Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 19

Chapter 1932 wordsPublic domain

Παυσάσης της μάχης, οι ναύαρχοι της συμμαχίας έγραψαν τω Ιβραήμη (θ) και τοις αρχηγοίς του στόλου ότι δεν εισέπλευσαν ως εχθροί, ότι δεν θα τους επολέμουν, αν δεν επυροβόλουν την σημαίαν των εκείνοι πρώτοι, και ότι ουδέ μετά την απρομελέτητον μάχην είχαν σκοπόν να συντρίψωσι τα διασωθέντα πλοία των· αλλ', αν επυροβολούντο εκ νέου, και τα διασωθέντα θα κατέστρεφαν, και τα φρούριά των θα κατηδάφιζαν, και ως κήρυξιν πολέμου του σουλτάνου κατά των συμμάχων την πράξιν ταύτην θα εξελάμβαναν· επί τέλους δε τοις έλεγαν να υψώσωσιν αυθημερόν επί των φρουρίων λευκήν σημαίαν, αν ήθελαν να θεωρώνται εις το εξής ως φίλοι. Έντρομοι οι τουρκοαιγύπτιοι ύψωσαν την λευκήν σημαίαν, αι εχθροπραξίαι δεν επανελήφθησαν, και την 13 απέπλευσαν αι συμμαχικαί μοίραι, διότι πολλά των πλοίων αυτών έπαθαν και εστάλησαν προς επισκευήν τα μεν εις Μάλταν, τα δε εις Τολώνην, τα δε εις Αγγλίαν, αλλ' ουδέν αυτών απωλέσθη.

Ο δε Ιβραήμης, όστις, εν ώ κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, περιεφέρετο εις τα πλησιόχωρα μέρη καταστρέφων και αυτός, επανήλθε την επαύριον της μάχης εις Νεόκαστρον, όπου αφήσας προ ολίγου λαμπρούς στόλους ηύρε ναυάγια· ανακαλέσας δε τα στρατεύματά του και συγκεντρώσας αυτά παρά τα φρούρια ησχολήθη σπουδαίως να επισκευάση όσα των παθόντων πλοίων ήσαν επισκευάσιμα, και την 6 δεκεμβρίου απεστάλησαν εις Αλεξάνδρειαν έν δίκροτον, τέσσαρες φρεγάται, δύο κορβέτται, τρία βρίκια και πολλά φορτηγά· έφεραν δε τα πλοία ταύτα και τους διασωθέντας των φθαρέντων ναύτας, τους ασθενείς και πληγωμένους, τας γυναίκας του Ιβραήμη και των αγάδων και τρισχιλίους αιχμαλώτους Έλληνας και Ελληνίδας.

Ανεκλάλητον χαράν εχάρη όλη η Ελλάς επί τη καταστροφή του τουρκοαιγυπτίου στόλου, ανέπεμψε προς Θεόν ευχαριστίας επ' εκκλησίας και υπέλαβε το ακούσιον έργον των ναυάρχων της συμμαχίας ως έργον της αοράτου χειρός του. Εχάρησαν και η Αμερική και η Ευρώπη αι υιοθετήσασαι τον αγώνα. Συνεχάρησαν και αι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ρωσσίας· αλλ' η της Αγγλίας ελυπήθη και παρέστησεν ενώπιον των βουλών της την ναυμαχίαν ως απαίσιον συμβάν. Είχεν ήδη αποθάνει ο Γεώργιος Κάννιγγ, και η εξουσία περιήλθεν εις άλλας άλλως πολιτευομένων χείρας· ευάριθμοι δε ήσαν οι εν ταις βουλαίς φιλελληνίζοντες, και εις μάτην οι γενναιόφρονες Ολλανδός εν τη άνω βουλή και Βρούχαμος εν τη κάτω ωνείδιζαν τους βλασφημούντας την κατά των βαρβάρων ναυμαχίαν υπουργούς (ι).

Οκτώβριος Πριν δε μάθη το μέγα συμβάν η Πύλη, τα έμαθαν οι παρ' αυτή πρέσβεις. Πλοίαρχός τις Άγγλος ειδοποίησεν εκ Σμύρνης τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν, ότι την 8 οκτωβρίου, μετά μεσημβρίαν, εν ώ έπλεε μεταξύ Κυθήρων και Μάνης, εφαίνοντο λάμψεις εναέριοι και ηκούοντο βαρείαι βρονταί κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, και ότι, απαντήσας την αυτήν ημέραν πλοίον ελληνικόν αποπλεύσαν την προτεραίαν εκ Νεοκάστρου, έμαθεν, ότι οι σύμμαχοι στόλοι ητοιμάζοντο να εισπλεύσωσι την επαύριον. Την δε 16 εβεβαιώθησαν οι καταταραχθέντες επί τη ανωτέρω αγγελία πρέσβεις εκ γραμμάτων των ναυάρχων, ότι αι αναφανείσαι λάμψεις ήσαν αι αναβαίνουσαι φλόγες των καιομένων πλοίων, και αι ακουόμεναι βρονταί ήσαν οι συντριμμοί των. Ήκουσε και η Πύλη όσα εφημίζοντο, και καλέσασα τους διερμηνείς των πρεσβειών την 21, έμαθεν ότι, παραβάντος του Ιβραήμη τον λόγον της τιμής, έπλευσαν εν ειρηνικώ πνεύματι οι συμμαχικοί στόλοι εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ότι κατεστράφη ο τουρκοαιγύπτιος δώσας πρώτος αιτίαν, ότι ελυπούντο οι πρέσβεις, διότι ηναγκάσθησαν οι στόλοι της συμμαχίας ν' αντιτάξωσι βίαν προς την βίαν, και ηύχοντο η φρόνησις της υψηλής Πύλης ν' αποτρέψη καν εις τα εξής άλλα δυστυχήματα.

Τοιούτον συμβάν, οποίον το εν Νεοκάστρω, αν συνέβαινε καθ' ούς καιρούς επεκράτει ο γενιτσαρισμός, θα έφερεν άνω κάτω την Κωνσταντινούπολιν και θα έβαλλεν εις κίνδυνον και την ζωήν και την τιμήν των Φράγκων· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγόγγυσαν μεν οι Μουσουλμάνοι, αλλά δεν ητάκτησαν, και ανέθεσαν παρά πάσαν προσδοκίαν τα πάντα εις την φρόνησιν της κυβερνήσεώς των. Η δε κυβέρνησίς των ησθάνθη και την μεγάλην φθοράν και την μεγάλην περιφρόνησιν, εθεώρησε και παρέστησε το συμβάν προς τους πρέσβεις, ομολογούντας πάντοτε τα προς αυτήν φιλικά αισθήματα των αυλών, ως έργον πολέμιον, εκώλυσε τον πλουν των υπό τας σημαίας αυτών εν τω λιμένι πλοίων, δεν έδωκε τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια τοις ταχυδρόμοις αυτών, απήτησεν ικανοποίησιν και αποζημίωσιν, και διέκοψε μέχρι τινός τας προς αυτούς αμέσους σχέσεις της· αλλ’, αισθανομένη την αδυναμίαν της, δεν επροχώρησε περαιτέρω. Εν μέσω δε του αναφανέντος κινδύνου μεγάλην σταθερότητα έδειξαν οι πρέσβεις κατ' αρχάς ως προς τον υπέρ της εκτελέσεως της συνθήκης σκοπόν της συμμαχίας εντός πάντοτε των όρων της ειρήνης. «Δεν θέλω ν' ακούσω παραμικρόν λόγον περί Ελλάδος», τοις έλεγεν ο Ρεήζ-εφέντης, «και συμβιβαζόμεθα περί παντός άλλου»· «αχώριστα είναι», απεκρίνοντο οι πρέσβεις, «τα της Ελλάδος και τα των τριών αυλών». Η Πύλη τοις έλεγεν ότι απέλυε τα κρατούμενα πλοία και εξέδιδε τα οδοιπορικά φιρμάνια, αν υπέσχοντο να μη επέμβωσι πλέον αι αυλαί εις τα της Ελλάδος, να την αποζημιώσωσι διά την φθοράν του στόλου της, και να την ικανοποιήσωσι διά την ύβριν της σημαίας της. Οι δε πρέσβεις απεκρίνοντο, ότι η περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος κατά την συνθήκην απόφασις των αυλών ήτον αμετάτρεπτος, ότι ουδεμία αποζημίωσις ωφείλετο διά την φθοράν του στόλου της ως προκληθείσαν παρ' αυτής, και ότι, υβρίσασα η Πύλη πρώτη την σημαίαν των, αδίκως απήτει ικανοποίησιν· την ηρώτων δε αν είχε σκοπόν να παύση ενεργούσα παρά τας συνθήκας, κρατούσα τα πλοία και μη δίδουσα τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια, και αν συγκατετίθετο εις τας προς αυτήν περί Ελλάδος προτάσεις των. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη, η Πύλη μη αλλάξασα σκοπόν ήλλαξεν ύφος, και επ' ελπίδι να φέρη διαίρεσιν μεταξύ των πρέσβεων, ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρους ποτέ μετά του ενός ποτέ μετά του άλλου δώσασα καί τινας ελπίδας συμβιβασμού ηθέλησε δε να παρεμβάλη μεταξύ εαυτής και των τριών πρεσβειών την αυστριακήν πρεσβείαν, ήτις επί τη αιτήσει αυτής έγραψε ταις συναδέλφαις της, ότι η υψηλή Πύλη απεφάσισε ν' απολύση τα υπό την σημαίαν των αυλών αυτών πλοία και απήτει να τη στείλωσι την συνήθη περί αυτών σημείωσιν^ ητιολόγει δε την παρέμβασίν της επί τη μη προσελεύσει των διερμηνέων αυτών εις την Πύλην, ως και πρότερον. Αλλ' οι πρέσβεις απέρριψαν ομοθυμαδόν την φιλικήν παρέμβασιν της Αυστρίας, και απέδειξαν ανίσχυρον την δικαιολογίαν της, ειπόντες, ότι η Πύλη συνείθιζε να καλή παρ' εαυτή τους διερμηνείς των, οσάκις είχε τι να τοις κοινοποιήση· έστειλαν δε προς την Πύλην αυθημερόν τους διερμηνείς ζητούντες κατ' ευθείαν απάντησιν επί των τελευταίων προτάσεων αλλ' η Πύλη επανέλαβε το πρώτον ύφος· και ως προς μεν το κατά το Νεόκαστρον συμβάν απήντησεν, ότι, μη λαβούσα εισέτι καθαράς πληροφορίας, ηναγκάζετο ν' αναβάλη πάσαν συζήτησιν, αλλ' ότι το εθεώρει παράβασιν των συνθηκών και κήρυξιν πολέμου· περί δε των ελληνικών πραγμάτων είπε και ήδη όσα και πάντοτε, δηλαδή ότι απέρριπτε την παρέμβασιν· απεσιώπησε δε το περί απολύσεως των πλοίων. Ωργίσθησαν οι πρέσβεις επί τη απαντήσει ταύτη και απήτησαν να τοις αναγγείλη σαφώς, αν, συγκατατιθεμένη εις την επανόρθωσιν των σχέσεων, απέλυε τα κρατούμενα πλοία, και αν εδέχετο τας περί μεσιτείας και ανακωχής προτάσεις, διότι άλλως θ' ανεχώρουν. Η Πύλη εδείχθη ευδιάθετος μεν ως προς την απόλυσιν των πλοίων, αλλ' εναντία, ως αείποτε, ως προς τα της Ελλάδος· επειδή όμως απεφάνθησαν οι πρέσβεις την φοράν ταύτην ότι ανεχώρουν, αν απερρίπτετο το περί Ελλάδος ζήτημα, ανέβαλε την οριστικήν απάντησιν περί πάντων.

Εν τούτοις, κατέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν ο εν Νεοκάστρω επί τη καταστροφή του στόλου Ταχήρπασας, και έπαθεν η Πύλη επί τη ελεύσει του ανδρός τούτου ό,τι πάσχει μήτηρ επί τη πρώτη συνεντεύξει οικείου παρευρεθέντος επί τω εν τη αλλοδαπή θανάτω αγαπητού τέκνου. Ο Ταχήρης, ανήρ πλήρης προλήψεων και μίσους προς τους Φράγκους, τόσον εξηγείωσε την Πύλην αναξήνας τας πληγάς της δι' ών ανέφερεν, ώστε οι μέχρι τούδε ακλόνητοι πρέσβεις εκλονίσθησαν εξ αιτίας του τραχέος και αποτόμου ύφους αυτής· και επί μακράς συνεντεύξεως αυτών και του Ρεήζ-εφέντη (κ) ηρώτησαν, αν η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ των Ελλήνων μεσιτείαν, ευηρεστείτο καν να τοις χαρίση αυθόρμητος προνόμια ανάλογα της συνθήκης, ό εστι Μολδοβλαχικά, αν κατέφευγαν εις το έλεός της. Ο Ρεήζ-εφέντης ανέβαλε την απάντησιν, και μετά την συνέντευξιν ταύτην εκλήθησαν οι μεγιστάνες του κράτους εις γενικόν συμβούλιον, και, γενομένου λόγου περί των τελευταίων προτάσεων της συμμαχίας ως παραιτουμένης από πάσης παρεμβάσεως, ενέκριναν όλοι ομοθυμαδόν ως υπέρτατον όρον των προς τους αποστάτας βασιλικών δωρεών, αλλά και αυτών προς χάριν της συμμαχίας, την λήθην των παρελθόντων, την απόδοσιν των κτημάτων και την άφεσιν των οφειλομένων φόρων· ο δε σουλτάνος, καμφθείς εις τας θερμάς παρακλήσεις του αρχιβεζίρη επικαλεσθέντος γονυκλινώς το προς τους πταίσαντας έλεός του, συγκατένευσε να τοις χαρίση και τον του χαρατσίου φόρον του πρώτου έτους αφ' ού επροσκύνουν. Οι πρέσβεις, ιδόντες ότι και από των όρων της συνθήκης παρεκτραπέντες δεν εισηκούσθησαν, εζήτησαν μετά τρεις ημέρας τα αποδημητήριά των. Η Πύλη δεν αντέτεινεν εις την αναχώρησίν των, αλλά δεν έδωκε τα αποδημητήρια μη θέλουσα να φανή ότι συγκατετίθετο. Εζήτησαν μετά ταύτα αξιωματικούς της Πύλης ως συμπλωτήρας μέχρι των φρουρίων εις εξομαλισμόν ενδεχομένων δυσκολιών, αλλ' ουδέ και κατά τούτο εισηκούσθησαν· ανήγγειλαν, ότι αναχωρούντες έθεταν τους υπηκόους των αυλών των και τα συμφέροντά των υπό την προστασίαν του πρέσβεως της Ολλανδίας, αλλ' ουδέ τούτο εδέχθη η Πύλη, ειπούσα, ότι αύτη είχε σκοπόν ν' αποπέμψη όλους τους κακούς, και να κρατήση υπό την προστασίαν της μόνους τους καλούς· επρόβαλαν ν’ απολύση τα υπό τας σημαίας των αυλών των πλοία, αλλά και την πρότασιν ταύτην ετροποποίησεν η Πύλη υπό τον όρον ν' αποβιβάσωσι τας τροφάς επί πληρωμή μέρους της τιμής επί του παρόντος, και του υπολοίπου βραδύτερον. Οι πρέσβεις ανήγγειλαν την αναχώρησίν των τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των, τοις ναυάρχοις της συμμαχίας και τοις κατά την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν προξένοις· Νοέμβριος την δε 23 νοεμβρίου ειδοποίησαν την Πύλην, ότι την εθεώρουν υπεύθυνον, αν, εξ αιτίας της διαγωγής της, συνέβαινε τι δεινόν είτε προς αυτούς αναχωρούντας, είτε προς τους υπηκόους των αυλών των μένοντας· και οι μεν της Αγγλίας και Γαλλίας απέπλευσαν την 26, ο δε της Ρωσσίας την 4 δεκεμβρίου.

Όχι μόνον ουδεμιάς μομφής αλλά και πολλών επαίνων φαίνεται αξία η Πύλη, ως ανεξάρτητος Αρχή, διά την ακλόνητον επιμονήν της εις απόρριψιν της δι' επιρροής ξένων αυλών ειρηνεύσεως του κράτους της· ο δε επί των εξωτερικών υπουργός, Πετέρ-εφέντης, εδείχθη ανήρ πολλής ικανότητος. Αλλά μωρά και ανεπιτήδειος εφάνη, μη θελήσασα επί τη προτάσει των τριών πρέσβεων να παραχωρήση ο ί κ ο θ ε ν-κ α ι-ά ν ε υ-ξ έ ν η ς-π α ρ ε μ β ά σ ε ω ς τα Βλαχομολδαυικά προνόμια, απατηλά και αυτά ως ανεγγύητα. Άπορον δε πώς οι πρέσβεις, κατά παράβασιν των όρων της συνθήκης και εν αγνοία, των Ελλήνων, επρότειναν τοιούτον αισχρόν συμβιβασμόν. Αλλά καλή τύχη η δυσμενής Πύλη διά της άφρονος και ιδιοβλαβούς αποποιήσεώς της διέσωσε τας συμμάχους αυλάς από του δικαίου τούτου επί τη παλινωδία των πρέσβεων ονειδισμού, και προητοίμασεν άκουσα ευτυχεστέραν λύσιν του ελληνικού ζητήματος.

1827-28 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ο'.

&Εκστρατείαι των Ελλήνων εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα εις Κρήτην και Χίον.&

ΑΦ' ού οι Τούρκοι απέρριψαν τας περί Ελλάδος προτάσεις των πρέσβεων, απελύθησαν και οι Έλληνες του χρέους της ανακωχής. Επειδή δε εθεώρησαν ενδεχόμενον να πραγματοποιηθή ο μέλλων συμβιβασμός υπό τον όρον του να διατηρήση έκαστος ό,τι κατείχεν, επεχείρησαν να κινήσωσιν δίπλα εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, εις Κρήτην και Χίον προς αναζωπύρησιν του αγώνος.

Λήγοντος του αυγούστου, ο επί του ισθμού της Κορίνθου στρατοπεδεύων αρχιστράτηγος διέταξε τον Βάσσον και τον Κριεζώτην να συνεκστρατεύσωσι μετά των περί αυτούς εις Ανατολικήν Ελλάδα. Συνήλθαν ούτοι εις Σαλαμίνα, και συναποπλεύσαντες έφθασαν εις Σκόπελον τέλη σεπτεμβρίου· εκεί συνήλθαν και οι Θετταλομακεδόνες οπλαρχηγοί, Καρατάσος, Γάτσος, Δουμπιώτης και άλλοι· και κατ' αρχάς μεν, βουλήν έβαλαν να πέσωσιν εις Εύβοιαν· Νοέμβριος μαθόντες δε, ότι η κωμόπολις των Τρικέρων ήτον αφρούρητος και ευάλωτος, απέβησαν την 5 νοεμβρίου αίφνης πλησίον αυτής και επροχώρησαν αυθωρεί εις άλωσίν της· αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι ευρόντες αντίστασιν όχι μόνον παρά των εν αυτή Τούρκων, αλλά και παρά των εγχωρίων Ελλήνων ενθυμουμένων όσα κακά έπαθαν άλλοτε παρά τινων των εις λύτρωσιν αυτών ελθόντων. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, οι αποβάντες διηρέθησαν, και οι μεν επολιόρκησαν την κωμόπολιν, οι δε ετοποθετήθησαν όπισθεν του επί του ισθμού τείχους εις εμπόδιον πάσης ενδεχομένης επιδρομής των έξωθεν εχθρών. 200 Έλληνες και τα ελληνικά πλοία εκινήθησαν την νύκτα της 9 εις άλωσιν των παραθαλασσίων αποθηκών· και οι μεν της ξηράς εκυρίευσαν σχεδόν αναιμωτί δύο κανονοστάσια, οι δε των πλοίων μίαν γολέτταν και 50 άλλα πλοιάρια. Φοβηθέντες οι Τούρκοι και αφήσαντες όλας τας άλλας θέσεις εκλείσθησαν την αυτήν νύκτα εντός τριών αποθηκών αλλά παρεδόθησαν την επαύριον· ήσαν δε 50· συν αυτοίς ήτο και ο ανεψιός του αρχηγού της φρουράς Ταχήραγα, αλλά προφθάσας έφυγε. Την δε 14 εφάνησαν ερχόμενοι εκ Λαρίσσης και Βώλου εις βοήθειαν των πολιορκουμένων 1200, και την 17 εστρατοπέδευσαν μίαν ώραν μακράν των Ελλήνων και εχαρακώθησαν. Δις εφώρμησαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας οι όπισθεν του τείχους Έλληνες, και επί της δευτέρας ορμής έτρεψαν τους εχθρούς και τους εδίωξαν μέχρι του χωρίου Λευκού, ικανούς εφόνευσαν και αιχμαλώτισαν, πέντε σημαίας εκυρίευσαν, και πολλά επήραν λάφυρα· αλλ' ακούσαντες ότι υπάρχοντα πολλοί άλλοι, όντες και ανεφοδίαστοι των εις διατήρησιν της πολιορκίας αναγκαίων, διέλυσαν μετ' ολίγον το στρατόπεδον και ανεχώρησαν εις τα ίδια.

Εν ώ δε εστρατοπέδευεν ο αρχιστράτηγος επί του ισθμού, στρατιώται τινές επροχώρησαν έως εις Θήβας, ήρπασαν 60 καμήλους, και ήλασαν 4000 πρόβατα· αλλ' επελθόντων των εχθρών μόλις διέσωσαν το δέκατον.

Αναχωρούντος δε του Κιουταχή εις την Άπειρον, φόβος εχθρικής εισβολής εις Πελοπόννησον δεν υπήρχε πλέον, και ο αρχιστράτηγος μετέφερε το στρατόπεδον εις Διακοπτόν, εκείθεν εις Νεύρα, και απεφάσισε να το μεταβιβάση εις Δυτικήν Ελλάδα προς ανέγερσιν εκείνου του μέρους.

Η Δυτική Ελλάς επροσκύνησεν όλη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Απόκρυφων τι και άβατον μέρος αυτής, το νησίδιον του Λεσινίου, διετηρείτο εισέτι ελεύθερον υπό πρόσχημα υποταγής ως σπινθηροβόλος αστήρ εν μέσω πυκνής νεφέλης. Το νησίδιον τούτο ενός μιλίου περιφερείας κείται εντός μακράς και δυσδιεξιτήτου λίμνης μίαν ώραν μακράν της Παληοκατούνας. Οσάκις εισέβαλλεν ο εχθρός εις την Δυτικήν Ελλάδα, το νησίδιον τούτο, εν ώ σώζεται μοναστήριον, εχρησίμευεν ως τόπος καταφυγής πολλών οικογενειών^ ποτέ δεν το επάτησεν ο εχθρός, και απάτητον το διεφύλαξεν ο καλός ηγούμενος του και επί της γενικής καταπατήσεως της Δυτικής Ελλάδος υποκριθείς τον πιστόν ραγιάν. Αρχομένου δε του 1827, καθ' όν καιρόν ο Καραϊσκάκης περιήρχετο ανεγείρων την πεσούσαν Ανατολικήν Ελλάδα, ο Δημοτσέλιος κατέλαβε το νησίδιον τούτο κατά διαταγήν αυτού· κατέλαβαν μετ' ολίγον οι περί τον Ράγκον και Μακρήν και την Παληοκατούναν. Εστράτευσαν οι Τούρκοι υπό την οδηγίαν του Βαρνακιώτη εις διωγμόν των, αλλ' αψιμαχήσαντες ανεχώρησαν άπρακτοι. Εγκαρδιωθέντες οι Έλληνες επί τη αποτυχία των εχθρών, κατέλαβαν και άλλας θέσεις, ο μεν Ράγκος το Δραγαμέστον, ο δε Δημοτσέλιος τον Μύτικαν. Οι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν και κατέλαβαν την Κανδύλαν. Και οι μεν περί τον Ράγκον, ιδόντες πλησίον τους εχθρούς, εγκατέλειψαν την θέσιν των· οι δε περί τον Δημοτσέλιον τους επολέμησαν επελθόντας και τους έτρεψαν· αλλ' ηκούσθη μετά ταύτα ότι πλήθος ήρχετο να κυριεύση τον Μύτικαν και οι περί τον Δημοτσέλιον, ανίκανοι διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσι, κατέφυγαν διά νυκτός εις Πεταλάν, κακείθεν επανήλθαν εις το νησίδιον του Λεσινίου διατηρούντες την εν αυτώ λαμπάδα της ελευθερίας άσβεστον. Οι δε Τούρκοι, καταλαβόντες έκτοτε όλας τας παραθαλασσίους θέσεις της Ακαρνανίας, τας διετήρησαν υπεξουσίους των. Τοιαύτη ήτον η πολεμική κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος καθ' όν καιρόν εμελέτησεν ο αρχιστράτηγος να μεταφέρη εκεί το στρατόπεδον του διά θαλάσσης.

Μεθ' ημέρας δε ολίγας της καταστροφής των εν τω λιμένι των Σαλώνων εχθρικών πλοίων, εξέπλευσεν ο Σωτήρ του κόλπου της Κορίνθου· Νοέμβριος η δε Καρτερία και τα λοιπά υπό τον Χάστιγγα πλοία εξέπλευσαν την 6 νοεμβρίου επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου εις διαβίβασιν των στρατευμάτων του από του παραλίου του Πάπα εις το της Ακαρνανίας. Διαπλέουσα η Καρτερία το στόμα του κόλπου απώλεσε δύο ναύτας υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, εβύθισεν εν τω λιμένι των Πατρών έν αυστριακόν ως παραβιάσαν τον αποκλεισμόν και μη θελήσαν ν' απομακρυνθή καθώς διετάχθη, και ηγκυροβόλησεν υπό το Καραβοστάσι, αναμένουσα τους περί τον αρχιστράτηγον· συνηκολούθουν δε την Καρτερίαν αι δυο γολέτται και τα τρία αυστριακά. Εν τω μεταξύ δε τούτω εξεστράτευσαν και περί τον αρχιστράτηγον εκ Νεζερών· και μαθόντες καθ' οδόν, ότι, επιστρέφων ο Δελή-Αχμέτης εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Πάτρας μετά 4000 πεζών και 500 ιππέων, έφθασεν εις Γαστούνην, δεν επροχώρησαν ως μη αξιόμαχοι διά την δυσαναλογίαν του πεζικού και την παντελή έλλειψιν ιππικού, έως ου έμαθαν ότι οι εχθροί επέρασαν τον ποταμόν της Καμινίτσας, και τότε, επιδεξίως επιλαβόμενοι του έργου, ερρίφθησαν, επικρατούσης δεινής καταιγίδος και ραγδαίας βροχής, εις την ελώδη πεδιάδα της Παληαχαϊάς, και φθάσαντες δρομαίοι εις Καραβοστάσι, εν αγνοία των εχθρών, επέζησαν όσοι εχώρησαν εις τα υπό τον Χάστιγγα εκεί πλοία και απεβιβάσθησαν την 18 εις Δραγαμέστον, όθεν οι εχθροί φοβηθέντες έφυγαν. Οι δε περί τον αρχιστράτηγον κατέλαβαν και άλλας θέσεις μέχρι του Λιγοβιτσίου. Μετά δε την πρώτην ταύτην απόβασιν, επανήλθαν τα πλοία εις Καραβοστάσι και μετεκόμισαν το υπόλοιπον του στρατού υπό την οδηγίαν του Κώστα Μπότσαρη. Αναζωογονήσας ο αρχιστράτηγος διά της εκστρατείας ταύτης τον τόπον εκείνον, εξέδωκε την 24 διακήρυξιν, δι' ής εκάλει όπου εστρατοπέδευε τους εν Πελοποννήσω Δυτικοελλαδίτας οπλοφόρους, εξέδωκε και άλλην την 26 καλών όλους γενικώς τους Δυτικοελλαδίτας εις τα όπλα· και επειδή πολλοί αυτών επροσκύνησαν, τοις έλεγεν, ότι παρέδιδεν εις λήθην τα παρελθόντα, και ότι ανεγνώριζεν ως πατριώτας· όλους τους Έλληνας, όσοι, καθ' ήν στιγμήν εβάπτετο κάλαμος αποφάσεως, ήρχοντο υπό την σημαίαν της πατρίδος. Η φωνή του αρχιστρατήγου ηκούσθη και υπό των οπλαρχηγών και υπό των πολιτών, και εντός ολίγου εσυστήθη υπό την οδηγίαν του αξιόμαχον στρατόπεδον.

Ο δε άοκνος Χάστιγξ, διαβιβάσας τους περί τον αρχιστράτηγον εις Δραγαμέστον, έπλευσεν εις κυρίευσιν του Βασιλαδίου. Δεκέμβριος Την νύκτα της 6 δεκεμβρίου ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν αυτού η Καρτερία καί τις κανονοφόρος, και την 10 εβομβοβόλησαν αλλ' ανωφελώς. Συνέπεσαν εν τω μεταξύ κακοκαιρίαι και ανεβλήθησαν αι εχθροπραξίαι μέχρι της 15, καθ' ήν ερρίφθησαν επτά βόμβαι, εξ ών αι τέσσαρες έπεσαν εις την στενήν περιφέρειαν του νησιδίου, και μία εξ αυτών έκχυσε την εν αυτώ πυριτοθήκην. Τούτου γενομένου, εμβάντες οι Έλληνες εις τας λέμβους ώρμησαν εις κυρίευσιν του νησιδίου, και η φρουρά ταραχθείσα και δειλιάσασα παρεδόθη. 50 ήσαν οι επί του νησιδίου προ της μάχης, αλλά 31 επέζων επί της παραδόσεώς του· ευρέθησαν και 12 κανόνια. Ο δε Χάστιγξ, αν και η φρουρά, διαρκούσης της πολιορκίας, ετουφέκισε πλοιάριον σταλέν παρ' αυτού υπό λευκήν σημαίαν και φέρον προτάσεις συμβιβασμού, δεν εμνησικάκησεν ουδ' επαίδευσέ τινα, αλλά τους απεβίβασεν όλους σώους πλησίον του Μεσολογγίου, και ανέστησεν επί του Βασιλαδίου την προ δύο ετών πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν.