Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 26

Chapter 2631 wordsPublic domain

Πρό τινος καιρού οι το φρούριον της Κορώνης φυλάττοντες Αλβανοί, αντιφερόμενοι προς τον Ιβραήμην οφείλοντα αυτοίς πολλά μηνιαία, κατήντησαν εις φανεράν ανταρσίαν· περί δε τα τέλη μαΐου, κορυφωθέντος του κακού, διεμοίρασαν τας εν τω φρουρίω τροφάς, και την 2 ιουνίου το εγκατέλειψαν, ως 2500, επί σκοπώ να διαβώσιν εις Ρίον, παραλάβωσι τους εκεί ομογενείς των και συναπέλθωσιν εις την πατρίδα των· αλλά φθάσαντες εις τα στενά του Κλειδίου απήντησαν ικανόν πεζικόν και ιππικόν του Ιβραήμη ερχόμενον προς τα φρούρια, συνεκρούσθησαν, και έπεσαν ικανοί. Οι Αλβανοί, θέλοντες να εξέλθωσι διά του ισθμού, εζήτησαν τα πιστά παρά των αρχηγών των Ελλήνων. Τούτο μαθών ο κυβερνήτης καθ' όν καιρόν ευρίσκετο έξωθεν της Μυθώνης, έστειλεν ως έκτακτον επίτροπόν του και πληρεξούσιον τον συμπλέοντα νεώτερον αδελφόν του, Αυγουστίνον, μεταβάντα εκ Κορυφών εις Ελλάδα αρχομένου του ιουνίου, επί σκοπώ να συμβιβάση τα περί της ασφαλούς εξόδου των και τους συνοδεύση πέραν του ισθμού. Τόσον δ' εμάνησαν οι Αλβανοί, προσβληθέντες κατά τα στενά του Κλειδίου, ώστε εζήτησαν την συμμαχίαν των Ελλήνων· αλλ' ο Ιβραήμης δεν επολέμει πλέον τους Έλληνας, και οι Έλληνες δεν ηθέλησαν ουδ' αυτοί να τον πολεμήσωσι. Πεσούσης της προτάσεως ταύτης, εζήτησαν οι Αλβανοί ασφάλειαν ζωής και τιμής επί της εντός της ελληνικής επικρατείας πορείας των.

Οι Έλληνες εδέχθησαν την αίτησίν των, αλλ' απήτησαν ν' απολύσωσι τους παρ' αυτοίς αιχμαλώτους. Οι Αλβανοί έστερξαν, και ούτως απηλευθερώθησαν 160 Χριστιανοί· συνοδευόμενοι δε υπό του Αυγουστίνου, του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών έφθασαν ασφαλώς εις Κόρινθον, όπου μαθόντες, ότι κατά τα Μέγαρα εστρατοπέδευαν πολυάριθμοι Έλληνες εφοβήθησαν να πέσωσιν εν μέσω αυτών και επαλινδρόμησαν προς το Ρίον, όπου ήσαν άλλοι ομόφυλοι των· αλλ' ο εκεί Δελή-Αχμέτης δεν ηθέλησε να τους δεχθή ένδον του φρουρίου και τους ηνάγκασε ν' αυλισθώσιν έξω. Εν τοσούτω, πλοία εις διάβασιν δεν ηύραν, και φήμη διεδόθη ότι ο Ιβραήμης, εκδίκησιν πνέων, επήρχετο πανστρατιά. Εταράττοντο ακούοντες ταύτα οι έξω Αλβανοί, και συνεταράττοντο και οι ένδον διά τον κίνδυνον των ομοφύλων των. Ο δε Δελή-Αχμέτης, θέλων να καθησυχάση τους εν τω φρουρίω, εξήλθε να συνομιλήση μετά των έξω· βαρείας δε λογοτριβής επί της συνεντεύξεως γενομένης, οργισθείς, εφόνευσεν ένα των Αλβανών, τον αυθαδέστερον· εξήφθη τότε αλληλομαχία, ο πασάς εφονεύθη, οι έξωθεν Αλβανοί ώρμησαν και εκυρίευσαν το φρούριον, θελόντων και των έσω Αλβανών, και μετ' ολίγας ημέρας επέρασαν αντικρύ και διεσώθησαν εις τα ίδια.

Ο δε κυβερνήτης, ακόλουθών τον πλουν του επί του αγγλικού δικρότου, και συνοδευόμενος υπό της ρωσσικής φρεγάτας, Ελένης, και της ναυαρχίδος, Αζόφου, ην συνήντησεν έξω της Μοθώνης, διελέχθη εν Ζακύνθω μετά του Κοδριγκτώνος, όστις εκράτησε το δίκροτον, και ηναγκάσθη ο κυβερνήτης να μεταβιβασθή επί της ρωσσικής ναυαρχίδος. Έκτοτε ούτε αγγλικόν ούτε γαλλικόν πλοίον ετέθη υπό την διαταγήν του· η δε φανερά αύτη απομάκρυνσις Γαλλίας και Αγγλίας εκ συμφώνου εθεωρήθη δικαίως υπό των Ελλήνων ως δείγμα δυσμενούς προς τον κυβερνήτην πολιτικής.

Φθάσας δε ο κυβερνήτης εις Μύτικα, επεσκέφθη το κατά την Κανδύλαν υπό τον Τσώρτσην στρατόπεδον, και μετά τετραήμερον εκεί διατριβήν ανεχώρησεν· αφ' ού δε επεσκέφθη τον Κάλαμον, όπου άφησε χρήματα εις περίθαλψιν των εκεί δυστυχών προσφύγων, και έπειτα το Δραγαμέστον, ηκολούθησε τον πλουν του και απέβη την 8 ιουλίου εις Αρμυρόν· Ιούλιος εκείθεν διελθών το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τριπολιτσάν, κατήντησε την 13 εις τους απέναντι του Ναυπλίου Μύλους, και επιβάς επί της Ελένης, ήτις κατέπλευσεν εκεί εις παραλαβήν του, και διατρίψας δύο ημέρας έμπροσθεν του Ναυπλίου επί του πλοίου, λόγω της επικρατούσης καθάρσεως, κατέπλευσεν εις Μέγαρα την 10 προς έντευξιν του Υψηλάντου, και την επαύριον κατευωδώθη εις Πόρον, όπου ησχολήθη κυρίως εις σχέδιον τακτικής ανεγέρσεως της Τριπολιτσάς αποστείλας εκεί μηχανικόν, και εις σύστασιν εν Ναυπλίω στρατιωτικού σχολείου, του των Ευελπίδων, προς ανατροφήν τέκνων αγαθών γονέων· την δε 26 κατέπλευσεν εις Αίγιναν.

Και προ της αποδημίας του το κοινόν δεν είχε πλέον την αυτήν ευνοϊκήν διάθεσιν προς αυτόν· αλλ' η πολυήμερος απουσία του, ο τρόπος καθ' όν επολιτεύθη κατά την διάρκειάν της ο παντοδύναμος Βιάρος, και τα εν Αιγίνη παρεμπεσόντα εκορύφωσαν την δυσαρέσκειαν, ώστε άλλως άφησεν ο κυβερνήτης τους Έλληνας της πρωτευούσης, και άλλως τους ηύρε. Συνέβη δε και το εξής· κινήσαν και παρ' αυταίς ταις ξέναις Αυλαίς υπονοίας υπερφιλαρχικών σκοπών.

Περιεφέρετο εν Αιγίνη επί της απουσίας του και υπεγράφετο μυστικώ τω τρόπω έγγραφον, δι' ού ο λαός της Ελλάδος απονέμων τω κυβερνήτη την ευγνωμοσύνην του περί ων απήλαυσε καλών, και πεποιθώς επί την πατρικήν κηδεμονίαν του, απέθετεν εις χείρας του την μέλλουσαν τύχην του. Παρόμοια έγγραφα διεδόθησαν εις διαφόρους επαρχίας της Πελοποννήσου χάριν υπογραφής. Οι άνθρωποι, βλέποντες ότι τα περιέφεραν οι εύνοι της κυβερνήσεως, δεν αμφίβαλλον ότι ενήργουν κατά θέλησιν ανωτέραν, και διά τούτο ηύξαναν αι περί της χρήσεως του εγγράφου υποψίαι και οι φόβοι· η περί της υπογραφής δε ενέργεια δεν έπαυσεν ουδ' αφ' ού επανήλθεν ο κυβερνήτης. Περιέφερε το έγγραφον τούτο εις υπογραφήν κατά την μεσημβρινήν Πελοπόννησον ο υιός του Πετρόμπεη, Γεωργάκης. Επειδή δε επήλθε μεγάλη κατακραυγή, ο κυβερνήτης δέον έκρινε να δείξη, ότι εν αγνοία αυτού εγένετο το έγγραφον και ότι απηρέσκετο, και επέπληξεν αυστηρώς και εγγράφως διά του Πετρόμπεη τον υιόν του· αλλ' ο νέος ούτος αισθανόμενος την ανάγκην και τον κυβερνήτην να καθησυχάση, και προς το κοινόν μεμφόμενον αυτόν ν' απολογηθή, έγραψε προς τον κυβερνήτην επιστολήν, εξ ής κατεδεικνύετο η ενοχή του Βιάρου, αν όχι και του αδελφού του (α).

Μη ευρών δε ο κυβερνήτης, ως είρηται, ταύτην την φοράν παρά τω λαώ την εγκάρδιον υποδοχήν ην άλλοτε επανερχόμενος ηύρισκεν, αντί να επανορθώση τα εσφαλμένα και παρηγορήση τους παθόντας και εξυβρισθέντας, εσκληρύνθη. Το πανελλήνιον έσπευσε να υπάγη αυθημερόν εις χαιρετισμόν του· δεν το εδέχθη κατ' εισήγησιν του Βιάρου· το εδέχθη την επιούσαν, αλλ' η υποδοχή ήτο βαρυτέρα της αποβολής. «Ουδείς», είπε, «κάμνει το χρέος του· στρατόπεδα, ναυτικόν, πολιτικαί Αρχαί, όλοι εξηχρειώθησαν, δεν ευρίσκω συνδρομήν, μόνος εγώ τι ημπορώ να κάμω; ο Θεός μ' έδωκε νουν, αλλά δεν μ' έδωκε και δύναμιν να πλάττω ανθρώπους». Τοιούτους λόγους ήκουσε το πανελλήνιον και εξήλθε φρυάττον. Εξαιρουμένων δε των αδελφών του, του Γιαννετά καί τινων άλλων αφοσιωμένων, όλοι όσοι υπήγαν να τω προσφέρωσι το σέβας των τοιαύτα ήκουσαν. Εκτός δε της επί των οικονομικών επιτροπής, ης ο μεν πρόεδρος Κουντουριώτης, αντιπολιτευόμενος, εμόναζεν εν Ύδρα, τα δε λοιπά μέλη, ως αφοσιωμένα, ήσαν ευνοούμενα, αι εν Αιγίνη υψηλαί υπηρεσίαι έχασαν την εμπιστοσύνην του. Δικαίως έχασε την εμπιστοσύνην του έθνους η επί της αντικυβερνητικής επιτροπής συστηθείσα αντί θαλασσίου δικαστηρίου επιτροπή διά τας ανοσίας πράξεις της, και εις ανόρθωσιν της δικαστικής υπολήψεως ο κυβερνήτης αντικατέστησε δικαστάς τον Χριστόδουλον Κλονάρην, τον Γρηγόριον Σούτσον και τον Εδουάρδον Μάσσονα, και πλήρης δικαίας πεποιθήσεως εις τα φώτα και την ακεραιότητα του χαρακτήρος αυτών, επεκύρονε τας αποφάσεις των σχεδόν ανεξετάστως· αλλ' ο Βιάρος τον έπεισε να δυσπιστή και να μη τας επικυρόνη ως άλλοτε. Δυσαρεστηθέντες οι φιλότιμοι και ευσυνείδητοι δικασταί επί τη δυσπιστία ταύτη, παρητήθησαν, και εκ τούτου έπαθεν η υπόληψις και του κυβερνήτου και της υπηρεσίας, και ηύξησεν ο γογγυσμός του κοινού. Μόνος ο Μάσσων ανεκάλεσε την παραίτησίν του (β).

Προϊστάμενοι του φροντιστηρίου ήσαν ο Μαυροκορδάτος επί των ναυτικών, ο Μεταξάς επί των στρατιωτικών, και ο Ζωγράφος επί των τροφών και πολεμεφοδίων, αλλ' ουδείς απελάμβανε την εύνοιαν του κυβερνήτου. Εφόρους των πράξεων της υπηρεσίας ταύτης ήθελεν ο κυβερνήτης να εγκαταστήση τα επί των οικονομικών ευνοούμενα δύο μέλη. Υπήγαν οι επί του φροντιστηρίου προς αυτόν εις διόρθωσιν του ατόπου τούτου και ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των· αλλ' ο κυβερνήτης ούτε καν τους εδέχθη. Επί τη εξυβρίσει ταύτη παρητήθησαν ο Ζωγράφος και ο Μαυροκορδάτος ο είς κατόπιν του άλλου. Ψιθυρισμοί εγένοντο και περί άλλων παραιτήσεων, και η κυβέρνησις εκινδύνευε να στερηθή όλων των αξιωτέρων υπαλλήλων. Ο κυβερνήτης ησθάνθη την βλάβην ταύτην και τον κίνδυνον, και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη εις καταπράυνσιν του Μαυροκορδάτου, διότι, οποία και αν ήτον η προς αυτόν διάθεσίς του, ωμολόγει την ικανότητα και φιλοπονίαν του. Ο Μαυροκορδάτος ανέλαβε τα έργα του, αφ' ού διετέθησαν τα της υπηρεσίας καθ' όν τρόπον δεν έπασχεν η φιλοτιμία του· αλλά και η διόρθωσις αύτη ουδαμώς εθεράπευσε το κακόν, και το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως καθ' ημέραν εκρατύνετο.

1828 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

&Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και Μεχμέτ-Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις Αλεξάνδρειαν του Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω Αιγυπτίων στρατευμάτων. — Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα μεταξύ των συμμάχων και κοινοποιήσεις αυτών προς τον σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4 νοεμβρίου.&

ΕΚΡΑΓΕΝΤΟΣ του τουρκορρωσσικού πολέμου, η Γαλλία θεωρούσα ότι ανένδοτος ήτον η Πύλη ως προς τα της Ελλάδος, και ότι ο θαλάσσιος αποκλεισμός ικανός δεν ήτο ν' αναγκάση τους Αιγυπτίους εις αναχώρησίν, συνέλαβε την ιδέαν αποστολής αγγλογαλλικών στρατευμάτων προς έξωσιν εκείνων. Αντέτεινεν εν πρώτοις η Αγγλία, επί λόγω, ότι τοιαύτη αποστολή ήτο πολέμιον έργον προς την Πύλην, και αντέβαινεν εις το γράμμα και εις το πνεύμα της ειρηνικής συνθήκης· αλλ' επιμενούσης της Γαλλίας, συγκατετέθη· μόνη δε η Γαλλία ανεδέχθη την αποστολήν εν ονόματι της συμμαχίας, και την 7 Ιουλίου υπεγράφη πρωτόκολλον κανονίζον τα περαιτέρω και συνυπεγράφη και επίσημος περί τούτου αγγελία προς την Πύλην. Πρώτιστον δε σκοπόν έχουσα η εκστρατεία αύτη την αποπομπήν των Αιγυπτίων, είχε και δευτερεύοντα, την αντιστάθμισιν των παραδουναβίων δυνάμεων της Ρωσσίας, και την ουδετέρωσιν της ένεκα του πολέμου ενδεχομένης εν Ελλάδι επιρροής αυτής.

Εν τούτοις συνήχθη γαλλικόν στράτευμα εν Τουλώνη, δεκατριών χιλιάδων, διαιρεθέν εις τρεις μοίρας υπό τρεις υποστρατήγους Τ. Σεβαστιάνην, Χιγονέτον, και Σνεϊδέρον, αρχιστρατηγούντος του Μαιζώνος. «Μέγα και ευγενές έργον», είπεν ο αρχιστράτηγος προς τους στρατιώτας επί τω απόπλω, «σας αναθέτει ο βασιλεύς, συναινούντων των συμμάχων του. Στέλλεσθε ν' απαλλάξετε της κακώσεως πολυένδοξον λαόν. Το έργον τούτο τιμά την Γαλλίαν αποδεικνύον αυτήν αξίαν των ευφημιών όλων των γενναιοφρόνων ανδρών, και σας ανοίγει στάδιον δόξης· ηξεύρετε πώς να το διανύσετε· εγγύησιν έχω το φρόνημα και την ζέσιν υμών.

«Πρώτην φοράν μετά τον ιγ' αιώνα θα φάνουν μετ' ολίγον αι γαλλικαί σημαίαι κατά τα παράλια της Ελλάδος εις λύτρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λάμψιν περιμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των θριάμβων υμών· εν οιαδήποτε θέσει και αν ευρεθήτε, μη λησμονήσετε πόσον προσφιλή συμφέροντα ενεπιστεύθητε· στερήσεις και κακουχίαι σας περιμένουν· θα τας υποφέρετε γενναίως· οι αρχηγοί θα σας δώσουν το παράδειγμα».

Και αι μεν υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον δύο μοίραι απέπλευσαν την 5 και 7 αυγούστου και κατευωδώθησαν εις το παρά την Κορώνην Πεταλίδι την 17, συγκατέπλευσε και ο αρχιστράτηγος· η δε υπό τον Σνεϊδέρον, αποπλεύσασα την 20 και πολλά παθούσα, κατευωδώθη εις Πεταλίδι την 4 σεπτεμβρίου· παρηκολούθουν δε και σοφοί χάριν επιστημονικών και αρχαιολογικών ερευνών.

Καθ' όν δε καιρόν επεβιβάζοντο αι υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον μοίραι, ο πρό τινος καιρού μεταβάς εις Αλεξάνδρειαν Κοδριγκτών επειθανάγκασε τον Μεχμέτ-Αλήν, επί απειλή αποκλεισμού των παραλίων της Αιγύπτου, να συνυπογράψη την 2α Ιουλίου συνθήκην επί αμοιβαία απολύσει των εν Ελλάδι αιχμαλώτων Ελλήνων ή Αιγυπτίων· εκτός των θελόντων να μείνωσι παρά τοις κυρίοις αυτών, επί επιστροφή των προς τον Μεχμέτ- Αλήν, μετά την μάχην του Νεοκάστρου, προαποσταλέντων, επί εξαγορά των παρά τοις ιδιώταις δουλευόντων, διά συνδρομής του Μεχμέτ-Αλή, επί αποδόσει του πληρώματος αιγυπτίας τινός κορβέττας αλωθείσης υπό των Ρώσσων έξωθεν της Μοθώνης, επί επανόδω εις Αίγυπτον των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων στρατευμάτων, επί αποστολή πλοίων παρά της αιγυπτίας Αρχής εις μεταβίβασιν αυτών υπό την επαγρύπνησιν αγγλικών και γαλλικών, και επί διατηρήσει υπό σημαίαν τουρκικήν των φρουρίων Πατρών, Ρίου, Χλουμουτσίου, Μοθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου. Κατά την συνθήκην ταύτην παρέδωκεν ο Μεχμέτ-Αλής 172 αιχμαλώτους δουλεύοντας εν τοις ναυστάθμοις της Αλεξανδρείας. Αλλά, πριν ενεργηθώσι τα της συνθήκης ως προς την κένωσιν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ελλάδα το γαλλικόν στράτευμα. Ο Ιβραήμης είχεν ήδη δεχθή την συνθήκην, αλλά παρενέβαλε δυσκολίας ως προς την αναχώρησίν του· εφαίνετο δε ότι δεν εφοβείτο τους Γάλλους, νομίζων ότι τα εν Αλεξανδρεία συνομολογηθέντα τον επροφύλατταν από πάσης βίας· Σεπτέμβριος αλλ' επί τέλους απέπλευσεν η μεν πρώτη μοίρα του στρατεύματός του την 4 σεπτεμβρίου, το δε υπόλοιπον και αυτός την 23· οι δυο δε απόπλοι εγένοντο υπό την επαγρύπνησιν συμμαχικών πλοίων έως εις Αλεξάνδρειαν. Ήσαν δε όλοι οι αποπλεύσαντες κατά μεν τον Μαιζώνα 21,000, κατά δε άλλους 15,000, εξ ών πολλοί ασθενείς· οι δε κατά διαφόρους καιρούς εξ Αιγύπτου ελθόντες ελογίζοντο 40,000. Τοιούτον το τέλος της εις Ελλάδα αιγυπτίας εκστρατείας.

Πολλάκις είδαμεν, ότι κατέβαλαν οι Έλληνες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου πολεμούντες άτακτοι προς ατάκτους· αλλά τοιαύτη είναι η υπεροχή των τακτικών, ώστε οι καταβαλόντες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου Έλληνες κατεβλήθησαν επί Ιβραήμη υπό αγενών αλλά τακτικών Φελλάχων, και δεν ανηγέρθησαν ειμή διά της χειρός των συμμάχων. Τα πράγματα όμως απέδειξαν, ότι ουδεμιάς ξένης χειρός χρείαν θα είχεν η Ελλάς, αν ο πασάς της Αιγύπτου δεν ήρχετο εις αντίληψιν του κυριάρχου του διά της τακτικής του δυνάμεως ικανής βεβαίως να καταστρέψη τω καιρώ εκείνω και αυτόν τον κυριάρχην του.

Αναχωρούντος δε του Ιβραήμη, έμειναν τα φρούρια της Πελοποννήσου υπό σημαίαν τουρκικήν κατά την συνθήκην της Αλεξανδρείας. Ο Κοδριγκτών έμαθε κατά πρώτον παρά του Μεχμέτ- Αλή, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις, καθ' όν καιρόν επρόβαλαν την κένωσιν της Πελοποννήσου, έστερξαν να διαμείνωσι τα φρούρια υπό την εξουσίαν της Πύλης· διά τον λόγον τούτον, και διότι δεν ενέδιδεν άλλως ο Μεχμέτ-Αλής, ηναγκάσθη να δεχθή τον αυτόν όρον (α)· αλλ' η συμμαχία δεν τον εθεώρησεν υποχρεωτικόν, διότι η Πύλη ούτε τον εδέχθη, καθ' όν καιρόν επροβλήθη, ούτε, και αφ' ού εγράφη εν τη κατά την Αλεξάνδρειαν συνθήκη, απήτησε την εκτέλεσίν του, ως οφείλουσα να δεχθή και όσα άλλα οι πρέσβεις τη επρόβαλαν τω καιρώ εκείνω υπέρ της Ελλάδος, και προ πάντων την μεσιτείαν των αυλών και την παύσιν του πολέμου· διά τα αίτια ταύτα ο Μαιζών, συναινούσης της συμμαχίας, απεφάσισε να κενώση τα φρούρια διά της βίας, και την επαύριον του απόπλου του Ιβραήμη, ό εστι την 24, απέστειλε στρατεύματα, τα μεν υπό τον Δουρριόν τα δε υπό τον Χιγονέτον, εις κυρίευσιν των φρουρίων Νεοκάστρου και Μοθώνης. «Ούτε παραδιδόμεθα, ούτε πολεμούμεν», απεκρίθησαν οι εν τω Νεοκάστρω. Τότε ανέβησαν οι περί τον Χιγονέτον τα τείχη και εκυρίευσαν το φρούριον αμαχητί. Τα αυτά απεκρίθησαν και οι εν Μοθώνη την επαύριον. Ανέτρεψαν τότε οι περί τον Δουρριόν τας προς της ξηράν και προς την θάλασσαν πύλας του φρουρίου διά της συμπράξεως των πληρώματος δύο δικρότων, του μεν γαλλικού, του δε αγγλικού, και το εκυρίευσαν και ούτοι αμαχητί. Μετά δε την κυρίευσιν των δύο τούτων φρουρίων, εξεστράτευσαν αυθημερόν οι Γάλλοι υπό τον Σεβαστιάνην προς την Κορώνην· και, επειδή ουδ' εκείνοι υπήκουσαν, επεχείρησαν την επαύριον ν' αναβώσι τα τείχη. Οι Τούρκοι, ρίπτοντες άνωθεν λίθους, έβλαψαν τους Γάλλους αναβαίνοντας, και τους ηνάγκασαν έχοντας διαταγήν να μη τουφεκίσωσι πρώτοι, αν δεν ετουφεκίζοντο, να καταβώσι βεβλαμμένοι. Αλλά βεβαιωθέντες οι έγκλειστοι ότι παρεδόθη αμαχητί η Μοθώνη, ήνοιξαν τας πύλας του φρουρίου την επαύριον. Αντίστασιν ηύραν κατ' αρχάς οι υπό τον Σνεϊδέρον αποβάντες κατά τα παράλια της Αχαΐας εις έξωσιν των εν τοις φρουρίοις των Πατρών και του Ρίου Τούρκων. Οκτώβριος Αλλ' αφ' ού επλησίασαν εντός βολής κανονίου, υπέγραψαν την 7 Οκτωβρίου την παράδοσιν των δύο τούτων φρουρίων ο φρούραρχος αυτών Χατσή-Αβδουλάς και οι λοιποί· καθ' ήν όμως ημέραν επρόκειτο η παράδοσίς των, οι εν τω Ρίω απέρριψαν την συνθήκην παρά γνώμην του φρουράρχου και ήρχισαν εκ νέου πρώτοι πόλεμον· αλλά μετά τινας ημέρας πολεμούμενοι και διά ξηράς και διά θαλάσσης, ελθόντων και άλλων στρατευμάτων υπό τον Χιγονέτον, και άλλων πολεμικών πλοίων και αυτού του Μαιζώνος, και φοβηθέντες την ετοιμαζομένην έφοδον παρεδόθησαν την 18. Εικοσιπέντε Γάλλοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της πολιορκίας ταύτης· οι δε εντός των πεσόντων φρουρίων, όλοι 2800, απεστάλησαν ασφαλώς εις τα ίδια· υψώθησαν και εφ' όλων των φρουρίων αι τρεις συμμαχικαί σημαίαι. Τοιουτοτρόπως εκενώθη όλη η Πελοπόννησος.

Οι δε πρέσβεις των τριών αυλών, συνελθόντες εις Κορυφούς, απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Πόρον παρά τη ελληνική κυβερνήσει προς λύσιν διά της συμπράξεως αυτής των εν τη συνθήκη διαλαμβανομένων τεσσάρων ζητημάτων, ήτοι, της οροθεσίας, του φόρου, της αποζημιώσεως των τουρκικών ιδιοκτησιών, και της εγκαταστάσεως Αρχής συνεργεία και της Πύλης. Πριν δε αναχωρήσωσιν εκ Κορυφών, ανήγγειλαν τω κυβερνήτη τον σκοπόν των, και λαβόντες απάντησιν, δι' ής υπέσχετο την συνδρομήν του εις λύσιν των ανωτέρω ζητημάτων, ανεχώρησαν την 29 αυγούστου και κατέπλευσαν εις Πόρον την 4 σεπτεμβρίου· δι' έλλειψιν δε καταλλήλων κατοικιών, διέμεινεν έκαστος επί του μετακομίσαντος αυτόν βασιλικού πλοίου.

Εν ώ δε διέτριβαν οι τρεις πρέσβεις εν Επταννήσω, οι της Γαλλίας και Αγγλίας έγραψαν τη Πύλη, προβάλλοντες να στείλη, και αύτη πληρεξούσιόν της εις το Αιγαίον κατά την συνθήκην προς εξίσασιν των πολιτικών διαφορών αυτής και της Ελλάδος, και λέγοντες ότι εκτός του πληρεξουσίου Έλληνος θα παρευρίσκετο και πληρεξούσιος Ρώσσος, διότι ο αυτοκράτωρ, αν και πολέμιος της Πύλης επί του Δουνάβεως, έφερε χαρακτήρα μεσίτου, ως και οι δύο σύμμαχοι του, εν τη Μεσογείω. Απέρριψε την πρότασιν ταύτην η Πύλη επί λόγω, ότι δεν παρεδέχετο την εφαρμογήν ως προς την Ελλάδα των εν χρήσει προς κυβερνήσεις τύπων, και ότι η παρουσία πληρεξουσίου Ρώσσου αντέκειτο προς την πολέμιον διαγωγήν της αυλής εκείνης, και ουδόλως εδείκνυε τον ειλικρινή σκοπόν των φιλικών προς την Πύλην διακοινώσεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η Πύλη ήθελε και το περί Ελλάδος ζήτημα ν' αποφύγη, και την συμμαχίαν της Ρωσσίας και των άλλων αυλών δι' άλλων και διά των πλαγίων τούτων τρόπων να διαλύση· διά τον σκοπόν τούτον καλέσασα τους δύο πρέσβεις κατ' ευθείαν την πρώτην φοράν εις Κωνσταντινούπολιν και μη εισακουσθείσα, καλέσασα αυτούς και δευτέραν διά γραμμάτων προς τας κυβερνήσεις των και μηδέ τότε εισακουσθείσα, τους εκάλεσε και τρίτην κατά την ενεστώσαν περίστασιν, αλλ' ούτε και κατ' αυτήν επέτυχε.

Εν τοσούτω, εξάμηνον παρήλθεν αφ' ού τα ρωσσικά στρατεύματα επάτησαν τα χώματα της Τουρκίας, και η Πύλη έπνεεν ως εξ αρχής πόλεμον. Η δε Ρωσσία, θέλουσα να στενοχωρήση έτι μάλλον τον σουλτάνον, απεφάσισε ν' αποκλείση την βασιλεύουσάν του. Ο στόλος της εμπόδιζεν ήδη την μετακόμισιν παντός είδους τροφής διά του Βοσπόρου· ανοικτός όμως ήτον ο Ελλήσποντος, και εχρειάζετο προς εκτέλεσιν του σκοπού να κλείση και αυτόν· αλλ' εχρειάζετο τότε ν' αναλάβη εν τη Μεσογείω ον χάριν της συμμαχίας κατέθεσε πολέμιον χαρακτήοα, και ειδοποίησε τας συμμάχους Δυνάμεις περί τούτου. Εις άκρον ωργίσθη η Αγγλία επί τη ειδοποιήσει ταύτη, και εθεώρησε την Ρωσσίαν παραβάτιν των συνομολογηθέντων. Τοιαύτην την εθεώρησε και η Γαλλία, ώστε η Ρωσσία ηναγκάσθη να παραιτηθή του σκοπού τούτου.