Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 3

Chapter 332 wordsPublic domain

Υπεράνω των χωρίων τούτων, επί του Χελμού κειμένων, κατέφυγαν επί της εις Καλάβρυτα εισβολής του Ιβραήμη χάριν ασφαλείας πεντακισχίλιαι ψυχαί· συνήλθαν δε εις υπεράσπισιν αυτών τετρακόσιοι οπλοφόροι υπό τον Σολιώτην και τον Πετμεζάν και ωχυρώθησαν επί των υπωρειών. Μάιος Επέπεσάν τινες των περί τον Ιβραήμην την 5 μαΐου α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, έπαθαν ευρόντες γενναίαν αντίστασιν και ωπισθοδρόμησαν· εφορμήσαντες δ' εκ νέου πολυαριθμότεροι ηνάγκασαν τους Έλληνας ν' αναβώσιν εις Καστράκι και ν' αγωνισθώσι νέον και βαρύν αγώνα, αλλ' οι εχθροί συνανέβησαν και καταδιώκοντές τους, υπερίσχυσαν, και εδόθησαν εις σφαγήν και αιχμαλωσίαν. Δεινά τα παθήματα των οικογενειών επί της φυγής των και διά την καταδίωξιν και διά το κρημνώδες του τόπου και το πάχος της χιόνος, ορεινού όντος του μέρους. Πεντακόσιοι ελέγετο ότι απωλέσθησαν, οι μεν κατακρηνιζόμενοι, οι δε εις την χιόνα βοθριζόμενοι. Αιχμαλωτίσας δε ο Ιβραήμης υπερχιλίας ψυχάς επανήλθεν εις Καλάβρυτα, και αφήσας εκεί το στράτευμά του παρέλαβε μόνον μίαν εκατοστύν ιππέων, ανέβη τον άνωθεν των Ρογών λόφον, κατέβη εις τα Αλώνια της Ζαχλωρούς, εσκοπίασε την μονήν του μεγάλου Σπηλαίου επί απόρθητου σχεδόν θέσεως και υπό την υπεράσπισιν ισχυράς φρουράς κειμένην, επανήλθεν αυθημερόν εις Καλάβρυτα και ώδευσε την επαύριον εις Τριπολιτσάν, όπου έφθασε την 10 φέρων χίλια φορτώματα τροφών διά την λιμώττουσαν φρουράν της.

Καθ' όν δε καιρόν ανέβαινεν ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν, εξεστράτευσε προς τον Αλφειόν ο εν Μοθώνη Σουλεημάμπεης μετά 2500 τακτικών εις εμπόδιον ίσως συρροής ελληνικών στρατευμάτων επί της πορείας του κυρίου του.

Αρχομένου δε του μαΐου, ανεχώρησεν εκ Ναυπλίου ο Κολοκοτρώνης, και επορεύθη εις Μπουγιάτι, όπου συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας και συνήλθαν και διάφοροι οπλαρχηγοί· συλλέξας δε και ο Γενναίος τους εν Ναυπλίω Τριπολιτσιώτας και άλλους Πελοποννησίους επορεύθη και αυτός μετ' ολίγας ημέρας όπου ο πατήρ του. Εξ όσων δε συνήχθησαν εκεί, 500 μετέβησαν εις Καρύταιναν, όθεν οι κάτοικοι φοβηθέντες είχαν αναχωρήσει μετά των ποιμνίων των εις τα όρη της Μάνης· ολίγοι δε αυτών κατέφυγαν εις σπήλαια ή εις οχυρά μοναστήρια.

Την δε 17 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης· και κατ' αρχάς μεν εβάδισε την της Καρυταίνης οδόν, αλλ' ετράπη μετ' ολίγον εις την του Μιστρά, διεσκόρπισε τους κατέχοντας το Μακρυπλάγι Έλληνας, άφησεν εκεί φρουράν, και διά της οδού του Νησίου έφθασεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια, καύσας καθ' οδόν την Ανδρίτσαιναν· στρατοπεδεύσας δ' εκτός της Μοθώνης εξ αιτίας της επικρατούσης εκεί και εν Κορώνη λοιμικής νόσου διέμεινεν αργός ολόκληρον μήνα.

Αν και ανίκανοι εφάνησαν οι Πελοποννήσιοι αντιπαραταττόμενοι προς τους εχθρούς των συστάδην, ικανοί όμως εδείχθησαν βλάπτοντές τους σποράδην, ενεδρεύοντες, ή κλεπτοπολεμούντες· 150 Άραβες, βόσκοντες τρεις ώρας μακράν της Κορώνης 185 ίππους, εφονεύθησαν δι' ενέδρας σχεδόν όλοι και εζωγρήθησαν οι ίπποι· πολλούς εχθρούς ο Νικήτας και άλλοι οπλαρχηγοί έφθειραν πίπτοντες αίφνης επί τους αποσπωμένους του στρατεύματος κατά την εις την Μεσσηνίαν κατάβασίν των· 35 σποράδην περιφερόμενοι εσκοτώθησαν κατά το Παληονέρι· 70 κατά το Σούγελον του Νεοκάστρου, και 16 μίαν φοράν και 30 άλλην κατά την Πέλοβαν· αλλά τα μικρά ταύτα παθήματα μικρά παρενέβαλαν προσκόμματα εις τα φθοροποιά και ευτυχή κινήματα του εχθρού.

Αφ' ού δ' επάτησε και κατεπάτησεν ο Ιβραήμης την λοιπήν Πελοπόννησον, ηθέλησε να εισβάλη και εις την Μάνην.

Είδαμεν ότι επί της πτώσεως του Νεοκάστρου ο Ιβραήμης εκράτησε παρά την σύμβασιν, τους εν αυτώ Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και Γιατράκον· τους απέλυσε δε καθ' όν καιρόν απελύθησαν οι εν Ναυπλίω κρατούμενοι δύο πασάδες οι μη συνυπογράψαντες την επί της πτώσεως αυτού σύμβασιν. Ο απολυθείς Μαυρομιχάλης, εξαγοραζόμενος, ως είρηται ήδη, τον καιρόν, και προθέμενος να προφυλάξη την πατρίδα του από πάσης εχθρικής επιδρομής, εζήτησεν, επί της εν Πελοποννήσω ευτυχούς προόδου των Αιγυπτίων και προ της εις Αιτωλίαν μεταβάσεώς των, και έλαβε παρά του Ιβραήμη αμνηστήρια δι' εαυτόν και τους συγγενείς του, και έκτοτε οι Μανιάται δεν εστράτευσαν εκτός των ορίων των, κατακρινόμενοι υπό των λοιπών Ελλήνων ένεκα της φαινομένης αδιαφορίας των. Την αμφίβολον δε ταύτην διαγωγήν των Μανιατών αποδοκιμάζων και ο Ιβραήμης έστειλε την 29 εκ Μοθώνης προς τον εν Μάνη διατρίβοντα Γεωργάκην Μαυρομιχάλην επιστολήν, δι’ ής τον επέπληττε πικρώς ως μη τηρήσαντα την υπόσχεσίν του, τον διέταττε να υπάγη εντός δέκα ημερών εις προσκύνησίν του παραλαβών και τους λοιπούς εγκρίτους της Μάνης, και ηπείλει καταστροφήν της πατρίδος των, αν δεν εισηκούετο (α).

Λαβών την επιστολήν ο Γ. Μαυρομιχάλης έσπευσε να την κοινοποιήση τοις εγκρίτοις των συμπατριωτών του, και συναινέσει αυτών απεκρίθη τα εξής·

«Από ημάς τους ολίγους Έλληνας της Μάνης και λοιπούς Έλληνας ευρισκομένους εις αυτήν·

«Προς τον Ιβραήμπασαν της Αιγύπτου.

«Ελάβαμεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδαμεν να μας φοβερίζης ότι, αν δεν σου προσφέρωμεν την υποταγήν μας, θέλεις εξολοθρεύσει τους Μανιάτας και την Μάνην· διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης.

«Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

Η αλληλογραφία αύτη εθεωρήθη ως αφορμή πολέμου, και έκτοτε ο μεν Ιβραήμης ητοιμάζετο εις εισβολήν, οι δε Μανιάται εις αντίκρουσιν.

Ιούνιος Την 21 Ιουνίου εκίνησαν επτακισχίλιοι, τακτικοί και άτακτοι, πεζοί και ιππείς, κατά της Μάνης, και συγχρόνως εφάνησαν εν τω μεσσηνιακώ κόλπω δύο βρίκια πολεμικά και διάφορα φορτηγά. Τα πολεμικά εκανονοβόλησαν διάφορα παράλια της Λακωνίας, και επροσποιούντο οι εν αυτοίς εχθροί ότι εμελέτων αυθημερόν αποβίβασιν στρατευμάτων· αλλά κύριον σκοπόν είχαν να ελκύσωσι την προσοχήν των Μανιατών προς τα κινδυνεύοντα δήθεν ταύτα μέρη, ώστε να εύρωσιν οι διά ξηράς ερχόμενοι ελευθέραν την δίοδον, δι' ής εσκόπευαν να πατήσωσι τον τόπον. Οδεύοντες επί τω σκοπώ τούτω οι επτακισχίλιοι προς ανατολάς έφθασαν την επαύριον εις τους πρόποδας των ορέων έμπροσθεν της πλησίον του εν τω μεσσηνιακώ κόλπω λιμένος του Αρμυρού Βέργας, όπου ευρόντες χιλίους Μανιάτας ετοίμους εις αντίστασιν εφώρμησαν πλήρεις τόλμης, αλλά σφοδρώς και ευστόχως τουφεκισθέντες ωπισθοδρόμησαν· εφώρμησαν και εκ δευτέρου και εκ τρίτου, αλλ' απέτυχαν επίσης· εδοκίμησαν μετά την τριπλήν αποτυχίαν να επιπέσωσιν όπισθεν, αλλά και κατά την δοκιμήν ταυτήν έπαθαν και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι μετά δεκάωρον πάλην, καθ' ήν έπεσαν 100 εξ αυτών, και 4 εκ των Μανιατών. Εν ώ δε ήρχιζεν η μάχη εν Βέργαις, βλέποντες οι εχθροί όλην την δύναμιν της Μάνης συγκεντρωθείσαν προς εκείνην την θέσιν, απεσπάσθησαν 1500, και εμβάντες εις πλοία ελθόντα εις τον λιμένα του Αρμυρού απέβησαν αυθημερόν εις Δηρόν, επάτησαν τα εκ δεξιών χωρία, Πύργον και Χαριάν, και πυρ βαλόντες επροχώρησαν προς την εξ αριστερών κωμόπολιν της Τσίμοβας· αλλά κανονοβοληθέντες από του πύργου του Πικολάκη ωπισθοδρόμησαν προς τα Τσαλαπιανά επί σκοπώ ν' αναβώσι, δι' εκείνου του μέρους εις την κωμόπολιν. Έξωθεν των Τσαλαπιανών κείνται πύργοι· τούτους καταλαβόντες ολίγοι Μανιάται εμπόδισαν την εις την κωμόπολιν πρόοδον των εχθρών και τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν άπρακτοι εις Δηρόν· αλλ' αυστηρώς επιπληχθέντες υπό του Ιβραήμη επί τη οπισθοδρομήσει ως φυγόμαχοι επανήλθαν εις Τσαλαπιανά την επαύριον προς κυρίευσιν της Τσίμοβας. Εν τοσούτω, γνωστού γενομένου του κινδύνου διά κωδωνοκρουσίας, έδραμαν εις υπεράσπισιν της κινδυνευούσης κωμοπόλεως οι κάτοικοι των πέριξ χωρίων ένοπλοι, εν οίς και αρχιερείς και ιερείς, έδραμαν δρεπανηφόροι και αι μεταξύ Τσίμοβας και Χαριάς θερίζουσαι πολυάριθμοι Μανιάτιδες, παρηκολούθησε και ο καθ' οδόν ευρεθείς Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και οι περί αυτόν, μεταβαίνοντες εις βοήθειαν των εν τω Αρμυρώ, και όλοι ομού, άνδρες, γυναίκες, κληρικοί και λαϊκοί, προσέβαλαν τους εχθρούς, και φονεύσαντες και αιχμαλωτίσαντες πολλούς, απώθησαν τους λοιπούς όλους μέχρι θαλάσσης κακώς έχοντας. Καταδιωκόμενοι οι εχθροί κατέλαβαν την παραθαλάσσιον οχυράν θέσιν Τσουμπάρι, και βοηθούμενοι υπό των πλοίων αντέστησαν, αλλ' επί τέλους ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν να καταφύγωσι την 25 εις τα πλοία εν τοιαύτη βία, ώστε τινές πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν.

Οι δε εν Βέργαις απομείναντες εδοκίμασαν να κτυπήσωσι τους νικητάς των εκ νέου την 24, αλλά και τότε απέτυχαν και ανεχώρησαν και αυτοί την επαύριον εις Καλαμάταν πολλά παθόντες. Εις βοήθειαν των Μανιατών εξεστράτευσαν δισχίλιοι Πελοποννήσιοι υπό τον Κολοκοτρώνην, καθόντες δε καθ' οδόν την τροπήν των εχθρών ανεστρατοπέδευσαν.

Άνδρες εφάνησαν και αυταί οι δρεπανηφόροι Μανιάτιδες, και άξιον μνήμης το εξής ανδραγάθημα μιας αυτών. Θερίζων ο γέρων Βοζίκης τον επί της παραλίας αγρόν του συνελήφθη αίφνης υπό δύο Αιγυπτίων. Καταγινομένων δε εις δέσμευσίν του, επέπεσεν η συνθερίζουσα θυγάτηρ του, Πανώρηα, έκοψε διά του δρεπάνου της τον λάρυγγα του ενός και βοηθουμένη υπό του πατρός της εφόνευσε τον άλλον.

Κατά τας ημέρας δε ταύτας ήσαν τινες Έλληνες ωχυρωμένοι εν τοις παρά τον ποταμόν της Καρυταίνης σπηλαίοις, όπου ελθόντες εχθροί τους επολιόρκησαν. Γενναίως αντέστησαν οι έγκλειστοι· επιπεσόντων δε μετ' ολίγον και άλλων έξωθεν Ελλήνων, παθόντες οι πολιορκηταί απεμακρύνθησαν.

Ο δε Ιβραήμης, καταισχυνθείς εν τη εις Μάνην στρατεία του, ώδευσε μετ' ολίγας ημέρας εις Τριπολιτσάν. Συνέπεσε να ετοιμάζωνται οι Έλληνες εις προσβολήν της εχθρικής φρουράς του Μακρυπλαγίου· αλλ' αίφνης ιδόντες τα υπό τον Ιβραήμη στρατεύματα προχωρούντα επί των πεδιάδων του Λεονταρίου και της Καρυταίνης παρήτησαν το σχέδιόν των και απεμακρύνθησαν. Οι δε εχθροί εισήλθαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Τριπολιτσάν φέροντες πολλάς τροφάς.

Ο δε Κολοκοτρώνης μετά την προς την Καλαμάταν στρατείαν του επανήλθεν εις Ναύπλιον, έκλεισε καπηλεία και καφενεία, επειθανάγκασεν όλους τους οπλοφορούντας να τον ακολουθήσωσι, και παραλαβών διακοσίους ιππείς, τακτικούς και ατάκτους, τους ετοποθέτησεν εν Βερβένοις, όπου συνήλθαν και άλλοθεν άλλοι στρατιώται. Οι Τούρκοι συνείθιζαν να εξέρχωνται της Τριπολιτσάς και να περιφέρωνται χορτολογούντες ή τροφολογούντες. Ιούλιος Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Βερβένοις κατέβησαν εις την πεδιάδα την νύκτα της 18 Ιουλίου, και κατέλαβαν οι μεν, εν οίς και ο Νικήτας και το άτακτον ιππικόν υπό τον Χατζή-Μιχάλην, τας Ρίζας, οι δε, εν οίς και οι τακτικοί ιππείς υπό τον Αλμέιδαν, το χωρίον Μεχμέταγαν και ενέδρευαν.

Ο δε Ιβραήμης, διατρίψας εν Τριπολιτσά ημέρας τινάς εις ανάπαυσιν του στρατεύματός του, εξεστράτευσε την 18 διαιρέσας εις τρία το στράτευμά του· και το μεν ώδευσε κατά το Νούδιμον, το δε κατά την Κανδήλαν, το δε προς την Καρύταιναν, όπερ και ηκροβολίσθη μετά των περί τον Γενναίον κατά τα λειβάδια του Αρκουδορρεύματος· αρπάσαντα δε και τα τρία ανθρώπους, ζώα και τροφάς, επανήλθαν μετά δύο ημέρας εις Τριπολιτσάν. Την αυτήν ημέραν τρεις λόχοι Αράβων υπήγαν ανυπόπτως προς το χωρίον Μεχμέταγαν, όπου ενέδρευαν Έλληνες. Ιδόντες ούτοι τους εχθρούς ερχομένους εφώρμησαν· έδραμαν και οι κατέχοντες τας Ρίζας, τους εκύκλωσαν, εφόνευσαν υπερδιακοσίους και επήραν δύο σημαίας και έξ τύμπανα, ολίγην δε ζημίαν αυτοί έπαθαν. Οι δ΄ εν Τριπολιτσά, μαθόντες το γεγονός, εξώρμησαν επί τους Έλληνας, αλλά δεν τους επρόφθασαν αναβάντας τα όρη. Επιστραφέντες δε εις την πόλιν άπρακτοι, και ακούσαντες ότι συνήλθε στράτευμα ελληνικόν εις Αλωνίσταιναν, επεξήλθαν οι μεν κατ' ευθείαν, οι δε διά του Λεβιδίου, έτρεψαν το στράτευμα μετά μικρόν ακροβολισμόν, και μετά ταύτα υπήγαν όλοι ομού εις Βυτίναν, την έκαυσαν, και επανήλθαν διά του Λεβιδίου εις Τριπολιτσάν. Μετά την επιδρομήν ταυτήν έπεσεν ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου, και μη ευρών αντίστασιν έκαυσε το Καστρί, τον Άγιον Πέτρον, τον Άγιον Ιωάννην, τα Καλύβια και κατέβη εις το Άστρος· εκεί διήρεσε το στράτευμά του εις τρία, και το μεν ώδευσε προς την Βαμβακούν κατά τον Μιστράν, το δε προς την Αράχωβαν, το δε προς την Τσακονίαν και έκαυσε τον Πραστόν· εσκόπευαν δε να συνεισβάλωσιν εις την Μάνην.

Καθ' όν δε καιρόν ο Ιβραήμης έκαιε και έθυεν, έτυχε διατρίβων ο Νικήτας κατά τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους έχων υπό την οδηγίαν του καί τινας της φρουράς του Μεσολογγίου, και την συστηθείσαν προ ολίγου φάλαγγα των Ιώνων, και το σώμα των Επταννησίων, έτρεξε κατόπιν του εχθρού και βλέπων αυτόν επιστρέφοντα πανστρατιά προς το Άστρος, έδραμε και εισήλθε μετά των περί αυτόν εις το επί της θέσεως εκείνης νεόκτιστον φρούριον, όπου ως εις ασφαλή τόπον είχαν καταφύγει χίλιαι διακόσιαι ψυχαί. Αύγουστος Οι εχθροί, χίλιοι πεζοί και τριακόσιοι ιππείς, εφώρμησαν την 4 αυγούστου, αλλ' απεκρούσθησαν εφώρμησαν και την επαύριον, αλλ' απεκρούσθησαν επίσης και ανεχώρησαν άπρακτοι· προσέβαλαν και την επάνωθεν του Καστριού μονήν του Προδρόμου, όπου ενοσηλεύοντο ασθενείς και τραυματίαι, αλλά και εκείθεν ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά την διττήν ταύτην αποτυχίαν, οι μεν επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι πλείστοι δε υπό την οδηγίαν του Ιβραήμη έπεσαν εις την Λακεδαιμονίαν επί σκοπώ να εισβάλωσι πάλιν εις την Μάνην διά της ανατολικής πλευράς του Ταϋγέτου· παρηκολούθουν δε αυτούς δισχίλιοι Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον Πλαπούταν και τον Γενναίον φονεύοντες και ζωγρούντες τους αποκοπτομένους του στρατοπέδου και περιφερομένους χάριν λεηλασίας. Την δε 19 οι δισχίλιοι ούτοι συνήψαν μάχην μετά τινος αποσπάσματος χιλίων ατάκτων πεζών και ιππέων έν τινι στενοτοπία κατά τον Μπασαράν· εφόνευσαν 50, εζώγρησαν 17, πολλούς ίππους και ημιόνους, και απέσπασαν των χειρών αυτών 40 αιχμαλώτους, χιλιάδας αιγοπροβάτων, και 300 βόας. Οι εχθροί απήντησαν επί της πορείας των άλλο αξιοσημείωτον πρόσκομμα. Εντός του πύργου του Μεχμέτμπεη εκλείσθησαν υπό τινα ιερέα 30 Έλληνες, δώδεκα ημέρας επολιορκήθησαν και καθ' ημέραν εκανονοβολούντο, γενναίως εγκαρτερούντες· ιδόντες δε ότι υπεσκάπτετο υπόνομος εξώρμησαν την νύκτα ξιφήρεις διά μέσου των πολυαρίθμων εχθρών· τρεις μόνον εφονεύθησαν, εν οίς και ο ιερεύς.

Προχωρούντες δε οι εχθροί εις ον προέθεντο όρον, επάτησαν την 21 την Μάνην, και διελθόντες τα χωρία της Αναβρυτής και του Στορτσά διέβησαν την επί του Ταϋγέτου κακήν Σκάλαν, πλησίον της επαρχίας Ανδρουβίστης· αλλά ευρόντες αντίστασιν ωπισθοδρόμησαν, και αναβάντες επί της κορυφής του όρους ηυλίσθησαν εν τη πεδιάδι του Μαχμούτμπεη· εκείθεν εστράτευσαν την επαύριον και έφθασαν εις το στόμιον του Ευρώτα. Ενδιατρίψαντες δε δύο ημέρας ανέβησαν τα Μπαρδουνοχώρια και έπεσαν εις την επαρχίαν του Μαλευρίου, καίοντες κωμοπόλεις και χωρία, θέλοντες δε να προχωρήσωσιν εις τα ενδότερα της Μάνης, ώδευσαν την 27 προς το χωρίον Μανιάκοβαν. Εκεί ευρεθέντες ο Παναγιώτης Κοσονάκος και οι περί αυτόν εκλείσθησαν εντός τινων οικιών πολεμούντες γενναίως. Ήλθαν μετ' ολίγον εις βοήθειάν των καί τινες άλλοι υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην περιφερόμενον επί στρατολογία· αλλ' οι εχθροί ήσαν πολλοί και η θέσις όχι τόσον οχυρά· όλοι δε οι εκεί Έλληνες, συμπεριλαμβανομένων και των περί τον Μαυρομιχάλην, ήσαν μόλις 300· διά τούτο αφήσαντες το χωρίον μετέβησαν εις άλλην παραπλήσιον οχυρωτέραν θέσιν. Κυριεύσαντες οι εχθροί το χωρίον ώρμησαν και εις την άλλην θέσιν και επολέμησαν τους εκεί μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν, φανέντος του Ηλία Κατσάκου μετά 300 εκλεκτών επιπεσόντων όπισθεν, ωπισθοδρόμησαν και επανήλθαν εις την πεδιάδα του Πασαβά, επί σκοπώ να οδεύσωσιν εις τα χωρία Σκυφιάνικα και Πολυάραβον· αλλά φοβούμενοι μη πάθωσι και εν τη οδώ ταυτή εδίσταζαν. Εν μέσω δε του δισταγμού των Μπόσινάς τις εκ των δευτερευόντων οπλαρχηγών της Μάνης, παρακολουθών τους εχθρούς ως προσκυνήσας, ανεδέχθη, άλλος Εφιάλτης, να τους οδηγήση εις τα ρηθέντα χωρία διά τινος αγνώστου μονοπατίου. Επί του μονοπατίου τούτου κείται το χωρίον Δέσφινα, εντός δε του πύργου του χωρίου ήσαν οι περί τον Θεοδωρήν Σταθάκον. Οι εχθροί απέκλεισαν τον πύργον, και ο Μπόσινας εφώναζε μακρόθεν λέγων, «Παραδοθήτε, συμπέθερε Σταθάκε, εις τον αυθέντην της Μάνης· θα χαθήτε όλοι»· «και ποίος μας εγγυάται ότι δεν θα κακοπάθωμεν, αν προσκυνήσωμεν;» απήντησεν ο Σταθάκος. «Εγώ συμπέθερε», είπεν ο Μπόσινας· «κύτταξε μη μας φάγουν με απιστιάν», επανέλαβεν ο Σταθάκος· «μη φοβάσθε», απεκρίθη ο Μπόσινας, «εγώ σας δίδω τον λόγον μου, εγώ σας έχω εις τον λαιμόν μου». «Σε πιστεύω, συμπέθερε», εφώναξεν ο Σταθάκος, «έλα κ' έπαρε τα όπλα μου». Έτρεξεν ο Μπόσινας να επάρη τα όπλα, και ο Σταθάκος τον ετουφέκισε και τον εφόνευσεν. Ιδόντες οι Τούρκοι τον τόσον χρήσιμον φίλον φονευθέντα ώρμησαν εις τον πύργον, τον έκαυσαν και συνέκαυσαν και όλους τους εν αυτώ. Εν τοσούτω τα συμβάντα ταύτα ωφέλησαν, διότι φέροντα προσκόμματα εις την ταχείαν πορείαν των εχθρών έδωκαν καιρόν τοις εν Πολυαράβω να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν. Την δε 28 έφθασαν οι εχθροί εις Πολυάραβον· τριακόσιοι ήσαν κατ' αρχάς οι υπερασπισταί του· αλλ' ήλθαν μετά ταύτα εις αντίληψιν αυτών ο Τσαλαφατίνος και ο Γιατράκος και μετ' ολίγον και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Ηλίας Κατσάκος, και έγειναν όλοι δισχίλιοι. Μάχης δε κρατεράς γενομένης, έτρεψαν οι ολίγοι τους πολυαρίθμους εχθρούς κακώς έχοντας· διακόσια εχθρικά πτώματα έμειναν επί του πεδίου της μάχης, και επτά εζωγρήθησαν. Εφονεύθησαν δε και εννέα Έλληνες, και άλλοι τόσοι επληγώθησαν. Αξιοσημείωτον το εξής γυναικείον αρίστευμα· Η Ελένη Αναειπόνυμφη, βαστώσα τα δύο ανήλικα τέκνα της και καταδιωκομένη υπό τινος Αιγυπτίου, έφευγε προς το όρος του Πολυαράβου. Επί της φυγής ελύθη η μακρά ζώνη της· ο Αιγύπτιος έδραξε την συρομένην άκραν και επροσπάθει να κρατήση τοιουτοτρόπως την φεύγουσαν· αλλ' αύτη, αφήσασα κατά γης τα τέκνα, έδραξε την άλλην άκραν, όπου ευρίσκετο δεδεμένος ο θησαυρός της, δέκα δίστηλα· αισθανθείσα δε ότι η ζώνη ετεντώθη, απέλυσεν αίφνης την άκραν και πεσόντα ύπτιον τον Αιγύπτιον ετραυμάτισε διά της ιδίας αυτού λόγχης, και έσωσεν εαυτήν, τα τέκνα και τον θησαυρόν.

Ηττηθέντες και φυγόντες εκείθεν οι εχθροί κατέβησαν την αυτήν εσπέραν εις τα πεδινά του Μαλευρίου, την άλλην εις Έλος, Σεπτέμβριος και την πρώτην εβδομάδα του σεπτεμβρίου επανήλθαν κατησχυμένοι διά του Μιστρά εις Τριπολιτσάν. Χάρις εις την ανδρίαν των Μανιατών, εις τον ένθερμον και ακάματον ζήλον των αρχηγών αυτών και εις το δύσβατον και τραχύ του τόπου, δις επάτησε την Μάνην, και δις κατησχύνθη ενώπιον ολίγων ο Ιβραήμης· απένιψαν και οι Μανιάται τον ρύπον της προ της εχθρικής εισβολής αδιαφορίας των.