Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 24
Αρχομένου του Ιανουαρίου, είχε κατευοδωθή εις Γραμβούσαν νέα επικουρία πεζών και ιππέων στρατολογηθέντων και αυτών, ως και των άλλοτε εκεί αποβάντων, διά συνεισφορών των Κρητών· ηγουμένου δε του Χατσή-Μιχάλη, 600, εν οίς και 100 ιππείς, απέβησαν εις το επί της μεταξύ Σφακιών και αγίου Βασιλείου παραλίας Φραγκοκάστελλον προς διέγερσιν των Σφακιανών· αλλ' ούτοι διεφώνουν· οι μεν ήσαν γνώμης να διαμείνωσιν ήσυχοι, οι δε να κινηθώσι, διότι άλλως δεν εδίδετο αφορμή να συμπεριληφθή και η Κρήτη εις την εισέτι αόριστον νέαν ελληνικήν επικράτειαν, και της γνώμης ταύτης ήσαν οι πλείστοι. Έμφοβος ο Μουσταφάπασας μη υπερισχύση η φιλοπόλεμος αύτη γνώμη, εξεστράτευσεν, αρχομένου του απριλίου, και εστρατοπέδευσεν εν τη επαρχία του Αποκορώνου εις συστολήν των Σφακιανών, γράψας αυτοίς ότι, αν δεν επρολάμβαναν ν' αποδιώξωσι τους εμφωλεύσαντας εν τοις παραλίοις των εχθρούς του, θα επάτα τα βουνά των και θα τους ετιμώρει· διέταξε δε και να συγκεντρωθώσι περί αυτόν πολλαχόθεν τα στρατεύματά του. Εν τοσούτω η θέσις των περί τον Χατσή-Μιχάλην ήτο δεινή. Οι Σφακιανοί, εις ους ήλπιζαν, εταλαντεύοντο· η δύναμίς των αυτή καθ' εαυτήν ήτον ολίγη· ο κυβερνήτης, προς ον ανέφερε τα δέοντα ο Χατσή-Μιχάλης, ούτε χρήματα έστειλεν εις αύξησιν αυτής, διότι δεν είχεν, ούτε άδειαν τω έδωκε ν' αναχωρήση· εσπάνιζαν και αι τροφαί του στρατού τούτου, διότι δεν είχεν ειμή όσας ελάμβανεν εκ Γραμβούσης· οι δε συγκροτούντες αυτόν, άνδρες θερμουργοί και φιλοπόλεμοι, άλλα ελπίζοντες και άλλα βλέποντες, εγόγγυζαν κατά του αρχηγού και επέμεναν ή να πολεμήσωσιν ή ν' αναχωρήσωσι. Φιλότιμος και φιλοπόλεμος και ο αρχηγός, επρόκρινε τον πόλεμον, και αφήσας 100 στρατιώτας εντός του Φραγκοκαστέλλου και παραλαβών τους λοιπούς πεζούς και ιππείς, ενωθέντων καί τινων εντοπίων υπό τον Μανουσογιαννάκην, Μάιος εκίνησε την 8 μαΐου κατά την επαρχίαν της Ρεθύμνης εις λεηλασίαν, και την επαύριον έπεσε κατά συγκυρίαν εις το υπό την οδηγίαν του πασά της Ρεθύμνης προς το γενικόν στρατόπεδον αναβαίνον τουρκικόν σώμα. Ανέτοιμον το σώμα τούτο ως μηδέ καν υποπτεύον το κίνημα των Ελλήνων κατεθορυβήθη επί τη απροσδοκήτω προσβολή, ωπισθοδρόμησε και κατεδιώχθη μέχρι του φρουρίου· 40 Τούρκοι εσκοτώθησαν και συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο εκ Χανιών Ικιντσήαγας. Οι δε περί τον Χατσή-Μιχάλην, εξ ών είς και μόνος εσκοτώθη, θερίσαντες τα εν ώρα θέρους γεννήματα της επαρχίας, και αρπάσαντες τα ευρεθέντα ποίμνια, επανήλθαν εις το Φραγκοκάστελλον.
Ταύτα μαθών ο Μουσταφάς εισήλασεν εις Σφακιά μετά τετρακισχιλίων πεζών και τριακοσίων ιππέων έλκων δύο κανόνια και μίαν βομβοβόλον, μηδεμίαν δε προξενήσας βλάβην όθεν διέβαινεν, έστησε την 16 τας σκηνάς του εν τοις χωρίοις Πατσανώ και Καψοδάσω, ημιώριον μακράν του Φραγκοκαστέλλου· την δε επαύριον, αφήσας εκεί μέρος του στρατού του εκινήθη προς το Φραγκοκάστελλον· εξήλθαν οι εν τω φρουρίω εις συνάντησίν του, πεποιθότες επί την ανδρίαν των, και πλήρεις θάρρους διά την παρελθούσαν νίκην των, ουδεμίαν άφησαν εν αυτώ φρουράν εις ασφαλή υποχώρησιν εν καιρώ ανάγκης. Στήσαντες δε εκ του προχείρου πέντε προμαχώνας ανέμεναν τους εχθρούς, και πλησιάζοντας τους εκάλεσαν εις μάχην· δεν εφρόντισαν δε ουδ' εντός τουφεκοβολής απ' αλλήλων να στήσωσι τον ένα προμαχώνα του άλλου εις συναρωγήν Οι Τούρκοι έπεσαν την 18 επί τον κεντρικόν προμαχώνα, όπου ήσαν 100 Έλληνες, υπό τον Κυριακούλην Αργυροκαστρίτην. Ούτοι ορκισθέντες ή να νικήσωσιν ή ν' απολεσθώσι, συνέθεσαν τους πόδας των επί σκοπώ να συλλυτρωθώσιν ή να συναποθάνωσιν· αλλά μόλις εκένωσαν τα τουφέκια και οι εχθροί δεκαπλάσιοι αυτών εισεπήδησαν τον προμαχώνα ξιφήρεις, και κατέκοψαν όλους παρά δύο φυγόντας. Εφοβήθησαν τότε οι εντός των τεσσάρων άλλων προμαχώνων μη πάθωσιν ό,τι και οι συνάδελφοί των, έφυγαν εκείθεν όλοι και έτρεξαν να κλεισθώσιν εν τω φρουρίω· αλλ' έτρεξαν συγχρόνως και οι Τούρκοι εις προκατάληψιν αυτού. Ο δε Χατσή-Μιχάλης, θέλων να φέρη αντιπερισπασμόν, έπεσεν εις το εχθρικόν ιππικόν και το διεσκόρπισεν, αν και τριπλάσιον, αλλά δεν το κατεδίωξε, και ήλθε και ούτος προς την περιμάχητον είσοδον του φρουρίου· η δε σφοδρά αυτόθι μάχη έγεινε σφοδροτέρα ελθόντος του ελληνικού ιππικού και προσελθόντος και του τουρκικού. Τόση δε σύγχυσις και τύφλωσις επήλθεν εκ του καπνού και του κονιορτού, ώστε πολλοί εφονεύοντο υπό συμπολεμιστών μη διακρινόντων τους εχθρούς των φίλων. Περιμάχητος ήτον εισέτι η είσοδος, ότε ηκούσθησαν τουφεκισμοί κατά τα χωρία Πατσανόν και Καψόδασον. Τινές των Σφακιανών, μαθόντες ότι ο Μουσταφάς εκινήθη πανστρατιά προς το Φραγκοκάστελλον, εφιλοτιμήθησαν να τρέξωσι προς βοήθειαν των εν αυτώ, και έπεσαν διαρκούσης της προ της πύλης του φρουρίου μάχης εις τους εν Καψοδάσω και Πατσανώ εχθρούς. Η προσβολή αύτη αφείλκυσε πολλούς των έμπροσθεν της πύλης του φρουρίου μαχομένων εχθρών, και τοιουτοτρόπως, προκαταλαβόντος τον πυλώνα του αξιωματικού Παλάσκα και φονεύσαντος τον πρώτον του εχθρού σημαιοφόρον εν ώ ανύψωνεν επί του πυλώνος την σημαίαν, εμβήκαν οι Έλληνες εις το φρούριον και εκλείσθησαν· αλλ' επί της μάχης έπαθαν μεγίστην φθοράν. 338, εν οίς και όλοι σχεδόν οι ιππείς, τέσσαρες οπλαρχηγοί και αυτός ο εν γενναίοις γενναίος Χατσή-Μιχάλης εφονεύθησαν· και το μεν σώμα αυτού μεληδόν κατέκοψαν οι εχθροί, την δε κεφαλήν έφεραν ενώπιον του πασά· άλλοι τόσοι εχθροί εφονεύθησαν, εν οίς πολλοί αξιωματικοί και ιππείς.
Αφ' ού δε έμαθαν οι επί τους εν Πατσανώ και Καψοδάσω εχθρούς πεσόντες Σφακιανοί, ότι ησφαλίσθησαν εν τω φρουρίω οι επιζήσαντες συνάδελφοί των, ανεχώρησαν ολίγοι όντες. Εσκοτώθησαν και εξ αυτών 5 και επληγώθησαν 13.
Την επαύριον δε της μάχης απέκλεισεν ο Μουσταφάς το φρούριον και το εκανονοβόλει· οι δ' εν αυτώ ήσαν εις άκραν αμηχανίαν, διότι, αν και άφθονα τα κρέατα και τα γεννήματα, ήσαν δι' έλλειψιν ξύλων άχρηστα· μόνη ελπίς σωτηρίας εφαίνετο η φυγή· αλλ' ήσαν πολλοί πληγωμένοι και ανίκανοι να τρέξωσιν, οι δε υγιείς δεν ήθελαν να τους εγκαταλείψωσιν· ελυτρώθησαν όμως απροσδοκήτως διά του ακολούθου περιστατικού. Κατά την πρώτην ημέραν της πολιορκίας των έμαθεν ο Μουσταφάς, ότι τα Σφακιά εκινήθησαν και έμελλαν να επιπέσωσι. Τούτου χάριν επρόβαλε τοις πολιορκουμένοις ν' αναχωρήσωσι διά θαλάσσης φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήσωσιν εις το εξής εν Κρήτη· τοις υπέσχετο δε τροφάς επί της μεταβιβάσεώς των. Αρεστοί ήσαν οι σωτήριοι και έντιμοι ούτοι όροι· αλλ' υπό ποίαν ασφάλειαν έμελλαν να πληρωθώσιν; οι Έλληνες υπώπτευαν επιβουλήν, ο δε Μουσταφάς παράβασιν του όρου της ουδετερότητος. Ιδού τι συνέβη εις λύσιν των δυσκολιών. Πάμπολλοι των πολιορκούντων και όλοι σχεδόν οι πολιορκούμενοι ήσαν Ηπειρώται και κυρίως Αλβανοί, εκείνοι μεν Μωαμεθανοί, ούτοι δε Χριστιανοί· έτυχαν καί τινες γνώριμοι και πατρικοί φίλοι. Ούτοι, αφ' ού εξ αιτίας των εν πολέμω συνήθων συνομιλιών ανεγνωρίσθησαν, μετέβαλαν την έχθραν εις φιλίαν, εφιλοτιμήθησαν οι μη πάσχοντες να φανώσιν ωφέλιμοι προς τους πάσχοντας, και έσπευσαν να εγγυηθώσι τω μεν Μουσταφά την ακριβή τήρησιν του όρου της ουδετερότητος παρά των πολιορκουμένων, τοις δε πολιορκουμένοις την προς αυτούς καλήν πίστιν του Μουσταφά· εις πίστωσιν δε τούτων, έδωκαν πολλοί εαυτούς ως ομήρους· ώστε οι χθες κινδυνεύοντες να θυσιασθώσιν υπ' αυτών, επρόσφεραν αυθόρμητοι σήμερον την ζωήν των υπέρ αυτών. Υπό τοιαύτας ευτυχείς και απροσδοκήτους περιστάσεις ανεχώρησαν οι έγκλειστοι την 24 όλοι αβλαβείς, ανταλλάξαντες και δώρα· έμειναν δε και 20 παρά τω Μουσταφά. Η τόσον γενναία αύτη πράξις απολιτεύτων ανθρώπων, τιμώσα την ανθρωπίνην φύσιν, θέτει την ανεπίδεικτον απλοϊκότητα υπεράνω του μεγαλαύχου πολιτισμού, και ενθυμίζει τα κατά τον Γλαύκον και Διομήδην τους αναγνωρισθέντας επί της μάχης ως πατρικούς φίλους, και τους εν εκείνη τη ώρα μελισταγείς προς αλλήλους λόγους.
«Έγχεσι δ' αλλήλων αλεώμεθα και δι' ομίλου . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . «Τεύχεα δ' αλλήλοις επαμείψομεν, όφρα και οίδε «Γνώσιν ότι ξείνοι πατρώοι ευχόμεθ' είναι».
Μετά δε τα κατά το Φραγκοκάστελλον συμβάντα, ο Μουσταφάς ανατρέψας το τείχος ανεχώρησε, και δεν εισέβαλεν εις τα Σφακιά ως εσκόπευεν· αλλ' οι Σφακιανοί, οι κατ' αρχάς κινηθέντες εις ιδίαν άμυναν, δυναμωθέντες ήδη υπό των Ριζιτών, των Λακιωτών και άλλων, και συμπληρωθέντες εις δισχιλίους απεφάσισαν να κινηθώσι προς βλάβην του εχθρού και κατέλαβαν τα στενά, δι' ών θα διέβαινεν ο Μουσταφάς πορευόμενος εις Ρεθύμνην. Έσπευσεν ούτος να τους πληροφορήση ότι δεν είχεν εχθρικούς σκοπούς κατ' αυτών, ότι εκινήθη μόνον κατά των έξωθεν εις διατάραξιν του τόπου ελθόντων, και ότι δεν εμνησικάκει κατά των επιπεσόντων Σφακιανών, ους και ημνήστευσεν. Αλλ' οι Σφακιανοί δεν εδυσωπήθησαν, προσέβαλαν την 25 τους υπ' αυτόν τετρακισχιλίους πεζούς και ιππείς προς τα στενά των Χαλάρων και τους απώθησαν· επανήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον και πολλά παθόντες διέβησαν. Εκείθεν προχωρούντες έφθασαν την εφεξής εις άλλο δυσβατώτερον στενόν, το του Κόρακος, όπου έπαθαν χείρονα των πρώτων, απεκρούσθησαν, και απεκλείσθησαν εν μέσω ανύδρου τινός κοιλάδος εστερημένοι τροφών. Τότε εκάλεσεν ο Μουσταφάς εις γενικόν συμβούλιον τους αξιωματικούς του, και αφ' ού συνωμολογήθη ότι η θέσις του στρατεύματος ήτο δεινή, τοις είπεν ότι μίαν και μόνην έβλεπεν ελπίδα σωτηρίας, να ρίψωσι κατά γης έμπροσθεν των εχθρών τα πράγματά των, ώστε, δοθέντων αυτών εις αρπαγήν, να λάβωσιν ούτοι καιρόν και διέλθωσιν. Ούτως έγεινε και οι μεν εχθροί διήλθαν ακαταδίωκτοι, η δε πολυπαθής Κρήτη, εν ώ εταλαντεύετο εξωτερικώς η τύχη της, έχασε διά την αισχροκέρδειάν τινων τον ισχυρότερον παρά τω συμμαχικώ συμβουλίω συνήγορόν της, την παντελή καταστροφήν των πολεμίων της, εξ ών 1050 εν τη δεκαπενθημέρω ταύτη εκστρατεία απωλέσθησαν, 50 ηχμαλωτίσθησαν και 40 μόνον ίπποι εξ όλου του ιππικού διεσώθησαν· απωλέσθησαν δε και 25 Χριστιανοί, και επληγώθησαν βαρέως τρεις οπλαρχηγοί των.
Κατ' εκείνας τας ημέρας έπλεεν ο Μιαούλης επί της φρεγάτας προς τα παράλια της μικράς Ασίας, και την 22 απήντησε μεταξύ Μιτυλήνης και του Μέλανος ακρωτηρίου εχθρικήν κροβέτταν 28 κανονίων νεωστί εν Μιτυλήνη ναυπηγηθείσαν, και έν δικάταρτον 22 κανονίων. Καταδιώκων τα πλοία ταύτα τα ηνάγκασε να καταφύγωσιν υπό την υπεράσπισιν του κατά το ρηθέν ακρωτήριον φρουρίου· την δε 20 έφθασεν επί τη προσκλήσει αυτού ο εν Σάμω Κανάρης, και την επαύριον ερρίφθη ευστόχως επί την κορβέτταν το πυρπολικόν του και τη μετέδωκε τας φλόγας του. Οι Τούρκοι βοηθούμενοι υπό του ανέμου τας έσβεσαν, αλλά πλησιάσασα η φρεγάτα και σφοδρώς κανονοβολήσασα εβύθισε και την κορβέτταν και το δικάταρτον και έφθειρε και τους πλείστους των πληρωμάτων αυτών.
Καθ' ον δε καιρόν ωργανίζετο το εσωτερικόν της Ελλάδος, πανώλης ανεφάνη περί τα μέσα του απριλίου κατά πρώτον εν Ύδρα, μετ' ολίγον εν Σπέτσαις, και μετά ταύτα εν Πελοποννήσω και εν αυτή τη καθέδρα της κυβερνήσεως. Η πανώλης εθέριζεν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, και η εκείθεν μετακόμισις ανταλλαγέντων αιχμαλώτων μετέδωκε το κακόν.
Διατρίβων δε ο κυβερνήτης εν Ναυπλίω. καθ' όν καιρόν ανεφάνησαν τα πρώτα συμπτώματα του μολυσμού, επεσκέφθη αυτοπροσώπως την Ύδραν και τας Σπέτσας μη πατήσας γην, Μάιος και την 1 μαΐου επανήλθεν εις Αίγιναν· και κατ' αρχάς μεν εκάθησεν εν τη Περιβόλα ευρών την πόλιν υπό κάθαρσιν· μετά δέ τινας ημέρας ανέβη εις την πόλιν και ανεχώρησε την 14 εις Πόρον επί του ελληνικού δικατάρτου Νέλσωνος· συνέπλευσαν δε και η γαλλική φρεγάτα Ήρα και η αγγλική Δρυάς μη συγκοινωνούσαι εξ αιτίας του μολυσμού· χάρις δε εις την αντίληψιν της κυβερνήσεως ο μολυσμός εξηλείφθη εντός ολίγου.
Εν Πόρω δε διατρίβων ο κυβερνήτης έλαβε και εκοινοποίησε την επίσημον αγγελίαν του πολέμου της Ρωσσίας κατά της Τουρκίας· έλαβε συγχρόνως παρά της αυλής της Ρωσσίας και ρούβλια 1,500,000 και επεχείρησεν έκτοτε τον διά θαλάσσης αποκλεισμόν της Ευβοίας και του κόλπου του Βώλου δυναμώσας και τον προϋπάρχοντα της Αττικής.
Εν τούτοις, η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ της Ελλάδος μεσιτείαν των Δυνάμεων, εμελέτησε να μεταχειρισθή, εις υποταγήν των Ελλήνων την Μεγάλην Εκκλησίαν υπενεργήσασα να επικαλεσθή και λάβη αύτη την άδειαν προς επαναγωγήν των αποπλανηθέντων εις την ποίμνην. Εις πραγματοποίησιν δε των διαταγών τούτων απέστειλεν η Μεγάλη Εκκλησία εις Ελλάδα τέσσαρας μητροπολίτας, τον Νικαίας, τον Χαλκιδόνος, τον Λαρίσσης και τον Ιωαννίνων, προς δε και τον μέγα πρωτοσύγγελλον. Περιελθόντες ούτοι διάφορα μέρη της Ελλάδος, και κηρύττοντες όσα παρηγγέλθησαν, έφθασαν την 21 εις Πόρον, και την επιούσαν ήλθαν επισήμως εις λόγους μετά του κυβερνήτου, παρόντων και των πλοιάρχων Ήρας και Δρυάδος, προσκληθέντων ίνα γένωσιν αυτήκοοι των προς τους Έλληνας προτάσεων· ενεχείρισαν δε τω κυβερνήτη συνοδικήν επιστολήν νουθετούσαν, απειλούσαν και προτρέπουσαν εις υποταγήν. Απετείνετο δε η επιστολή αύτη προς τους Λαούς της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου, διότι η Πύλη εθεώρει ως ήδη προσκυνήσαντας τους λαούς της στερεάς Ελλάδος. Μη έχοντες δε οι απεσταλμένοι άλλην εντολήν παρά την επίδοσιν της συνοδικής επιστολής, έλαβαν απάντησιν απορρίπτουσαν τα προτεινόμενα, ελέγχουσαν τα απάνθρωπα έργα του σουλτάνου ως εξάψαντα τον ελληνικόν αγώνα, αναμιμνήσκουσαν τους υπέρ ελευθερίας ή θανάτου όρκους των Ελλήνων και λέγουσαν, ότι διά της αγαθοποιού συνθήκης της συμμαχίας ήγγιζε το τέλος των συμφορών των και το πλήρωμα των ελπίδων και επιθυμιών των.
Και ούτω μεν απέβη η προς υποταγήν εκ νέου των Ελλήνων εις την Πύλην διά του πατριαρχείου απόπειρα, επινοηθείσα εις διασκέδασιν των ευνοϊκών βουλών των αυλών και εις αποφυγήν της παρεμβάσεως αυτών.
Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου μετέβη ο κυβερνήτης εις Ελευσίνα προς επιθεώρησιν του εκεί στρατοπέδου της Ανατολικής Ελλάδος, και μετά δύο ημέρας επανήλθεν εις Πόρον, όπου ηύρε λαμπρά δείγματα της προς την Ελλάδα ευνοίας του βασιλέως της Γαλλίας, ήτοι φράγκα 500,000 εις ενίσχυσιν του αγώνος, και διαβεβαιώσεις περί μηνιαίας εις το εξής αποστολής ίσης ποσότητος. Επισκεφθείς δε την Ανατολικήν Ελλάδα απεφάσισε να επισκεφθή και το κατά την Δυτικήν Ελλάδα στρατόπεδον εις γνώσιν εκ του πλησίον των αναγκών του και της καταστάσεως των κατοίκων του μέρους εκείνου. Αι μέχρι τούδε περιοδίαι του ήσαν ολιγοήμεροι, και οσάκις ανεχώρει δεν καθίστα αναπληρωτικήν αυτού Αρχήν· αλλ' ήδη, προκειμένης μακράς, κατέστησεν «επιτροπήν γ ε ν ι κ ή ς-δ ι ο ι κ ή σ ε ω ς» παρά των τριών προβούλων του πανελληνίου, την εφωδίασε δι' οδηγιών, και την 15 απέπλευσεν εκ Πόρου επί του αγγλικού δικρότου· συνέπλευσαν δε και το γαλλικόν δίκροτον ο-Σ κ η π ί ω ν, και η ρωσσική φρεγάτα η-Ε λ έ ν η. Πριν δε αποπλεύση, απέστειλεν εις Κρήτην επί τω θανάτω του Χατσή-Μιχάλη, ως επιτηρητήν μάλλον ή τοποτηρητήν, τον Ρεϊνέκον.
1828 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ'.
&Χαρακτήρ του κυβερνήτου και διαγωγή αυτού εν Ελλάδι. — Αίτια και αρχή της αντιπολιτεύσεως. — Κουντουριώται. — Τράπεζα, Νομισματοκοπείον και Ορφανοτροφείον. — Εθνική εκπαίδευσις. — Παύσις πάσης αντικυβερνητικής εφημεριδογραφίας. — Διαγωγή Βιάρου, αδελφού του κυβερνήτου, και διάδοσις εντεύθεν της αντιπολιτεύσεως.&
ΜΕΓΑΛΥΝΘΕΙΣ ο Καποδίστριας εν τη αυλή της Ρωσσίας εθεωρείτο όχι μόνον φίλος άλλα και θιασώτης της πολιτικής της εν Ελλάδι. Εις μάτην, καθ' ήν ώραν εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου τούτου, παρητήθη πάσης συντάξεως ρωσσικής και απελύθη παντός ρωσσικού δεσμού· ουδείς υπελάμβανε την διαγωγήν του ταύτην ειλικρινή· αλλ' ηδίκουν τον άνδρα, διότι οιαδήποτε και αν ήτον η προς την ρωσσικήν αυλήν κλίσις του, ουδενός Έλληνος καρδία ήτον ελληνικωτέρα (α)· υπέρ της Ελλάδος μετήλθε την ρωσσικήν επιρροήν του, και όχι υπέρ της Ρωσσίας την ελληνικήν Αρχήν του· αρχηγός έθνους, και αρχηγός όχι διά ρωσσικής ή άλλης ξένης επιρροής ουδέ δι' εσωτερικής ραδιουργίας, αλλά διά της αυθορμήτου θελήσεως του έθνους, ουδένα λόγον είχε ν' ασπασθή ξένης επικρατείας συμφέροντα εις βλάβην της πατρίδος του· αν δε εφαίνετο κλίνων προς την ρωσσικήν αυλήν, ώφειλεν αυτή πολλήν ευγνωμοσύνην ως κυβερνήτης της Ελλάδος, διότι και πάσαν υπέρ αυτής αίτησίν του προθύμως εδέχετο, και ευμενώς προς αυτόν διέθεσε την κυβέρνησιν της Γαλλίας, και την ασπίδα της έστησεν ενώπιόν του εις αντίκρουσιν του δυσμενώς προς αυτόν διακειμένου αγγλικού υπουργείου· ουδενός, ενί λόγω, εφείσθη η ρωσσική αυλή εις υποστήριξιν του κυβερνήτου, ουδέν ουδέποτε απήτησεν παρ' εκείνου υπέρ εαυτής εν Ελλάδι, και αγαθοποιός απέβη προς τον τόπον η προς αυτόν σχέσις της. Κύριος δε σκοπός της κυβερνητικής πορείας του Καποδιστρίου ήτον η υλική βελτίωσις του λαού, διότι ταύτην εθεώρει βάσιν και προαγωγήν πάσης άλλης, και όσον εφρόντιζε περί αυτής, τόσον ώκνει προς ανάπτυξιν της διανοητικής. Πολλαί αρεταί εκόσμουν τον άνδρα· σεμνά ήσαν τα ήθη του, ακέραιος ο χαρακτήρ του και αγαθή η διάθεσίς του· εσέβετο την πάτριόν του θρησκείαν και ηγάπα να προσφέρη πάσαν κυριακήν και πάσαν εορτήν πάνδημον αίνεσιν εις τον Θεόν· λιτός, απέριττος και ανεπίδεικτος ήτον ο βίος του· χαρίεσσα και ευπρεπής η ιδιωτική συμπεριφορά του και πανθομολόγητος η αφιλοκέρδειά του· διέπρεψε μεταξύ των διπλωματών του καιρού του ως οξύνους, φιλόπονος και συνδιαλλάκτης· η γλώσσα του είχε πειθώ και ο κάλαμος του χάριν· εν ώ έθελγεν ως φιλαμοναρχικός τον Νικόλαον, εγοήτευεν ως φιλοδημοκρατικός τον Λαφαγέτην· ολιγοδάπανος δε ήτον η υπό την άγρυπνον κυβέρνησιν του διοίκησις του τόπου. Αλλ' ημαύροναν την λαμπράν ταύτην εικόνα τινές κηλίδες· ηγάπα να περιαυτολογή, να επαίρηται και να ολιγωρή τους άνδρας του αγώνος· και το απρεπέστατον πάντων, τους εχλεύαζεν εις επήκοον αυτών, αν και γράφων προς τους αλλογενείς τους επήνει· αμέτοχος του αγώνος αλλά καρπούμενος τας πρώτας τιμάς, ήθελε να καταβιβάζη την δόξαν αυτού, ίνα μη φαίνηται εν τη φιλοτιμία του οφείλων χάριν τοις προσενεγκούσιν αυτώ την Αρχήν, διό και δεν έπαυε λέγων, ότι αυτός διά της ευρωπαϊκής υπολήψεώς του ανύψωσε την Αρχήν κάτω κειμένην. Ό,τι δε δίκαιον ήτο ν' αποδώση κυρίως εις τας ευτυχείς πολιτικάς περιστάσεις, καθ' άς εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου, το απέδιδεν αυταρέσκως εις μόνην την ικανότητα και υπόληψίν του· επίστευεν ότι ηδικείτο, αν η συμμαχία και η Ευρώπη δεν τον εθεώρουν Ελλάδα, η δε Ελλάς λυτρωτήν της. Η τοιαύτη έπαρσις τον παρέσυρεν εις άτοπα ανάξια του ορθού νοός του και της αγαθής καρδίας του· δεν εδυσκολεύετο να ονομάζη αυτός εαυτόν παρρησία σωτήρα της Ελλάδος και φθορείς τους κυβερνήσαντας προ αυτού κατά πρόσωπον αυτών· και τους μεν κοτσαμπασίδας εκάλει Τούρκους φέροντας όνομα Χριστιανών, τους δε οπλαρχηγούς ληστάς, αγγεία δε του σατανά τους Φαναριώτας και μωρούς τους λογίους· μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησις του· δεν εσυστέλλετο δε κομπορρημονών, ότι ηύρε την Ελλάδα μεμονωμένην και την εσχέτισε προς την Ευρώπην, ότι αν ανεχώρει, η Ελλάς απώλλυτο, και ότι δεν θα ευτύχει ο τόπος, αν δεν ήρχοντο έξωθεν άνθρωποι να τον κυβερνήσωσιν, αν δεν τω εδίδετο πάσα εξουσία του δεσμείν και λύειν και αν δεν παρήρχετο η γενεά των αγωνιστών· φιλογενής δε και φιλελευθέρους αρχάς πρεσβεύων, ήθελε να κυβερνά δεσποτικώς τους ομογενείς του, επί λόγω ότι τοιούτον κυβερνητικόν είδος έπρεπεν εις έθνος μεταβαίνον από δουλείας εις ελευθερίαν· ουδ' επίστευεν ότι ο δεσποτισμός φθείρει συνήθως τα χρηστά ήθη και αυτών των προς το καλόν του κοινού δεσποζόντων· δεν ανείχετο δε ουδ' ήν αυτός παρέσχε μικράν εξουσίαν του πανελληνίου.
Μεθ' ημέρας δέ τινας της εις Ελλάδα αφίξεώς του εκάλεσεν εις Αίγιναν εκ της πατρίδος του τον πρεσβύτερον αδελφόν του Βιάρον, και τον επιστήθιον του Βιάρου φίλον Ιωάννην Γιαννετάν, μαθητάς της σχολής της Βενετίας, τους εκάθισε την 29 μαρτίου, ό εστι έξ ημέρας αφ' ού ήλθαν, εν τω πανελληνίω εν μέσω των πρωτίστων ανδρών του αγώνος και τοις έδωκεν εξουσίαν οίαν ουδενί έδωκεν άλλω, αναδείξας αυτούς συνάμα νομοθέτας, νομοτελεστάς και αρχιδικαστάς· προσανέθεσε δε εις τον Βιάρον και την έκτακτον επιτροπείαν των δυτικών Σποράδων, εν αις η έδρα της κυβερνήσεως, Αίγινα· απερχόμενος δε εις την Δυτικήν Ελλάδα τον κατέστησε και τοποτηρητήν του επί του τμήματος των πολεμικών προβούλου διατρίβοντος εν Αιγίνη υπό κάθαρσιν, και γραμματέα, ήτοι οδηγόν της επιτροπής της γενικής κυβερνήσεως. Οι απολίτευτοι ούτοι διορισμοί, ους διεδέχθησαν άλλοι τοιούτοι, και οι απρεπείς περί των αγωνιστών λόγοι του κυβερνήτου επλήγωσαν την φιλοτιμίαν πολλών, μετέβαλαν εις δυσμενή την προς αυτόν ευμενή διάθεσίν των και εψύχραναν και αυτούς τους φιλοκυβερνητικούς.