Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 28

Chapter 2818 wordsPublic domain

Η έλευσις δε των πρέσβεων εις Ελλάδα και ο σκοπός, δι' όν ήλθαν, ήσαν ικανά αίτια να ερεθίσωσι τα πνεύματα των Ελλήνων, και κυρίως των εν Αιγίνη προκρίτων ηρεθισμένων ήδη κατά του κυβερνήτου, και οι έχοντες έργον τας ταραχάς έδραξαν ως αρμοδίαν την περίστασιν ταύτην εις λύσιν παντός δεσμού του πανελληνίου και του κυβερνήτου, και δεν έπαυαν γράφοντες τω κυβερνήτη διατρίβοντι εν Πόρω κατά των άλλοτε εν τοις πράγμασιν ή των εχόντων σημασίαν εντός της Ελλάδος. Κατ' εκείνον τον καιρόν αι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες ότι οι κοινοποιήσαντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας της στενής αυτών σχέσεως προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την συκοφαντίαν ταύτην, και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και άλλη συκοφαντία έτι μάλλον βδελυρά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη και διά τινων εφημερίδων. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν οι πρόκριτοι την κρίσιμον εκείνην ώραν, ηγανάκτουν αναπολούντες τα παρελθόντα εξ αυτής της αφίξεως του κυβερνήτου φανέντος ότι σκοπόν έβαλεν έκτοτε να καταστρέψη την εν ταις επαρχίαις επιρροήν των· απέστειλε δε κατ' εκείνας τας ημέρας και οδηγίας προς τους εκτάκτους επιτρόπους ως προς τον σκοπόν τούτον, ας ανέγνωσε το πανελλήνιον κατά ρητήν παραγγελίαν του επί πλήρους συνεδριάσεως.

Αλλ' όσον οι πρόκριτοι εδυσπίστουν προς τον κυβερνήτην βλέποντες φανερά τον σκοπόν αυτού τείνοντα εις όλεθρόν των, τόσον εδυσπίστει και ούτος προς εκείνους, διότι τω έλεγον και τω έγραφαν πανταχόθεν, ότι εκίνουν κατ' αυτού τον λαόν, και ότι εμελέτων ανατροπήν των καθεστώτων.

Αφιχθέντες δε οι πρέσβεις εις Πόρον εκοινοποίησαν προς τον κυβερνήτην 28 ερωτήματα, ζητούντες να μάθωσι διά της λύσεως αυτών τον πληθυσμόν των εγκατοίκων της Ελλάδος Μουσουλμάνων και Ελλήνων, το ποσόν και την αναλογίαν της ακινήτου περιουσίας αυτών, ποία μέρη της ελληνικής γης απεστάτησαν, πόσοι και ποίου είδους οι προς την Πύλην τακτικοί και έκτακτοι φόροι, οποίαι αι επί τουρκοκρατίας Αρχαί εν Ελλάδι, οποία η συμμέθεξις των Ελλήνων εις τα της διοικήσεώς των, και πώς εκυβερνώντο εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι τούδε.

Λαβών ο κυβερνήτης τα ερωτήματα ταύτα μετέβη εις Αίγιναν και εκάλεσε το πανελλήνιον προς λύσιν αυτών. Εις ταχυτέραν δε και ακριβεστέραν εκπλήρωσιν του σκοπουμένου το πανελλήνιον, διαιρεθέν εις επιτροπάς, διήρεσε και τας εργασίας του υπό τον όρον να σταλώσιν όλα τα έργα των επιτροπών προς τον κυβερνήτην κατ' ευθείαν ασυζήτητα, και αφ' ού συναρμολογηθώσι παρ' αυτού, να τεθή το όλον υπό την συζήτησιν του πανελληνίου· αλλ' ο κυβερνήτης, συντάξας επί των αναφορών των διαφόρων επιτροπών γενικήν έκθεσιν, την έστειλε προς τους πρέσβεις μη ζητήσας την γνώμην του πανελληνίου και προφασισθείς το κατεπείγον του καιρού. Το πανελλήνιον, μήτε σεβόμενον πλέον μήτε εμπιστευόμενον τον αρχηγόν του κράτους, και λαβόν εντεύθεν αφορμήν κατεβόα. Εις παύσιν δε της καταβοής ο κυβερνήτης ηναγκάσθη να στείλη προς αυτά αντίγραφον της εκθέσεώς του και να προκαλέση γνωμοδότησιν. Συνέπεσε δε συγχρόνως και τα εξής σφοδροτέρων διενέξεων αίτιον.

Το 28ον ερώτημα των πρέσβεων απέβλεπε τον τρόπον καθ' όν εκυβερνάτο η Ελλάς εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της ελεύσεως και μετά την έλευσιν του κυβερνήτου. Η έγκρισις ή η κατάκρισις του παρελθόντος και του τωρινού πολιτικού συστήματος απέκειτο εις τον τρόπον της λύσεως του ερωτήματος τούτου. Διά τον λόγον τούτον ανεδέχθη μόνος ο κυβερνήτης να το λύση, και το έλυσεν εις μομφήν του παρελθόντος και εις έπαινον του ενεστώτος συστήματος. Αλλά κληθέν το πανελλήνιον να γνωμοδοτήση περί όλων των ερωτημάτων, εν οίς και το 28ον, απεδοκίμασε την λύσιν αυτού επισήμως· συνώδευσε δε την έκθεσίν του προς τον κυβερνήτην και δι' εγγράφου δεικνύοντος πόσον ολίγον τον επιστεύετο και τον ετίμα. Έλεγε δε το έγγραφον ότι το πανελλήνιον, αφ' ού εθεώρησε την εις λύσιν του 28ου ερωτήματος έκθεσιν του κυβερνήτου διακρινομένην εις δύο μέρη, το από της αρχής της επαναστάσεως μέχρι της αφίξεως αυτού εις την Ελλάδα, και το από της αφίξεώς του μέχρις εκείνης της ημέρας, παρετήρησεν ότι το πρώτον μέρος κατ' άλλα ήτον ελλιπές, και κατ' άλλα διέφερε της ιστορικής αληθείας, όθεν ενόμισε χρέος του να καθυποβάλη άλλην ιστορικήν έκθεσιν ως προς αυτό. Ως δε προς το δεύτερον μέρος περιστρεφόμενον εις πράγματα διατρέξαντα μετά την άφιξιν του κυβερνήτου, επειδή άπαξ εγράφη ως ενέκρινεν αυτός και επαρουσιάσθη προς τους πρέσβεις, το πανελλήνιον έκρινεν ανάρμοστον να επιφέρη τροπολογίαν τινά ή προσθαφαίρεσιν.

Τοιαύτη ήτον η σχέσις του κυβερνήτου προς το πανελλήνιον, καθ' όν καιρόν παρόντες οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων και αυτήκοοι των περί ων ο λόγος διενέξεων εσκέπτοντο περί των όλων. Αντιφερόμενοι δε και αυτοί οι αντιπρόσωποι προς αλλήλους εξ αιτίας της διαφωνίας των αυλών αυτών εσυμβιβάσθησαν επί τέλους και εξέθεσαν γνώμην εκ συμφώνου, διότι εξουσίαν να ορίσωσί τι δεν είχαν· κοινοποιήσαντες δ' επισήμως προς το συμμαχικόν συμβούλιον την γνώμην ταύτην, την εκοινοποίησαν ιδιαιτέρως και προς την ελληνικήν κυβέρνησιν. Τα εις συζήτησιν δε ουσιώδη άρθρα της συνθήκης ήσαν, ως προείρηται, το περί ορίων, το περί φόρου, το περί αποζημιώσεως της τουρκικής ιδιοκτησίας, και το περί της εκλογής της τοπικής Αρχής της Ελλάδος.

Έξ οροθετικάς γραμμάς επί της ξηράς έλαβαν υπ' όψιν εν Πόρω οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας· την επί του ισθμού της Πελοποννήσου· την μεταξύ Πάρνυθος και Κιθαιρώνος εμπεριέχουσαν την Αττικήν και Μεγαρίδα και εις τον κορινθιακόν κόλπον τελευτώσαν· την μεταξύ Θερμοπυλών και κορινθιακού κόλπου εμπεριλαμβάνουσαν και τον Παρνασσόν· την μεταξύ Βώλου και εκβολών του Αχελώου· την μεταξύ του ακρωτηρίου της Ζαγοράς και του κόλπου της Άρτης· και την μεταξύ Ολύμπου και Πίνδου. Και αι μεν πρώται τέσσαρες οροθεσίαι ήσαν του συμμαχικού συμβουλίου, η δε πέμπτη και έκτη της ελληνικής κυβερνήσεως· είχε δε διατάξει το συμβούλιον τους εν Πόρω πληρεξουσίους να προσέξωσιν ώστε «η οροθετική γραμμή να ήναι ακριβώς κεχαραγμένη, ευϋπεράσπιστος, περιλαμβάνουσα αληθώς επαναστατήσαντα λαόν, και παρέχουσα διά της διαγραφής της όσον το δυνατόν μικροτέρας αφορμάς διενέξεων εις τας μεθορίους επαρχίας».

Ούτε νους οξυδερκής, ούτε υγιής πολιτική, ούτε καλή θέλησις ωδήγησαν τους συγκροτούντας το συμβούλιον εις τα περί οροθεσίας της Ελλάδος. Αποκυήματα ωθισμού της παγκοσμίου γνώμης και έργα πολιτικής ανάγκης ήσαν αι υπέρ των Ελλήνων βουλαί των· διήρεσαν καθ' άς διεχάραξαν οροθεσίας την υπό την δουλείαν αδιαίρετον ελληνικήν φυλήν, και ολίγους των Ελλήνων προθέμενοι να ικανοποιήσωσι, και τούτου κατά την ομολογίαν αυτών ως μ η-δ υ ν η θ ε ί σ η ς-τ η ς-Π ύ λ η ς-ν α-τ ο υ ς-α ν α δ ο υ λ ώ σ η, παρέλιπαν τους πλείστους υπό τον ζυγόν· αν γενναιότερον και οξυδερκεστέρον επολιτεύοντο, θα έλυεν η ελληνική επανάστασις το μέγα ζήτημα της ανατολής εις σωτηρίαν της αείποτε κινδυνευούσης ισορροπίας και ωφέλειαν της αναξιοπαθούσης ανθρωπότητος. Και αυτά δε τα συμφέροντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας όστις έλαβεν υπ' όψιν, θα παρετήρησεν εκ των υστέρων, ότι η παράλειψις των ελληνικών επαρχιών όχι μόνον ουδαμώς συνετέλεσεν εις κραταίωσίν της, αλλ' έτι μάλλον την εξησθένισεν ως παντοίοις τρόποις αδιαλείπτως αγωνιζομένων εις ανατροπήν της. Αδύνατον κρατούμενοι, υπερτερούντες των κρατούντων και κατά τον αριθμόν και κατά την διανοητικήν και την κοινωνικήν ανάπτυξιν και ποθούντες την ανέγερσίν των, να μη φθάσωσιν εν καιρώ ευθέτω εις το ποθούμενον.

Ελλιπείς δε των κατά τας οδηγίας του συμβουλίου προσόντων ευρόντες οι εν Πόρω πληρεξούσιοι τας εξ οροθετικάς γραμμάς διέγραψαν αυτοί εβδόμην από του στομίου του κόλπου του Βώλου αρχομένην, διά των βουνών της Γούρας και του Πίνδου διερχομένην, και λήγουσαν εις τον αμβρακικόν κόλπον. Συμπαρελήφθησαν δε και αι Κυκλάδες, η Αμουργός, αι Ανατολικαί Σποράδες και η Εύβοια, αν και τουρκοκρατουμένη, διά την παρά τη Αττική και Βοιωτία θέσιν της. Εξηρέθησαν δε απ' εναντίας η Σάμος, η Χίος και η Κρήτη· η μεν πρώτη διά την προς τα παράλια της Ασίας θέσιν της, αν και ευτυχώς μέχρι τέλους αγωνισθείσα· η δε δευτέρα και διά την θέσιν της και διά την τελείαν υποδούλωσίν της· η δε Κρήτη διότι, αν και εφωπλίσθη εκ νέου, δεν εδυνήθη ν' αποτινάξη τον ζυγόν.

Περί δε του φόρου ενεκρίθη η κατ' έτος απόδοσις του νενομισμένου χαρατσίου και ναζουλαβαριζίου, ήτοι γροσίων 1,500,000· να μη δίδεται δε το ποσόν τούτο κατ' έτος όλον από τούδε, αλλά βαθμηδόν εξ αιτίας όσων έπαθεν η Ελλάς.

Τα δε της τουρκικής γης εθεωρήθησαν διττώς· η μεν ανήκουσα εις τον θρόνον, εις τα βακούφια, ή εις το δημόσιον ν' αφεθή αναποζημίωτος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, η δε ιδιωτική ν' αγορασθή παρά των Ελλήνων.

Ως προς την συμμέθεξιν δε της Πύλης εν τη εκλογή της τοπικής Αρχής ουδέν ερρέθη.

Τοιουτοτρόπως αποπερατώσαντες οι πρέσβεις τα έργα των απέπλευσαν οι μεν της Γαλλίας και Αγγλίας την 6 δεκεμβρίου, ο δε της Ρωσσίας την 8, καθ' ήν επανήλθε και ο κυβερνήτης εις Αίγιναν. Εναπέμειναν δε οι παρά τι ελληνική κυβερνήσει επιτετραμμένοι τα των τριών αυλών, πρό τινος καιρού κατά την συνθήκην της 24 ιουνίου αφιχθέντες εις Ελλάδα.

Αν και η εν Πόρω υπό των πρέσβεων χαραχθείσα οροθετική γραμμή ήτον ην αυτοί επρότειναν διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει, αν και την αυτήν γραμμήν υπέδειξε το συμμαχικόν συμβούλιον διατάξαν τον αποκλεισμόν των παραλίων της Ελλάδος, αν και την παραδοχήν της αυτής γραμμής συνίστων παρά τω συμβουλίω ως βάσιν των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων της συμμαχίας η Γαλλία και η Ρωσσία, τα τορικόν υπουργείου τόσον ωργίσθη κατά του Άγγλου αντιπροσώπου Κάννιγγος δεχθέντος εν τη ορθή κρίσει του και τη αείποτε γενναία προς τους υπό τον σουλτάνον Χριστιανικούς λαούς πολιτική του την οροθεσίαν ταύτην, ώστε τον έπαυσε της πρεσβευτικής υπηρεσίας του· απήτει δε στενότερα όρια και διετείνετο, ότι η γνώμη της εστηρίζετο επί του γράμματος και του πνεύματος της συνθήκης μη προθεμένης σύστασιν ελληνικού κράτους, αλλ' απλήν ειρήνευσιν της τεταραγμένης Ελλάδος εις ασφάλειαν των κατοίκων της Χριστιανών από τουρκικής κακώσεως· ήθελε δε να στήση την οροθετικήν γραμμήν επί του κορινθιακού ισθμού, και εις αποζημίωσιν της στενής ταύτης οροθεσίας επρόβαλε ν' αναδειχθή η Ελλάς ανεξάρτητος· φαίνεται δε ότι η συνεχώς δίδουσα αφορμάς διαφορών και σκανδάλων μεταξύ Τουρκίας και Ρωσσίας ημικυριαρχία της Βλαχομολδαυίας και Σερβίας, προς βλάβην πάντοτε της Πύλης, υπηγόρευσε το περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αλλά πώς εδύνατο να υπάρξη ανεξάρτητος επικράτεια εντός τόσω στενών ορίων μη έχουσα τα προς ύπαρξίν της; ή πώς μετεφέροντο εντός του ισθμού τόσαι χιλιάδες ενόπλων και εμπειροπολέμων Στερεοελλαδιτών κατοίκων των εγκαταλειπομένων εις τους Τούρκους μερών; οι κάτοικοι Χριστιανοί της αποκοπτομένης κατά την πρότασιν ταύτην στερεάς Ελλάδος ελογίζοντο 180,000· εν ώ οι κάτοικοι αυτής Τούρκοι ελογίζοντο 7000 ή 8000· ήτο λοιπόν δίκαιον, και αν ήτο δυνατόν, να μεταναστεύσωσιν οι πάμπολλοι χάριν των ολιγωτάτων; αν δε επρόκειτο κατά την συνθήκην να ειρηνεύση ο τόπος εκείνος, δεν ενέβαλεν η ειρηνοποιός Δύναμις διά της παραδοχής τόσω στενών ορίων αντί ειρήνης μάχαιραν; εις μάτην δε ήλπιζε να φέρη δι' αυτών την Πύλην εις συμβιβασμόν· η Πύλη εβάδιζε και μετά τον ρωσσικόν πόλεμον ην εβάδισεν οδόν και πρότερον· ώστε δεν επρόκειτο περί πλατυτέρων ή στενοτέρων ορίων. Η Πύλη ούτε την μεσιτείαν των συμμάχων εδέχετο, ούτε την ανακωχήν εκήρυττεν, ούτε άλλο τι παρεχώρει υπέρ των Ελλήνων μη συμβιβαζόμενον προς τον χαρακτήρα τ ο υ-ρ α γ ι ά. Αδιαφιλονείκητον δε εθεώρει πάντοτε όλην την στερεάν Ελλάδα, και ουδέ καν λόγον να ακούη ήθελε περί αυτής· εις δε την Πελοπόννησον υπέσχετο να στείλη ένα καλόν πασάν.

Επιμένον δε το αγγλικόν υπουργείον εις ην προέθετο οροθεσίαν εξέφρασε λύπην επί του συμμαχικού συμβουλίου διά τα εν Πόρω διαγραφέντα, και εμέμφθη τους πρέσβεις ως παρεξηγήσαντας τας οδηγίας των και απορρίψαντας ην έλαβαν εν Πόρω πρόσκλησιν της Πύλης να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, διότι και η ανακωχή υπήρχε πραγματικώς, και η παραδοχή της μεσιτείας συνυπηκούετο. Αλλ' η πραγματική ανακωχή προήρχετο, κατά το λέγειν αυτής της Πύλης, εξ αυτών των πραγμάτων και όχι εκ της προαιρέσεώς της, διότι ουδέποτε ηθέλησε να την κηρύξη· διά της αυτής δ' επιστολής, δι' ής εκάλει τους πρέσβεις, έγραφεν ότι «αδύνατον να θεωρήση άλλως πως τον Έλληνα ειμή ραγιάν», και επρόσθετεν ότι μετά την επάνοδον των πρέσβεων εις Κωνσταντινούπολιν τα πάντα επί τη βάσει ταύτη εσυμβιβάζοντο επί μιας και μόνης συνεδριάσεως, ό εστι, καθώς άλλοτε είπε, διά της αποστολής εις την Πελοπόννησον ενός καλού πασά. Διά τους λόγους τούτους αι δύο άλλαι αυλαί ούτε την διαγωγήν των πρέσβεων εμέμφθησαν, διότι δικαίως εθεώρησαν και το ύφος της Πύλης ύπουλον και τα έργα της εναντία της ανακωχής και της μεσιτείας, ούτε την επί του ισθμού οροθεσίαν ενέκριναν.

Τοιαύτη ήτον η πολιτική της συμμαχίας περί τα τέλη του παρόντος έτους. Αι συμμαχικαί Δυνάμεις διεφώνουν όλαι ομού προς την Πύλην, και διεφώνουν και προς αλλήλας.

Ο δε κυβερνήτης, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο μετά των πρέσβεων, ησχολείτο και εις την ανάπτυξιν του εσωτερικού οργανισμού του κράτους. Η σύστασις δικαστηρίων είλκυσε προ πολλού την πρόσοχήν του. Μέγαν γογγυσμόν εκίνει και ενόχλησιν όχι μικράν επροξένει εις την κυβέρνησιν ή έλλειψις αυτών. Καθ' όλον το διάστημα της οκταετούς επαναστάσεως τακτικά δικαστήρια δεν υπήρξαν εν Ελλάδι· αι κατά καιρόν κυβερνήσεις επροσπάθησαν πολλάκις να τα συστήσωσιν αλλά πάντοτε ματαίας απέδειξε τας προσπαθείας των ο πόλεμος· οι φρονιμότεροι δε των Ελλήνων δεν ήσαν και οι προθυμότεροι εις σύστασιν των, ως δυναμένων να απασχολώσι τους Έλληνας των φροντίδων του πολέμου. Η επανάστασις πολλούς ευτυχείς εδυστύχησεν· ολιγώτατοι ήσαν οι δυνάμενοι ν' αποτίσωσι τα χρέη των, και εργώδης ήτον η εκτέλεσις των αποφάσεων των δικαστηρίων εν μέσω τόσων ανωμαλιών και κινδύνων, εν ώ μάλιστα υπερίσχυαν των νόμων αι ιδιωτικαί επιρροαί. Αλλά μετά την έλευσιν του κυβερνήτου η Ελλάς και εις ειρηνικήν θέσιν μετέβη, και το εσωτερικόν της ετακτοποιήθη, και ο νόμος υπερισχύων πάσης ατομικής θελήσεως εφαίνετο. Διά τούτο κατάλληλος εκρίθη ο καιρός εκείνος προς σύστασιν της δικαστικής τάξεως. Εις σύνταξιν δε τοιούτου οργανισμού προ καιρού ησχολείτο το πανελλήνιον κατά πρότασιν του κυβερνήτου· αλλ' επειδή δεν επροχώρει το έργον, ο κυβερνήτης εσύστησεν ον άλλοτε εφήρμοσεν αυθαιρέτως οργανισμόν κατά τας Δυτικάς Σποράδας ο έκτακτος επίτροπος Βιάρος. Δυσηρεστήθη το πανελλήνιον, ως παραχωρούντος του οργανισμού τω κυβερνήτη το δικαίωμα του εκλέγειν τους δικαστάς, και αντέταξε τον αποσιωπηθέντα εν τω διαγγέλματι του κυβερνήτου αλλ' ισχύοντα ιγ' νόμον παρέχοντα τω λαώ το δικαίωμα τούτο. Υπεκρίθη ο κυβερνήτης άγνοιαν του νόμου τούτου, εν ώ τον ανέφερε ρητώς ο 146 παράγραφος του περί δικαστηρίων θ' κεφαλαίου του συντάγματος της Τροιζήνος, του γαλλιστί μεταφρασθέντος εν τω γραφείω του κατά διαταγήν του, και παρ' αυτού επιθεωρηθέντος και σταλέντος προς τους πρέσβεις εις απόδειξιν ότι δεν ήτο κατάλληλος προς ον εγράφη σκοπόν^ και αυτοί δε οι επιστήθιοί του σύμβουλοι, Βιάρος και Γιαννετάς, οι κύριον έργον έχοντες τα περί δικαστηρίων, δεν ήτο δυνατόν ν' αγνοώσι τον νόμον. Πολλών δε συνδιαλέξεων γενομένων ότι ο εθνικός νόμος δεν εφηρμόζετο, εξεδόθη την 15 δεκεμβρίου ψήφισμα περί συστάσεως δικαστηρίων, μη διατηρουμένων όλων των όρων του νόμου· αλλ' η εφαρμογή και η ενέργεια του ψηφίσματος τούτου εβράδυνε διά την εξής αιτίαν.

Είδαμεν, ότι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, μέλη του πανελληνίου, και άλλα μέλη αυτού, αντεπολιτεύοντο παρρησία τον κυβερνήτην. Η μεγάλη επιμονή του εις ταχείαν σύστασιν δικαστηρίων, και λόγοι, ους διέσπειραν οι οικείοι του, έδωκαν δεινάς υποψίας ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να μεταχειρισθή τα δικαστήρια ως όπλα κατ' αυτών. Η επανάστασις περιέπλεξεν εις πολλά πολλούς των αντιπολιτευομένων· τινές αυτών εχρεώστουν και προ της επαναστάσεως ικανά· ήσαν καί τινα χρέη των κοινοτήτων φαινόμενα κατά τα έγγραφα ως ιδιωτικά των προκρίτων· επρόκειτο δε κατά το εκδοθέν ψήφισμα να εκλεχθώσι τα μέλη του ανεκκλήτου δικαστηρίου κατά μόνην την θέλησιν του κυβερνήτου, και ουδέ μετά την τοιαύτην εκλογήν ήσαν αμετακίνητα, ό εστιν ανεξάρτητα της κυβερνήσεως. Διά τους λόγους τούτους οι αντιπολιτευόμενοι πανελλήνιοι, θεωρούντες εαυτούς υπό την διάκρισιν του εχθρού των διά των δικαστηρίων, κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις την μη σύστασιν αυτών, επί λόγω ότι αναγκαίον να κανονίσωσι προηγουμένως τα περί της αποδόσεως των προ της επαναστάσεως κοινών ή ιδιωτικών χρεών. Αι δε υποψίαι, ας συνέλαβαν οι πρόκριτοι ως προς τον τρόπον της συστάσεως των δικαστηρίων και της εκλογής των δικαστών, δεν ήσαν ψευδείς. Ο μετά του Βιάρου εργαζόμενος περί τα δικαστικά Γιαννετάς, προθέμενος να διορίση δικαστήν, τω είπεν, ότι είκοσι μόνον οικογενείας εσκόπευεν η κυβέρνησις ν' αφήση ιδιοκτήτας, και ότι, πριν τον διορίση δικαστήν, επεθύμει να μάθη αν ήτο και αυτός της γνώμης ταύτης. Εκ πολλών δε άλλων περιστατικών έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο κυβερνήτης μήτε την συνταγματικήν οδόν καθ' όλην την διάρκειαν της εξουσίας του εσκόπευε να βαδίση, μήτε εθνικήν συνέλευσιν άνευ κατεπειγούσης ανάγκης να συγκαλέση. Οι δε εν Αιγίνη σημαντικοί, οι υπέρ πάντα άλλον θέλοντες μεταβολήν των καθεστώτων, έδρατταν επί της εν Πόρω διαμονής των πρέσβεων πάσαν ευκαιρίαν γνωστοποιούντες αυτοίς πόσον δυσηρεστούντο οι Έλληνες επί τοις παρούσι, και πόσον ολίγον επανεπαύοντο επί τοις μέλλουσι. Την συγκάλεσιν δε της συνελεύσεως εθεώρουν όλοι ως πολιτικήν πανάκειαν. Αι προτάσεις των πρέσβεων εφαίνοντο και αύται απαιτούσαι ταύτην. Η ενεστώσα κυβέρνησις δεν είχεν άλλας βάσεις εις διαπραγμάτευση της ειρηνεύσεως ειμή όσας έθεσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, καθ' όν καιρόν επεκαλέσθη την μεσιτείαν της Μεγάλης Βρεττανίας· αλλ' αύται αντέβαιναν, ως απεδείξαμεν, προς την συνθήκην της 24 Ιουνίου, ης η πραγματοποίησις ήτο το μόνον σκοπούμενον των πρέσβεων. Η συνθήκη αύτη παρεχώρει τω σουλτάνω φόρον, αποζημίωσιν της τουρκικής γης, δικαίωμά τι επί τη εγκαταστάσει της τοπικής Αρχής της Ελλάδος και δεν ώριζε τα όρια, εν ώ η συνέλευσις της Επιδαύρου και τα όρια ώρισε, και εκτός του φόρου ουδέν άλλο παρεχώρησεν. Εις νομιμοποίησιν λοιπόν και παρά των Ελλήνων της πραγματοποιήσεως της συνθήκης αναγκαίον εφαίνετο να συνέλθωσιν εκ νέου οι Έλληνες εις σύσκεψιν· αλλ' όσα συνωμολόγησαν προς εκτέλεσιν αυτής οι πρέσβεις δεν ήσαν οριστικά· ήσαν, ως είπαμεν, απλή γνωμοδότησις προς το συμμαχικόν συμβούλιον· διά τούτο, αν και η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο άφευκτος, επάναγκες ήτο ν' αναβληθή μέχρις ου το συμβούλιον απεφαίνετο περί αυτών· της γνώμης ταύτης ήσαν και οι πρέσβεις και ο κυβερνήτης· αλλ' η δυσαρέσκεια των Ελλήνων προς το ενυπάρχον σύστημα ήτο τόση, ώστε προς ικανοποίησιν της κοινής γνώμης έπρεπεν ή να εξυπνήση το κοιμώμενον σύνταγμα της Τροιζήνος και να κυβερνηθή η Ελλάς κατ' αυτό, ή να προκηρυχθή από τούδε συνέλευσις· και επειδή το σύνταγμα αντέβαινε φανερά προς τας αρχάς της συνθήκης, η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο η μόνη θεραπεία· διά τον λόγον τούτον και επί τω σκοπώ τούτω έγραψε τω πανελληνίω ο κυβερνήτης την 30 Οκτωβρίου, διατρίβων τότε εν Πόρω, δικαιολογών την μη μέχρι τούδε συγκάλεσιν της συνελεύσεως και προσκαλών αυτό να σκεφθή και ασχοληθή εις τα περί της εκλογής των πληρεξουσίων.