένων. Ανέφερα εν σελίδι 180 [134] του γ' τόμου επιστολήν του προς τους Στερεοελλαδίτας, ην ουδείς δύναται να ψεύση, και ουδείς δύναται να μη μεμφθή, δι' ής τους απεκάλει ξένους της Πελοποννήσου, τους εσυμβούλευε ν' απέχωσι των πραγμάτων της πατρίδος του, και τους ηπείλει ότι θα τους ετιμώρει, αν παρήκουαν. Αλλά και η επιστολή αύτη εγράφη δύο ήμισυ σχεδόν έτη πριν συγκροτηθή η εν Τροιζήνι συνέλευσις.
«Προς τι λοιπόν ο τόσος περί της διαθέσεως των Πελοποννησίων προς τους Στερεοελλαδίτας θόρυβος, εν ώ όλοι τα αυτά λέγομεν περί αυτής, και όλοι ως εξ ενός στόματος ευφημούμεν;
«Ολίγα και περί της αρχιστρατηγίας.
«Ουδαμώς επρόκειτο εν τη κατά την Τροιζήνα συνελεύσει περί της αρχηγίας των όπλων της Πελοποννήσου, ή περί της αρχηγίας των όπλων της στερεάς Ελλάδος. Τας αρχηγίας ταύτας κατείχαν, την μεν ο Κολοκοτρώνης, την δε ο Καραϊσκάκης, και διετήρησαν και μετά την αρχιστρατηγίαν. Επρόκειτο περί της γενικής αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος. Πιστεύει τις, ότι θα εδέχοντο οι Πελοποννήσιοι αρχηγόν Στερεοελλαδίτην, ή οι Στερεοελλαδίται Πελοποννήσιον; Ο Κολοκοτρώνης διωρίσθη αρχιστράτηγος μόνης της Πελοποννήσου παρά της πελοποννησιακής γερουσίας κατά πρότασιν του πελοποννησιακού στρατού μετά την καταστροφήν του Δράμαλη, αλλ' ετελεσφόρησε; τον ανεγνώρισε ποτέ ως τοιούτον η κυβέρνησις; δεν κατήργησεν η εν Άστρει συνέλευσις και αυτόν τον τίτλον της αρχιστρατηγίας, ον έφερε μεν τότε ο Κολοκοτρώνης παρά γνώμην της κυβερνήσεως, αντεποιείτο δε ο Πετρόμπεης; αλλ' ουδέν ήττον, διηγούμενος τα της εν Τροιζήνι αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος, επαινώ και τον Καραϊσκάκην και τον Κολοκοτρώνην λέγων, ότι α υ θ ο ρ μ ή τ ω ς επρότειναν τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον.
«Το δε του Μιαούλη, παρεισαγόμενον παρά του αντιστράτηγου κυρίου Μεταξά ως όμοιον, πολύ διαφέρει, διότι ο μεν Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης διετήρησαν, ως είρηται, τας αρχηγίας των και μετά την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, ο δε Μιαούλης, ο πρώτος ναύαρχος όλης της Ελλάδος, διέμεινε, μετά την στολαρχίαν του Κοχράνου, εντός της φρεγάτας, εν ή εναυάρχει, ως απλούς πλοίαρχος.
«Και ταύτα ως προς το πραγματικόν μέρος της επικρίσεως, το μόνον άξιόν τίνος λόγου, εις επανόρθωσιν των απ' αρχής μέχρι τέλους αυτής εσφαλμένων.
«Εν Λονδίνω 3/15 μαΐου 1858».
Ε π ι σ η μ ε ί ω σ ι ς. — Εις τας ανωτέρω μαρτυρίας περί των κατά την Τροιζήνα συμβάντων αντέταξεν ο στρατηγός Γενναίος Κολοκοτρώνης άλλας, προς αναίρεσιν αυτών, εν τω 1617 αριθμώ του Αιώνος. Εις ταύτας ανταπήντησαν οι κύριοι Γιαννάκης Χ. Πέτρου και Τ. Μαγκίνας εν τω 950 αριθμώ της Ελπίδος. Αλλ' εγώ αρκούμαι να επαναλάβω, ότι όσα ιστορώ, ι δ ί α ι ς-ή κ ο υ σ α-α κ ο α ί ς-κ α ι-ι δ ί ο ι ς- ε ί δ α-ό μ μ α σ ι ν. Δίκαιον είχεν ο Πλούταρχος ειπών, «πάντη χαλεπόν και δυσθήρατον ιστορία ταληθέα, όταν οι μεν ύστερον γεγονότες τον χρόνον έχωσιν επιπροσθούντα τη γνώσει των πραγμάτων, η δε των πράξεων και των βίων ηλικιώτις ιστορία τα μεν φθόνοις και δυσμενείαις, τα δε χαριζομένη και κολακεύουσα λυμαίνηται και διαστρέφη την αλήθειαν».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.
(α.)
Προκήρυξις Κοχράνου.
«Ο επικινυνωδέστερος εχθρός σας, η διχόνοια, ήδη ενικήθη· τώρα το έργον σας είναι εύκολον^ οι νέοι της Ελλάδος πανταχού τρέχουν εις τα όπλα· η τύχη της ακροπόλεως δεν είναι πλέον αμφίβολος. Επειδή οι πολιορκούντες περικυκλούνται, επειδή η μετακόμισις των τροφών εμποδίζεται, τα στενά καταλαμβάνονται και η αναχώρησις γίνεται αδύναμος, εβεβαιώθη ήδη η ελευθερία της κλασικής γης των Αθηνών διορισμένης από την θείαν Πρόνοιαν να γίνη πάλιν καθέδρα της ελευθερίας, των επιστημών και των τεχνών^ μη παύσετε όμως, Έλληνες, αφ' ού κατορθώσετε τούτο, μη βάλλετε τα σπαθιά σας εις τας θήκας, εν όσω ο θηριώδης Τούρκος κρατεί και μίαν πιθαμήν του ιερού εδάφους το οποίον μίαν φοράν ήτον των πατέρων σας. Ας συναμιλλώνται οι θαλασσινοί νέοι διά την δόξαν με τους ήρωας της ξηράς, ας σπεύσουν να έμβουν εις τα εθνικά πλοία, και αν δεν δοθούν η ανεξαρτησία και όλα τα δίκαιά σας. Ας αποκλείσουν τον Ελλήσποντον και ας φέρουν τον πόλεμον εις την επικράτειαν του εχθρού· τότε ο απάνθρωπος σουλτάνος, ο άδικος σφαγεύς των υπηκόων του, ο αιμοβόρος καταδυνάστης των Ελλήνων θέλει αφανισθή από τους οικείους του· τότε η μουσουλμανική δύναμις θέλει καταστραφή αφ' εαυτής^ τότε η ιερά σημαία του σταυρού θέλει κυματίζει πάλιν επάνω του ναού της αγίας Σοφίας· τότε ο ελληνικός λαός θέλει αποκτήσει την αυτονομίαν και την ευνομίαν· κλειναί πόλεις θέλουν ανεγερθή, και η λαμπρότης των ερχομένων χρόνων θέλει εξισωθή με την των παρελθόντων. Αλλά μη νομίσετε, Έλληνες, ότι η πατρίς σας ημπορεί να ήναι ασφαλής, εάν έκαστος υμών δεν δράμη προθύμως εις υπεράσπισίν της».
(β.)
Ζήτει την απορριφθείσαν συνθήκην εν σελίδι 224 Ιστορίας Αθηνών Σουρμελή.
(γ.)
Ιδού η συνθήκη όλη·
«Άρθρ. Α'. Όλα τα στρατεύματα της φρουράς θέλουν εκβή με τα όπλα και πράγματά των.
«Β'. Όλαι αι οικογένειαι Αθηναίαι θέλουν εκβή χωρίς όπλα, με τα πράγματά των όμως, και θέλουν υπάγη εις τα σπήτιά των και χωρία των, όπου τους υπόσχομαι να δώσω τας ιδιοκτησίας των ομού και την ασφάλειαν της ζωής των, τιμής των και υπαρχόντων των. Και επειδή μεταξύ αυτών των οικογενειών ευρίσκονται χήραι, και ανήλικα παιδία χωρίς τους πατέρας των, υπόσχομαι και δι' αυτά ίνα προστατευθώσι, και δοθή εκ μέρους μας το αναγκαίον ταγήνι των.
«Γ'. Όλοι οι Μουσουλμάνοι κάθε ηλικίας και γένους, οίτινες ευρίσκονται εις την Ακρόπολιν, θέλουν δοθή εις τας χείρας μας.
«Δ'. Ο τόπος όλος, εκτός του Χαβαλέ, θέλει είναι εύκαιρος από στρατεύματά μας έως εις το ακροθαλάσσιον των τριών Πύργων.
«Ε'. Τρεις των αξιωματικών μας οι λεγόμενοι Γεντικλίδες μας εξ ών είναι ο Καφτάναγας, ο Τσοχαντάραγας, και Σαλήχμπεης, ομού με άλλους τρεις αρχηγούς Αλβανούς δοσμένους ως ενέχυρα εις χείρας των θέλουν συνοδεύσει τα στρατεύματά των έως εις τον τόπον του εμβαρκαρίσματος, όπου θέλει παρευρεθώσιν έως εις το εντελές εμβαρκάρισμα.
«ΣΤ'. Διά την μετακόμισιν των ασθενών και πληγωμένων θέλουν δοθώσιν εκ μέρους μας εξήντα άλογα.
«Ζ'. Η Ακρόπολις θέλει μας παραδοθή εις τον τρόπον και εις την κατάστασιν οπού ευρίσκεται· δηλ. με τα πολεμοφόδια, πυροβολικά, και τροφάς όπου ημπορούν να ευρίσκωνται εις αυτήν.
«Η'. Θέλει σταλθώσιν εκ μέρους μας εις την Ακρόπολιν εμπιστευμένοι τρεις άνθρωποι διά να περιεργασθώσιν αν ήναι υπόνομοι, ως ακούσαμεν, και τούτο θέλει γένει όταν υπογραφώσιν αι συμφωνίαι εκ μέρους των.
«Θ'. Αυτοί λοιπόν οι τρεις άνθρωποι, επειδή θέλουν λογισθή ως ενέχειρα εις τας χείρας, θέλει δοθώσιν εκ μέρους των εις ανταλλαγήν τρία αριθμημένα υποκείμενα, τα οποία θέλει αποδοθώσιν ευθύς όπου αδιασθή η Ακρόπολις.
«Ι'. Εάν οι εις την Ακρόπολιν αποσταλέντες τρεις άνθρωποι ήθελαν ίδωσι καμμίαν βλάβην γενομένην μετά την υπογραφήν των συνθηκών ή εις τας πηγάς, ή εις τον Πύργον, ή εις άλλα μέρη της Ακροπόλεως, θέλει ακυρωθώσιν αι συνθήκαι.
«ΙΑ'. Και τελευταίον θέλει διορισθή μία ώρα διά την αρχήν της εκτελέσεως κατά την έξοδον.
«Αυτά λοιπόν τα ένδεκα άρθρα υπόσχομαι μεθ' όρκου να φυλαχθώσι απαρασαλεύτως χωρίς να γένη διαφορετικά εξ αποφάσεως.
«Τη 24 μαΐου 1827
«Βεζίρης Μεχμέτ-Ρεσήτ πασάς πληρεξούσιος Αρχιστρ. κτλ.»
(δ.)
Όρα Κεφάλαιον ΞΘ'.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.
(α.)
Ευρίσκει ο αναγνώστης τοιαύτα αμνηστήρια εν σελίδι 510 των υπομνημάτων του Γενναίου.
(β.)
Ιδού η περί υποταγής ανταπόκρισις, εν ή εκφράζεται παρρησία η γενναία απόφασις των Μεσσηνίων ν' αποθάνωσιν ελεύθεροι· ελήφθη δε εκ της ιστορίας του πρωτοσυγγέλου Φραντζή.
«Κύριοι προεστοί των Εμλακίων, Κουτζούκ Μάνης, Νησίου και Καλαμάτας.
«Ο υποσφραγίζων κιαχαγιάμπεης του υψηλοτάτου πασά αυθεντός μας σας γνωστοποιώ, ότι μ' όλον οπού με έμρι της υψηλότητος του αυθέντου μας ήλθα εις τα ενταύθα διά να κατακάψω, κατακαύσω, και σχεδόν ν' αφανίσω όλα τα δένδρα σας όσα είναι χρήσιμα και αναγκαία προς τροφήν σας, λυπούμενος τον πτωχόν λαόν να μη δοκιμάση την αυτήν ζημίαν και αφανισμόν των αναγκαίων δένδρων σας, έκρινα εύλογον να σας είπω, ότι χωρίς αναβολής καιρού να συσκεφθήτε καλώς και να παραιτηθήτε από τα της αποστασίας φερσίματα, και καθώς σας συμβουλεύω να ελθήτε να προσκυνήσετε διά να απαντήσετε την οργήν αυτήν και τον αφανισμόν οπού θέλει δοκιμάσει όλη η πτωχολογία σας· ειδέ και δεν ελθήτε, ας ήναι η αμαρτία εις τον λαιμόν σας και όψεσθε εν ημέρα κρίσεως· περισσότερον δεν είναι χρεία να σας γράψω από αυτά, και υγιαίνετε.
«Την 22 σεπτεμβρίου 1827 Νησίον Καλαμάτας».
Απάντησις.
«Προς τον εξοχώτατον κιαχαγιάμπεην του Ιβραήμπασα.
«Ελάβαμεν ένα γράμμα σου, εις το οποίον λέγεις ότι είσαι διωρισμένος από τον αυθέντην σου διά να κατακόψης τα δενδρικά μας, και σου αποκρινόμεθα. Οι Έλληνες όταν απεφάσισαν να τεινάξωμεν τον ζυγόν της τουρκικής τυραννίας, εβάλαμεν προ οφθαλμών ότι κοντά με τα άλλα δικαιώματα του ελευθέρου ανδρός, τα οποία αυτοί μας είχαν αρπαγμένα και τα οποία θ' αποκτήσωμεν και όλα όσα ή καταπλακωμένα, ή από την αυτήν τυραννίαν των πατέρων μας φέρει επάνω της, ως υποκείμενα και αυτά εις την διάκρισιν της τυραννίας. Ότι δεν ημπορείς να τα κατακόψης, δεν μας είναι παράξενον, διότι κοντά εις τόσας άλλας παρανομίας, τας οποίας κάμνετε καθ' ημέραν εις τα αδύνατα μέλη, ημπορείτε να μεταχειρισθήτε το αυτό και εις τα άψυχα δένδρα. Στοχασθήτε όμως ότι δι' όλας αυτάς τας παρανόμους πράξεις σας χρεωστείτε λόγον καθώς και εις άλλα· είναι και εις ταύτα τα μέρη της Μεσσηνίας συγκροτημένον στρατόπεδον παρά του γενικού αρχηγού των αρμάτων της Πελοποννήσου, και όταν θέλετε, πολεμείτε με αυτό και όχι με τα ξύλα· ημείς πάλιν λέγομεν ότι είμεθα αποφασισμένοι ν' αποθάνωμεν ελεύθεροι Έλληνες· την 26 σεπτεμβρίου 1827.
«Οι κάτοικοι των επαρχιών της Μεσσηνίας».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.
(α.)
Αληθή όσα έλεγεν η Πύλη ως προς τον λόρδον Στραγφάρδον, αλλ' όχι και ως προς τους πληρεξουσίους της Ρωσσίας.
(β.)
Όρα κεφάλαιον ΝΣΤ'.
(γ.)
Ζήτει την προκήρυξιν εν τω αριθμώ νγ' της γενικής εφημερίδος της Ελλάδος 1827.
(δ.)
Τέσσαρα μέλη μόνον εξελέχθησαν.
(ε.)
Ένδεκα ημέρας παρηκολούθει τον στόλον τούτον η ελληνική γολέττα Ασπασία και ήρπασε δύο φορτηγά.
(στ.)
Διαφόρως απαριθμούνται και εις διαφόρους διαιρούνται τάξεις τα πλοία του στόλου τούτου· αλλ' εγώ παρεδέχθην ως αφαλέστερον τον παρά του γραμματέως του καπητανάμπεη δοθέντα κατάλογον τω Κοδριγκτώνι την επιούσαν της ναυμαχίας. Αν συναριθμήση τις τα παρά τω Ιβραήμη πρότερον πλοία, και τα εκ Κωνσταντινουπόλεως άλλοτε υπό τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην και τα εξ Αλεξανδρείας εσχάτως υπό τον καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατάραντα, θα ευρεί τον αριθμόν αυτών ανώτερον· αλλά πιθανόν ότι απήλθαν εν τω μεταξύ τινά εις άλλην υπηρεσίαν· εννέα τούτων είδαμεν ότι ελλιμένιζαν εν τω κόλπω των Σαλώνων. Κατά την έκθεσιν δε του γραμματέως τα δύο δίκροτα ήσαν των 84 κανονίων, το έν των 74, αι τέσσαρες αιγύπτιαι φρεγάται των 64 και αι λοιπαί των 48· αι δε κορβέτται αι μεν των 24 αι δε των 18· τα δε βρίκια των 19.
(ζ.)
Αγγλική Μοίρα.
Η Ασία έφερε κανόνια 84, η Γενούη 76, η Αλβιών 74, η Γλασκόβη 50, η Καμβρία 48, η Λαρτμούθη 42, η Ταλβότη 28, το Ρόδον 18, ο Κώνωψ, το Γοργόν και η Φιλομήλα ανά 10, και η Έλαφος 6.
Γαλλική Μοίρα.
Η Βρεσλαβία έφερε κανόνια 84, ο Σκιπίων 80, η Τρίαινα 74, η Σειρήν 60, η Αρμίδα 42, η Αλκυών 10, και η Δάφνη 6.
Ρωσσική Μοίρα.
Η Γαγκούτη έφερε κανόνια 81, η Αζόφη 74, ο Ιεζεκιήλ 74, Ο Κωνσταντίνος Νεύσκης 44, η Προβονόη 42, η Ελένη 38, ο Κάστωρ 32
(η.)
Ελέγετο τω καιρώ εκείνω ότι η απροσδόκητος αύτη Ναυμαχία εγένετο επί τη ιδιαιτέρα προτροπή του τότε πρώτου λόρδου του αγγλικού Ναυαρχείου έπειτα δε Βασιλέως Γουλιέλμου Δ'. Δις ηρώτησα εν Λονδίνω τον Ναύαρχον Κοδριγκτώνα αν αλήθευε τούτο και δις το έψευσε. Την δευτέραν μάλιστα φοράν, παρατήρησας ότι εδυσπίστουν, το έψευσεν επί λόγω τιμής.
(θ.)
Την εννάτην ημέραν μετά την κατά το Νεόκαστρον ναυμαχίαν διηγήθη ο Ιβραήμης τα κατ' αυτήν τω Παγέτω (Paget) πλοιάρχω της γαλλικής γολέττας, Βέλους· την δε αναφοράν του πλοιάρχου τούτου προς τον ναύαρχόν του Δεριγνήν εφ' όσων ήκουσεν εκδοθείσαν εν τη κατά τον απρίλιον 1837 επιθεωρήσει της Δουβλίνης, εκδίδω ενταύθα ως περί έργον και άγνωστον παρ' ημίν.
«Επιθυμώ, κύριε», (είπε τω πλοιάρχω ο Ιβραήμης), «να κοινοποιήσης τους εξής λόγους μου πιστώς και ακριβώς τω ναυάρχω Δεριγνή· πέποιθα δε ότι ειλικρινώς θα εκπληρώσεις την επιθυμίαν μου.
«Κακώς με παρέστησαν και με εσυκοφάντησαν ειπόντες ότι παρέβην τον λόγον μου. Ιδού τα περιστατικά εφ' ών ερείδεται η ψευδής αύτη κατηγορία.
«Ολίγαις ημέραις προ του κατά την 8/20 οκτωβρίου ατυχούς συμβάντος ήλθα εις λόγους μετά των ναυάρχων Αγγλίας και Γαλλίας παρόντων πολλών αξιωματικών αυτών, και εμείναμεν σύμφωνοι ν' αναβληθή πάσα εχθροπραξία Ελλήνων και Τούρκων έως ου γνωσθή η απάντησις της Πύλης εις τας προτάσεις της συμμαχίας. Ηρώτησα αν επετρέπετο να στείλω εις Πάτρας τροφάς, ων οι εκεί εσπάνιζαν· οι ναύαρχοι συνήνεσαν· ηρώτησα αν ηδυνάμην να υπερασπίσω τα φορτηγά πλοία διά πολεμικών εν περιπτώσει προσβολής των Ελλήνων· ανένευσεν ο Άγγλος ναύαρχος, αλλ' επρότεινε να τα συνοδεύση αυτός, ή ν' ασφαλίση άλλως τον πλουν αυτών· εγώ όμως αντέτεινα ως προσβαλλομένης της τιμής της σημαίας μου· απέπλευσαν οι αγγλογάλλοι μετ' ολίγον του λιμένος του Νεοκάστρου, απέστειλα και εγώ τα φορτηγά εις Πάτρας συναποστείλας καί τινα πολεμικά εις υπεράσπισίν των, διότι έμαθα ότι περιέπλεαν ελληνικά. Ερωτώ σε, κύριε, αν έπρεπεν άλλως πώς να πορευθώ και να εγκαταλείψω τους εν πολεμώ αδελφούς μου λιμώττοντας. Μαθών δε μετά ταύτα, ότι ο λόρδος Κοχράνης ηπείλει τας Πάτρας μεθ' ικανής δυνάμεως, απέπλευσα και εγώ και διέταξα να συνακολουθήσωσι διάφοροι φρεγάται επ' ελπίδι να προλάβω διά της επιδείξεως ταύτης πάσαν συμπλοκήν και ν' ασφαλίσω τον εις Πάτρας κατάπλουν των φορτηγών. Εν τούτοις τα προπλεύσαντα πλοία απήντησαν τα αγγλικά και κατά πρόσκλησιν αυτών επανέστρεψαν προς το Νεόκαστρον· απήντησα αυτά επί της επιστροφής των, συνεκρότησα συμβούλιον περί των περαιτέρω, και μετά βαθείαν σκέψιν απεφάσισα να επισιτίσω τας Πάτρας κατά το πρώτον μου σχέδιον, διότι κατά τούτον τον τρόπον ούτε τον προς τους ναυάρχους λόγον μου παρέβαινα, ούτ' επεχείρουν τι κατά των Ελλήνων μηδένα τόπον κατεχόντων τω καιρώ εκείνω εν τοις πέριξ. Αλλά διευθυνόμενος προς τας Πάτρας απήντησα εκ νέου τους Άγγλους, και προσκληθείς να επιστρέψω επέστρεψα εις Nεόκαστρον παραιτηθείς επί του παρόντος του πρώτου σχεδίου μου· επανελθών δε εις Νεόκαστρον ανεχώρησα εκείθεν εκ νέου διά τινας ημέρας εν ώ αι μοίραι, αγγλική, γαλλική και ρωσσική, περιέπλεαν. Μία φρεγάτα και έν αγγλικόν βρίκι εισέπλευσαν τον λιμένα άνευ σημαιών, και μετά τινας εν αυτώ λοξοδρομίας εξέπλευσαν κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη διαγωγή είναι κατ' εμέ και αδικαιολόγητος και ανεξήγητος. Την 8/20 Οκτωβρίου βλέπων ο τοποτηρητής μου τον συμμαχικόν στόλον εισερχόμενον εν παρατάξει και επί σκοπώ κατά το φαινόμενον εχθρικώ, ανήγγειλε τω Άγγλω ναυάρχω αποστείλας προς αυτόν λέμβον, ότι ελυπείτο βλέπων τοιαύτην δύναμιν εισερχομένην εν απουσία μου, και ότι οι σύμμαχοι εδύναντο να έλθωσιν εις λόγους μετά των επί της ξηράς ασφαλώς, αν ήθελαν, διά του είσπλου τινών μόνον πλοίων χωρίς να διακινδυνεύσωσι την ειρήνην. Ερωτώ σε, κύριε, είχε τι κακόν ο λόγος ούτος; δεν ήτο φυσικόν ν' αποδοκιμάση ο προϊστάμενος τον είσπλουν τοιαύτης δυνάμεως, και να διαμαρτυρηθή κατ' αυτής τετραπλής ούσης ή πενταπλής παρά την ημετέραν και ικανής να προκαλέση εχθροπραξίας διά της πολεμικής της παρουσίας; Ο Άγγλος ναύαρχος απέπεμψε την λέμβον αποκριθείς περιφρονητικώς ότι ήλθε να δώση διαταγάς και όχι να λάβη συμβουλάς. Την β' ώραν εισέπλευσαν αι τρεις μοίραι και ηγκυροβόλησαν εντός πιστολίας από του τουρκικού στόλου· μία δε φρεγάτα ηγκυροβόλησε πλησίον δύο πυρπολικών κειμένων παρά το στόμα του λιμένος. Έστειλε την λέμβον του και εκ δευτέρου ο ναύαρχος του τουρκικού στόλου προς τον του αγγλικού ζητών διασαφήσεις περί των εχθρικών τούτων κινημάτων, αλλ' ο σταλείς απεπέμφθη εν περιφρονήσει, η δε παρά τα πυρπολικά αγκυροβολήσασα φρεγάτα έστειλε τας λέμβους της εις κυρίευσίν των. Εν τούτοις έπεσάν τινες τουφεκίαι ως σημείον γενικής μάχης, ήτις διήρκεσε μέχρις εσπέρας, καθ’ ήν κατεστράφη ο ημέτερος στόλος συγκείμενος εκ τριών δικρότων, δεκαπέντε φρεγατών και πολλών φορτηγών και απροετοίμαστος εις μάχην· ο δε προς ον αντιπαρετάττετο, συνίστατο εκ δέκα δικρότων και πολλών φρεγατών και κορβεττών. Τούτων ούτως εχόντων, φρονούν τω όντι οι τρεις ναύαρχοι ότι εδρέψαντο αφθόνως δάφνας κατατροπώσαντες δι' ανωτέρας δυνάμεως αντίπαλον μη προσδοκώντα ή προκαλέσαντα τοιαύτην συμπλοκήν, μήτε προετοιμασθέντα εις μάχην, ή φροντίσαντα τα εις υπεράσπισιν; αλλά τις ο αρξάμενος αδίκων χειρών; έκαστος προσπαθεί να αθωωθή, αλλ' είναι εκτός πάσης αμφιβολίας ότι η αγγλική φρεγάτα επεχείρησεν αλόγως και αναιτίως να κυριεύση τινά πυρπολικά, και ότι η δικαία αντίστασις των εν αυτοίς επέφερε την πρώτην πυροβολήν. Επί τέλους, ομολογώ ότι εγώ συναισθάνομαι ότι κατ' ουδέν ημάρτησα, αλλ' αγνοώ εισέτι τι το προκαλέσαν την ανεξήγητον ταύτην διαγωγήν. Αι μεγάλαι Δυνάμεις δεικνύουν επιθυμίαν να παύσωσι την περαιτέρω κατά την Ανατολήν αιματοχυσίαν, αλλ' ιδέ πώς οι ναύαρχοί των ερυθραίνουν τα νερά του Νεοκάστρου δι' αιμάτων, και πώς καλύπτουν όλον τον λιμένα δι' επικυματιζόντων πτωμάτων. Είπαν, ότι παρέβην τον λόγον μου· είμαι έτοιμος ν' απέλθω και εις Παρισίους και εις Λονδίνον, αν ήναι ανάγκη, ίνα γνωστοποιήσω την αλήθειαν, και τότε οι χύσαντες το αθώον αίμα θα υποστούν το όνειδος και την αισχύνην της κακοπραγίας των. Ναυπηγούνται πλοία ίνα διακινδυνεύωσιν εν μάχαις και τρικυμίαις· δεν με λυπεί τόσον η απώλεια αυτών· αλλ' ακούων ότι παρέβην τα συνομολογηθέντα δεν ημπορώ ν' αποσιωπήσω ότι είναι αισχρά συκοφαντία.
«Πέποιθα, κύριε, ότι θα κοινοποιήσεις όσα σοι είπα προς τον ναύαρχόν σου λέξιν προς λέξιν».
Η έκθεσις αύτη μαρτυρεί ότι συνώδευσεν ο Ιβραήμης τα φορτηγά πλοία διά πολεμικών παρά την ρητήν γνώμην των ναυάρχων της συμμαχίας.