Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 17

Chapter 1749 wordsPublic domain

Επικειμένης δε της συγκομιδής της σταφίδος, αμφιβάλλετο αν θα ήσαν συγκομισταί οι Τούρκοι ή οι Χριστιανοί. Οι πατέρες του Σπηλαίου εκάλεσαν τους περί τον Κολοκοτρώνην εις υπεράσπισιν της ιδιοκτησίας των επί αντιμισθία. Ήλθαν οι κληθέντες, αλλ' ούτε των πατέρων ούτε των άλλων την ιδιοκτησίαν εδυνήθησαν να προστατεύσωσιν ως κειμένην επί πεδιάδος· οι δε εχθροί μετεκόμισαν την σταφίδα εις τα πλοία των, επανήλθαν εις Πάτρας και ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις Νεόκαστρον υπό τον Δελή- Αχμέτην διά Γαστούνης και Πύργου.

Απάρας δε ο Κοχράνης του Πόρου τα τέλη Ιουνίου, περιήλθε το Αιγαίον επί εισπράξει των εθνικών προσόδων εις κίνησιν της ναυτικής δυνάμεως, και επέβαλεν είκοσι χιλιάδων διστήλων φόρον επί τους εμπόρους της Σύρας· επεσκέφθη μετά ταύτα το Ναύπλιον, διαρκούντων των εμφυλίων δεινών, Ιούλιος επανήλθεν εις Πόρον και απέπλευσε την 15 ιουλίου προς τα μεσημβρινά παράλια της Πελοποννήσου, ουδενός άλλου πλοίου συνοδεύοντος την Ελλάδα. Την επαύριον απήντησε τον Σωτήρα, δικάταρτον δωρηθέν παρά της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας και διοικούμενον παρά του Άγγλου Θωμά, και τα συμπαρέλαβε· την δε 18, καθ' ήν έπλεαν τα δύο ταύτα πλοία έξωθεν του Νεοκάστρου, εφάνησαν 16 οθωμανικά ερχόμενα απ' άρκτου εις Νεόκαστρον υπό εναντίον άνεμον· εξ αυτών μία κορβέττα, δύο βρίκια και δύο γολέτται απεκόπησαν ένεκα της αντιπνοίας και έπλεαν παρά την παραλίαν της Ζακύνθου· επέπλευσαν η Ελλάς και ο Σωτήρ, και περί την μεσημβρίαν της 20 τα κατέφθασαν έμπροσθεν της Γλαρέντσας και τα προσέβαλαν· και η μεν Ελλάς εκυρίευσε την κορβέτταν μετά γενναίαν αντίστασιν, καθ' ήν εφονεύθησαν εκ του πληρώματος ταύτης, εις 300 συμπληρουμένου, 25, εν οίς και ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος, και επληγώθησαν 35· επληγώθησαν και 2 του πληρώματος της φρεγάτας· ο δε Σωτήρ εκυρίευσε μίαν των γολεττών, φονευθέντων και πληγωθέντων, εκ του πληρώματος αυτής 15, τα δε άλλα τρία πλοία κατέφυγαν εις Πάτρας. Η γολέττα ήτο τουνεζική 10 κανονίων, η δε κορβέττα 28 και εφημίζετο ως η ταχυπλουστέρα του εχθρικού στόλου· ευρέθησαν δε εν αυτή 20 αιχμαλωτίδες. Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου κατέπλευσαν η Ελλάς, ο Σωτήρ και αι δύο λείαι εις Πόρον, αποβιβασθέντων των παραδοθέντων Τούρκων σώων και αβλαβών εις Κρήτην. Ο δε Κοχράνης διέταξε να συναχθή εκ νέου ο στόλος εις Σπέτσας, όπου έπλευσε και αυτός την 24· την δε επαύριον είς των υιών του Λουκιανού Βοναπάρτου, συμπλέων επί της Ελλάδος, επληγώθη κατά περίστασιν εις την κοιλίαν υπό της πιστόλας του, εν ώ την εξεκρέμα, και απέθανεν αυθωρί. Ο Κοχράνης, διατάξας να ταριχεύσωσι και αποκομίσωσι τον νεκρόν εις το μοναστήριον των Σπετσών μέχρι δευτέρας διαταγής του, απέπλευσε παραγγείλας να μεταπλεύσωσι τα πλοία εις Βάτικα, αφ' ού συναχθώσιν όλα, και να τον προσμείνωσιν. Σεπτέμβριος Συνήχθησαν τα πλοία, μετέπλευσαν όπου παρήγγειλε, και την 1 σεπτεμβρίου ανέπλευσαν υπό την οδηγίαν του· ήσαν δε όλα 23, ό εστιν η Ελλάς, η Καρτερία, ο Σωτήρ, 2 τρικάταρτα, 11 βρίκια, 4 πυρπολικά και 3 κανονοφόροι. Την 6 πρωί, ηγκυροβόλησεν όλος ο στόλος απέναντι του Μεσολογγίου, αι δε τρεις κανονοφόροι όσον εδύναντο πλησιέστερον του Βασιλαδίου. Επειδή δε τα πλοία ήσαν υπό άλλην σημαίαν, οι επί του Βασιλαδίου Τούρκοι δεν υπώπτευσαν κατ' αρχάς ότι ήσαν ελληνικά. Την α' δε ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εμβήκεν ο Κοχράνης εις πλοιάριον, επλησίασε το Βασιλάδι και έρριψε πυροσίφωνας, αλλ' ουδείς εισέπεσεν· εκανονοβόλησαν και αι κανονοφόροι, αλλά και αύται ανωφελώς. Εξύπνησαν τότε οι Τούρκοι και αντεκανονοβόλησαν, αλλά και ούτοι εις μάτην. Επανελήφθη και την επαύριον ο κανονοβολισμός, καθ' όν επληγώθησαν βαρέως δύο ναύται μιας των κανονοφόρων, οίτινες μετεκομίσθησαν χάριν θεραπείας εις την Ελλάδα· οι δε λοιποί της αυτής κανονοφόρου, μη πεισθέντες να πλησιάσωσιν εκ νέου ως διετάχθησαν, ετέθησαν κατά διαταγήν του στολάρχου έν τινι λέμβω και περιεφέροντο εν τω μέσω του στόλου υπό τον ήχον του τυμπάνου προς καταισχύνην και ποινήν ως απειθείς και φυγόμαχοι. Εν τοσούτω ητοιμάσθη επί της Ελλάδος εις βομβολισμόν σχεδία, ερρίφθη εις την θάλασσαν και εβομβοβολήθη εκείθεν το Βασιλάδι, αλλ' ουδεμίαν έπαθεν ουδέ τότε ζημίαν. Ιδών δε ο Κοχράνης, ότι διά των τρόπων τούτων δεν κατωρθούτο η κυρίευσις του Βασιλαδίου, διέταξε τας λέμβους των πλοίων επί τη συμβουλή του Μιαούλη να έμβωσι διά του στενού αύλακος του Προκοπανίστου και να το αποκλείσωσιν. Η διαταγή του επιτυχώς εξετελέσθη υπό την οδηγίαν τινών Μεσολογγιτών ειδότων τον είσπλουν, αλλά δεν ετελεσφόρησε, προλαβόντων των εν τη πόλει Τούρκων και εφοδιασάντων την προτεραίαν το Βασιλάδι παντός αναγκαίου. Μετά την ανωφελή ταύτην δοκιμήν ανήχθη ο στόλος· εναπέμειναν δε ο Σωτήρ δύο κανονοφόροι, δύο γολέτται και η Καρτερία, ήτις ανάψασι εξ απροσεξίας εκινδύνευσε να καή. Εκείναις ταις ημέραις έφθασεν εις Ελλάδα και το προ καιρού κατασκευαζόμενον εν Αγγλία δεύτερον ατμόπλουν η Επιχείρησις.

Επειδή δ' εγνώσθη ότι εντός του κορινθιακού κόλπου ήσαν πλοία τινα τουρκικά, διέπλευσαν την 9 εν πλήρει μεσημβρία εις άλωσιν ή καταστροφήν αυτών αι δύο γολέτται και ο Σωτήρ ρυμουλκών μίαν κανονοφόρον υπό τον κανονοβολισμόν των επί του στόματος φρουρίων. Την επαύριον, πνέοντος σφοδρού ανέμου, εδοκίμασε να διαπλεύση και η Καρτερία ιστιοφορούσα δι' έλλειψιν γαιανθράκων· αλλά προχωρήσασα έπεσεν εις γαλήνην και έμεινεν έξωθεν μέχρι της 11, καθ' ήν ρυμουλκουμένη παρ' άλλης κανονοφόρου διέπλευσε και αύτη αβλαβής. Ήσαν εν τω λιμένι των Σαλώνων 3 εμπορικά αυστριακά και 9 τουρκικά, τουτέστι μία γολέττα 14 κανονίων, έν βρίκι 16, τρεις μικρότεραι γολέτται, δύο ένοπλα φορτηγά, και δύο κανονοφόροι· επροστατεύοντο δε τα πλοία ταύτα υπό τινος επί της ξηράς κανονοστασίου.

Πριν δε διαπλεύση η Καρτερία, εκινήθησαν επί τα εχθρικά πλοία ο Σωτήρ και αι δύο γολέτται· αλλά, πνέοντος βιαίου ανέμου, απέτυχαν και κατέφυγαν εις τον λιμένα του Λουτρακίου. Την δε 14 έπλευσεν η Καρτερία μετά της παρακολουθούσης κανονοφόρου προς τον λιμένα των Σαλώνων και φθάσασα εις το στενότερον αυτού μέρος ηναγκάσθη εξ αιτίας εναντίου ανέμου να ποδίση. Την δε 18 επανέπλευσεν ευτυχώς εις τον αυτόν λιμένα και συνεπανέπλευσαν και ο Σωτήρ και τα λοιπά ελληνικά πλοία, επήραν τα 3 αυστριακά ως παραβιάσαντα τον αποκλεισμόν, κατέστρεψαν 7 εκ των 9 τουρκικών, και εφόνευσαν πολλούς εχθρούς· επληγώθησαν δε επί της ναυμαχίας ταύτης ελαφρώς μεν ο πλοίαρχος του Σωτήρος Θωμάς εις τον πόδα, βαρέως δε ο υποπλοίαρχός του Σκάνλανος Ιρλανδός.

Ο δε Ιβραήμης, ασχοληθείς παντοίοις τρόποις μετά την εις τα φρούρια επάνοδόν του να εφελκύση τους Μεσσηνίους, όπως εφείλκυσε τους Αχαιούς, απέστειλε την 20 τα στρατεύματά του υπό τον Κεχαγιάμπεην, τα μεν εις την άνω, τα δε εις την κάτω Μεσσηνίαν, προς ερήμωσιν του τόπου, αν οι κάτοικοι δεν επροσκύνουν. Εκάλεσεν ο Κεχαγιάμπεης τους κατοίκους εις υποταγήν και μη εισακουσθείς (β) διέταξε την πελέκησιν όλων των καρπίμων δένδρων και την πυρπόλησιν των χωρίων. Ουδέποτε τα εχθρικά στρατεύματα εφάνησαν τόσον φθοροποιά όσον εν τη παρούση εκστρατεία. 60,000 ελογίσθησαν αι κατακοπείσαι συκαί, και 95.000 αι ελαίαι και αι συκαμινέαι· καπνοί δε και φλόγες πολυήμεροι εσκέπαζαν τον ορίζοντα.

1827 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.

&Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 Ιουνίου. — Ναυμαχία Νεοκάστρου. — Αναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ Κωνσταντινουπόλεως.&

ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ έτος παρήλθεν αφ' ού ο εν Κωνσταντινουπόλει Κάννιγγ ανεδέχθη τον συμβιβασμόν Ελλάδος και Τουρκίας και δεν ίσχυσαν παντάπασιν οι λόγοι του. Αγέρωχος πάντοτε η Πύλη, αγερωχοτέρα εδείχθη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου και την στενήν πολιορκίαν των Αθηνών, θεωρούσα επικειμένην την παντελή καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. Ο Κάννιγγ, μη θέλων να παρεμβάλη εις την διαπραγμάτευσιν νέα προσκόμματα, δεν επρόσφερεν εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του ειμή την 24 Ιανουαρίου του έτους τούτου. Τον αυτόν δε μήνα η εχθρωδώς πάντοτε προς την Ελλάδα διακειμένη αυλή της Αυστρίας, προθεμένη να διασκεδάση τας υπέρ αυτής σωτηρίους ταύτας προσπαθείας, έστειλεν εις Ελλάδα αξιωματικόν της και ανήγγειλεν, ότι περί πολλού ποιουμένη τα συμφέροντα των Ελλήνων, ετοίμη ήτο να έλθη εις αντίληψίν των και μεσιτεύση παρά τω σουλτάνω, αν επεκαλούντο την συνδρομήν της· ήλπιζε δε να εισακουσθή διά την έως τότε αποτυχίαν της μεσιτείας της Αγγλίας και την εντεύθεν απελπισίαν των Ελλήνων. Αλλ' η κυβέρνησις της Ελλάδος, έχουσα υπ' όψιν τα κακά όσα έπασχεν η Ελλάς αδιακόπως και εκ της πολιτικής της αυλής ταύτης και εκ της αισχράς διαγωγής του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της και υποπτεύουσα επιβουλήν, απεποιήθη την προσφοράν της.

Μετ' ολίγας δε ημέρας αφ' ού ο Κάννιγγ επρόσφερε τη Πύλη εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του, έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Ρωσσίας Ριβωπιέρρος, είς των δύο εν Ακερμάνη πληρεξουσίων της, και εσύστησε και ούτος θερμώς την πρότασιν του Καννιγγος. Εις ένδειξιν δε της ανάγκης της περί ης επρόκειτο ειρηνεύσεως ανέφεραν αμφότεροι την πολυετή παράτασιν του αγώνος της Ελλάδος, την εις παύσιν του ανικανότητα της Πύλης, την εντεύθεν αιματοχυσίαν και καταστροφήν, την βλάβην του ευρωπαϊκού εμπορίου εξ αιτίας της αναφυείσης πειρατείας και την υπόθαλψιν του διά τόσων θυσιών και αγώνων σβεσθέντος αλλά μη αποσβεσθέντος φιλοταράχου πνεύματος των λαών της Ευρώπης. Γνωστοποιούντες δε κατά πρώτην φοράν και την επί σκοπώ της περί ης ο λόγος ειρηνεύσεως γενομένην πράξιν εν Πετρουπόλει και συνιστώντες τους όρους αυτής εσυμβούλευαν την Πύλην δεχομένη την μεσιτείαν να προομοιάση διά της παύσεως των εχθροπραξιών έλεγαν δε ότι, αν άλλως επολιτεύετο, θα ηναγκάζοντο αι Δυνάμεις να σχετισθώσι προς τους Έλληνας. Η Πύλη, συμφέρον έχουσα εξ αιτίας των κατά την στερεάν Ελλάδα και την Πελοπόννησον ευτυχών προόδων της ν' αναβάλλη την απάντησίν της, μόλις την έδωκε την 28 μαΐου, ίσως καθ' ήν ημέραν έμαθε την παράδοσιν των Αθηνών. Διά της απαντήσεως δε ταύτης, δι' ής έθετεν αρχάς τινας, καθ' άς καθίστανται, συντηρούνται και διοικούνται κατά θείαν νεύσιν αι κοινωνίαι, και δεν επιτρέπεται η παρέμβασις μιας Δυνάμεως εις τα εσωτερικά άλλης, και δι' ής έλεγεν, ότι όλαι αι διατάξεις αυτής θεμελιουνται επί του ιερού νόμου, και διά τούτο είναι και δίκαιαι και αμετάτρεπτοι, διεσάλπιζε την προς τους ραγιάδας γενναιότητα των Μουσουλμάνων και ιδιαιτέρως τα καλά όσα ούτοι απελάμβαναν υπό την αγαθοποιόν σκιάν του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, εμέμφετο την προς τον μεγαλόδωρον αυθέντην των αχαριστίαν των αποστατών Ελλήνων, κατέκρινε τας κατά των Μουσουλμάνων απανθρωπίας των, εκήρυττε την μεγάλην μακροθυμίαν της, την εντός του ιερού νόμου προς πάντας πάντοτε τους Έλληνας επιεική διαγωγήν της, και την προς τους εν μετανοία προσερχομένους ευσπλαγχνίαν της· διετείνετο δε ότι, περί πολλού ποιουμένη την επάνοδον της ησυχίας ηγωνίζετο να καταστέλλη την αποστασίαν, αλλά ξένοι την υπέθαλπαν και την διετήρουν, και η κυβέρνησις των ξένων τούτων (ενόει δε την αγγλικήν) επροφασίζετο, ότι δεν ημπόρει να τους εμποδίση, παραβαίνουσα τοιουτοτρόπως όσα κυβέρνησις ώφειλε προς φιλικήν κυβέρνησιν· ηπόρει δε πώς Δυνάμεις τινές εσυνθηκολόγησαν περί των αφορώντων τους αποστάτας υπηκόους της παρά γνώμην και εν αγνοία αυτής, και πώς παρέμβαιναν παρά το δημόσιον δίκαιον εις τα εσωτερικά της, εν ώ αύτη είπε ρητώς και επανειλημμένως, ότι απεποιείτο πάσαν ξένην παρέμβασιν υπενθύμιζε δε ότι και ο Στραγγφόρδος, επανελθών εκ βερώνης, την εβεβαίωσεν εξ ονόματος όλων των ανάκτων, ότι εις εαυτήν και μόνην απέκειτο να πράξη ό,τι δέον έκρινεν ως προς τους απειθείς ραγιάδας της, και ότι οι εν Ακερμάνη πληρεξούσιοι της Ρωσσίας είπαν, ότι ο αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνην την εξίσασιν των ιδιαιτέρων διαφορών του (α), και σκοπόν δεν είχε να παρέμβη εις τα της Ελλάδος· ηπόρει δε πώς δεν εσυστέλλοντο αι Δυνάμεις λέγουσαι ότι επί τη μη παραδοχή, της μεσιτείας σκοπόν είχαν να θεωρήσωσιν ως Δύναμιν συμμορίαν ληστών, και πώς, προκειμένου λόγου περί των αφορώντων την επί αποστατών υπηκόων νόμιμον εξουσίαν της Πύλης, ανέφεραν τας λέξεις μ ε σ ι τ ε ί α ν, ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ α, α ν α κ ω χ ή ν, ε ι ρ ή ν ε υ σ ι ν, εν ώ αι λέξεις αύται αναφέρονται μόνον ως προς σχέσεις κράτους προς κράτος· ηρνείτο δε ότι εξ αιτίας των ταραχών εζημιούτο το ευρωπαϊκόν εμπόριον, λέγουσα, ότι μόνα τα συμφέροντα αυτής έπασχαν, και επανελάμβανεν ότι ούτε εις βλάβην ούτε εις ύβριν της χριστιανικής θρησκείας εκινείτο ουδέ κατεφέρετο καθ' όλου του έθνους των Ελλήνων, αλλά μόνον κατά των ταραχοποιών· παραπονουμένη δε ότι αι Δυνάμεις κακώς πολιτευόμεναι εθάρρυναν τους αποστάτας λόγω και έργω, έλεγεν, ότι ουδέποτε θα απηρνείτο τα επί της Ελλάδος δίκαιά της, και ουδέποτε θα παρέβαινεν, ενδίδουσα, τα παραγγέλματα του ιερού νόμου· διεκήρυττε δ' επί τέλους διά τελευταίαν φοράν, ότι απέρριπτε διά παντός πάσαν ξένην μεσιτείαν και πάσαν παρέμβασιν, ότι μιας και της αυτής γνώμης ήσαν κατά τούτο και ο σουλτάνος και οι υπουργοί του και το έθνος όλον των Μουσουλμάνων, και ότι επεθύμει να παύσωσιν εις τα εξής αι ξέναι Δυνάμεις του να την ενοχλώσι περί τούτου.

Καθ' όν δε καιρόν εματαιοπόνουν οι πρέσβεις εν Κωνσταντινουπόλει, η Ρωσσία και η Αγγλία, αι επ' ειρηνεύσει της Ελλάδος συνδεθείσαι, κατεγίνοντο να παραλάβωσι και τας τρεις άλλας μεγάλας αυλάς συνεργούς· αλλ' η μεν Πρωσσία απεποιήθη επί λόγω, ότι δεν είχε το αυτό συμφέρον, και υπεσχέθη μόνον την φιλικήν παρά τη Πύλη σύμπραξίν της. Η δε Αυστρία, η πρώτη άλλοτε προτείνασα την αναγνώρισιν της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, απήντησεν, ελθούσης της κρισίμου ταύτης ώρας, ότι έχαιρε μεν επί τη ενώσει των δύο αυλών εις κατάπαυσιν των μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξιών, αλλά δεν ημπόρει ν' αναδεχθή επί αιτήσει αποστατών μεσιτεία· προθεμένην απόσπασιν μεγάλου μέρους της Ελλάδος από της εξουσίας του σουλτάνου, δεν απεποιείτο όμως ουδ' αυτή την παρά τη Πύλη φιλικήν συνδρομήν της. Μόνη η γαλλική κυβέρνησις πρόθυμος εφάνη. Η εν Γαλλία υπερισχύσασα κοινή γνώμη υπέρ Ελλάδος, αι εν αμφοτέραις ταις βουλαίς βαρείαι και συνεχείς προσβολαί κατά του υπουργείου ως τουρκίζοντος, και η αείποτε και υπεράλλοτε ευμενής τότε προς τον χριστιανικόν αγώνα διάθεσις του βασιλέως επερρέασαν επί τέλους την επί Βιλλέλου κυβέρνησιν και την ηνάγκασαν όχι μόνον ν' ασπασθή την υπέρ των Ελλήνων πράξιν των δύο Δυνάμεων, αλλά και να προβάλη ίνα μετασχηματισθή η πράξις αύτη εις συνθήκην, να εγγυηθή παρά των τριών Δυνάμεων ό,τι ορισθή, και να πειθαναγκασθή η Πύλη εις παραδοχήν αυτής· συνέταξε δε, επί τη αξιώσει Αγγλίας και Ρωσσίας, και την συνθήκην, ήτις τροπολογηθείσα υπεγράφη εν Λονδίνω την 24 Ιουνίου υπό των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων ορίζουσα εν συνόψει τα εξής.

Αι Δυνάμεις να προσφέρωσι τη Πύλη την μεσιτείαν των εις συνδιαλλαγήν αυτής και των Ελλήνων, και ν' απαιτήσωσιν άνευ αναβολής ανακωχήν.

Οι Έλληνες να κυβερνώνται υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου επί ετησίω φόρω υπό Αρχών εκλεγομένων παρ' αυτών, συνευδοκούντος και του σουλτάνου.

Οι Έλληνες να ιδιοποιηθώσι την παρ' αυτοίς ιδιοκτησίαν των Τούρκων αποζημιούντες αυτούς.

Η οροθετική γραμμή να χαραχθή μετά ταύτα.

Μηδεμίαν ωφέλειαν να ζητήσωσιν αι Δυνάμεις δι' εαυτάς ή διά τους υπηκόους των.

Ν' ασφαλισθώσιν οι συμβιβασθησόμενοι όροι υπό την εγγύησιν των Δυνάμεων όπως μετά ταύτα εγκριθή.

Και ταύτα μεν διέταττε φανερά η συνθήκη. Κατά πρότασιν δε της γαλλικής κυβερνήσεως, της υπέρ πάσαν άλλην προθεμένης να φέρη εις αίσιον και ταχύ πέρας την συνθήκην, υπεγράφησαν ταυτοχρόνως και οι εξής μυστικοί όροι.

Αν η Πύλη δεν εδέχετο εντός ενός μηνός την μεσιτείαν των Δυνάμεων, να συνδέσωσιν αύται εμπορικάς και προξενικάς σχέσεις μετά των Ελλήνων. Αν δε η Πύλη δεν εδέχετο την ανακωχήν ή οι Έλληνες απεποιούντο την εφαρμογήν αυτής, να κηρύξωσιν αι Δυνάμεις, ότι και εν τοιαύτη περιπτώσει εσκόπευαν να την πραγματοποιήσωσι διά των καταλληλοτέρων τρόπων, αμέτοχοι πάντοτε των εχθροπραξιών των αλληλομαχούντων. Αν δε παρά πάσαν προσδοκίαν η Πύλη εθεώρει τα ανωτέρω ανεπαρκή εις παραδοχήν των προτάσεών των, ή οι Έλληνες απέρριπταν τους όρους της συνθήκης, αι Δυνάμεις να μη παύσωσιν ουδέ τότε εργαζόμεναι εις ευόδωσιν της προκειμένης ειρηνεύσεως εφ' ών έθεσαν όρων.

Μοναδικόν φαινόμενον της αείποτε ιδιοτελούς πολιτικής θα θεωρήσει την συνθήκην ταύτην όστις αναλογισθή υπό ποίων, κατά ποίας περιστάσεις, διά ποία τέλη, και υπέρ ποίων αρχών εγράφη. Όσα αι Δυνάμεις διεσάλπισαν και εν Λαϋβάχη και εν Βιέννη κατά των εις βλάβην της εξουσίας εις ην υπάγονται εξανισταμένων λαών, όλα διά της συνθήκης ταύτης εματαιώθησαν. Η συνθήκη επρόσφερε θύμα εις εξιλέωσιν των λαών τας αρχάς της ιεράς συμμαχίας, εμυκτήρισε την υπό το ιερόν όνομα αυτής ανίερον πολιτικήν των αυλών βάσιν αληθή έχουσαν την φιλαρχίαν αυτών και την καταπίεσιν των λαών, και καθιέρωσε νέον δημόσιον δίκαιον νομιμοποιούσα ανέγερσιν τυραννουμένων κατά τυραννούντων. Ως αίτια δε της συνθήκης ταύτης ανεφέροντο ο παρατεινόμενος αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος, η κορυφωθείσα αταξία και αναρχία, και η εντεύθεν πηγάσασα εις βλάβην όλου του ευρωπαϊκού εμπορίου πειρατεία· αλλ' απεσιωπήθησαν τα δύο ισχυρότερα αίτια, η ένθερμος συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών λαών υπέρ των Ελλήνων, και ο φόβος της ενόπλου παρεμβάσεως της Ρωσσίας. Εγένετο δε η μεσολάβησις των αυλών, κατά το λέγειν της συνθήκης, επί τη αιτήσει των Ελλήνων προς την Γαλλίαν και την Αγγλίαν.

Είδαμεν ότι μόνης της Αγγλίας εζήτησαν οι Έλληνες την μεσιτείαν εθνικώς και επισήμως· αλλ' ο Ρόσχης διά του επί της εν Ελλάδι διατριβής του αναφανέντος γαλλικού κόμματος (β) υπενήργησεν αναφοράς πολιτών αιτουμένων την μεσιτείαν της Γαλλίας, σταλείσας προς αυτήν μυστικώ τω τρόπω, ας ανακαλύψασα η ελληνική κυβέρνησις και αυτάς κατέκρινεν ως απαδούσας προς όσα το έθνος εν Επιδαύρω εψήφισε και τους πρωταιτίους αυτών ετιμώρησεν.

Αύγουστος Έπλεαν ήδη κατά το Αιγαίον δύο μοίραι· η μεν αγγλική υπό τον Κοδριγκτώνα, η δε γαλλική υπό τον Δεριγνήν, και ανεμένετο και ρωσσική. Την 5 αυγούστου αφίχθησαν εις Ναύπλιον ο Κοδριγκτών και ο Δεριγνής και ανήγγειλαν ανεπισήμως τα της συνθήκης συμβουλεύοντες την κυβέρνησιν να καλέση τους λαούς εις ομόνοιαν και ευταξίαν, να τους προετοιμάση εις παραδοχήν ανακωχής, και να μεταβή και αύτη εις Αίγιναν εξ αιτίας των εν Ναυπλίω εμφυλίων τότε ταραχών, ίνα σκέπτεται και ενεργή εν ησυχία και ανεπηρεάστως. Συνήνεσεν η κυβέρνησις, εξέδωκε την 9 προκήρυξιν κατά την έννοιαν των συμβουλών των ναυάρχων (γ), και, απάρασα την 15 από του θαλασσοπύργου, όπου έδρευε· εξ αιτίας των εν τη πόλει ταραχών, κατήρε την 17 εις Αίγιναν. Μετέβη δ' εκεί συγχρόνως και η Βουλή, ης ο πρόεδρος, πέντε μέλη και ο επί των εξωτερικών γραμματεύς απετέλουν κατά το ις' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως το συμβούλιον, εις ό ανετέθησαν τα του συμβιβασμού (δ). Την δε 20 ο Χαμιλτών, ο Γάλλος πλοίαρχος Χουγών και ο σύμβουλος της εν Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας Τιμώνης απήτησαν επισήμως παρά των Ελλήνων ανακωχήν. Ό,τι απήτησαν αι Δυνάμεις παρά των Ελλήνων ήτον ό,τι εζήτησαν οι Έλληνες παρά των Δυνάμεων επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως· δι' ο προθύμως συνήνεσαν. Αλλ' ήσαν και πολλοί αυτών και όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες, οίτινες αντέλεγαν και αντέπρατταν πρόφασιν έχοντες αυτήν την συνθήκην ως μη διαγράφουσαν τα όρια της νέας επικρατείας και ως υποκινούσαν αμφιβολίας ως προς την μέλλουσαν τύχην της τόσα παθούσης στερεάς Ελλάδος.

Την δε 4 αυγούστου έφεραν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων εις γνώσιν της Πύλης την συνθήκην δι' ενός και του αυτού εγγράφου διαλαμβάνοντος ότι έξ έτη ματαίως ηγωνίσθησαν αι Δυνάμεις να την πείσωσιν εις ειρήνευσιν της Ελλάδος· ότι, εξ αιτίας τόσων δυστυχημάτων όσα έπαθεν εντεύθεν η ανθρωπότης, και τόσων ζημιών όσας υπέστη το εμπόριον όλων των εθνών, το ζήτημα κατέστη ευρωπαϊκόν· ότι αι Δυνάμεις ηναγκάσθησαν να παρέμβωσιν εις παύσιν του μεγάλου τούτου κακού, και ότι, αν η Πύλη απέρριπτε την μεσιτείαν των και δεν διέταττεν εντός 15 ημερών διακοπήν των εχθροπραξιών, απόφασιν είχαν να ενεργήσωσιν ό,τι απήτει το αληθές συμφέρον αυτής της Πύλης, η ασφάλεια του εμπορίου και η ησυχία της Ευρώπης.