Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 15
Πολλά και διάφορα ερρέθησαν περί της καταστάσεως των εν τη ακροπόλει επί της παραδόσεώς της μετά δεκάμηνων πολιορκίαν. Αθλία και τρισαθλία ήτον η κατάστασίς των· παντός σχεδόν ζώου κρέας, ως και αυτών των ακαθάρτων, εξέλειψεν· οι μύλοι δι' έλλειψιν υποζυγίων έπαυσαν ν' αλέθωσι, και ο στρατιώτης μόνος εχειρομύλιζε και εζύμονε· παντός είδους ξύλα εξέλειψαν· αι οικίαι όλαι κατεστράφησαν, και όχι μόνον οι υγιείς, αλλά και αυτοί οι ασθενείς και οι τραυματίαι, έκειντο ύπαιθροι· τα φορέματά των όλα εφθάρησαν· σκεπάσματα δεν είχαν όλοι, αλλ' ούτε ιατρός ούτε ιατρικά ευρίσκοντο εις θεραπείαν των ασθενών και των πληγωμένων· τόσα δε ήσαν τα παθήματά των, ώστε το πέμπτον των περί τον Φαβιέρον απωλέσθη, οι μεν εξ ασθενειών, οι δε εκ της εχθρικής πυροβολής, εν οίς και ο ιστοριογράφος των πρώτων παθημάτων και κατορθομάτων των Ελλήνων Ραφανέλης· επεβάρυνε τας κακουχίας και ταλαιπωρίας των επιβιούντων και η δριμύτης του χειμώνος. Αλλά, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο η παράδοσις, τα εκ της δριμύτητος του χειμώνος κακά εξέλειψαν· το νερόν, αν και ωλιγόστευσεν, ήτον ανελλιπές ως πηγαδίσιον και επαρκές εις διατήρησιν των εγκλείστων· έπασχαν στέρησιν παντός προσφαγίου, αλλ' είχαν τόσην κριθήν, αν και κακής ποιότητος, ώστε δι' αυτής θερμαίνοντες τα αρτοπτεία έψηναν την τροφήν των· άφησαν δε εν τη ακροπόλει μετά την έξοδόν των και ικανήν ποσότητα αυτής, ην επροσπάθησαν εις μάτην επί της διαπραγματεύσεως να πωλήσωσι τω Κιουταχή ή να εξαγάγωσιν· ώστε η ακρόπολις ήτο τεσσάρας και πέντε μήνας εν μέσω κακουχιών διατηρήσιμος· και αν δύο μόνον μήνας διετηρείτο, δεν θα έπιπτε πλέον, διότι η υπέρ της Ελλάδος των τριών Δυνάμεων συνθήκη υπεγράφη μετά ένα μήνα, και την 5 αυγούστου εφάνησαν κατά τα παράλια της Ελλάδος οι εις υπεράσπισιν σταλέντες συμμαχικοί στόλοι (δ). Διά τούτο, αφ' ού εγνωστοποιήθη ότι ήτον εν τη ακροπόλει τροφή και πόσις, και ότι οι έγκλειστοι δεν ήσαν εις την εσχάτην ανάγκην, ως όλοι επίστευαν, ηγέρθη τόσω δεινή κατακραυγή, ώστε οι οπλαρχηγοί, αισθανόμενοι την ανάγκην να αθωωθώσιν ενώπιον του κοινού, ενοχοποίουν αλλήλους· συνενοχοποίουν δε ποτέ μεν τον Τσώρτσην ως διατάξαντα την παράδοσιν, ποτέ δε τον Φαβιέρον ως υποκινούντα τους στρατιώτας εις τούτο. Ο δε Τσώρτσης αντενοχοποίει τους ενοχοποιούντας αυτόν ως ψευδομένους ότι επείνων και εδίψων· εθεώρει δε την επί τη διαταγή αυτού δικαιολογίαν των ως ανίσχυρον πρόφασιν· διότι, καθ' όν καιρόν τοις εδόθη, την απέρριψαν. Ο δε Φαβιέρος δεν εδικαιολογείτο, αλλ' εκάλει τους εγκαλούντας αυτόν συνενόχους. Τόσον δε ωργίσθη κατ' αυτού ο εν Πόρω όχλος, ώστε εις καθησύχασιν ηναγκάσθη η εκεί εδρεύουσα κυβέρνησις να τον βάλη υπό προσωρινήν κράτησιν.
Η πτώσις της ακροπόλεως επέφερε την πτώσιν όλων των επί του Καραϊσκάκη ανεγερθέντων μερών της στερεάς Ελλάδος. Οι οπλαρχηγοί αυτών οι μεν εψευδοσυμβιβάσθησαν και έμειναν εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι, οι δε κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Ο δε Κιουταχής, όστις, καθώς ωμολόγησε, θα ηναγκάζετο να λύση την πολιορκίαν αν εκινούντο κατ' αυτού, ως προεσχεδιάσθη, όλα τα ελληνικά στρατεύματα κατά την 24 απριλίου, αφήσας τακτικούς τινας φθάσαντας μετά την πτώσιν της ακροπόλεως εις φρούρησιν αυτής, και απολύσας πολλούς των υπομισθίων του Αλβανών ανεχώρησεν εις Θήβας, και, διαθέσας τα πάντα όπως η περίστασις απήτει, και τοποθετήσας ικανάς δυνάμεις πολλαχού της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ομέρ-πασαν, απήλθε διά της Λαρίσσης εις Ιωάννινα, θεωρούμενος δικαίως δι' όσα κατώρθωσεν ως ο ικανώτερος πολέμαρχος του σουλτάνου.
1827
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.
&Μετάβασις της βουλής και της αντικυβερνητικής επιτροπής εις Ναύπλιον. — Αλληλομαχία των φρουράρχων αυτού και αταξίαι εν Άργει. — Ο αυστριακός ναύαρχος κανονοβολεί τα εν τω λιμένι Σπετσών πλοία. — Εκστρατεία Ιβραήμη εις Ηλείαν και Αχαΐαν. — Κατάπλους του βυζαντινού στόλου εις Νεόκαστρον και έκπλους του ελληνικού. — Προσκύνησις Νενέκου καί τινων μερών της Πελοποννήσου — Επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν διά Τριπολιτσάς. — Εκστρατεία Δελή-Αχμέτη εις τας επαρχίας Βοττίτσης και Καλαβρύτων και άφιξις αυτού παρά τω Ιβραήμη. — Ναυτικά κινήματα και κατορθώματα των Ελλήνων. — Καταστροφή Μεσσηνίας διά πυρός και σιδήρου.&
Η ΔΕ αντικυβερνητική επιτροπή, αφ' ού ωρκίσθη ενώπιον της εθνικής συνελεύσεως τον όρκον της υπηρεσίας, διέμεινεν ημέρας τινάς εν Τροιζήνι και την 15 απριλίου απήλθεν εις Πόρον επί σκοπώ να μεταβή εις Ναύπλιον, καθ' ά διέταξεν η συστήσασα αυτήν Αρχή. Οι δε βουλευταί συνήρχοντο προσωρινώς εις Ερμιόνην υπό την προεδρίαν του Ρενιέρη όπως μεταβώσι και ούτοι εις Ναύπλιον προς έναρξιν των εργασιών των· αλλ' η κατάστασις και του φρουρίου εκείνου και των υπό την ελληνικήν σημαίαν δύο άλλων, του της Μονεμβασίας και του της Ακροκορίνθου, ήτον αθλιωτάτη. Έκαστον αυτών ετέλει υπό αρχηγίαν ανεξάρτητον της κυβερνήσεως· το της Μονεμβασίας είχεν αρχηγόν τον Γιάννην Μαυρομιχάλην το της Ακροκορίνθου τον Τσαβέλλαν, τον Χατσή- Πέτρον, τον Μήλιον και άλλους Στερεοελλαδίτας εξαγοράσαντας αυτό παρά της φρουράς του, αφ' ού ο Ιωάννης Νοταράς εφονεύθη· το δε Ναύπλιον είχεν επί μεν του παλαμηδίου τον Θεοδωράκην Γρίβαν αφαρπάσαντα αυτό του Φωτομάρα, επί δε της ακροναυπλίας τον Φωτομάραν, πολιτάρχην δε τον Σταύρον Γρίβαν υπό τας διαταγάς του αδελφού του. Ηγανάκτουν οι Πελοποννήσιοι βλέποντες τα της Πελοποννήσου και κυρίως τα του Ναυπλίου φρούρια εις χείρας μη Πελοποννησίων και ηγωνίζοντο να τα κυριεύσωσιν όπως εδύναντο· επί τω σκοπώ τούτω εγράφη κατά πρότασιν αυτών εν Τροιζήνι και το ιη' ψήφισμα προσδιορίζον το Ναύπλιον καθέδραν της κυβερνήσεως και διατάττον και την εις αυτό ανυπέρθετον μετάβασίν της. Μετά δε την λήξιν της συνελεύσεως, καθ' όν καιρόν διέτριβεν εισέτι η κυβέρνησις εν Πόρω, μετέβησαν ο Κολοκοτρώνης και πολλοί ομόφρονές του οπλαρχηγοί εις Ναύπλιον επί λόγω μεν να εφοδιασθώσι πολεμεφοδίων εις εκστρατείαν κατά του Ιβραήμη, επί σκοπώ δε να κυριεύσωσιν αυτό δι' επιβουλής. Ούτοι εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν των προς τον Γιαννάκην Λαμπρόπουλον, αξιωματικόν της φρουράς του παλαμηδίου, ως παλαιόν γνώριμον και συναγωνιστήν των, ζητούντες να τοις ανοίξη επί πλουσία αμοιβή, δι ών εκείνος οίδε τρόπων, τας πύλας του φρουρίου. Ο Λαμπρόπουλος τοις υπεσχέθη την συνδρομήν του· αλλά, λαβών επί δωροδοκία δήθεν των στρατιωτών γρόσια 25,000, και αναβάς εις παλαμήδι επί λόγω να προδιαθέση τα πνεύματα, ανεκάλυψε τα μελετώμενα τω Γρίβα. Ο Γρίβας, θέλων να συλλάβη επ' αυτοφώρω τους επιβουλευομένους την αρχήν του, έπεισε τον Λαμπρόπουλον να προσποιηθή τον φίλον και συνεργάτην αυτών και να τους φέρη εις παλαμήδι ανυπόπτους ως εις κατοχήν αυτού. Εξετέλεσεν ο Λαμπρόπουλος την εντολήν του, και οι περί τον Κολοκοτρώνην εξήλθαν εις στρατολογίαν επί καταλήψει του φρουρίου· επειδή δε ήθελαν να προσκτήσωσι και την πόλιν, εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν και τω Χρήστω Φωτομάρα, υιώ του φρουράρχου της ακροναυπλίας, εχθρώ του Γρίβα, και γαμβρώ του Πλαπούτα, αιτούμενοι να τους εισαγάγη και ούτος εις την πόλιν διά της υπό τον πατέρα του πύλης του κανονοστασίου των πέντε αδελφών. Ο Χρήστος υπεσχέθη, και ο Γενναίος, στρατολογήσας παρεφύλαττεν εν τοις αντικρύ του Ναυπλίου Μύλοις, ίνα εισέλθη αίφνης εις την πόλιν, δοθέντος του σημείου άνωθεν του παλαμηδίου. Μάιος Ο Λαμπρόπουλος κατά παραγγελίαν του Γρίβα ειδοποίησε την 27 μαΐου τους περί τον Κολοκοτρώνην ότι τους ανέμενε την επιούσαν νύκτα εις παραλαβήν του φρουρίου, αλλ' επί προκαταβολή έτι εις δωροδοκίαν της φρουράς 15,000 γροσίων. Ο Κολοκοτρώνης, μη έχων χρήματα πρόχειρα, έστειλεν ως αντίτιμον δύο αδαμαντοκολλήτους πιστόλας, υποσχεθείς να τας εξαγοράση διά του αιτηθέντος ποσού μετά ταύτα· ο δε Λαμπρόπουλος λαβών τας πιστόλας τας εφιλοδώρησε τω Γρίβα.
Εν τούτοις επέστη η ορισθείσα ώρα, και ο Κολοκοτρώνης, διατρίβων εν Άργει, εξεκίνησε 2000 Πελοποννησίους υπό τον Πλαπούταν, τον Τσόκρην και τον Νικήταν και τοις παρήγγειλεν, αφ' ού κυριεύσωσι το παλαμήδι, να ρίψωσι τρεις κανονίας προς ειδοποίησιν του Γενναίου, όπως εισέλθη και αυτός συγχρόνως εις την πόλιν· τόσον δε δεν υπώπτευεν ο Κολοκοτρώνης απιστίαν ή αποτυχίαν, ώστε εξέδωκε την νύκτα εκείνην προκηρύξεις προς τους Πελοποννησίους, δι' ών τους ειδοποίει ότι εκυρίευσε το φρούριον, τοις έλεγε να ακούωσιν εις το εξής αυτού μόνου τας διαταγάς, και τοις επρομήνυε την διά των ενεργειών του επάνοδον της ησυχίας και ευταξίας καθ' όλην την Πελοπόννησον. Περί δε την 6 ώραν της νυκτός έφθασαν οι Κολοκοτρωνικοί έξωθεν του παλαμηδίου, και ηύραν ανοικτήν την πρώτην πύλην. Ο Γρίβας εσκόπευε ν' αφήση τους προπορευομένους οπλαρχηγούς να έμβωσιν ανύποπτοι, και έπειτα κλείσας την πύλην να τους συλλάβη. Ο Τσόκρης καί τινες άλλοι εμβήκαν πρώτοι· αλλά, πριν προχωρήσωσι και κλεισθή η πύλη, ακράτητοί τινες της φρουράς τους ετουφέκισαν, εφόνευσαν 2, επλήγωσαν 4, εν οίς και τον Τσόκρην εις την χείρα, συνέλαβαν 3 ζώντας και εγύμνωσαν και αφώπλισαν πολλούς των εκτός καταδιωχθέντας. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, έπεσάν τινες κανονίαι από του παλαμηδίου επί τους φεύγοντας. Ακούσας ο Γενναίος τον κρότον και υπολαβών ότι ανηγγέλλετο η κυρίευσις του παλαμηδίου, ως προεσχεδιάσθη, κατέπλευσεν εν τάχει μετά των στρατιωτών του εις το κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, εισήλθεν εις την πόλιν την νύκτα διά της πύλης εκείνης, ευρών αυτήν κατά διαταγήν του Φωτομάρα ανοικτήν, και ανέμενε το φως της ημέρας εις αποβολήν των εν τη πόλει Γριβαίων· αλλά μαθών το πρωί τα εν τη νυκτί συμβάντα, και ιδών ότι εκινδύνευε να συλληφθή, εκλείσθη και ωχυρώθη μετά των περί αυτόν εντός τινων οικιών. Έφθασε την νύκτα εις το Ναύπλιον το βουλευτικόν εξ Ερμιόνης και εμεσολάβησε την επαύριον προς τους αντιφερομένους· συνέτρεξεν εις συμβιβασμόν και ο εν τη πόλει διατρίβων Υψηλάντης, εκίνησαν και οι πολίται πάντα λίθον εις αποτροπήν συγκρούσεως, και ούτως ο Γενναίος, συνοδευόμενος εις ασφάλειάν του παρά του Γαρδικιώτη Γρίβα και του Νικολού Στράτου, εξήλθε της πόλεως αβλαβής, απεμακρύνθη της Αργολίδος και ο Κολοκοτρώνης και εξέδωκεν άλλας προκηρύξεις εναντίας των πρώτων δυσφημών τους Στερεοελλαδίτας.
Ο δε Φωτομάρας είχεν υπαρχηγούς εν τη ακροναυπλία τον Γιαννάκην Στράτον και τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Αξιώτεροι οι υπαρχηγοί του αρχηγού ίσχυαν και εν πάση υποθέσει ηρωτώντο. Καθ' όν δε καιρόν ο Γενναίος εισήλθεν εις την πόλιν, ήσαν οι δύο ούτοι εν Σαλαμίνι· επανελθόντες δε και μαθόντες ότι εισήχθη ο Γενναίος εν αγνοία των αντιπροσώπων αυτών, ήργευσαν τον Φωτομάραν, και μη παύοντες να τον ονομάζωσι φρούραρχον ήρπασαν μετά τινος Ευαγγέλη την πραγματικήν Αρχήν του φρουρίου· υπερείχε δε ο Στράτος. Εν μέσω τόσω δεινών παθημάτων οι κάτοικοι του Ναυπλίου ικέτευσαν την εν Πόρω κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις την νόμιμον καθέδραν της προσδοκώντες επί τη μεταβάσει αυτής ανακούφισιν των δεινών· ηνάγκαζαν την κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις Ναύπλιον και οι μεταβάντες εκεί βουλευταί· υπέσχοντο και οι φρούραρχοι υπακοήν εις τας διαταγάς της. Εν όσω αντείχεν η ακρόπολις των Αθηνών είχε λόγους η κυβέρνησις να μη απομακρυνθή· αλλ' αφ' ού έπεσεν, ανωφελής ήτο πάσα περαιτέρω διατριβή της εν Πόρω· Ιούνιος δι' όλα ταύτα απάρασα την 15 Ιουνίου κατευωδώθη την επαύριον εις Ναύπλιον. Ήρχισε και η βουλή την 21 τας τακτικάς συνεδριάσεις της, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού των μελών αυτής· αλλά τα πράγματα του Ναυπλίου, αντί να καλλιτερεύσωσιν επί της εν αυτώ εγκαταστάσεως της κυβερνήσεως, εχειροτέρευσαν, δοθείσης της ακολούθου μικράς αφορμής.
Την νύκτα της 28 ήλθαν εις χείρας εντός της πόλεως στρατιώται του Σταύρου Γρίβα και του Γιαννάκη Στράτου καθ' οδόν απαντηθέντες, και η μικρά αλληλομαχία αύτη έγεινε πρόξενος τόσων κακών, όσα δεν έπαθεν άλλοτε η πολλά και πολλάκις παθούσα εκείνη πόλις· ενόμιζέ τις ότι τα δύο φρούρια, το του παλαμηδίου και το της ακροναυπλίας, κανονοβολούντα και κανονοβολούμενα, κατείχοντο υπό δύο εχθρικών στρατευμάτων, και ότι η πόλις, κανονοβολουμένη άνωθεν του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας, κατείχετο υπό εχθρών αμφοτέρων των φρουρών. Εννέα ημέρας ακατάπαυστος ηκούετο καταστρεπτικός και φονικός κρότος κανονίων και τουφεκίων· Ιούλιος 200 κανονόσφαιραι και βόμβαι ερρίφθησαν την 1 Ιουλίου, και αι δυστυχείς οικογένειαι, αι υπό των Τούρκων καταδιωκόμεναι και εις την πόλιν ασφαλείας χάριν καταφυγούσαι, απεδήμουν εκ της καταστρεφομένης πόλεως αι μεν ενοχλούμεναι επί της εξόδου, αι δε γυμνούμεναι οικίαι, εν αις και η του Πανούτσου Νοταρά, επατήθησαν και διηρπάγησαν^ πολίται, εν οίς και οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης και Κανέλος, ο Επίσκοπος Βρεσθένης και ο Γιώργης Τσόκρης απεκομίσθησαν οι μεν εις παλαμήδι οι δε εις ακροναυπλίαν καί τινες αυτών εκακοποιήθησαν και εζημιώθησαν· ως και αυτό το βουλευτήριον έγεινε θέατρον κακοπραγιών, και μία κανονόσφαιρα εμπεσούσα άνωθεν του παλαμηδίου, εν ώ συνεδρίαζαν οι βουλευταί, εφόνευσεν ένα εξ αυτών, τον Χρήστον Γεροθανάσην, και επλήγωσεν άλλον τον Γιαννάκην Χατσή-Πέτρου· η βουλή και η αντικυβερνητική επιτροπή κατέφυγαν εις τον θαλασσόπυργον· 100 εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εφονεύθη επί της αισχράς ταύτης αλληλομαχίας και ο αυτοχειροτόνητος αντιπρόσωπος των φιλελληνικών εταιριών της Αμερικής, Βάσιγκτων, μαχόμενος υπέρ του Στράτου εν τη ακροναυπλία και κανονοβοληθείς άνωθεν του παλαμηδίου. Η δε κυβέρνησις, ανίκανος να επαναγάγη την ευταξίαν εις την έδραν της, μετεκάλεσε το εν Μεθένοις τακτικόν εις παραλαβήν των φρουρίων, αλλά το απέπεμψε μετ' ολίγον, μη συγκατατιθεμένων των κατεχόντων αυτά· μετεκάλεσε μετά ταύτα τον Τσώρτσην στρατοπεδεύοντα μετά την παράδοσιν της ακροπόλεως των Αθηνών επί του ισθμού εις προφύλαξιν της Πελοποννήσου από ενδεχομένης εχθρικής εισβολής· ο Τσώρτσης ήλθε και εσκήνωσε την 15 προ των πυλών του Ναυπλίου εν τη αγία Μονή, και οι αλληλομαχούντες φρούραρχοι του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας τον εχαιρέτησαν κανονοβολούντες, του εμήνυσαν ότι ήσαν ευπειθέστατοι εις τας διαταγάς του και υπήγαν εις χαιρετισμόν του· αλλά τρεις εβδομάδες παρήλθαν ανωφελώς εις προτάσεις και αντιπροτάσεις. Ανέβη ο Τσώρτσης εις παλαμήδι και ενδιέτριψε δύο ημέρας. Εκάτερος των φρουράρχων υπέσχετο να υπακούση, αν υπήκουε και ο αντίζηλός του. Ο Τσώρτσης διέταξε να περιορισθώσιν, ο μεν εν τω παλαμηδίω, ο δε εν τη ακροναυπλία, ν' απαλλάξωσι δε αμφότεροι την πόλιν των στρατιωτών, και να παραδώσωσι τας πύλας και τα κανονοστάσια εις την κυβέρνησιν· συνήνεσαν αμφότεροι, και διέταξεν ο Θεοδωράκης Γρίβας τον αδελφόν του Σταύρον να εξέλθη της πόλεως. Εξήλθεν· αλλ' αντί ν' απέλθη εις τα χωρία, όπως διετάχθη, ωχυρώθη προ των πυλών αυτής, ως αν είχε σκοπόν να την πολιορκήση, έκοψε το εισρέον νερόν και έδειρε καί τινα αξιωματικόν του αρχιστρατήγου. Ηγανάκτησεν ο αρχιστράτηγος και ηπείλησε ν' αποκηρύξη τους Γρίβας. Αλλ' οι Γρίβαι ηύραν απροσδοκήτως υπεράσπισιν παρ' αυτή τη αντικυβερνητική επιτροπή. Ο Τσώρτσης αγανακτών εκήρυξεν ότι παρητείτο αν δεν εισηκούετο· επί τέλους ο μεν Σταύρος έπαυσεν ενοχλών την πόλιν, ο δε Στράτος παρέδωκεν όσα κατείχεν εν αυτή κανονοστάσια. Εξήλθαν της ακροναυπλίας και ο κατ' όνομα φρούραρχος Φωτομάρας και ο αληθής φρούραρχος Στράτος αφήσας αντιπρόσωπόν του τον Δούκαν· ο δε Γρίβας διέμεινεν εν παλαμηδίω ως και πρότερον. Ως αν δεν ήρκει δε η προς τον αρχιστράτηγον παρακοή των υπαλλήλων του εις εξουθενισμόν της Αρχής του, ήλασαν οι της φρουράς του παλαμηδίου απέμπροσθέν του, διατρίβοντος εν τη αγία Μονή, ολόκληρον αγέλην βοών αρπαγείσαν από τινων χωρίων, και προσέβαλαν και τον Κώσταν Μπότσαρην σταλέντα παρά του αρχιστρατήγου εις απόλυσιν των αρπαγέντων ζώων. Έχων τις υπ' όψιν τον περί ου ο λόγος εξευτελισμόν των υπερτάτων Αρχών ευκόλως δύναται να νοήση πόσον αθλία ήτο τω καιρώ εκείνω η κατάστασις όλης της Ελλάδος. Τούτων γενομένων, ητοιμάσθη ν' αναχωρήση την 15 αυγούστου ο Τσώρτσης εις τον ισθμόν· αλλά δύο ημέρας προ της αναχωρήσεώς του συνέβη ό,τι ολίγον έλειψε να φέρη αποτελέσματα δεινότερα.
Επικρατούσης της ταραχής του Ναυπλίου, πολλοί Στερεοελλαδίται ετοποθετήθησαν εν τη Δελαμανάρα κατά διαταγήν του αρχιστρατήγου προς σωφρονισμόν εν καιρώ ανάγκης των εν τη πόλει εκείνη απειθούντων και ατακτούντων. Επτά ημέρας διετέλουν άσιτοι και μόνην τροφήν είχαν τους καρπούς των αμπέλων της Αργολίδος. Τινές των χωρικών, πλήρεις αγανακτήσεως ότι αι άμπελοί των ετρυγούντο τοιουτοτρόπως, εσκότωσαν δι ενέδρας δύο στρατιώτας. Γνωστού τούτου γενομένου, διεδόθη λόγος ότι οι Πελοποννήσιοι συνώμοσαν να σκοτώσωσι τους Στερεοελλαδίτας· ο ψευδής ούτος λόγος επιστεύθη, και διά μιας και οι εν τοις φρουρίοις και οι εν τη πόλει του Ναυπλίου και οι του εν Δελαμανάρα στρατοπέδου Στερεοελλαδίται όλοι έτρεξαν εις την πόλιν του Άργους προς εκδίκησιν του χυθέντος αίματος και τιμωρίαν των υπολαμβανομένων συνωμοτών. Καλή τύχη, ευρέθησάν τινες φρόνιμοι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί εν τη πόλει του Άργους, οίτινες, θέλοντες να προλάβωσι τα κακόν, συνέλαβαν τους φονείς προς τιμωρίαν, και εκλείσθησαν μετά των στρατιωτών αυτών εν ταις κατοικίαις των διδόντες τόπον τη οργή· αλλ' οι χωρικοί ετοποθετήθησαν ένοπλοι εντός των επί της εισόδου της πόλεως κήπων και ερειπίων, και αντεστάθησαν κατ' αρχάς· φονευθέντων δέ τινων, διεσκορπίσθησαν. Οι δε Στερεοελλαδίται, πατήσαντες την πόλιν και μη ευρίσκοντες Πελοποννησίους εν ταις οδοίς, ετράπησαν εις λεηλασίαν και αρπαγήν κυρίως φαγωσίμων. Ευρίσκετο την ημέραν εκείνην εντός του Άργους ο γενναιόφρων Χατσή-Μιχάλης μετά του μικρού ιππικού του. Ούτος φανείς εν μέσω των μαινομένων στρατιωτών, εστηλίτευσεν ως ψευδή την ολεθρίαν φήμην, είπεν, ότι οι φονείς συνελήφθησαν και θα ετιμωρούντο, τοις έφερε πολυειδείς τροφάς, και καθησυχάσας αυτούς διά των πατριωτικών του νουθεσιών, τους έπεισε να επανέλθωσιν αυθημερόν εις τα ίδια, και ούτως επροφυλάχθη η πόλις από της καταστροφής.