Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 14
Είδαμεν τον άνδρα τούτον ένα των λαμπρών προμάχων της πατρίδος, αρχομένου του αγώνος· αλλά τα στίγματα της δουλείας και αι εκ νεαράς ηλικίας κακαί έξεις δεν εξαλείφονται εν μια ημέρα· διά τούτο τον είδαμεν μετ' ολίγον παρεκτραπέντα του προς την πατρίδα καθήκοντος και ορεγόμενον επαρχιακής Αρχής υπό τουρκικήν εξουσίαν. Και εν τούτοις και εν άλλοις επιλήψιμος ήτον η διαγωγή του, και επιλήψιμον την ωμολόγει παρρησία και αυτός. Παρέτυχαν εν τω θαλασσοπύργω του Ναυπλίου, καθ' ήν ώραν ανεδείχθη γενικός αρχηγός, μέλη τινά της επιτροπής της συνελεύσεως, εν οίς και ο διά την εμβρίθειάν του και τον χαρακτήρα του τιμώμενος Βασίλης Μπουντούρης· ούτος αποτεινόμενος προς τον νεοχειροτόνητον αρχηγόν «δεν έκαμες» , τω είπεν «έως ώρας το χρέος σου προς την πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο θεός να σε φωτίση να το κάμης εις το εξής». «Δεν το αρνούμαι», απεκρίθη ευπαρρησιάστως ο Καραϊσκάκης, «όταν θέλω γίνομαι άγγελος, και όταν θέλω γίνομαι διάβολος · έχω απόφασιν να γένω εις το εξής άγγελος» και τω όντι, αναδειχθείς γενικός αρχηγός ησθάνθη διά όλον το μεγαλείον της υψηλής του αξίας, προσηλώθη αναποσπάστως εις την εθνικήν του δόξαν, διεκρίθη ως ουδείς άλλος, και εν μέσω δεινής απορίας εφείλκυσε πλήθη πεινώντων και γυμνητευόντων και τους ωδήγησεν εις την δόξαν, όχι θεραπεύων αλλά χαλινών τας ορέξεις των και απαγορεύων τας καταχρήσεις των· αναφαίνεται δε η αξία του ανδρός έτι μάλλον, όταν αναπολήση τις οποία τα κατά την στερεάν Ελλάδα, καθ' ήν ημέραν παρέλαβε την Αρχήν, και οποία, καθ' ήν ημέραν ετελεύτησεν· εξασθενήσαντα τον αγώνα ανέρρωσε, και πεσούσαν την στερεάν Ελλάδα ανήγειρεν· ουδείς δε αυτού αποθανόντος άξιος διάδοχος εφάνη, και η δι' αυτού ανεγερθείσα στερεά Ελλάς μετέπεσεν εις δουλείαν. Εθαύμαζαν τον Καραϊσκάκην και αυτοί οι πολέμιοι· «ένα Ρεσίτην» (τον Κιουταχήν), έλεγαν, «έχουν οι Τούρκοι, και ένα Καραϊσκάκην οι Έλληνες· δύο λέοντες πολεμούν, και άδηλον τις θα καταβάλει τον άλλον». Πολλοί οι επί του αγώνος διακριθέντες κατά την στερεάν Ελλάδα οπλαρχηγοί· αλλ' ο Καραϊσκάκης ανεδείχθη στρατηγικώτερος πάντων και αρχικώτερος.
Εν ώ δε εψυχομάχει, και όλον το στρατόπεδον ήτον εν άκρα αθυμία, ο Κοχράνης, επιμένων εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του, συνήθροισεν, ελθούσης της εσπέρας, τους εγκριτωτέρους οπλαρχηγούς εν Μουνυχία και τους ηρώτησεν αν ήσαν έτοιμοι να κινήσωσιν. Ήτον η πρώτη φορά καθ' ήν έλειπεν ο γενναίος και συνετός Καραϊσκάκης από του συμβουλίου, και η εκ της απουσίας τοιούτου πολεμάρχου κατήφεια εκάλυπτε τα πρόσωπα των παρόντων οπλαρχηγών ειδότων ότι μετ' ολίγας ώρας απεχωρίζοντο αυτού διά παντός· ουδείς απεκρίθη κατ' αρχάς εις την ερώτησιν του Κοχράνου, τινές δε και υπεψιθύρισαν ότι υπέθεσαν ότι εκλήθησαν εις ακρόασιν παραμυθητικών λόγων εκ στόματος του στολάρχου διά το μέγα δυστύχημά των· αλλ', επαναλαβόντος του Κοχράνου την αυτήν ερώτησιν, απεκρίθησαν ότι δεν ήσαν έτοιμοι, ότι το στράτευμα ήτον εις αταξίαν, ότι άλλοι κατεγίνοντο να θάψωσι τους φονευθέντας, άλλοι να περιποιηθώσι τους πληγωθέντας, και ότι όλοι επεθύμουν να μη αποχωρισθώσι του αρχηγού των εν όσω η ψυχή δεν απεχωρίζετο του σώματός του, και να λάβωσι τουλάχιστον καιρόν να τον ασπασθώσι τον τελευταίον ασπασμόν. Ωργίσθη ο Κοχράνης ακούσας ταύτα και επανήλθεν εις το πλοίον του απειλών κατά την συνήθειάν του ν' αναχωρήση. Αλλ' οι οπλαρχηγοί θεωρούντες ότι η αναχώρησίς του θα επέφερε την διάλυσιν του στρατοπέδου και την πτώσιν της ακροπόλεως, έσπευσαν διαπρεσβεύσαντες να τον δυσωπήσωσιν, υποσχεθέντες ότι εκινούντο αφεύκτως την επαύριον. Τω όντι την επαύριον συνήχθησαν όλοι οι οπλαρχηγοί υπό την σκηνήν του Βάσσου, παρέστη και ο αρχιστράτηγος, και απεφασίσθη να επιβιβασθώσι το εσπέρας εις τα πλοία· διωρίσθη δε προσωρινός αρχηγός των απομενόντων στρατευμάτων ο Τσαβέλλας, και παρηγγέλθη να κινηθή προς την πόλιν διά του ελαιώνος εις αντιπερισπασμόν, καθ' ήν ώραν εκινούντο οι άλλοι διά του μέρους των τριών πύργων προς την ακρόπολιν. Και ούτοι μεν, ως προσδιωρίσθησαν, συνηριθμούντο 3000, εν οίς και οι τακτικοί και οι φιλέλληνες· οι δε απομένοντες υπό τον Τσαβέλλαν 7000, εν οίς και οι ιππείς. Βασιλεύσαντος δε του ηλίου, ήρχισαν να επιβιβάζωνται οι 3000 οι μεν εν τω λιμένι της Μουνυχίας, οι δε εν τω του Φαλήρου· ήσαν δε υπό τους οπλαρχηγούς, Μακρυγιάννην, Βάσσον, Ιωάννην Νοταράν, Παναγιώτην Νοταράν, Καλλέργην, Χριστόδουλον Ποριώτην, Κώσταν Μπότσαρην, Βέικον, Δράκον, Γεώργην Τσαβέλλαν, Ντούσαν, Νικολόν Ζέρβαν, και τον Ιγγλέσην επί των τακτικών· όλοι δε οπλαρχηγοί και στρατιώται, μηδενός εξαιρουμένου, ήσαν πεζοί, και έκαστος αυτών ενωτοφόρει τα αναγκαία πολεμεφόδιά του και διήμερον τροφήν.
Ήσαν σχεδόν μέσαι νύκτες, και επιβιβασμένοι δεν ήσαν εισέτι όλοι διά την σπάνιν των αναγκαίων λέμβων· σκοτεινή δε ήτον η νυξ εκείνη και άκρα νηνεμία επεκράτει καθ' ήν ώραν απέπλευσαν της Μουνυχίας και του Φαλήρου, ώστε μόλις περί την ώραν μετά το μεσονύκτιον έφθασαν εις τους τρεις πύργους και απέβησαν ατάκτως υπ' ουδενός αρχηγίαν· ώστε απέτυχεν εξ αυτής της αρχής το σχέδιον της προς την ακρόπολιν νυκτερινής και αφανούς αναβάσεώς των. Ατάκτως και ανάρχως αποβάντες, ατάκτως και ανάρχως εστράτευσαν· και οι μεν πλείστοι των Σουλιωτών και οι Κρήτες ετοποθετήθησαν παρά τον λόφον του Μουσείου εν μια και τη αυτή θέσει· όπισθεν δε αυτών επί μιας και της αυτής γραμμής αλλ' επί τριών χωριστών θέσεων ετοποθετήθησαν οι περί τους Νοταράδας, οι Αθηναίοι και οι τακτικοί έχοντες δύο κανόνια· όπισθεν δε της γραμμής ταύτης οι περί τον Βάσσον, όπισθεν δε αυτών οι περί τον Μπότσαρην, και όπισθεν τούτων οι άλλοι μέχρι του προς τον αιγιαλόν ναού του αγίου Γεωργίου, ον κατέλαβαν οι περί τον Ποριώτην· ώστε οι οπισθινοί απείχαν τρία μίλια των εμπροσθινών και ήσαν όλοι διασκορπισμένοι εις 13 θέσεις· μη έχοντες δε ειμή 120 πτυάρια και αξίνας, και αναγκαζόμενοι διά το κατεπείγον της ώρας να οχυρωθώσιν όλοι συγχρόνως, μετεχειρίζοντο εις εξόρυξιν οι μεν τακτικοί τας λόγχας των οι δε άτακτοι τα κοντάριά των.
Μόλις έφεξε και είδεν η εχθρική σκοπιά τα των Ελλήνων και έσπευσε να ειδοποιήση το στρατόπεδον. Ανατείλαντος δε του ηλίου, συνεσωρεύθησαν πάμπολλοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, πολλαχόθεν περί την πόλιν και προς τον όχθον του Μουσείου. Ο Κιουταχής δεν ήθελε να πιστεύση ότι τόσον ολίγοι, όσοι εφαίνοντο οι επερχόμενοι, ήλπιζαν να λύσωσιν αυτοί μόνοι την πολιορκίαν, και ενόμιζεν ότι επρόκειτο και οι εν Πειραιεί και οι εν Κερατσηνίω απολειφθέντες να κινηθώσι ταυτοχρόνως, να εξορμήσωσι δε και οι εν τη ακροπόλει· διά τούτο έμεινεν ακίνητος, παρατηρών τι τέξεται η επιούσα ώρα, καταβιβάζων ακαταπαύστως εκ Πατησίων στρατεύματα, κανονοβολών άνωθέν τινος λόφου κειμένου μεταξύ του ναού του Ολυμπίου Διός και του Υμηττού τα ελληνικά οχυρώματα, και αντικανονοβολούμενος υπό των τακτικών. Περί δε την μεσημβρίαν, ό εστιν αφ' ού είδεν ότι ουδείς των υπό τον Τσαβέλλαν ή των εν τη ακροπόλει εκινείτο, διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του παρά τον λόφον του Μουσείου οχυρώματος. Το οχύρωμα τούτο, ασθενές και χαμηλόν ως εκ του προχείρου κατασκευασθέν, έκειτο εν κακίστη θέσει, διότι είχεν έμπροσθεν του λόφον. Οι εχθροί, 2000 πεζοί και 600 ιππείς, συρρεύσαντες όπισθεν του λόφου, αφανείς και ανενόχλητοι, ανεφάνησαν αίφνης και ώρμησαν εν πρώτοις οι πεζοί εις το οχύρωμα· αλλά πολλοί αυτών υπό τον πυροβολισμόν των εν αυτώ έπεσαν, και οι λοιποί υπεχώρησαν. Διαρκούσης δε της εφορμής, οι ιππείς κατέλαβαν την δεξιάν πλευράν του οχυρώματος· και αφ' ού είδαν την αποτυχίαν των πεζών, απολύσαντες όλοι διά μιας τους ίππους των εισεπήδησαν ξιφήρεις και αλαλάζοντες· επανήλθαν τότε και οι υποχωρήσαντες πεζοί και εισεπήδησαν και αυτοί. Οι Έλληνες μόλις επρόφθασαν και εκένωσαν τα τουφέκιά των και τον τουφεκισμόν διεδέχθη διαξιφισμός φονικώτατος· 350 ήσαν οι Έλληνες· 2 μόνον εζωγρήθησαν, ο Δράκος και ο Καλλέργης, θραυσθέντων του βραχίονος του πρώτου και του ποδός του δευτέρου· 25 δε διεσώθησαν φεύγοντες, οι δε λοιποί όλοι εχάθησαν, σφάζοντες, σφαζόμενοι και υπό των ίππων ποδοπατούμενοι. Μετά την καταστροφήν των εν τω πρώτω οχυρώματι οι Τούρκοι ώρμησαν εις τας επί της ακολούθου γραμμής τρεις θέσεις και έτρεψαν τους εν αυταίς εις φυγήν. Εξ αυτών μόνοι οι τακτικοί αντέστησαν· 156 εκ των 186 γενναίως μαχομένων απωλέσθησαν, εν οίς και ο άξιος αυτών αρχηγός, 4 δε εκ των 20 φιλελλήνων διεσώθησαν. Η δε τροπή των επί της γραμμής ταύτης επέφερε την τροπήν όλων. Έλληνες και Τούρκοι έτρεχαν προς τον αιγιαλόν, οι μεν διώκοντες οι δε διωκόμενοι· οι πεζοί έπιπταν υπό το ξίφος των ιππέων, και η πεδιάς εστρώθη πτωμάτων· στρατηγός ή στρατιώτης, ουδείς εφρόντιζε πλέον πώς ν' αντισταθή, αλλά πώς να φύγη· πλην και αυτή η φυγή ήτο λίαν επικίνδυνος, διότι οι ιππείς επρόφθαναν τους πεζούς φεύγοντας. Ετράπησαν εις φυγήν και ο μετά τον στρατόν αποβάς Τσώρτσης, και ο βραδύτερον αποβάς Κοχράνης, και εις την θάλασσαν εμπεσόντες διεσώθησαν προ παντός άλλου εις τας λέμβους. Φεύγοντες οι Έλληνες προς τον αιγιαλόν ήλπιζαν να εύρωσιν εκεί ετοίμους τας λέμβους εις επιβίβασιν· αλλά διά τον φόβον του πυρός των εχθρών ίσταντο αύται μακράν, και οι Έλληνες επεσωρεύοντο εις τον αιγιαλόν τείνοντες εις μάτην χείρας προς αυτάς· πολλοί δε ερρίπτοντο εις την θάλασσαν, και άλλοι μεν διεσώζοντο εν αυτοίς, άλλοι δε επνίγοντο· όλοι δε οι εις τον αιγιαλόν συσσωρευθέντες ίσως θα εχάνοντο, αν δεν τους επροστάτευαν αι κανονοβολαί των πλοίων, κρατούσαι μακράν οπωσούν του αιγιαλού τους ανηλεείς Δελήδας. Εν τη επικινδύνω δ' εκείνη ώρα οι οπλαρχηγοί Ντούσας και Ζέρβας ελαμπρύνθησαν δι' αξίων ιστορικής μνήμης ανδραγαθημάτων. Ο Ντούσας φθάσας εις τον αιγιαλόν, και μαθών την καταστροφήν τόσων γενναίων συμπατριωτών του, «δεν θέλω», είπεν, «ουδ' εγώ να ζω», και αναβάς τον ίππον ενός Δελή, όν πιστολίσας έρριψε κατά γης, έτρεξεν εν μέσω των εχθρών και έγεινεν άφαντος θύων και απολύων. Ο δε Ζέρβας ρίψας και αυτός κατά γης άλλον Δελήν, ανέβη τον ίππον του και περιέτρεχε μόνος εμποδίζουν τας φονικάς προόδους πολλών εχθρών. Υπό τοιαύτην αγωνίαν έμειναν οι Έλληνες κατά τους τρεις πύργους έως ου ενύκτωσε, καθ' ήν ώραν πλησιάσασαι αι λέμβοι τους παρέλαβαν και τους έφεραν εις τα πλοία, τα δε πλοία τους μετεκόμισαν τους μεν εις Φάληρον τους δε εις Πειραιά.
Τούτου γενομένου, ο μεν Κοχράνης απέπλευσε του Πειραιώς, οι δε Τούρκοι επανήλθαν την αυτήν εσπέραν εις τας θέσεις των απάγοντες 200 αιχμαλώτους, εν οίς και τον Καλλέργην και τον Δράκον. Την επαύριον ευχαρίστησεν ο Κιουταχής το στράτευμά του, εφιλοδώρησε πλουσίως τους ορμήσαντας εις το πρώτον οχύρωμα, είπεν ότι η νίκη των ήτον έργον Θεού διά την απιστίαν των Ελλήνων, αινιττόμενος το ανοσιαύργημα κατά των εν τω μοναστηρίω, και διέταξε να φέρωσιν αυθημερόν όλους τους αιχμαλώτους εις τον καφάσμπασην, ίνα αποκεφαλισθώσι προς εξιλασμόν των προ ολίγου παρασπόνδως θανατωθέντων. Η διαταγή του εξετελέσθη· δύο μόνον των αιχμαλώτων μόλις υπεξήρεσαν οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς επ' ελπίδι εξαγοράς, τον Καλλέργην και τον Δράκον· και ο μεν Καλλέργης, ακρωτηριασθέντος ενός των ωτίων του μετά την αιχμαλωσίαν, εξηγοράσθη υπό των συγγενών του και εστάλη εις Σαλαμίνα, ο δε Δράκος μετεκομίσθη εις Εύβοιαν προς ίασιν της χειρός του· αλλά καθ' οδόν εφονεύθη, ή κατ' άλλους εγένετο αυτόχειρ δράξας την πιστόλαν ενός των συνοδοιπορούντων· τους δε λοιπούς όλους απεκεφάλισαν οι εχθροί, και εκδείραντες τας κεφαλάς αυτών και των επί της προλαβούσης ημέρας φονευθέντων, εγέμισαν τας δοράς άλατος και τας έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν ως δείγματα της νίκης των.
Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα της παραφοράς του Κοχράνου, του κακή μοίρα της Ελλάδος κατά την Αττικήν επιφανέντος και εις τα μη της αρμοδιότητός του αυτεξουσίως αναμιχθέντος. Ουδέποτε τοσαύτην ή τοιαύτην φθοράν έπαθαν οι Έλληνες· 1000 απωλέσθησαν και οι πλείστοι εκ των μαχιμωτέρων, εν οίς και οι πάντοτε κραταιοί εν πολέμω Δράκος, Βέικος, Γεώργης Τσαβέλλας, Ντούσας και Ιγγλέσης· εφονεύθη επί της τροπής και ο Ιωάννης Νοταράς και έπεσαν εις χείρας του εχθρού τα κανόνια και πολλαί σημαίαι. Εν ώ δε το σχέδιον ήτον επικίνδυνον αυτό καθ' εαυτό, ως προκειμένου να πολεμήσωσι πεζοί προς ιππείς επί τόπου πεδινού, δεν εξετελέσθη ουδ' ως προεσχεδιάσθη· διότι ούτε οι εν τη ακροπόλει εξώρμησαν, ως ηλπίζετο, ούτε οι εν Πειραιεί και εν Κερατσηνίω πεζοί και ιππείς διόλου εκινήθησαν, ως προδιετάχθησαν. Η μόνη ικανή χειρ να τους κινήση ακίνητος έκειτο εν τω κατά την Σαλαμίνα ναώ του αγίου Δημητρίου. Άδηλον πόσοι Τούρκοι επί της περί ης ο λόγος μάχης εφονεύθησαν· εφονεύθη και ο αρχηγός του ιππικού· επληγώθη δ' ελαφρώς και ο Κιουταχής.
Η κατά την 24 απριλίου καταστροφή επροξένησε πανικόν φόβον καθ' όλον το κατά την Αττικήν στρατόπεδον· και αν οι Τούρκοι εφώρμων την επελθούσαν νύκτα, θα το διέλυαν. Την δ' επαύριον εγνωστοποίησεν ο Κιουταχής τοις εν ακροπόλει τα κατά την προτεραίαν και τους εκάλεσεν εις παράδοσιν αυτής· κατ' επιταγήν δε τοις έγραψε και ο Δράκος προτρεπτικήν εις τούτο επιστολήν. Οι έγκλειστοι απέρριψαν την πρότασιν απαντήσαντες, ότι ωρκίσθησαν ή να ζήσωσι ζωήν ελευθέραν ή ν' αποθάνωσι θάνατον ένδοξον. Αλλ' οι γενναίοι ούτοι λόγοι δεν εξήγουν τα φρονήματα όλων των εγκλείστων, εξ ών τινες όχι μόνον έκλιναν αλλ' υπεκίνουν και τους άλλους εις παράδοσιν· η διχογνωμία αύτη επεκράτει και προ των τελευταίων παθημάτων, καί τινες είχαν έκτοτε γνωμοδοτήσει να υπονομεύσωσι την ακρόπολιν και εν ώρα απελπισίας να ταφώσιν υπό τα ερείπιά της. Την αυτήν δε ημέραν οι περί τον αρχιστράτηγον Έλληνες εβουλεύθησαν να εγκαταλείψωσι την επερχομένην νύκτα όλας τας μακρυνάς θέσεις και περιορισθώσιν εις τας του Πειραιώς και του Φαλήρου· αλλ' οι Τούρκοι προλαβόντες έπεσαν επί τους εν Κερατσηνίω και τους απεδίωξαν, φονεύσαντές τινας και κυριεύσαντες 2 μικρά κανόνια. Υπερεδειλίασαν επί τη προσβολή ταύτη οι Έλληνες, πολλοί ελειποτάκτησαν, διαρκούσης της αυτής νυκτός, τινές εγκατέλειψαν και τας προς το Φάληρον θέσεις, και οι κατ' εκείνα τα μέρη Τούρκοι τόσον επροχώρησαν, ώστε εκυρίευσαν αναιμωτί το μοναστήριον· αλλά, χάρις εις τον εφορμήσαντα Γιαννούσην Πανομάραν, απεμακρύνθησαν την επαύριον. Την αυτήν ημέραν κατέβη εις Πειραιά ο Κιουταχής, παρετήρησε τας θέσεις των Ελλήνων και επέστρεψε το εσπέρας εις το στρατόπεδον.
Εν τούτοις, η λειποταξία επεκράτει· Πελοποννήσιοι και Στερεοελλαδίται έφευγαν αδιακόπως μήτε λαμβάνοντες μήτε ζητούντες άδειαν, και την 27 απαριθμηθέντες οι απομείναντες ευρέθησαν μόλις 3500· κατείχαν δε μόνον το Φάληρον καί τινας θέσεις εν Πειραιεί, εν αις και το μοναστήριον.
Την 28 ηγκυροβόλησεν η γαλλική φρεγάτα, Ήρα, εν τω λιμένι της Σαλαμίνος, και ο πλοίαρχος επισκεφθείς τον εν Πειραιεί διαμένοντα αρχιστράτηγον τω έδειξε γράμμα του Κοχράνου προς τον Γάλλον ναύαρχον, δι' ού παρεκάλει αυτόν και τους λοιπούς αρχηγούς των ουδετέρων ναυτικών Δυνάμεων να μεσιτεύσωσι παρά τω Κιουταχή περί της ασφαλούς και ταχείας εξόδου των εν τη ακροπόλει επί τη πεποιθήσει ότι εξέλειψε πάσα ελπίς διατηρήσεως αυτής. Ο αρχιστράτηγος, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ότι οι έγκλειστοι δεν εδύναντο να ανθέξωσι περαιτέρω, καθώς έγραφαν, επέτρεψε την περί ης ο λόγος διαπραγμάτευσιν και έγραψεν υπέρ αυτής τω Φαβιέρω. Ακούσας και ο Κιουταχής την επαύριον τας προτάσεις του Γάλλου πλοιάρχου τας εδέχθη υπό τινας όρους και εσχεδιάσθη αυθημερόν και συνθήκη (β), ην το δειλινόν της αυτής ημέρας εκοινοποίησεν ο πλοίαρχος διά τινος των αξιωματικών του επί παρουσία Τούρκων τω Φαβιέρω γράψας αυτώ, ότι επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου ενήργει, ότι ο Κιουταχής ουδέν άλλο παρεχώρει, και ότι απέκειτο εις εκείνον να δεχθή ή ν' απορρίψη. Ο Φαβιέρος, αποποιούμενος την ευθύνην, απεκρίθη, ότι δεν ήτον αυτός ο αρχηγός της φρουράς, ότι κατά περίστασιν ευρίσκετο εν τη ακροπόλει, και ότι εις άλλους απέκειτο να δεχθώσιν ή ν' απορρίψωσι την συνθήκην. Επί τούτοις ανεχώρησεν άπρακτος ο Γάλλος αξιωματικός. Την δε επαύριον εδόθη άλλη επιστολή του αρχιστρατήγου επιγραφομένη τω φρουράρχω και λοιποίς οπλαρχηγοίς, και διατάττουσα αυτούς να δεχθώσι την συνθήκην· επειδή δε θα ανεγινώσκετο εις επήκοον του Κιουταχή, και ο γράψας υπέθετε ότι ίσως δεν εγνώριζεν εκείνος ακριβώς την κατάστασιν της ακροπόλεως, ην ο αρχιστράτηγος εξ όσων εμάνθανεν υπελάμβανεν αθλιωτάτην, εκάλυψε την αληθή αιτίαν υπό τον λόγον του να μη πάθωσιν αι αρχαιότητες και ν' απαλλαχθώσι των δεινών της πολιορκίας τα αδύνατα μέλη· αλλ' οι έγκλειστοι απέρριψαν την συνθήκην απαντήσαντες, ότι υπήκοοι του σουλτάνου, ως διελάμβανεν αύτη, δεν υπήρχαν εν τη ακροπόλει, ότι οι εν αυτή ήσαν Έλληνες αποφασισμένοι ν' αποθάνωσιν ή να ζήσωσιν ελεύθεροι, και, ότι αν ο Κιουταχής ήθελε τα όπλα των, ας επήγαινε να τα επάρη. Τοιαύτα απαντήσαντες απεφάσισαν να ανθέξωσι τρεις έτι μήνας.
Η απάντησις αύτη διέκοψε πάσαν περαιτέρω διαπραγμάτευσιν, και η Ήρα απέπλευσεν άπρακτος. Τούτων δε γενομένων, έδοξε τοις εν τη ακροπόλει να εξέλθη το τακτικόν ως μη αναγκαίον, και να συνεξέλθωσιν αι γυναίκες και τα παιδία· αλλά, λειποτακτήσαντος αυθημερόν τινος των ατάκτων στρατιωτών, υπώπτευσαν οι τακτικοί την ανακάλυψιν του περί της εξόδου σχεδίου και ανέβαλαν την εκτέλεσιν. Εν τούτοις, αι θέσεις των κατά το παραθαλάσσιον Ελλήνων κατεστάθησαν αδιατήρητοι διά την καθημερινήν λειποταξίαν και έλλειψιν των αναγκαίων· Μάιος τούτου ένεκα, κατέπλευσαν πλοία τινα και πλοιάρια την 13 μαΐου, ανεβιβάσθησαν εν πρώτοις τα ελαφρά κανόνια, τα δε δυσκόμιστα τα μεν ερρίφθησαν είς τι πηγάδιον τα δε υπό γην εκρύβησαν, και την νύκτα της 15 εισεβιβάσθη το πλείστον μέρος του στρατεύματος ησύχως· τελευταίοι δε εισεβιβάσθησαν την επαύριον υπό αναπεπταμένας σημαίας οι περί τον Νικήταν και τον Γενναίον αποκρούσαντες τους εφορμήσαντας εχθρούς, συμπυροβολούντων και των πλοίων, και κατέπλευσαν όλοι εις Σαλαμίνα. Οι δε εν τη ακροπόλει, ιδόντες ότι εγκατελείφθη το Φάληρον, απηλπίσθησαν θεωρούντες την θέσιν εκείνην, μέχρις ου κατείχετο, ως τόπον καταφυγής εν καιρώ ανάγκης, και έκτοτε διηρέθησαν έτι μάλλον αι γνώμαι, των μεν θελόντων των δε μη θελόντων να συμβιβασθώσι· πολλών δε λογοτριβών περί τούτου γενομένων, υπερίσχυσεν η περί συμβιβασμού γνώμη.
Την 18 ανέβη εις την ακρόπολιν άνθρωπός τις και ηρώτησε τους εν αυτή, εξ ονόματος του Κορνέρου κυβερνήτου του εν τω λιμένι Φωρών αυστριακού πλοίου, Ενετού, αν, ως ειδοποιήθη, επεθύμουν συμβιβασμόν, προσθέσας ότι, αν ούτως είχεν, έτοιμος ήτον ο Κρονέρος να συντελέση. Επί τη προτάσει ταύτη, συνεσκέφθησαν εκ νέου οι οπλαρχηγοί και απεκρίθησαν ότι ευχαρίστουν τον πλοίαρχον και εδέχοντο την μεσιτείαν του, αλλ' ότι εθεώρουν συντελεστικότερον εις το σκοπούμενον να συμπαραληφθώσιν ως μεσίται και δύο άλλοι πλοίαρχοι, ο μεν Άγγλος ο δε Γάλλος. Μετά δύο ημέρας έλαβαν οι εν τη ακροπόλει γράμμα του Δεριγνή λέγον, ότι ηγκυροβόλησεν έξωθεν του Πειραιώς κατά περίστασιν, και μαθών παρά του αυστριακού πλοιάρχου την διάθεσίν των έτοιμος ήτο να μεσολαβήση. Έκτοτε ήρχισε τακτικώτερον η διαπραγμάτευσις· τόσω δε πολλαί δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την ευόδωσίν της, ώστε ήτο εν τω διακόπτεσθαι, και ο Δεριγνής εν τω αναχωρείν· αλλ' επί τέλους εσυμβιβάσθησαν (γ), και εξήλθαν την 24 δισχίλιοι ψυχαί, εξ ών οι της φρουράς έφεραν κατά την συνθήκην τα όπλα και τα πράγματά των. Κατ' επίμονον δε απαίτησιν του Κιουταχή θέλοντος ν' ακουσθή ότι οι Αθηναίοι επροσκύνησαν, εναπέμεινάν τινες αυτών. Είχαν δε οι εξελθόντες χάριν ασφαλείας εν μέσω αυτών επτά σημαντικούς Τούρκους ως ομήρους και συνωδεύοντο παρά του Δεριγνή, του Κορνάρου καί τινων Αυστριακών και Γάλλων αξιωματικών. Τόσον δε υπώπτευαν μη πάθωσιν εξ απιστίας ό,τι έπραξαν οι οικείοι των κατά των εν τω μοναστηρίω, ώστε πολλοί εδίσταζαν να εξέλθωσιν. Επηγρύπνει και ο Κιουταχής παρακολουθών μη τύχη και πάθωσιν έκ τινος κακοβουλίας. Φθάσαντες δε ασφαλώς και ανεπηρεάστως εις τον αιγιαλόν των τριών πύργων, απεκομίσθησαν εις Σαλαμίνα διά των υπό την γαλλικήν και αυστριακήν σημαίαν εκεί πλοίων.