Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 25
Περιεφέρετο εν Ελλάδι Ιρλανδός τις Στίβενσων γεωπόνος. Τούτον διέταξεν ο κυβερνήτης να φυτεύση γεώμηλα, τω εχορήγησε τα εις τούτο αναγκαία και τω έδωκεν άδειαν να εκλέξη κατάλληλον γην εις φυτείαν. Κατά περίστασιν η εκλογή του Στιβενσώνος έπεσεν επί τον αντικρύ του Πόρου αγρόν της Απαθείας. Ο αγρός ούτος ηγοράσθη το 1825 παρά των Κουντουριωτών, και ήτον εξ ών την αγοράν ηκύρωσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, αλλ' επί αποζημιώσει των αγορασάντων αυτούς· επειδή δε αι μετά ταύτα κυβερνήσεις δεν είχαν πώς ν' αποζημιώσωσι τους αγοραστάς, τοις άφησαν την αποκάρπωσιν αυτών. Εδύνατο ο κυβερνήτης κατά το εθνικόν ψήφισμα ν' αφαιρέση τον αγρόν τούτον από της κυριότητος των Κουντουριωτών, αλλ' ώφειλε κατά την έννοιαν αυτού του ψηφίσματος συγχρόνως να τους αποζημιώση, και όμως ο αγρός αφηρέθη, μήτε αποζημιωθέντων μηδέ καν ειδοποιηθέντων των κατόχων, ως αν δεν ήσαν πάμπολλοι άλλοι εθνικοί αγροί επίσης επιτήδειοι εις φυτείαν. Οι Κουντουριώται, ους αγενώς ο κυβερνήτης έτρωσε, δεν ανήκαν εις τας τάξεις των κοτσαμπασίδων, των Φαναριωτών, των οπλαρχηγών ή των λογίων, ους τόσον απεστρέφετο ο κυβερνήτης· ήσαν έμποροι, οίτινες καθήμενοι επί πέτρας αγόνου επλούτησαν, πολλούς αγαθοποιούντες και μηδένα αδικούντες, και εδαπάνησαν επ' ωφελεία της πατρίδος όλην σχεδόν την πλουσίαν περιουσίαν των μοχθήσαντες ακαμάτως και ριψοκινδυνεύσαντες διά την σωτηρίαν της. Διαφερόντως και επαξίως ετιμάτο παρά πάντων ο πρεσβύτερος των δύο αδελφών Λάζαρος· είχε νουν υγιά, καρδίαν γενναίαν και μέγιστον ζήλον υπέρ της ευοδώσεως του εθνικού σκοπού· εδραίος στύλος εφάνη της πολλάκις διαταραχθείσης και δεινοπαθούσης Ύδρας άπαξ μόνον οκλάσας, αλλά και τότε ωφελήσας μάλλον το κοινόν ή βλάψας· και επί εθνικών συνελεύσεων και επί εθνικών βουλών εκλήθη, συναινούντων και αυτών των αντιπάλων του, εις την υπερτάτην Αρχήν του έθνους, και πάντοτε την απεποιήθη· στασιαζούσης ποτέ της πρωτευούσης, αναγκαίον εθεώρησαν οι εν τοις πράγμασι να τον φέρωσιν εκεί προς καθησύχασιν του λαού· «όλοι οι Έλληνες», τω είπαν οι προς αυτόν σταλέντες, «σε υπολήπτονται ακούοντές σε, και τα μέγιστα θα ενθουσιασθούν ιδόντες σε». «Αν ούτως έχη», απεκρίθη ο Λάζαρος, «κάλλιον να μη με ίδωσι». Κατετάραξεν, ως είδαμεν, και απήλπισε την Ελλάδα όλην η πτώσις του Μεσολογγίου, και επανελθών εκείθεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια ο Ιβραήμης, εσκόπευε να πλεύση πανστρατιά εις καταστροφήν της Ύδρας. Εκλονίσθησαν και αυτοί οι ακλόνητοι Υδραίοι, και φοβηθέντες μη πάθωσιν όσα οι συνάδελφοι των Ψαριανοί, συνήλθαν παμπληθεί εκτός της πόλεως εις σύσκεψιν προς εγκατάλειψιν της γης των, ως μη δυνάμενοι να την προφυλάξωσιν από της επαπειλουμένης αλώσεως. Αλλ', αναστάς ο Λάζαρος, ο θεωρών τον διασκορπισμόν της Ύδρας απώλειαν όλης τις Ελλάδος, είπε «Κάμετε, αδελφοί, ό,τι προαιρείσθε· εγώ, ο αδελφός μου, και οι συν ημίν θ' αποθάνωμεν όπου εδεήθημεν». «Και ημείς, και ημείς», εκραύγασαν ενθουσιώντες επί τοις λόγοις τούτοις οι ακροαταί. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ους επεριφρόνησεν ο Καποδίστριας εν τω αξιομέμπτω κατά των ανδρών του αγώνος παροξυσμώ του· τοιαύτη δε προς τοιούτους πολίτας διαγωγή υπέθρεψε την αντιπολίτευσιν και ηνάγκασε τους Κουντουριώτας να γένωσιν αργηγοί αυτής.
Εκείναις ταις ημέραις εκόπη το πρώτον εν Ελλάδι εθνικόν νόμισμα, καθ' ήν περίστασιν εφανερώθη η οίησις του κυβερνήτου και η προς τα εθνικά ψηφίσματα αδικαιολόγητος ολιγώρησις. Ηγόρασεν εν Μάλτα και μετέφερεν εις Αίγιναν νομισματοκόπον μηχανήν κειμένην άχρηστον εκεί από του καιρού των Ιπποτών· έκοψε δε δι' αυτής νόμισμα αργυρούν και χαλκούν, αμφότερα φέροντα φοίνικα ως σύμβολον, το δε αργυρούν φέρον και το όνομα του φοίνικος· δεν ανέστησε δε τον φοίνικα εις μνήμην της εταιρίας, διότι είδαμεν ότι την κατεφρόνει και την απεστρέφετο, αλλ' ήθελε δι' αυτού, να υποδείξη, ότι, πεσούσα η Ελλάς επί της επαναστάσεως, εξανίστατο επί των ζωοποιών ημερών του. Το αυτό σύμβολον έβαλε και επί των σημαιών, ας επρόσφερεν, ως είπαμεν, εν Τροιζήνι τω στρατώ, αν και κατηργήθη επισήμως επί της πρώτης εθνικής συνελεύσεως ως σύμβολον της φιλικής εταιρίας, αντικατασταθέν υπό του της Αθηνάς του έκτοτε και μέχρις ου ήλθεν ο Καποδίστριας εν χρήσει. Ολίγα χρήματα αλλά πολλάς περί χρημάτων ελπίδας έφερεν ο κυβερνήτης εις την Ελλάδα. Αι ελπίδες εν μέρει δεν εψεύσθησαν· αλλ' η τακτοποιηθείσα υπηρεσία απήτει εις διατήρησίν της ικανά και επί χείρας. Εις θεραπείαν της ανάγκης ταύτης εκάλεσε τους Έλληνας εις δανεισμόν επί τόκω συστήσας τράπεζαν και προικίσας αυτήν δι' εθνικών κτημάτων προς ασφάλειαν των δανειστών. Αλλ' η τράπεζα αύτη ήτο τράπεζα κατ' όνομα, ως μη μετερχομένη τραπεζικά έργα, και κατ' ουσίαν ταμείον εις χρήσιν της υπηρεσίας· αν δε και εξηντλήθησαν οι Έλληνες επί της επαναστάσεως, δεν εκώφευσαν εις την κλήσιν.
Προσδοκών ο κυβερνήτης την βελτίωσιν του ελληνικού έθνους εκ της επερχομένης γενεάς, ως εκφαυλισθείσης της ενεστώσης υπό την διττήν, ως έλεγε, διαφθοράν της τουρκοκρατίας και της επαναστάσεως, δεν παρημέλησεν εν μέσω των πολυειδών του κυβερνητικών φροντίδων ν' αναθρέψη χρηστοήθως και θρησκευτικώς την ανισταμένην γενεάν καθ' όσον εδύνατο, και συνήθροισεν εις Αίγιναν πάμπολλα παιδία, τα πλείστα ορφανά, περιφερόμενα τήδε κακείσε άπορα, και άστεγα, πολλά δε παρακολουθούντα τα στρατεύματα ως ψυχουιοί των αρχηγών· και κατ' αρχάς μεν τα εγκατέστησεν εν προσωρινώ σχολείω, μετά ταύτα δε εν επί τούτω ανεγερθέντι ευρυχώρω ορφανοτροφείω. Τα πλούσια ελέη των ομοθρήσκων Ρώσσων, και ολίγα άλλων δοθέντα τω κυβερνήτη εχρησίμευσαν εις οικοδομήν του καταστήματος τούτου και εις διατροφήν και εκπαίδευσιν των ορφανών· αλλ' αξιοσημείωτον το εισαχθέν εν πρώτοις εις το ορφανοτροφείον και μετά ταύτα εις όλην την επικράτειαν σύστημα της εκπαιδεύσεως. Εφρόνει ο κυβερνήτης ότι η μεγάλη μάθησις ήτο μεγάλη πληγή της κοινωνίας, και ότι η μικρά και θρησκευτική συνετέλει μόνη εις την ευδαιμονίαν της. Επί τη βάσει ταύτη εθεμελίωσε τον περί εκπαιδεύσεως του έθνους γενικόν οργανισμόν· σύστασιν πανεπιστημίου δεν ήθελεν, αλλά κεντρικού σχολείου εν Αιγίνη, θεολογικού εν Πόρω, στρατιωτικού εν Ναυπλίω, νομικού εν Αθήναις, και ναυτικού εν Ύδρα· ήθελε δε να διδάσκωσι τα τήδε κακείσε ταύτα σχολεία υπό την άμεσον επίβλεψιν της κυβερνήσεώς του.
Τοιούτος τρόπος εθνικής εκπαιδεύσεως και τοιούτον είδος κυβερνήσεως δεν εύρισκαν υποστήριξιν παρά τη εν Ελλάδι πανελευθέρα εφημεριδογραφία. Ανέπαφος διετηρείτο εξ αρχής της επαναστάσεως η ελευθερία του τύπου, οιασδήποτε μεταβολάς και αν έπαθεν η πολιτική της Ελλάδος, όσα πάθη και αν εξήψαν οι εμφύλιοι πόλεμοι και όσαι εθνικαί συνελεύσεις και αν συνεκροτήθησαν· και, του κυβερνήτου ελθόντος, ουδέν ουδέ τότε ενομοθετήθη ή διετάχθη κατ' αυτής, αλλά παρελύθη η εφημεριδογραφία. Η τυπογραφία του Μεσολογγίου, όθεν εξεδίδοντο τα Χ ρ ο ν ι κ ά, είχε ταφή υπό τα ερείπια της πόλεως εκείνης· επί της κυριεύσεως των Αθηνών είχε διασκορπισθή και η εκεί, ώστε καθ' όν καιρόν έφθασεν ο κυβερνήτης, υπήρχαν εν τη Ελλάδι μόνον τρεις τυπογραφίαι· δύο ελληνικαί εκδίδουσαι η μεν εν Αιγίνη την γενικήν εφημερίδα της Ελλάδος, η εν Ύδρα τον Ανεξάρτητον, καί τις γαλλική εκδίδουσα την Μέλισσαν. Αι δύο εν Ύδρα εφημερίδες, ελθόντος του κυβερνήτου, μετετέθησαν εις Αίγιναν, και η μεν Μέλισσα έγεινε κυβερνητική, ο δε Ανεξάρτητος, ο αντιπολιτευόμενος την κυβέρνησιν, έπαυσε μετ' ολίγον· εξεδίδετο δε ελληνιστί μόνη η γενική εφημερίς της Ελλάδος· αλλ' ο εκδότης αυτής διετάχθη παρά του κυβερνήτου να εκδίδη μόνον ό,τι ενέκρινε προηγουμένως ο αδελφός του Βιάρος· ώστε ουδέν εγράφετο έκτοτε αντικυβερνητικόν (β). Απηγόρευσε ρητώς η εν Τροιζήνι συνέλευσις πάσαν κατά τόπους πολιτογράφησιν και ανέθηκε το δικαίωμα εις μόνην την βουλήν και την κυβέρνησιν· αλλά τοιαύται εγένοντο υπέρ του Βιάρου, του Γιαννετά, του Εϋδέκου, του Ρίζου και αυτού του κυβερνήτου. Ο κυβερνήτης, ως φύλαξ και εκτελεστής των νόμων, ώφειλε ν' αποδοκιμάση τα παρά νόμον πραττόμενα αφορώντα μάλιστα αυτόν και τους περί αυτόν, και όμως τα ενέκρινε. Τοιαύτη πολιτική πορεία εφόβισε το κοινόν ως φανερά τείνουσα εις το αυθαίρετον. Ούτω διατεθειμένα τα πνεύματα η διαγωγή του Βιάρου επί των εξής περιστάσεων τα παρώργισε κατά της κυβερνήσεως έτι μάλλον και εκραταίωσε την αντιπολίτευσιν.
Αναφανείσης της πανώλους, εσύστησεν ο ανήρ ούτος αυθαιρέτως υγειονομεία εντός του τμήματός του μη προϋπάρξαντα εν Ελλάδι· επί λόγω δε καθάρσεως διέταξε τα γράμματα ν' ανοίγωνται και να καπνίζωνται· αλλά παρήγγειλε και να αναγινώσκωνται, και να αναφέρεται προς αυτόν ό,τι εν αυτοίς λόγου άξιον, διότι τον ανησύχαζεν η μη υποκρυπτομένη κατά της κυβερνήσεως του αδελφού του αντιπολίτευσις. Ο καταλαβών τον άνδρα τούτον φόβος, βλέποντα συνωμοσίας όπου συνωμοσίαι δεν υπήρχαν, και φόβητρα όπου ουδέν το φοβούν, τον παρέσυρε και εις άλλα ατοπήματα βαρύτερα και αναιδέστερα. Υποπτεύσας ότι ο Τάτσης Μαγγίνας, μέλος του πανελληνίου, ερραδιούργει κατά του αδελφού του, διέταξε και συνέλαβαν τον γραμματοφόρον του, εν ώ εξήρχετο της Αιγίνης, και αφήρεσαν παρρησία τα γράμματά του· αλλά τα γράμματα της συνωμοσίας εφάνησαν επί τη αναγνώσει γράμματα απλά στελλόμενα παρ' ανδρός προς σύμβιον. Συνέλαβαν οι υπάλληλοί του και τον Δήμον Κανελόπουλον μεταβαίνοντα εξ Αιγίνης εις Πελοπόννησον, και τον εψηλάφισαν εις εύρεσιν υπόπτων γραμμάτων, αλλ' ουδέν ηύραν. Εξ αιτίας των αθεμίτων τούτων πράξεων κατεβόων έτι μάλλον πάμπολλοι των εν Αιγίνη· διεκρίνοντο δε ο Μιλαήτης, μέλος της πρώην αντικυβερνητικής επιτροπής, και ο συγγενής αυτού Βρατσάνος. Ο Βιάρος, ευρισκόμενος κατ' εκείνας τας ημέρας εν Ύδρα και ειδοποιηθείς, επέστρεψεν απροσδοκήτως εις Αίγιναν το εσπέρας, επρόσταξε και επάτησαν την νύκτα τας οικίας των δύο τούτων πολιτών, τους απέσπασαν από των συνεύνων αυτών, τους μετέφεραν εις Πόρον, εκείθεν εις Ναύπλιον και τους έρριψαν εις τον θαλασσόπυργον, χωρίς να τους ειδοποιήσωσι διατί τους ετιμώρουν. Αν και η επικράτεια δεν έπαθεν όσα δεινά το θανατικόν ηπείλει, αι εν Αιγίνη υγειονομικαί διατάξεις, αυστηρότεραι ημέρα τη ημέρα γενόμεναι δι' ον προείπαμεν πολιτικόν σκοπόν, και όχι διά τον φόβον του θανατικού, όστις ωλιγόστευε καθ' ημέραν, κατέθλιβαν τον λαόν· τον κατέθλιβε δε ιδίως ο βαρύς και ανεπιεικής τρόπος του επιστάτου του υγειονομείου Αιγίνης. Εξ αιτίας τούτου 150 φιλήσυχοι πολίται, εν οίς καί τινες των προκρίτων της Ανατολικής Ελλάδος, υπέγραψαν και έστειλαν αναφοράν προς τον εν Πόρω τότε διατρίβοντα Βιάρον, μεμφόμενοι τον τρόπον του επιστάτου. Μετ' ολίγας ημέρας εκλήθησαν οι εγκριτώτεροι των υπογραψάντων εις το διοικητήριον της Αιγίνης όπως λάβωσιν απάντησιν· τοις έδειξεν ο γραμματεύς του διοικητηρίου την αναφοράν των, και αφ' ού τους ηρώτησε και ήκουσεν ότι ήτον η αυτή, τοις ανήγγειλεν, ότι διετάχθη παρά του εκτάκτου επιτρόπου να την καύση ενώπιον αυτών, και ανάψας λύχνον την έκαυσεν. Ιδού πώς εθεώρει ο Βιάρος το δικαίωμα του αναφέρεσθαι, δικαίωμα εν χρήσει καθ' όλην την Ελλάδα και υπ' αυτόν τον Τουρκικόν ζυγόν.
Ο έκτακτος ούτος επίτροπος υπερέβη και ως προς άλλα τα όρια πάσης πολιτικής αιδούς, και ηθέλησε να στήση την θέλησίν του υπεράνω όχι μόνον των υπαρχόντων νόμων, αλλά της θελήσεως και αυτού του δοτήρος της εξουσίας του αδελφού του. Βαρείς ήσαν οι τόκοι εν Ελλάδι διά την σπάνιν των χρημάτων και την έλλειψιν της περί αποδόσεως των δανείων ασφαλείας. Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν αυτών, αλλ' ο αδελφός του εκήρυξε δι' εγκυκλίου του εντός του τμήματός του ταύτα. «Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου» (γ). Ο αυτοχειροτόνητος ούτος νομοθέτης εψήφισε και ποινήν της παραβάσεως της διαταγής του την δήμευσιν του κεφαλαίου, και έδωκε τω αυθαιρέτω τούτω νόμω και οπισθενεργόν δύναμιν θέσας υπό τον αυτόν κανονισμόν και την αυτήν ποινήν και αυτά του παρελθόντος καιρού τα συναλλάγματα. Εδίδασκε δε, κατά το «πίστευε και μη ερεύνα», τυφλήν υπακοήν εις όσα οι πολίται διετάττοντο. «Μη εξετάζετε» (δ), έγραφε προς τους κατοίκους της Ύδρας, «τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε κρίνατε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να σας φέρη εις λάθος, του όποιου τα αποτελέσματα είναι εις ζημίαν σας».
Γενικήν δικαίω τω λόγω κατακραυγήν εκίνησε καθ' όλον το τμήμα των βορείων Σποράδων τοιαύτη πολιτική παραφροσύνη· ήσαν καί τινες νεήλυδες Έλληνες εν Αιγίνη κατακραυγάζοντες. Μη δυνάμενος ο Βιάρος να παιδεύση όλους τους μεμφομένους τας πράξεις του και τους λόγους του, ηθέλησε να ρίψη την οργήν του μόνον επί τους νεήλυδας καταδικάσας αυτούς να θεωρώνται υπό της αστυνομίας της Αιγίνης ως α λ λ ο ε θ ν ε ί ς· αλλ' είτε εκ προθέσεως είτε ασκόπως συμπαρέλαβεν εις την διαταγήν υπό την κατηγορίαν της αλλοεθνίας όλους τους μη γεννηθέντας εντός της ελευθέρας Ελλάδος ομογενείς (ε). Μυριάδες μη γεννηθέντων εν αυτή έπαθαν και συνηγωνίσθησαν υπέρ της λυτρώσεως της κοινής πατρίδος, και όλοι ούτοι ισόνομοι και ισότιμοι των εν αυτή γεννηθέντων δικαίω τω λόγω ελογίσθησαν, και πολλοί εις τας πρώτας έδρας του κράτους εκάθησαν. Η κατά την ρηθείσαν δε διαταγήν αλλοεθνία αυτών τόσον ηρέθισεν, ώστε ο διοικητής ηναγκάσθη εις θεραπείαν του κακού να τροπολογήση αφ' εαυτού την διαταγήν και να κηρύξη ότι «μη αυτόχθονες ομογενείς της ελευθέρας Ελλάδος» ενοούντο όσοι μη γεννηθέντες εν αυτή έζων εισέτι υπό ξένην εξουσίαν, όσοι εξ αυτών δεν ήλθαν εις την Ελλάδα ειμή προ ολίγου και δι' ίδια συμφέροντα και υποθέσεις, και όσοι δεν έπαθαν ή και δεν συνηγωνίσθησαν μετά των λοιπών Ελλήνων τον ιερόν υπέρ της ελευθερίας αγώνα».
Ενεργών ο έκτακτος επίτροπος ως αυτοκέφαλος δυνάστης του τμήματός του, εξώκειλε και εις άλλα· κατήργησε τους δημογέροντας ους ηύρε, και διώρισε νέους· αλλά έπαυσε και αυτούς μετ' ολίγον μη ζητήσας καν προηγουμένως την άδειαν του κυβερνήτου και εκάλεσε τους δημότας εις εκλογήν άλλων. Φοβούμενος δε, ως έλεγε, τας αντενεργείας των αποβληθέντων, ηύρε προφυλακτικόν τρόπον την φυλάκισιν αυτών, διαρκούσης της νέας εκλογής· συστήσας δε τας δημογεροντίας εντός του τμήματός του έδωκεν εις ον ανέθεσε τα του ειρηνοδίκου δημογέροντα και ένα εμπειρότερον εκείνου ως συνειρηνοδίκην διά την περί τα δικαστικά ανικανότητα των δημογερόντων. Παρά την διάταξιν ήτον η προσθήκη αύτη και εις ουδέν άλλο τμήμα εισήχθη· αλλ' ο Βιάρος, ακράτητος εις τας πολιτικάς παρεκτροπάς του, εξέτεινε κατ' ολίγον τόσω τας δυνάμεις του προσθέτου τούτου ειρηνοδίκου, ώστε ετόλμησε να συστήση αυτεξουσίως εν Αιγίνη δικαστήριον και να ενθρονίση επί του δικαστηρίου του ένα και μόνον δικαστήν, τον πρόσθετον τούτον ειρηνοδίκην. Ο δικαστής ούτος εδέχετο όσας πολιτικάς και εγκληματικάς αγωγάς τω συνίστα ο έκτακτος επίτροπος, και τας εδίκαζεν έχων οδηγόν τας περί δικαστηρίων γενικάς διατάξεις· επεκτείνων δε την δύναμίν του και εις αυτάς τας προ της επαναστάσεως διαφοράς, εφυλάκισε τον Ιωάννην Φίλωνος, ένα των αρχόντων της Λεβαδείας, ως μη θελήσαντα κατά την απόφασίν του ν' αποτίση τω αρχιεπισκόπω Πορφυρίω παλαιόν τι χρέος. Ό,τι ενηργείτο παρά του εν Αιγίνη δικαστηρίου, ενηργείτο επίσης και παρά δικαστηρίων του αυτού χαρακτήρος συστηθέντων αλλαχού του τμήματός του. Το δικαστήριον της Αιγίνης ενεργούν υπό τοιούτον συστητήν, οδηγόν και προστάτην, δεν εσυστάλη να ζήτηση δι' επισήμου εγγράφου του πληροφορίας τινάς και παρ' αυτού του φροντιστηρίου θεωρουμένου ως υπουργείου του πολέμου. Ηγνόει το φροντιστήριον, αν και τα μέλη αυτού ήσαν μέλη του πανελληνίου, καθώς ηγνόει και πάσα άλλη Αρχή, τα περί υπάρξεως τοιούτου δικαστηρίου, και εζήτησε διασαφήσεις παρά του γραμματέως της επικρατείας και γνώμην περί του πρακτέου· και επειδή το δικαστήριον τούτο δεν εσυστήθη κατά διαταγήν της κυβερνήσεως, ηρώτησεν ο γραμματεύς της επικρατείας περί αυτό τον έκτακτον επίτροπον, όστις ωμολόγησεν, ότι το εσύστησεν αυτός εν αγνοία της κυβερνήσεως εις δ ο κ ι μ ή ν, ότι δεν ειδοποίησε περί τούτου την κυβέρνησιν μέχρι τούδε, ίνα δοκιμάση αν ευδοκίμει, και ότι, γενομένης ήδη της δοκιμής, τόσον εθεώρει ωφέλιμον την ύπαρξιν τοιούτων δικαστηρίων, ώστε επρότεινε να διατάξη η κυβέρνησις και τους άλλους εκτάκτους επιτρόπους να πράξωσι το αυτό εις παρηγορίαν του λαού. Και άλλο δεινόν έπραξεν ο έκτακτος ούτος επίτροπος. Διέταξε και ετυπώθησαν άδειαι εξαμηνιαίας διαμονής, ίνα δίδωνται παρά του υπ' αυτόν διοικητού της Αιγίνης τοις άλλοθεν του κράτους εις την νήσον ερχομένοις, επιθέσας αυθαιρέτως οκτώ γροσίων φόρον· επί των τυπωμένων δε τούτων αδειών ο μέχρι τούδε λεγόμενος πολίτης Έλλην ελέγετο υπήκοος. Το κοινόν αναγνώσαν κατά πρώτην φοράν την επωνυμίαν ταύτην, και υπολαβόν, ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να δεσπόση, εθορυβήθη, και η ενεργούσα επί της απουσίας του κυβερνήτου Αρχή έσπευσε να σβέση το καινοφανές τούτο χαρακτηριστικόν του Έλληνος· Τοιαύται πράξεις διέχυσαν εις όλας τας κλάσεις των πολιτών το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως.
1828 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.
&Πλους του κυβερνήτου μέχρι των παραλίων της Δυτικής Ελλάδος. — Συνέντευξις των αρχηγών των συμμαχικών στόλων και του Ιβραήμη. — Λειποταξία των εν Κορώνη Αλβανών. — Σύγκρουσις αυτών και των Αράβων. — Συμβιβασμός εις ασφαλή έξοδον των Αλβανών εκ της Πελοποννήσου. — Φόνος του Δελή-Αχμέτη. — Επάνοδος του κυβερνήτου εις Αίγιναν. — Νέαι δυσαρέσκειαι.&
Ιούνιος ΑΠΟΠΛΕΥΣΑΣ του Πόρου ο κυβερνήτης την 15 Ιουνίου επί του αγγλικού δικρότου, αφίχθη την 16 εις Ναύπλιον και την 18 εις Μονεμβασίαν, καθ' ήν απεχωρίσθη της συνοδίας του το γαλλικόν δίκροτον ο Σκηπίων· αποβάς δε την επαύριον ήλλαξε την φρουράν, εγκαταστήσας φρούραρχον τον τοσάκις και τοσούτον κατά θάλασσαν δοξασθέντα Κανάρην· την δε 23 έφθασεν έξω της Μοθώνης, όπου απήντησε τους ναυάρχους Γάλλον και Ρώσσον και τον μοίραρχον Άγγλον.
Η καταστροφή των μερών της Πελοποννήσου, όπου εξετείνετο η δύναμις του Ιβραήμη, και η απαγωγή των αιχμαλώτων εις Αίγυπτον, την γην της δουλείας, μηδενός εναντιουμένου, διήγειραν κατ' αυτού την αγανάκτησιν της Ευρώπης, και πολλήν κατακραυγήν και κατά των ναυάρχων της συμμαχίας ως μη εμποδισάντων την αποπομπήν των αιχμαλώτων. Πολύς λόγος εγένετο κατ' εκείνων περί τούτου εν ταις βουλαίς Αγγλίας και Γαλλίας· τους εμέμφθη και αυτό το συμμαχικόν συμβούλιον, και τους διέταξε να ερευνώσιν εις το εξής προς απελευθέρωσιν όλα τα αποπλέοντα της Πελοποννήσου πλοία, και να φροντίσωσι την απόλυσιν και αυτών των εις Αίγυπτον αποσταλέντων αιχμαλώτων· τους διέταξε δε να πειθαναγκάσωσι τον Ιβραήμην εις παύσιν του επί ματαίω καταστρεπτικού πολέμου και επιστροφήν εις τα ίδια. Επί τω σκοπώ τούτω επεσκέφθησαν την 24 τον Ιβραήμην οι τρεις αρχηγοί των συμμαχικών στόλων. Ο πασάς υπέλαβεν, ότι είς των συνακολουθησάντων ήτον ο κυβερνήτης, και εταράχθη· αλλ' ησύχασε μετ' ολίγον παρατήρησας, επί τη προτάσει τινός, ότι επί της κορυφής του μεσαίου καταρτίου της ρωσσικής ναυαρχίδος εκυμάτιζεν η ελληνική σημαία εις τιμήν του κυβερνήτου εν αυτή ευρισκομένου. Επείνων, εταλαιπωρούντο και εγόγγυζαν οι Αιγύπτιοι εξ αιτίας του επικρατούντος αυστηρού θαλασσίου αποκλεισμού· τινές μάλιστα των γνωστοτέρων βουλήν έβαλαν να φύγωσι παρά γνώμην του αρχηγού· και αυτός ο αρχηγός εφαίνετο επιθυμών ενδομύχως την εις τα ίδια επάνοδον, και διά τούτο επί τη προτάσει των ναυάρχων απήτησε μόνον να επιβιβάση τον στρατόν του εις πλοία υπό τουρκικήν σημαίαν· αλλά τοιαύτα πλοία δεν ήσαν πρόχειρα· υπεσχέθη δε να απολύση τους παρ' αυτώ αιχμαλώτους, αποποιηθείς να επαναφέρη τους εις Αίγυπτον αποσταλέντας.
Εκτός των περί ων ο λόγος δυσκολιών και στενοχωριών, το στρατόπεδον του Ιβραήμη έπασχε και άλλα κακά.