Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 16

Chapter 1631 wordsPublic domain

Εν ώ δε έπασχε τα πάνδεινα το Ναύπλιον, εκινδύνευσε να εξοντωθή και όλος ο στόλος των Σπετσών εντός του λιμένος υπό των εχθρών του ελληνικού αγώνος Αυστριακών. Δύο πλοία της νήσου ταύτης, το του Αναργύρου Λεμπέση και το του Γιάννη Κούτση, συνέλαβαν έξωθεν της Πρεβέζης τέσσαρα αυστριακά μεταφέροντα ξυλείαν εκ Τεργέστης εις Αλεξάνδρειαν επί λόγω ότι τα φορτία των ήσαν ιδιοκτησία τουρκική, και έστειλαν εις το εν Ναυπλίω θαλάσσιον δικαστήριον τα έγγραφα προς εξέτασιν. Έτυχε να ευρεθή τότε εν τω λιμένι του Ναυπλίου ο διαδεχθείς τον αυστριακόν ναύαρχον Παυλούκην Δάνδολος επί του δικρότου Ενυούς (Bellona) 64 κανονίων, έχων παρ' αυτώ και έν βρίκι, και εζήτησε να ίδη τα έγγραφα· αλλ’, αφ' ού τα έλαβε, τα εκράτησεν, αν και έδωκε τον λόγον του να τα επιστρέψη· την δε επαύριον (18 Ιουλίου) κατέπλευσεν εις Σπέτσας απαιτών τα συλληφθέντα πλοία και τα φορτία. Αντέτεινε το κοινόν επί λόγω, ότι τα μεν κατεδικάσθησαν, τα δε εδικάζοντο, και τον παρέπεμψεν εις το δικαστήριον και εις την κυβέρνησιν· αλλ' εκείνος, απαντήσας ότι ούτε δικαστήριον εγνώριζεν ούτε κυβέρνησιν, έχυσε τους πυριφλεγέθοντας του δικρότου και του βρικίου, και αι πυρινόσφαιραι, και οι μύδροι και αι βομβίδες και οι πυροσίφωνες έπεσαν διά μιας βροχηδόν εις τον μεστόν ταις ημέραις εκείναις πλοίων λιμένα και εις αυτήν την πόλιν. Οι Σπετσιώται, απροετοίμαστοι προς αντιπαράταξιν, και φοβηθέντες παντελή καταστροφήν των εν τω λιμένι πλοίων έσπευσαν να εξιλεώσωσι τον καταστροφέα παραδώσαντες τα τέσσαρα. Ο Δάνδολος, παραλαβών αυτά αδίκαστα έπαυσε να κεραυνοβολή, αλλ' απήτησεν εξακισχίλια δίστηλα εντός δύο ωρών προς αποζημίωσιν άλλου φορτίου ως κακώς καταδικασθέντος τον παρελθόντα ιανουάριον παρά του θαλασσίου δικαστηρίου· αλλά, πριν παρέλθωσιν αι δύο ώραι, πνεύσας σφοδρός άνεμος τον ηνάγκασε ν' απομακρυνθή. Η κυβέρνησις διεμαρτυρήθη κατά της αυθαιρέτου και καταστρεπτικής πράξεως, εμέμφθησαν την πράξιν και οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των άλλων μεγάλων Δυνάμεων, και ο Δάνδολος δεν επέμενεν έκτοτε εις την απαίτησίν του. Εν τοσούτω, μεγίστην βλάβην έπαθεν ο στόλος των Σπετσών, και έν των πλοίων αυτού άναψεν, αλλ' εσβέσθη· εφονεύθησαν και 13, οι μεν εν τοις πλοίοις οι δε εν τη πόλει και κατεστράφησαν και δύο παραλίμενοι οικίαι. Τοιουτοτρόπως επροοιμίασεν ο Δάνδόλος, δυσμενέστερος φανείς και αυτού του Παυλούκη. Είχεν ίσως δίκαιον και τα συλληφθέντα υπό την σημαίαν του αυτοκράτορας του πλοία διά της βίας να λυτρώση, και τας αποφάσεις του εν Ναυπλίω θαλασσίου δικαστηρίου ως μη δικαίας να θεωρήση· τω όντι, το δικαστήριον εκείνο ήτον εργαστήριον ανομίας και αδικίας· αλλά δι' ών έπραξεν υπερεπήδησε τους όρους και του δικαίου και του ανθρωπισμού· δυνάμενος να ικανοποιηθή, ως ικανοποιούντο οι αρχηγοί των άλλων ευρωπαϊκών μοιρών διά παρόμοια παθήματα, ησέβησε μεταχειρισθείς τρόπους καταστροφής, ους πάσα ευνομουμένη πολιτεία αποδοκιμάζει και ουδείς άλλος των ευρωπαίων συναδέλφων του μετήλθεν, εις φθοράν ολοκλήρου στόλου, όθεν εκρέματο η σωτηρία όλου του έθνους. Ολόκληρος δε ο στόλος των Σπετσών θα εφθείρετο, αν δεν επρόφθαναν οι Έλληνες να σβέσωσι την εν μέσω αυτού εξαφθείσαν φλόγα.

Ο δε Ιβραήμης, αφ' ού ανεπαύθη ικανόν καιρόν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, εξεστράτευσεν, αρχομένου του έαρος, εις Ηλείαν και Αχαΐαν, και διέταξε να παραπλέωσι καί τινα πλοία· πρώτον δε έργον του υπήρξε το εξής.

Προ ενός ήμισυ έτους ανεφάνη κατά τα Τριπόταμα της επαρχίας Γαστούνης ασκητής καταγόμενος εξ Ιθάκης και κοινώς λεγόμενος διά μεν το μικρόν ανάστημά του Παπουλάκης, διά δε την πολλήν αρετήν του Αγιοπατέρας· τον ασκητήν τούτον συνώδευεν ασκήτρια θαυμάζουσα και εξυμνούσα την οσιότητα του βίου του. Διαδοθείσης της φήμης της αγιότητος του Παπουλάκη, προσήρχοντο καθ' ημέραν χριστιανοί αιτούμενοι τας ευχάς του και προσφέροντες αυτώ χάριν ευλαβείας δώρα. Ο Παπουλάκης, επί λόγω ότι ήθελε να οικοδομήση επί της θέσεως εκείνης μονήν, δεν απεποιείτο τα προσφερόμενα, και έκτισε την μονήν του· και οι μεν χωρικοί ευλαβεία κινούμενοι δεν έπαυαν φέροντες αναθήματα, αυτός δε απεταμίευεν· ως απαρνηθείς δε τα εγκόσμια και αφωσιωμένος εις τα θεία σπανίως εφαίνετο, και εδέχετο τους προσερχομένους η γυνή διηγουμένη την ισάγγελον πολιτείαν και τας θείας οράσεις αυτού· δεν έπαυε δε εξ ονόματός του και να παρηγορή τους φοβουμένους τους Τούρκους λέγουσα, ότι ο Ύψιστος απεφάσισε την καταστροφήν των ασεβών, και ότι απεκάλυψε τω πιστώ του θεράποντι, Παπουλάκη, την ημέραν, καθ' ήν θα ωδήγει αυτός τους Έλληνας εις εκτέλεσιν της θείας βουλής βαστών μόνον ρόπαλον. Επίστευαν οι απλοί τους λόγους της γυναικός, και ο Παπουλάκης, φωτιζόμενος υπό των ανακαλύψεων αυτής, εθεωρήθη μετ' ολίγον, εξ ών έλεγεν, ως λαβών θεόθεν και το διορατικόν χάρισμα. Τόσον δε ηύξησεν η προς αυτόν ευλάβεια του κοινού, ώστε ουδείς ετόλμα να δείξη ότι εδυσπίστει εις την αγιότητά του· όλοι δε, όσους έκρινεν αξίους της παρουσίας του, ίσταντο ενώπιόν του ασκεπείς, και εσταυρωμένας κρατούντες τας χείρας ηκροάζοντο όσα έλεγεν ως θεόπνευστα. Εν τοσούτω, ακούσας ο Ιβραήμης επί της πορείας του τα φημιζόμενα περί του ανδρός, και κυρίως περί των θησαυρισμάτων αυτού, έστειλεν έν σώμα εις Τριπόταμα, όπερ επιπεσόν αίφνης ήρπασεν όλα τα εκεί αναθήματα, έκαυσε την μονήν, συνέλαβε τον ασκητήν και την ασκήτριαν, και τον μεν έσφαξε, την δε εδημοπράτησε.

Χωρών δε ο εχθρός προς την Ηλείαν διέβη ανεμπόδιστος και ατουφέκιστος το Κλειδί, επέρασε τον Αλφειόν και συνέλαβέ τινας των καταφυγόντων εις τα νησίδια και πολλούς των κατά το Κατάκολον συσσωρευθέντων και χάριν ασφαλείας εις Ζάκυνθον διαπορθμευμένων, τους μεν επί της ξηράς τους δ' επί της θαλάσσης· ηχμαλώτευσε και πολλάς οικογενείας εις τα παρακείμενα πυκνά δάση καταφυγούσας και διά του πυρός και του γαυγίσματος των ρινηλατούντων σκύλων ανευρισκομένας. Πολλαί γυναίκες επί της καταδιώξεως ταύτης αυτολοκαυτώθησαν εις αποφυγήν των δεινών της αιχμαλωσίας. Δήμος δέ τις Κόλιας εφόνευσεν αυτοχειρί την σύμβιόν του και το τέκνον του, και διασωθείς ως ταχύπους εδικαιολογείτο, ότι εισήγαγεν αμίαντα εις τον παράδεισον τα θύματα της χειρός του. Πατήσας ο Ιβραήμης και κακοποιήσας την επαρχίαν της Γαστούνης απέστειλε διά των Πατρών μέρος του στρατεύματός του εις την στερεάν Ελλάδα, ίνα συνοδεύση τρισχιλίους ίππους μακρόθεν μετακομιζομένους προς αναπλήρωσιν του καθ' ημέραν φθειρομένου ιππικού του και των υποζυγίων του· αυτός δε εξεστράτευσεν εις άλωσιν του Χλουμουτσίου και έφθασεν έξωθεν αυτού την 15 απριλίου.

Το φρούριον τούτο ήτο, ως είρηται, πάντη ημελημένον και εγκαταλελειμμένον επί της επαναστάσεως. Αρχομένου δε του μαρτίου του έτους τούτου, εναυάγησε παρά τω παρακειμένω λιμένι της Γλαρέντσας πολεμικόν τουρκικόν πλοίον 14 κανονίων· εξ αυτών ετέθησαν 8 επί του φρουρίου τούτου· αλλ' αι δεξαμεναί του ρανίδα νερού δεν είχαν, διότι ουδέποτε εκαθαρίσθησαν ουδ' επεσκευάσθησαν. Επί δε της επιδρομής ταύτης κατέφυγαν εις αυτό, καθώς κατέφευγαν και άλλοτε, χάριν ασφαλείας 1500 ψυχαί και εισήλθαν εις υπεράσπισιν αυτού 300 μαχηταί υπό τον Μιχάλην Σισίνην. Ο Ιβραήμης, προσκαλέσας τους εγκλείστους να παραδοθώσι και μη εισακουσθείς, τους επολιόρκησε, και στήσας τρία ελαφρά κανόνια και αποβιβάσας εκ των πλοίων δύο βομβοβόλους τους επολέμει. Αντείχαν οι έγκλειστοι κατ' αρχάς γενναίως, και τρις εξώρμησαν διά νυκτός επί τον εχθρόν· αλλά δεν ήσαν προητοιμασμένοι εις μακράν πολιορκίαν, ουδέ την επροσδόκων· διότι και άλλοτε οι εχθροί διέβησαν απέμπροσθεν του φρουρίου και δεν τo επολιόρκησαν· εψεύσθησαν όμως αι πρροδοκίαι των, και οι εχθροί διέμειναν ταύτην την φοράν πολιορκούντες αυτό τρεις εβδομάδας, έως ου η δίψα ηνάγκασε τους εγκλείστους να παραδοθώσι την 5 μαΐου εις την διάκρισιν του εχθρού απορρίψαντος πάντα συμβιβασμόν. Τόσον δε σφοδρά ήτον η καταβασανίζουσα αυτούς δίψα, ώστε πάμπολλοι απέθαναν άμα εξελθόντες και πιόντες διά μιας κατά κόρον. Εκτός του Σισίνη καί τινων άλλων, οι λοιποί κατεδικάσθησαν εις δουλείαν· δεκαπέντε δε Έλληνες εφονεύθησαν επί της πολιορκίας.

Εν ώ δε ο Ιβραήμης κατεγίνετο εις τα της Ηλείας, εξέπλευσε του Ελλησπόντου εις υποστήριξιν των επιχειρημάτων αυτού ο οθωμανικός στόλος συγκείμενος εξ ενός δικρότου, εννέα φρεγατών και δεκαοκτώ βρικίων και γολεττών υπό τον Ταχήρπασαν και τον Πατρονάμπεην, και μηδέν απαντήσας κατά τον πλουν εμπόδιον κατευοδώθη εις Νεόκαστρον.

Ο δε αποπλεύσας του Πειραιώς Κοχράνης επεσκέφθη την Ύδραν και τας Σπέτσας. Συνήλθαν συγχρόνως κατά διαταγήν του εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών αι μοίραι των τριών ναυτικών νήσων. Η ψαριανή δεν είχε την φοράν ταύτην τον αρχηγόν της Νικολήν Αποστόλη, υφ' όν πολλάκις εδοξάσθη. Ο αξιότιμος ούτος και αρχαϊκός ανήρ επλήρωσε το κοινόν χρέος την 6 απριλίου εν Αιγίνη, όπου μετώκησε καταστραφείσης της πατρίδος του. Έτοιμοι ήσαν αι ελληνικαί μοίραι να εκπλεύσωσιν· αλλ' ο Κοχράνης, μαθών ότι ο Ιβραήμης διέμενεν εντός τινος εν τω λιμένι της Γλαρέντσας βρικίου, διαρκούσης της πολιορκίας του Χλουμουτσίου, έβαλε κατά νουν να τον αφαρπάση, και αφήσας όλον τον στόλον απέπλευσεν επί της φρεγάτας επαγόμενος και την Καρτερίαν. Την 10 μαΐου προς το εσπέρας επλησίασεν η Ελλάς την Γλαρέντσαν υπ' αυστριακήν σημαίαν· αλλ' ο Ιβραήμης, είτε εξ υποψίας είτε εκ περιστάσεως, προλαβών απέβη εις την ξηράν· ο δε Κοχράνης, μη ευρών το θήραμά του προσέβαλε δύο αιγυπτίας κορβέττας, έβλαψε την μίαν και εσκότωσε πολλούς του πληρώματος, αλλ' ουδεμίαν συνέλαβε. Καθ' ήν δε ημέραν έπλευσεν η Ελλάς προς την Γλαρέντσαν, έπλευσε και η Καρτερία προς τας Πάτρας· αλλά, παθούσης της μηχανής της, επόδισε, και εν ώ παρήλλαττε τον Μαλέαν, σφοδρός ανεμοστρόβιλος έρριψε τα δύο της κατάρτια. Δέκα δε ημέρας περιπλεύσας ο Κοχράνης το ιόνιον πέλαγος συνέλαβε πλοίον φέρον πολεμεφόδια και αιχμαλώτους Έλληνας μετακομιζομένους εις Νεόκαστρον προς μεταβίβασιν εις Αίγυπτον και το απέστειλεν εις Πόρον αποβιβάσας αβλαβείς εις το Λοιμοκαθαρτήριον της Ζακύνθου δέκα Τούρκους ευρεθέντας εν αυτώ· την δε 25 απήντησεν εκτός των Κυθήρων τον ελληνικόν στολίσκον αναμένοντα αυτόν εκεί κατά δευτέραν διαταγήν του και συγκείμενον εξ ενός τρικατάρτου, δεκατεσσάρων βρικίων και οκτώ πυρπολικών, και συναπέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν επί σκοπώ να πέση αίφνης εις τον λιμένα και καύση διά των πυρπολικών τον εν αυτώ στόλον του Μεχμέτ-Αλή ανέτοιμον εις αντίστασιν και εις έκπλουν. Ιούνιος Την 4 Ιουνίου, μετά μεσημβρίαν, εφάνησαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν της Αλεξανδρείας υπό αυστριακήν σημαίαν· και εν πρώτοις μεν υπελήφθησαν ως αυστριακά εμπορικά υπό συνοδίαν φρεγάτας· αλλά πλησιάσαντα εγνωρίσθησαν, και αι προφυλακίδες του στόλου του Μεχμέτ-Αλή φοβηθείσαι έδραμαν εις τον λιμένα, και μία αυτών εκάθησεν επί του στόματος. Η Ελλάς ηγκυροβόλησε δύο μίλια μακράν της ξηράς, και ο Κοχράνης διέταξε τα οκτώ πυρπολικά να εισπλεύσωσιν· εισέπλευσαν δύο και έκαυσαν την επί του στόματος προφυλακίδα 22 κανονίων. Κατεταράχθησαν οι Αιγύπτιοι ιδόντες τον εχθρόν προ των θυρών, ηγωνίσθησαν δι' όλης της νυκτός να ετοιμάσωσι τα πλοία των, και, πρωίας γενομένης, ο Μεχμέτ-Αλής έπλευσεν ως παρατηρητής προς το στόμα του λιμένος επί τινος πολεμικού βρικίου νεωστί κατασκευασθέντος εν Μασσαλία· εξέπλευσαν μετ' ολίγον καί τινες κανονοφόροι επί σκοπώ να κυριεύσωσι πυρπολικόν ελληνικόν κείμενον υπό την ξηράν εν άκρα νηνεμία, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν. Τα ελληνικά πλοία διέμειναν όλην την ημέραν έμπροσθεν του λιμένος και προς το εσπέρας εστράφησαν αρκτοδυτικώς· την δε επαύριον εξέπλευσαν έξ φρεγάται, έξ κορβέτται και δέκα βρίκια εις καταδίωξιν αυτών υπό την οδηγίαν του Μεχμέτ-Αλή. Ο στόλος ούτος ηκολούθησε τα ελληνικά μέχρι της Ρόδου μακρόθεν, έως ου έγειναν άφαντα· την δε 20 επανήλθαν εις τα ίδια, και η Ελλάς ηγκυροβόλησεν εν Πόρω.

Μετά δε την πτώσιν του Χλουμουτσίου μετέβη ο Ιβραήμης εις Πάτρας, δουλαγωγήσας καθ' οδόν επτακοσίας ψυχάς καταφυγούσας εις την λίμνην της Καλογραίας κατά τον Πάπαν και μετέβη την 25 μαΐου εις Ρίον, όπου παρέλαβε τους τρισχιλίους ίππους του. Την δε 2 Ιουνίου εξαπέστειλεν εις χρήσιν της εν Τριπολιτσά φρουράς δισχίλια τροφοφόρα ζώα υπό την συνοδίαν του Δελή-Αχμέτη.

Δύο ήμισυ έτη παρήλθαν αφ' ού επάτησε την Πελοπόννησον ο Ιβραήμης και μεγάλα τα εντεύθεν παθήματα των Πελοποννησίων. Τα ζοφερά σπήλαια, αι δυσανάβατοι ακρώρειαι, τα δυσπρόσιτα έλη, οι κρημνοί και οι απότομοι βράχοι ήσαν τα μόνα ασφαλή κατοικητήριά των, το χώμα δε πολλάκις στρωμνή και τροφή τα άγρια χόρτα· εφονεύοντο, ηχμαλωτίζοντο, ελαφυραγωγούντο, κατεστρέφετο η πατρίς των, αλλά δεν επροσκύνουν. Επί των ημερών όμως τούτων οι κάτοικοί τινων επαρχιών απηρνήθησαν τον εθνικόν αγώνα. Πρό τινος καιρού είχε μυστικάς σχέσεις προς τον Ιβραήμην είς των υποπλαρχηγών της επαρχίας των Πατρών, ο εκ Ζουμπάτης Δημήτρης Νενέκος. Ούτος απέρριψεν επί της εκστρατείας ταύτης το προσωπείον, εστράτευσε μετά του Ιβραήμη κατά των συμπολιτών του, και συμβουλεύσας αυτόν να ανεξικακή και να πολιτεύεται τους Έλληνας επιεικώς, εδείχθη θερμός απόστολός του. Το παράδειγμα και η φωνή του αρνησιπάτριδος Νενέκου, η πλαστή εξημέρωσις του αγρίου Ιβραήμη, αι ευτυχείς εκστρατείαι του, η απελπισία των λαών από πάσης αντιλήψεως και η γενική παράλυσις των ελληνικών πραγμάτων τόσον επηρέασαν τα πνεύματα των ανθρώπων, ώστε τα πλείστα χωρία των επαρχιών Πύργου, Γαστούνης, Πατρών, Βοστίτσης και Καλαβρύτων επροσκύνησαν, και το μόλυσμα φόβος μέγας ήτο μη διεδίδετο και αλλού· θεραπείαν το κακόν δεν είχεν ειμή την εμψύχωσιν των λαών διά της εν Πελοποννήσω συστάσεως στρατοπέδων. Ακάματος εδείχθη ο Κολοκοτρώνης εν τη δεινή ταύτη ώρα· έγραψε παντού απειλών και συμβουλεύων, εκίνησε στρατιωτικά σώματα εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, προητοίμασε το εν τω ομφαλώ αυτής φρούριον της Καρυταίνης εις αντίστασιν και καταφύγιον των περιοικούντων, και έστειλεν ικανούς εις υπεράσπισιν του μεγάλου Σπηλαίου, καταφυγίου των γειτονικών επαρχιών, διότι εμελέτα ο Ιβραήμης να το πατήση είτε ως εχθρός είτε ως φίλος.

Την δε 13 επανήλθεν ο Δελή-Αχμέτης εκ Τριπολιτσάς εις Πάτρας, αφ' ού εξετέλεσεν ευτυχώς το έργον του, και την 17 εστράτευσεν ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων μηδεμίαν προξενήσας καθ' οδόν επί τη συμβουλή του Νενέκου βλάβην, και εσκήνωσε κατά το μετόχιον του μεγάλου Σπηλαίου, Σάλμενα, δύο ώρας μακράν της πόλεως των Καλαβρύτων και δύο ήμισυ του μοναστηρίου, και έγραψε προς τους πατέρας περιποιητικώ τω τρόπω προσκαλών αυτούς εις το στρατόπεδόν του ίνα λάβωσι τα αμνηστήρια και συμβουλεύσωσιν, ως υπηρέται του Θεού του ελέους και της ειρήνης, τους προκρίτους της Πελοποννήσου να μη γίνωνται αφορμή της φθοράς του τόπου και της αιματοχυσίας των αδελφών των. Φοβηθέντες οι πατέρες υπεκρίθησαν υποταγήν, αλλ' απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις το στρατόπεδόν του. Απήτησε και εκ δευτέρου ο Ιβραήμης την παρουσίαν των ενώπιον του ως αναγκαίαν, αλλά παρήκουσαν και εκ δευτέρου, επαναλαμβάνοντες πάντοτε την προς την υψηλήν Πύλην πίστιν και υποταγήν των. Τοις έγραψεν ο Ιβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση. Την νύκτα της 23 ανέβησαν τρισχίλιοι εχθροί υπό την οδηγίαν των περί τον Νενέκον διά δυσβάτων μερών και δι' αγνώστων μονοπατίων εις τον υπερκείμενον του μοναστηρίου υψηλόν σταυρόν, και εξημερώθησαν ενώπιον των απειθών πατέρων· εξακόσιοι ήσαν οι υπερασπισταί του μοναστηρίου, κληρικοί και λαϊκοί, κατέχοντες νεοδμήτους τινάς πύργους δυναμωθέντας προ ολίγου διά κανονίων. Μετά την ανατολήν του ηλίου ήρχισεν η μάχη και διήρκεσε μέχρι του δειλινού. Οι Τούρκοι απέτυχαν και ωπισθοδρόμησαν αυθημερόν εις το στρατόπεδόν των, εφονεύθησαν και επληγώθησαν ικανοί εξ αυτών ως πολλάκις ορμήσαντες, ένδεκα δ' εκ των Ελλήνων· εφονεύθη και ο Ανδρέας Σαρδελιάνος. Τοιουτοτρόπως διετηρήθη και την φοράν ταύτην το μοναστήριον απάτητον.

Τούτων γενομένων, ο μεν Ιβραήμης εστράτευσε πανστρατιά εις Τριπολιτσάν· ο δε Νενέκος, όστις δεν έπαυε δίδων τρανά δείγματα πίστεως προς τους καταστροφείς της πατρίδος του και τους δημίους και ανδραποδιστάς των συμπολιτών του, μετέβη μετά των περί αυτόν εις Πάτρας, συνηνώθησαν πολλοί των εκεί Τούρκων, Ιούλιος και την 3 Ιουλίου προσέβαλαν τους περί τον Βασίλην Πετμεζάν κατά τον Άγιον Βλάσην και τους διεσκόρπισαν· προσέβαλαν την 17 και τους περί τον Χελιώτην και Φεϊζόπουλον κατά την εν τη επαρχία Βοστίτσης μονήν του αγίου Ιωάννου, και κυριεύσαντες δι' επανειλημμένων εφόδων το έξωθεν οχύρωμα, και καταστρέψαντες όλους σχεδόν τους εν αυτώ, ως 60, ανεχώρησαν αυθημερόν πολλά και αυτοί παθόντες.

Δεν εχάρη επί πολύ ο ανοσιουργός Νενέκος τας τιμάς της προδοσίας του, δολοφονηθείς μετά τα συμβάντα ταύτα ενεργεία του Κολοκοτρώνη.

Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Κατσάναν, διήρεσε το στράτευμα, και τους μεν απέστειλεν εις Λαγκάδια διά της γεφύρας της Κυράς προς αφανισμόν και αυτού και των λοιπών χωρίων της επαρχίας Καρυταίνης, ως μη δεχομένων τα αμνηστήρια (α), αυτός δε και οι λοιποί ώδευσαν κατ' ευθείαν, όπως συνενωθώσιν εν τη πεδιάδι της Καρυταίνης.

Ταις ημέραις εκείναις ευρίσκοντο δισχίλιοι Έλληνες εν Λιβαρτσίω υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον προς εμψύχωσιν των λαών. Ούτοι μετέβησαν εις Καρνέσι, όπου ήτον οχύρωμα εχθρικόν, απεδίωξαν τους Τούρκους και το εκυρίευσαν. Ανεφάνησαν αίφνης οι περί τον Ιβραήμην και εφώρμησαν. Οι Έλληνες αντεστάθησαν μέχρι τινός, άφησαν μετά ταύτα το οχύρωμα και απεμακρύνθησαν· επέστρεψαν μετ' ολίγον και ηκροβολίσθησαν, αλλ' επιφανέντος άλλου εχθρικού σώματος ανεχώρησαν· 20 Τούρκοι και 7 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν. Μετά τον ακροβολισμόν τούτον εισήλθε το εχθρικόν στράτευμα όλον εις Τριπολιτσάν, και, αρχομένου του ιουλίου, κατέβη εις Μεσσηνίαν, όπου κατέβη και ο Ιβραήμης.

Την δε 26 εφάνησαν έμπροσθεν των Κυτριών και της Σκαρδαμούλας δεκατέσσαρα πλοία εχθρικά εκπλεύσαντα του Νεοκάστρου, τα πλείστα φρεγάται και κορβέτται, και έρριψαν αυθημερόν 1700 κανονίας, αλλ' αντισταθέντων γενναίως των Μανιατών ανέπλευσαν άπρακτα. Προσέβαλαν την αυτήν ημέραν οι εχθροί διά ξηράς και τους εν Φρουτσάλα υπό τον Νικήταν, αλλ' ουδ' εκεί ευδοκίμησαν. Ανεχώρησαν μετ' ολίγον εκ Νεοκάστρου εις Τριπολιτσάν τετρακισχίλιοι εχθροί συνοδεύοντες μέγα πλήθος τροφοφόρων ζώων. Ο Νικήτας, προκαταλαβών το στενόν του Λεονταρίου, ενέδρευσε, και εφόνευσεν ικανούς, αλλά δεν εμπόδισε την πορείαν των εχθρών· επληγώθησαν δ' εν τη μάχη ταύτη και δέκα Έλληνες.

Ο δ' επανελθών εις Πάτρας Δελή-Αχμέτης εξεστράτευσε λήγοντος του ιουλίου, διέβη ατουφέκιστος τα Σελλά, διεσκόρπισε τους εν τω χωρίω Κουνινά υπό τον Φεϊζόπουλον και τον Λεχουρίτην φονεύσας τινάς αυτών, εν οίς και τον Γεώργιον Μωραΐτην, και προχωρήσας εις το ξενοδοχείον της Ακράτας επανήλθεν εις Πάτρας· εστράτευσε μετ' ολίγας ημέρας και προς το μέρος της Καφικαριάς πλησίον των Λαπαναγών, χωρίου των Καλαβρύτων, όπου έμαθεν ότι συνήλθεν ελληνικόν στράτευμα. Η θέσις αύτη έχει δύο πορείας, την μεν προς το μέρος των Πατρών βατήν, την δε προς το των Καλαβρύτων και της Βοστίτσης σχεδόν άβατον. Εν ταύτη ετοποθετήθησαν 1500 Έλληνες υπό τον Πλαπούταν, τον Μελετόπουλον, τον Ροδόπουλον, τον Χρήστον Φωτομάραν και άλλους. Την 26 αυγούστου πρωί εσκήνωσαν τετρακισχίλιοι εχθροί τακτικοί και άτακτοι, ιππείς και πεζοί, υπό την θέσιν εκείνην, και την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου ανέβησάν τινες αυτών και επολέμησαν τους Έλληνας· αλλά, μη δυνηθέντες να προχωρήσωσι διά το κατωφερές και κρημνώδες του μέρους εκείνου, επανήλθαν αυθεσπερί εις τας σκηνάς των. Την επαύριον εκίνησαν πανστρατιά κατά το αυτό μέρος στήσαντες απέναντι των Ελλήνων δύο κανόνια· αλλ' οι Έλληνες τους αντέκρουσαν κυλίοντες λίθους, και τους ηνάγκασαν να στρέψωσι τα νώτα· εφώρμησαν οι εχθροί και μετά την μεσημβρίαν, αλλ' έπαθαν και τότε όσα και την πρωίαν. Ιδόντες δε ότι ορμώντες εβλάπτοντο και δεν έβλαπταν, απεχώρησαν κανονοβολούντες, και, σκότους γενομένου, ανεχώρησαν. Πολλοί επί της διημέρου μάχης εχθροί τακτικοί και άτακτοι εφονεύθησαν και επληγώθησαν, καί τινες ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και δύο σημαιοφόροι· τρεις δε Έλληνες εφονεύθησαν και δέκα επληγώθησαν. Μετά την μάχην ταύτην, οι μεν Έλληνες κατέβησαν εις Πετσάκους δύο ώρας μακράν της Καφικαριάς, οι δ' εχθροί, διασκορπισθέντες εις τα χωρία, τα ελεηλάτησαν και συνενωθέντες πάλιν εις Βοστίτσαν εστράτευσαν προς το Διακοπτόν, όπως προχωρήσωσι κατά την Ακράταν· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, προκαταλαβόντων αυτό των εν Πετσάκοις Ελλήνων, ωπισθοδρόμησαν εις Βοστίτσαν.