Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 20

Chapter 2068 wordsPublic domain

Γνωστής δε γενομένης της συμμαχικής συνθήκης, οι Κρήτες επί σκοπώ να συμμεθέξη των καλών αυτής και η πατρίς των, εσκέφθησαν πώς να τακτοποιήσωσι και ενισχύσωσι τα πολεμικά κινήματά των, και επί τω σκοπώ τούτω εστρατολογήθησαν χίλιοι εντόπιοι, εμισθώθησαν και χίλιοι μη Κρήτες, και ητοιμάσθη και ναυτική μοίρα εις υποστήριξιν των κατά ξηράν κινημάτων. Η μοίρα αύτη έφθασεν εις Γραμβούσαν υπό τον Μιαούλην την 25 Οκτωβρίου, αλλά μη ευρούσα την εκστρατείαν ετοίμην ανεχώρησεν. Εν τοσούτω κίνησις μεγάλη κατέλαβε πολλάς επαρχίας της Κρήτης. Οι εν τη επαρχία των Χανιών Χριστιανοί, οι Αποκορωνίται, οι Αυλοποταμίται και άλλοι άλλων επαρχιών εκινήθησαν εις τα όπλα. Νοέμβριος Οι δε ξεναγωγηθέντες οπλοφόροι, αφ' ού αφίχθησαν εις Γραμβούσαν, απεβιβάσθησαν μετά πολλών εντοπίων υπό την γενικήν αρχηγίαν του Γιάννη Χάλη, οι μεν την 20 οι δε την 21 νοεμβρίου εις τον κατά την Σπιναλόγκαν λιμένα άγιον Νικόλαον. Εφοβήθη φόβον μέγαν ο εν τω μεγάλω Κάστρω Σουλεημάμπεης ιδών την μεγάλην ταύτην κίνησιν, και εζήτησε ταχείαν βοήθειαν παρά του Μουσταφάπασα επί λόγω ότι οι εχθροί επροχώρησαν μίαν ώραν από του φρουρίου. Οι δε αποβιβασθέντες, οι μεν διεσπάρησαν εις τας πλησιοχώρους επαρχίας φονεύοντες σποράδην και λεηλατούντες, οι δε πεσόντες επί την πρωτεύουσαν της επαρχίας του Μιραμπέλου, το Καινούριον χωρίον, όπου ήσαν 200 Τούρκοι, εφόνευσαν και εζώγρησαν 40· απέκλεισαν δε τους λοιπούς, εν οίς και τον διοικητήν της επαρχίας είς τινα δυνατόν πύργον. Εν ώ δε τους εκανονοβόλουν αποβιβάσαντες έν κανόνι 48 λιτρών ήλθαν εις βοήθειαν αυτών 300 έξωθεν· αλλά πολεμηθέντες και αποκρουσθέντες ωπισθοδρόμησαν· εζωγρήθησαν δε 14 εξ αυτών, και εφονεύθησαν 4 Έλληνες και επληγώθησαν 7. Την δε 25 εφάνησαν ερχόμενοι 1000 επιβοηθοί υπό τον κεχαγιάμπεην έλκοντες τρία κανόνια και μίαν βομβοβόλον· αλλ' επιπεσόντων των Ελλήνων ηναγκάσθησαν να στρατοπεδεύσωσιν εν οχυρά θέσει παρά τινι μοναστηρίω αντικρύ των ελληνικών οχυρωμάτων. Επτά ώρας ετουφεκίζοντο και εκανονοβολούντο και εβιάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι τα οχυρώματά των, να κλεισθώσιν εντός του μοναστηρίου και την α' ώραν της νυκτός να φύγωσι κακώς έχοντες αφήσαντες τα κανόνια, την βομβοβόλον, τα πολεμεφόδια και τας τροφάς. 150 ελογίσθησαν οι πεσόντες εχθροί, μεθ' ών και σημαντικός τις Αγάς, Λαδαόγλους, και 36 οι ζωγρηθέντες· επληγώθη και ο κεχαγιάμπεης, και εζωγρήθησαν και 150 υποζύγια. Οι δε εν τω πύργω πολιορκούμενοι, εν οίς και 20 Αλβανοί, απελπισθέντες μετά την φυγήν των συναδέλφων των παρεδόθησαν επί συμφωνία ν' αποπεμφθώσιν ασφαλώς εις Γεράπετρον· και οι μεν Αλβανοί απεπέμφθησαν, οι δε εντόπιοι μετετέθησαν προσωρινώς εις το ζαμίον· αλλ' υποπτεύσαντες ότι εμελετάτο κατ' αυτών επιβουλή, εμαχαίρωσαν τον επί παραλαβή των όπλων και των χρημάτων κατά τα συνομολογηθέντα εισελθόντα προ των άλλων οπλαρχηγόν Κουμάκην και εφόνευσαν 9 εκ των οπαδών του. Εξαγριωθέντες οι Έλληνες επί τη απιστία ταύτη εφώρμησαν και έκαυσαν όλους εκτός των δύο υιών του Καρακάσαγα και του υπηρέτου αυτών. Μετά τα συμβάντα ταύτα ήλθαν εις το ελληνικόν στρατόπεδον άλλοι 700 Κρήτες στρατολογηθέντες κατά το Αιγαίον και συνεπληρώθησαν εις 3000, αλλ' ερίζοντες περί αρχηγίας και καταντήσαντες ακέφαλοι, άφησάν τινας εις φρουράν της Σπιναλόγκας, και την 9 δεκεμβρίου εξεστράτευσαν οι λοιποί προς τα εν τη επαρχία της Πεδιάδος Μάλια, όπου ήσαν εχθροί, και αυλισθέντες παρά το χωρίον Μοχόν ήρχισαν να οχυρόνωνται· αλλ' επέπεσαν οι εχθροί, και εν πρώτοις ώρμησαν επί τον προμαχώνα του Κίτσου Βούλγαρη, και ευρόντες αυτόν οχυρόν απεμακρύνθησαν· έπεσαν έπειτα επί τον του Μαγουλάκη, του Φαρμάκη και Κουρμουλάκη και διεσκόρπισαν τους εν αυτώ φονεύσαντες προς τοις άλλοις και τον Μαγουλάκην και τον Κουρμουλάκην. Τούτου γενομένου, οι Έλληνες ετράπησαν πανταχόθεν και απώλεσαν και το κανόνι των· θα ηφανίζοντο δε όλοι, αν ενεδρεύοντες ο Καζανάκης και ο Καθεκλής δεν ανεχαίτιζαν τους εχθρούς. Παθόντες οι χριστιανοί επί της μάχης ταύτης έπαθαν πλείονα περώντες τον παραρρέοντα ποταμόν, ούσης μεγάλης πλημμύρας. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν επί της μάχης, της τροπής και της ποταμοπορίας. Μετά τα δεινά ταύτα διελύθη η εκστρατεία, και οι μεν ελειποτάκτησαν, οι δε επανήλθαν εις Γραμβούσαν.

Τα δε της Χίου είχαν ούτω.

Μετά την καταστροφήν αυτής, τινές των πολιτών της συνοικισθέντες εν Σύρα χάριν εμπορίου, και πεινώντες και διψώντες την ανέγερσιν της πατρίδος των, έδραξαν την περίστασιν, καθ' ήν απέρριψεν η Πύλη τας προτάσεις των συμμάχων, και συνάξαντες ικανά χρήματα παρά των εν τη αλλοδαπή συμπολιτών, και καταθέσαντες και αυτοί εις κίνησιν ναυτικής και στρατιωτικής δυνάμεως και πορισμόν των αναγκαίων, ανέθεσαν την πραγματοποίησιν του πατριωτικού σκοπού των εις τρεις εντίμους συναδέλφους των, τον Αμβροσήν Σκαραμαγκάν, τον Λουκάν Ράλλην και τον Γεώργιον Ψύχαν. Συσταθείσα η επιτροπή αύτη κατ' έγκρισιν της κυβερνήσεως, συνενοήθη μετά του Φαβιέρου, όστις δυσανασχετών επί τοις μετά την πτώσιν της ακροπόλεως παθήμασί του και επί τη αρχιστρατηγία του Τσώρτση, ον ούτ' ετίμα ούτ' υπήκουεν, εμόναζεν εν Μεθένοις εξασκών το τακτικόν του· χορηγήσασα δε αυτώ τα εις κίνησιν του τακτικού εμίσθωσε και 1500 ατάκτους υπό την οδηγίαν και αυτούς του Φαβιέρου και έβαλεν εις κίνησιν και ναυτικήν δύναμιν προς διακοπήν της κοινωνίας της ξηράς και της Χίου. Έμαθαν οι ναύαρχοι της συμμαχίας όσα εμελετώντο εις ανάκτησιν της Χίου, και έσπευσαν δι' αποστολών προς την εν Αιγίνη κυβέρνησιν, την εν Σύρα επιτροπήν και τον εν Μεθένοις Φαβιέρον να εμποδίσωσι την εκστρατείαν, ως μη περιλαμβανομένης της Χίου εις την οροθετικήν γραμμήν κατά το σχέδιον των συμμάχων· αλλ', επειδή εσυμβούλευαν και δεν διέτατταν, δεν εισηκούσθησαν. Εκυβέρνα την Χίον τω καιρώ εκείνω ο γηραιός Ισούφπασας, και η υπ' αυτόν φρουρά της συνίστατο εις 400 τακτικούς, 700 ατάκτους και 150 κανονοβολιστάς· ήσαν δε εν τω λιμένι και δύο ένοπλοι γολέτται και δύο μίστικα.

Οκτώβριος Την 9 Οκτωβρίου ανεχώρησεν ο Φαβιέρος και οι περί αυτόν εκ Μεθένων εις Ψαρά· συνεκροτείτο δε η τακτική δύναμίς του εκ τριών ταγμάτων 700 στρατιωτών, ενός λόχου πυροβολιστών, 60 ιππέων εφίππων, 140 ανίππων, 3 κανονίων ελαφρών, 7 βαρέων, και 10 βομβοβόλων· συνήλθαν εις Ψαρά και οι 1500 μη τακτικοί Στερεοελλαδίται και Χίοι, εν οίς και υιοί προκρίτων της νήσου, και αποπλεύσαντες όλοι υπό την γενικήν οδηγίαν του Φαβιέρου προσωρμίσθησαν την εσπέραν της 16 εις Μαυρολιμένα, και την επιούσαν, ανατείλαντος του ηλίου, απέβησαν απέναντι εχθρικού τινος σώματος τακτικών, και, μάχης γενομένης, τους έτρεψαν και τους κατεδίωξαν. 36 Έλληνες και 100 Τούρκοι ελέγετο ότι εφονεύθησαν και επληγώθησαν· ο δε αρχηγός Σακήζ-εμίνης, μη προφθάσας να καταφύγη εις το φρούριον, όπου κατέφυγαν οι λοιποί, εκλείσθη μετά τινων άλλων έν τινι των εν Βαρβασίω πύργων, και μετά διήμερον αντίστασιν παρεδόθη. Ήσαν δε όλοι οι εν τω πύργω 14, εν οίς και 2 Εβραίοι· και ο μεν Σακήζ-εμίνης απελύθη άλυτρος επί τη αιτήσει των Χίων ως καλώς προς αυτούς πολιτευσάμενος και επ' ελπίδι απελευθερώσεως δι' αυτού αιχμαλώτων Χριστιανών· οι δε Εβραίοι εστάλησαν εις Σμύρνην επί εξαγορά· αλλά, θορυβηθέντων των ατάκτων, ανεκλήθησαν. Πολλοί δε των κατοίκων κατέφυγαν επί της αποβάσεως ως και άλλοτε εις τα προξενεία, εξ ών το μεν αυστριακόν διηρπάγη, το δε αγγλικόν παρ' ολίγον επατήθη, διότι έγκλειστοί τινες Τούρκοι τουφεκίζοντες εκείθεν εσκότωσαν πέντε Έλληνας. Και οι μεν των αποβάντων διέμειναν εν τη πόλει, οι δε διεσπάρησαν εις τα χωρία καί τινες κατέλαβαν την προς δυσμάς της πόλεως άνωθεν του φρουρίου Τρουλωτήν, και το επί του παραθαλασσίου Ψωμίον· οι δε εχθροί κατέφευγαν πανταχόθεν εις το φρούριον, ώστε την 18 ούτε εν τη πόλει ούτε έν τινι των χωρίων ευρίσκετο Τούρκος· έπεσαν δε και αιχμάλωτοι εις χείρας των Ελλήνων μέχρι της ημέρας εκείνης 120, ους έστειλεν ο Φαβιέρος εις την κυβέρνησιν, ήτις τους απέλυσε. Την δε εσπέραν της 18 εισέπλευσε τον πορθμόν της Χίου η Ελλάς, και την επαύριον ύψωσεν ο Κοχράνης τας τρεις συμμαχικάς σημαίας και την τουρκικήν υπ' αυτάς, τας εχαιρέτησεν, απεβίβασε πέντε βομβοβόλους, και μετά τέσσαρας ημέρας απέπλευσεν, επανήλθεν εις Αίγιναν, και την 29 δεκεμβρίου ανεχώρησεν επί του Μονόκερω εις Αγγλίαν αφήσας την φρεγάταν υπό τον Μιαούλην· μετά οκτάμηνον δε αποδημίαν ανεφάνη επί του Ερμού, ατμόπλου εθνικού, εξώφλησε τους λογαριασμούς του και απεχαιρέτησε διά παντός την Ελλάδα μηδέν πράξας άξιον της φήμης του ή των προσδοκιών και των θυσιών των Ελλήνων και των φιλελλήνων.

Οκτώβριος Αφ' ού οι Τούρκοι συνήχθησαν όλοι εις το φρούριον, τινές δε αυτών κατείχαν και τον θαλασσόπυργον, οι περί τον Φαβιέρον έστησαν την 19 επί του Ψωμίου πέντε βομβοβόλους, και ήρχισαν περί το μεσονύκτιον να βομβοβολώσι το φρούριον υπό τον θούριον ήχον της μουσικής. Μετά δύο δε ημέρας έστησαν επί της αυτής θέσεως έκτην βομβοβόλον και δύο κανόνια πλησίον αυτής, δι' ών κατεσίγασαν τον θαλασσόπυργον και εβύθισαν και έν των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων. Την δε 24 ετάφρευσαν το μεταξύ της άκρας της πόλεως και της θαλάσσης κενόν διάστημα προς τους ανεμομύλους, όπου ετοποθετήθησαν οι εντόπιοι, και την αυτήν ημέραν έστειλεν ο Φαβιέρος προς τον Ισούφπασαν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν λέγουσαν, ότι ο εν Νεοκάστρω τουρκοαιγύπτιος στόλος εκάη, ότι οι σύμμαχοι απέκλεισαν τον Ελλήσποντον, ότι η Αλβανία απεστάτησεν, ότι ουδεμίαν ελπίδα βοηθείας είχεν ο πασάς, και ότι, αν ήθελε να παραδοθή, τω υπέσχετο την ασφαλή μεταβίβασιν όλης της φρουράς εις Τσεσμέν ή εις Μιτυλήνην· ει δε μη, θα επάθαινεν όσα έπαθαν άλλοτε οι Χριστιανοί της Χίου και των Ψαρών. Εις την κομπορρήμονα ταύτην επιστολήν απήντησεν ο πασάς δι' ευστόχων κανονοβολών. Την νύκτα δε της 26 ετέθησαν επί της Τρουλωτής δύο κανόνια. Την δε 29 ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Χίου γαλλική τις κορβέττα, και ο πλοίαρχος αυτής αποβάς, είπε τω Φαβιέρω, ότι ο ναύαρχος Δεριγνής εκέλευε να κενώση την νήσον. Ο Φαβιέρος δεν εδέχθη το κέλευσμα, και την επαύριον έθεσε δύο βομβοβόλους επί της Τρουλωτής. Εφάνη δε την αυτήν ημέραν εν τω λιμένι και αυστριακή γολέττα, ο Φοίνιξ, και υψώσασα σημεία τινα, γνωστά αναμφιβόλως τοις εν τω φρουρίω, ανεχώρησε την επιούσαν νύκτα. Νοέμβριος Την δε 2 νοεμβρίου, παρεισδύσαντός τινος των υποπλαρχηγών εις την περί το φρούριον τάφρον επί συνομιλία, ο συνομιλών Αλβανός του έκοψε την κεφαλήν και την έρριψεν έμπροσθεν των συναδέλφων αυτού. Την αυτήν νύκτα εφάνησαν φανοί προς τον θαλασσόπυργον, όπου εισήλθαν, πριν εξημερώση, 150 Τούρκοι επί τριών ολκάδων από της αντικρύ ξηράς διαπορθμευθέντες. Την επαύριον επανήλθεν η αυτή σημειοποιός αυστριακή γολέττα, και έστειλε την λέμβον της εις την ξηράν αλλά βομβοβοληθείσα κατά διαταγήν του Φαβιέρου έκοψε την άγκυραν, εγκατέλειψεν εκ της βίας την επί του αιγιαλού λέμβον και έγεινεν άφαντος· επαναπλεύσασα δε μετά τινας ημέρας ανείλκυσε την άγκυραν και παρέλαβε και την λέμβον αδεία του Φαβιέρου. Την δε 4 έφερεν έν αγγλικόν βρίκι διαταγήν των τριών ναυάρχων της συμμαχίας προς τον Φαβιέρον ίνα κενώση την νήσον· ο Φαβιέρος απεκρίθη ότι εχρειάζετο διαταγή προς αυτόν της ελληνικής κυβερνήσεως. Την επιούσαν έφθασεν ο Αλμέιδας, φέρων 200 στρατιώτας και 60 ίππους εις χρήσιν των ανίππων του τακτικού· έφερε και 3 κανόνια και ικανάς κανονοσφαίρας. Εστάλησαν μετ' ολίγας ημέρας και άλλα κανόνια και βομβοβόλοι εκ Ναυπλίου, έφθασαν και ο γνωστός υπόνομοποιός Κώστας και 40 συντεχνίται του, και ήρχισαν να υπονομεύωσι προς την επάνω πύλην του φρουρίου. Αλλά την νύκτα της 30 εξώρμησαν οι εν τω φρουρίω, έτρεψαν τους φυλάττοντας το στόμιον της υπονόμου, το παρεγέμισαν, εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας των υπονομοποιών, και επανήλθαν εις το φρούριον αρπάσαντες και έν ελαφρόν κανόνι.

Η δε θέσις του θαλασσοπύργου, επικίνδυνος ως υπό το πυρ του φρουρίου, εθεωρείτο πολλά αναγκαία, διότι, αν την εκυρίευαν οι Έλληνες, εκόπτετο η των πολιορκουμένων και της ασιατικής παραλίας κοινωνία· διά τούτο, αφ' ού έστησεν ο Φαβιέρος κατ' αυτού έν άλλο κανονοστάσιον, ώπλισε τέσσαρας λέμβους, Δεκέμβριος και την νύκτα της 1 δεκεμβρίου εκίνησαν 200 Έλληνες και φιλέλληνες τακτικοί και άτακτοι εις άλωσίν του· αλλ' οι άτακτοι τόσον εθορύβουν επί της θαλασσοπορείας των, ώστε εξύπνησαν οι εν τω θαλασσοπύργω κοιμώμενοι εχθροί και απεδίωξαν τους επερχομένους κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Έκτοτε ηναγκάσθη ο Φαβιέρος να περιορισθεί εις απλήν πολιορκίαν του φρουρίου μη ελπίζων να το κυριεύση ειμή διά μόνης της πείνας. Αλλ' εν καιρώ χειμώνος δυσκόλως και επικινδύνως επολιορκείτο διά θαλάσσης· διά τούτο συνέλαβε την ιδέαν να καταστρέψη διά τολμηράς επιδρομής τας επί του αντικρύ αιγιαλού αποθήκας των εχθρών και τα πλοία τα μετακομίζοντα εν καιρώ νυκτός εις το φρούριον τα αναγκαία, και ούτω να ματαιώση πάσαν στρατιωτικήν επικουρίαν. Επί τω σκοπώ τούτω εισβιβάσας την 5 το πρώτον τάγμα είς τι πλοίον το απεβίβασε διά νυκτός ημιώριον μακράν του Τσεσμέ, και τους μεν ετοποθέτησεν εκεί, τους δ' έστειλεν εις την πόλιν επί παραγγελία να μη επιχειρήσωσί τι πριν βάλωσιν οι ναύται πυρ εις τα εν τω λιμένι εχθρικά πλοία. Τέσσαρα πλοιάρια, κωπηλατούντων φιλελλήνων, εισέπλευσαν υπό το βαθύ σκότος και οι εν αυτοίς ανήγαγαν τρεις τροφοφόρους σακολέβας, αλλ' αι δύο εκάθησαν εν τω στομίω του λιμένος· θα έκαιαν δε και όλα τα άλλα πλοία, αν είχαν πυροσίφωνας· αλλ' η περί τούτου φροντίς ανετέθη εις τον έμπειρον Κανάρην παρακολουθούντα επί του πυρπολικού του· ο άνεμος όμως ήτον ενάντιος, το πυρπολικόν δεν εδυνήθη να εισπλεύση, και τα πλοία δεν εκάησαν, ώστε οι περί τον Φαβιέρον επανήλθαν εις Χίον άπρακτοι. Ιανουάριος Αρχομένου δε του Ιανουαρίου, έφθασαν εις ενδυνάμωσιν του αποκλεισμού η αλωθείσα τουρκική κορβέττα μετονομασθείσα Ύδρα και ο Σωτήρ· ο δε άοκνος Φαβιέρος έβαλε κατά νουν να πλεύση μεθ' όλων των πλοίων και του πλείστου μέρους του στρατεύματός του εις τον κόλπον της Σμύρνης και ν' αρπάση πολυαρίθμους τινάς αγέλας πλησίον των Βουρλών βοσκούσας· αλλά την 6, καθ' ήν εμελέτα να επιβιβάση τον στρατόν του, σφοδρά καταιγίς επιπεσούσα έβλαψε τα πλείστα των ελληνικών πλοίων εντός του λιμένος, και ρίψασα τον Σωτήρα εις την ξηράν, τον εσύντριψεν. Εξαιτίας τούτου ανεβλήθη η επιβίβασις του στρατού εις την 11· αλλά την νύκτα της 10, όρθρου βαθέος, ανοίξαντες οι εχθροί την επί της προς τους ανεμομύλους πλευράς του φρουρίου πύλην εξώρμησαν ως χίλιοι, έπεσαν επί την έμπροσθεν αυτής γραμμήν των χαρακωμάτων των Ελλήνων, και την εκυρίευσαν όλην αμαχητί, φυγόντων των υπερασπιστών αυτής· μόνοι οι περί τον οπλαρχηγόν Γκέγκαν διέμειναν γενναίως μαχόμενοι εν τω προς την θάλασσαν επί της αυτής γραμμής χαρακώματί των. Πλησίον της κυριευθείσης γραμμής ηυλίζοντο 225 τακτικοί του β' τάγματος. Ιδόντες ούτοι την τροπήν των πολλών και την αντίστασιν των περί τον Γκέγκαν ώρμησαν επί τους εν τη γραμμή εκείνη εχθρούς, και προφθάσαντες πολλούς αυτών διαβαίνοντας την τάφρον τους εφόνευσαν. Οι δε προλαβόντες και διαβάντες, οι και πλειότεροι, έδραμαν και εκυρίευσαν σχεδόν αμαχητί την Τρουλωτήν, φυγόντων των φυλαττόντων αυτήν, και εκάρφωσαν και τα εκεί κανόνια εκτός ενός στρέψαντές το προς την πόλιν. Κατεθορυβήθησαν οι εν τη πόλει Έλληνες ιδόντες τους εχθρούς άνωθεν αυτών, και πολλοί, αφήσαντες τας οικίας όπου διέμεναν, έφυγαν· ο δε Φαβιέρος, ιδών εκ του καταλύματός του τας εχθρικάς σημαίας επί της Τρουλωτής, εξήλθε δρομαίος, παρέλαβε δύο λόχους του γ' τάγματος, 200 στρατιώτας του α' και 20 ιππείς και έδραμε προς αυτήν. Καθώς δε εφοβήθη και έφυγεν η ελληνική φρουρά εκείθεν προ ολίγου ιδούσα μόνον τους Τούρκους κινουμένους προς αυτήν, ούτως εφοβήθησαν και έφυγαν και οι Τούρκοι ιδόντες τους τακτικούς αναβαίνοντας υπό τον Φαβιέρον. Μη δυνάμενοι δε να εισέλθωσιν εις το φρούριον δι’ ής εξήλθαν οδού, ερρίφθησαν εις την πόλιν επί σκοπώ να εισέλθωσι δι' αυτής· αλλ' οι άτακτοι ιδόντες τους τακτικούς επί της Τρουλωτής και εμψυχωθέντες, έτρεξαν και κατέλαβαν εκ νέου τας εγκαταλειφθείσας οικίας, ώστε οι Τούρκοι φονευόμενοι και φεύγοντες εύρισκαν άλλους φονείς έμπροσθέν των, έπιπταν σφάγια σωρηδόν, και, κατά το λέγειν του Φαβιέρου, μόλις 150 επέστρεψαν σώοι εις το φρούριον· αλλά θα εχάνοντο και ούτοι, αν προκατελάμβαναν οι Έλληνες την μεταξύ της πόλεως και του φρουρίου τάφρον. Ηχμαλωτίσθησαν δε 30, εν οίς και ο αρχηγός του κινήματος Ιβραήμαγας Μαγδαρής Αλβανός, και έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων επτά σημαίαι. Εφονεύθησαν και επληγώθησαν και εκ τούτων 39, εφονεύθη καί τις φιλέλλην Άγγλος Λουτχίνος και επληγώθη ελαφρώς και ο Φαβιέρος.

Μετά την φθοροποιάν ταύτην έξοδον, οι μεν Τούρκοι ησύχασαν εντός του φρουρίου, οι δε Έλληνες ησχολήθησαν σπουδαιότερον εις την διακοπήν πάσης κοινωνίας της ασιανής ξηράς και του φρουρίου και έστειλαν ανθρώπους πολλαχού της Ελλάδος προς εύρεσιν πλοιαρίων επιτηδείων εις πολιορκίαν. Τοις έστειλαν τοιαύτα πλοία οι Σάμιοι και οι Ψαριανοί· τοις έστειλε και ο Εϋδέκος μίαν κανονοφόρον υπό τον Δανόν φιλέλληνα Φαλσίνον κατασκευασθείσαν εν Πόρω· αλλ' εχθρική κανονία επιπεσούσα την εβύθισεν. Εν τούτοις η διά θαλάσσης πολιορκία εγίνετο καθ' εκάστην αυστηροτέρα. Την 24 τα ελληνικά πλοιάρια έτρεψαν εις φυγήν τέσσαρα τροφοφόρα εχθρικά· την 20 συνέλαβαν δύο φέροντα φορέματα και τροφάς, και μεσούντος του φεβρουαρίου διέκοψαν διόλου πάσαν κοινωνίαν της ασιανής ξηράς και του φρουρίου, ώστε η πείνα ήρχισε να προμηνύη την εγγίζουσαν πτώσιν αυτού· αλλά έπασχαν και οι πολιορκούντες άλλα κακά επίσης δεινά. Εξ αιτίας της μακράς και απροσδοκήτου παρατάσεως της πολιορκίας του φρουρίου εξηντλήθησαν οι πόροι της επιτροπής, και το άτακτον στράτευμα στερούμενον των μισθών του και κακουχούμενον εν ακμή βαρέως χειμώνος ητάκτει, ηπείθει και περιφερόμενον εις τα χωρία ελεηλάτει. Το μόλυσμα της αταξίας διεδόθη και εις το τακτικόν πάσχον και αυτό όσα και το άτακτον. Οι του γ' τάγματος απεμακρύνθησαν του στρατοπέδου ως μη μισθοδοτούμενοι και δεν επανήλθαν ειμή εντραπέντες τον αρχηγόν των, ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκινδύνευε να διαλυθή πριν παραδοθή το φρούριον. Ανεφύησαν και διχόνοιαι και εγεννήθησαν και βαρείαι λογομαχίαι μεταξύ της επιτροπής και του Φαβιέρου εξ αυτής της αρχής της αποβάσεως, και τα κακά ταύτα εκορυφώθησαν μετά ταύτα εξ αιτίας της αποτυχίας, καθώς πάντοτε συμβαίνει· ηύξαναν δε τα κακά και αι επανειλημμέναι απειλαί των ναυάρχων της συμμαχίας τρίτην φοράν καλεσάντων την επιτροπήν και τον Φαβιέρον ν' απομακρυνθώσι της νήσου επί απειλή παντελούς εγκαταλείψεως, αν τουρκική δύναμις επήρχετο· αλλά και η επιτροπή και ο Φαβιέρος επέμεναν εις την πολιορκίαν πεποιθότες ότι ήγγιζεν η ώρα της πτώσεως του φρουρίου διά την έλλειψιν των αναγκαίων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της πολιορκίας ταύτης λήγοντος του φεβρουαρίου.

1828 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.

&Προσπάθειαι Καποδιστρίου εν Ευρώπη υπέρ Ελλάδος μετά την εκλογήν του. — Κατάβασις αυτού εις Ελλάδα και εγκαθίδρυσις της κυβερνήσεώς του.&

Η ΠΡΟΣ αλλήλους διχόνοια και δυσπιστία των πρωταγωνιστών Ελλήνων ηνάγκασαν την εθνικήν συνέλευσιν της Τροιζήνος, ως είδαμεν, να εκλέξη κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καποδίστριαν συνενώσασα εις χείρας αυτού και μόνου την έως τότε διηρημένην εις πολλάς νομοτελεστικήν δύναμιν.