Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 13
Την δε επαύριον απέβησαν εις Φάληρον οι υπό την οδηγίαν του Ουρκουάρτου, και συμπαραλαβόντες και τους εκεί υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίους εκίνησαν προς τα εχθρικά οχυρώματα, και πολεμούντες επλησίασαν εντός πιστολίας· τόσον δε εφοβήθησαν οι εχθροί, ώστε έσπευσαν να φέρωσιν εντός του μοναστηρίου τους έξωθεν βόσκοντας ίππους και άλλα ζώα. Κατά τον ακροβολισμόν τούτον διαρκέσαντα μέχρι της νυκτός επληγώθησαν 11 Έλληνες. Εξ εκείνης δε της ημέρας μέχρι της 13 καθημερινοί συνέβαιναν ακροβολισμοί. Οι δε υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίοι, οι υπό τον Ιγγλέσην τακτικοί και άλλοι, πλήρεις όλοι ζήλου επροχώρησαν οχυροποιούντες υπό την υπεράσπισιν του πυρός ελαφρών τινων κανονίων μέχρι των άκρων του ελαιώνος, προσβάλλοντες και προσβαλλόμενοι. Την δε 13 χωρίς τινος προμελέτης και εκ μικράς αιτίας εγένετο σημαντική μάχη. 30 στρατιώται απέβησαν εις το μεταξύ των λιμένων της Μουνυχίας και του Πειραιώς ακρωτήριον παρά τον τάφον του Θεμιστοκλέους μετά μεσημβρίαν, και βοηθούμενοι υπό δύο κανονοφόρων προσέβαλαν εχθρούς τινας πλησίον της θέσεως εκείνης ωχυρωμένους. Η ολίγων κατ' αρχάς μάχη εγένετο μετά μικρόν πολλών, και ο Κοχράνης, όστις έτυχε να ευρεθή την ώραν εκείνην επί της ξηράς και να παρατηρή διά του τηλεσκοπίου τας θέσεις των εχθρών, ιδών τα γινόμενα και ενθουσιασθείς, ανέλαβε την αρχηγίαν των παρευρεθέντων στρατιωτών και ακολουθούμενος παρ' αυτών επροχώρησε προς το μοναστήριον εκθέτων εαυτόν υπέρ πάντα άλλον εις το πυρ των εχθρών και καλών τους λοιπούς Έλληνας εις γενικήν μάχην. Η φωνή του ηκούσθη, και το παράδειγμά του ηλέκτρισεν όλους. Ώρμησαν οι εν τω Φαλήρω, ώρμησαν και οι εν Κερατσηνίω, αμιλλώμενοι όλοι ποίοι να φανώσιν ενώπιον τοιούτου ανδρός ανδρειότεροι των άλλων, επυροβόλησαν συγχρόνως και τα κανονοστάσια, και άλλα μεν των εχθρικών οχυρωμάτων επάτησαν εξ εφόδου οι Έλληνες, άλλα δε εγκατέλειψαν οι κατέχοντες αυτά έμφοβοι, ώστε εν μιας ώρας διαστήματι 9 εχθρικά οχυρώματα έμεναν υπεξούσια των Ελλήνων, και οι εν αυτοίς εχθροί οι μεν επανήλθαν εις τα περί την πόλιν στρατόπεδον φεύγοντες, οι δε κατέφυγαν εις το μοναστήριον· 60 Τούρκοι και 8 Έλληνες ήσαν οι πεσόντες και παθόντες την ημέραν εκείνην. Μετά την μάχην ταύτην κατέλαβαν οι Έλληνες όλην την γραμμήν, από Φαλήρου μέχρι των υψωμάτων του Κορυδαλού, έχοντες εν τω μέσω μόνους εχθρούς τους εν τω μοναστηρίω, ως 300, αποχωρισθέντας των άλλων. Τούτου δε γενομένου, μετέφερεν ο Καραϊσκάκης την σκηνήν του εκ Κερατσηνίου εις Πειραιά· τόσον δε εχάρη και τόσας ελπίδας συνέλαβεν επί τη νίκη ταύτη ο πρωταίτιος αυτής Κοχράνης, ώστε κοινοποιών τα κατά την ημέραν εκείνην συμβάντα τη αντικυβερνητική επιτροπή έλεγεν ότι, αν την επαύριον εφέροντο οι Έλληνες όπως την ημέραν εκείνην, η πολιορκία ελύετο. Τω όντι, ο ακράτητος ούτος ανήρ επρόβαλε να κινήσωσι την επαύριον τα στρατεύματα προς την ακρόπολιν· αλλ' ο Τσώρτσης και ο Καραϊσκάκης ηναντιώθησαν, μη θέλοντες να ριψοκινδυνεύσωσι τα πάντα· ο Καραϊσκάκης μάλιστα είπεν, ότι ούτε βήμα θα επροχώρει, εν όσω οι εχθροί κατείχαν το μοναστήριον. Δυσηρεστήθη ο Κοχράνης, αλλ' ηναγκάσθη να παραδεχθή την ορθήν ταύτην γνώμην, και την 14 εκίνησαν οι Έλληνες επί τους εν τω μοναστηρίω, έφεραν πλησιεστέρον τα κανόνιά των, μετέφεραν εις Πειραιά την φρεγάταν και άλλα πλοία και προσέβαλαν το μοναστήριον διά ξηράς και θαλάσσης όλην την ημέραν κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Οκτακοσίας κανονίας έρριψε μόνη η φρεγάτα, ανέτρεψε την οροφήν του μοναστηρίου και μέρος των τοίχων του, και εφαίνετο ότι έθαπτε τους εγκλείστους υπό τα επισυσσωρευόμενα ερείπια. Αλλ' όσον μέγας ήτον ο κίνδυνος, τόσον μεγάλη εφάνη και η ανδρία των κινδυνευόντων· δις και τρις ώρμησαν οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το καταστραφέν μοναστήριον, αλλ' οι 300 γενναίως τους απέκρουσαν· είναι δε άπορον πώς ο δραστήριος Κιουταχής, καθήμενος αργός εν τω στρατοπέδω του, και βλέπων τους ατρομήτους πολεμιστάς του αγωνιώντας, δεν έτρεξεν εις βοήθειαν. Την νύκτα έγεινεν επί τη αιτήσει της φρουράς του μοναστηρίου ανακωχή, και υπήγαν δύο εξ αυτής εις την ναυαρχίδα προς συμβιβασμόν, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· διότι οι μεν εζήτουν να επανέλθωσιν εις το εν Αθήναις στρατόπεδόν των φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, ο δε στόλαρχος τοις εχάριζε μόνον την ζωήν. Διαρκούσης δε της ανακωχής, ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας εκ των εν τω μοναστηρίω 30 Χειμαριώται Χριστιανοί, συναινούσης όλης της φρουράς διά την σπάνιν των τροφών. Αλλ' όσον αξιέπαινος εφάνη η τουρκική φρουρά του μοναστηρίου μαχομένη, τόσον ημαύρωσε την δόξαν της επί της ανακωχής φονεύσασα τον προς αυτήν σταλέντα παρά του Ουρκουάρτου και φέροντά τινας επί συμβιβασμώ προτάσεις· επυροβόλησε δε μετά ταύτα και τους εν τω πλοιαρίω της ναυαρχίδος φέροντι υπό λευκήν σημαίαν τον γραμματέα του στολάρχου. Η διττή αύτη ανόσιος πράξις διήγειρε δικαίαν αγανάκτησιν κατά των εν τω μοναστηρίω. Εφρύαττε δε κατ' εξοχήν ο Κοχράνης, ο προτού θαυμάζων την ανδρίαν των, εκάλει τους Έλληνας εις έφοδον και εξολόθρευσίν των ως παρασπόνδων, και δεν ήθελε πλέον ν' ακούη συμβιβασμόν· και επειδή οι Έλληνες δεν επέπιπταν, τους επέπληττε, τους ύβριζεν ως ανάνδρους και ηπείλει ότι, αν δεν εκυρίευαν αμέσως το μοναστήριον, θ' ανεχώρει. Ηγανάκτησαν οι οπλαρχηγοί υβριζόμενοι· ηγανάκτησε και αυτός ο Καραϊσκάκης και στραφείς προς τους οργήν πνέοντας συναδέλφους του, «βλέπω» , τοις είπεν, «ότι κακά θα τα πάμε με τούτους τους φράγκους· φοβούμαι πως θα μας χάσουν με την αβασταγιά τους· αλλά πρέπει να τους οικονομήσωμεν». Ο Κοχράνης δεν ανεχώρησεν ως ηπείλησεν, αλλ' εγκοτών, διότι δεν εισηκούετο, απεχωρίσθη και εκάθητο εντός του πλοίου του· αν είχεν όμως υπομονήν μίαν ημέραν, η απλή πολιορκία ήρκει εις την άνευ εφόδου και άνευ παραμικρού πυροβολισμού πτώσιν του μοναστηρίου, διότι μόλις είχαν οι έγκλειστοι μιας ημέρας τροφήν, και η συγκοινωνία αυτών και του στρατοπέδου των ήτο διακεκομμένη. Αλλ' ο ανυπόμονος λόρδος εθεώρει μίαν ημέραν ως ολόκληρον έτος, διά τούτο την επαύριον περί την μεσημβρίαν ήρχισαν εκ νέου προς ευχαρίστησίν του οι κατά του μοναστηρίου κανονοβολισμοί, ανεγερθέντος εφ' εσπέρας άλλου κανονοστασίου. Οι Τούρκοι κατεστενοχωρηθησαν και εζήτησαν εκ νέου συμβιβασμόν. Αποχωρισθέντος του Κοχράνου, ανέλαβε την διεύθυνσιν των πραγμάτων ο αρχιστράτηγος, ανήρ μέτριος και ειδήμων του τρόπου του πολεμείν των Ελλήνων. Ούτος έδωκεν άδειαν τω Καραϊσκάκη να διαπραγματευθή τα του συμβιβασμού και δεχθή τους όρους ους απέρριψε προ ολίγου ο Κοχράνης. Επ' αυτοίς τοις όροις εγένετο ο συμβιβασμός, και την 16 ο Καραϊσκάκης, αφ' ού παρέλαβε τας σημαίας των υποσπόνδων, τους κατέταξε μετά την μεσημβρίαν έμπροσθεν του μοναστηρίου κατά το προς την ξηράν μέρος, και εις ασφάλειαν έβαλε τους ιππείς μεταξύ αυτών και του κατέχοντος τας πλησίον θέσεις ελληνικού στρατεύματος· ησφάλισε δε και τας άλλας πλευράς των, και εν τω κέντρω ετέθησαν επί τη αιτήσει των υποσπόνδων ο Καραϊσκάκης, ο Τσαβέλλας, ο Βάσσος και άλλοι οπλαρχηγοί ως όμηροι. Κατά τον τρόπον τούτον ήρχισαν οι υπόσπονδοι να βαδίζωσι τακτικώς προς το στρατόπεδόν των· αλλά μόλις απεμακρύνθησαν ολίγα βήματα, και χιλιάδες στρατιωτών Ελλήνων επάτησαν το κενωθέν μοναστήριον επ' ελπίδι λαφυραγωγίας· μη ευρόντες δε εν αυτώ ό,τι επροσδόκων, παρηκολούθουν τους αναχωρούντας πονηρά βουλευόμενοι. Αφ' ού δ' έφθασαν οι υπόσπονδοι εις το παρά τω λιμένι αλίπεδον, ήπλωσέ τις των Ελλήνων χείρα εις αρπαγήν της σπάθης ενός αυτών· ούτος τον απέκρουσεν· ο Έλλην δεν παρητήθη του σκοπού του, ο Τούρκος επιστόλισε τον Έλληνα, και ο Έλλην ετουφέκισε τον Τούρκον. Τότε οι παρακολουθούντες και ζητούντες αφορμήν καταστροφής και λαφυραγωγίας προσέβαλαν αδιακρίτως τους μηδέν πταίσαντας υποσπόνδους τουφεκίζοντες· αντετουφέκισαν και ούτοι, και η ταραχή και η σύγχυσις διεχύθησαν παντού εν τω άμα. Ο Καραϊσκάκης και οι λοιποί αρχηγοί, οι εν μέσω των πασχόντων εχθρών, έτρεχαν φωνάζοντες εις συστολήν των φονέων, αλλ' ούτε τους ήκουέ τις ούτε εσυλλογίζετο ότι εκινδύνευαν ως υποχείριοι των αδίκως θανατουμένων και ως εγγυηταί της ζωής των. Καταδιωκόμενοι, φονευόμενοι και αμυνόμενοι όπως εδύναντο οι Τούρκοι, έφθασαν πλησίον των δύο τελευταίων οχυρωμάτων του ελληνικού στρατοπέδου κατεχομένων του μεν παρά Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην, του δε παρά Πελοποννησίων υπό τον Νικήταν· όχι δε μακράν των οχυρωμάτων τούτων διέμενεν η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου κατέχουσα λόφον ωχυρωμένον διά κανονίων. Και οι μεν περί τον Μπότσαρην και Νικήταν αφήσαντες εντός των οχυρωμάτων τινάς των στρατιωτών έτρεξαν μετά των λοιπών προς λύτρωσιν των πασχόντων απωθούντες τους ανηλεείς καταδιώκτας· αλλ' οι κατέχοντες τον λόφον εχθροί, βλέποντες την ορμήν και την απείθειαν των Ελλήνων και υποπτεύοντες μη ορμήσωσι και επ' αυτούς, εκανονοβόλουν αδιακρίτως επί του σωρού φονεύοντες εχθρούς και φίλους· εντεύθεν επερίσσευσε το κακόν, και έως ου έφθασαν οι καταδιωκόμενοι εις τον λόφον, όπου ηύραν σωτηρίαν, 200 εξ αυτών εθυσιάσθησαν υπό το πυρ εχθρών και φίλων.
Ημέρα αγανακτήσεως και βαρυθυμίας ήτο διά τους αρχηγούς και τους οπλαρχηγούς του ελληνικού στρατοπέδου η βδελυρά εκείνη ημέρα, και παρ' ολίγον έφερε την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου. Ο Κοχράνης, όστις εκάθητο άπρακτος εν τω πλοίω του, διέταξε να αποχωρισθώσι του ελληνικού στρατοπέδου επί της εξόδου των υποσπόνδων όλοι οι υπό τας οδηγίας του Υδραιοσπετσιώται, διό και δεν συνεμέθεξαν της μιαράς πράξεως· περί πολλού δε ποιούμενος να γένη πασίγνωστον, ότι αθώος ήτο του παρασπόνδως χυθέντος αίματος, εκήρυξεν ότι ουδείς των περί αυτόν ενείχετο εν τη μιαιφονία, ουδ' αυτός εν τη συνθήκη· ο Τσώρτσης έπεσε και αυτός εις άκραν αθυμίαν και υποπτεύων άλλα τοιαύτα και θέλων να προφυλάξη την υπόληψίν του έστειλε την παραίτησίν του κατακρίνων πικρώς το γεγονός· ο δε συναγωνιζόμενος Γόρδων ανεχώρησε διά την αιτίαν ταύτην από του στρατοπέδου· παρητήθησαν της υπηρεσίας και άλλοι δευτερεύοντες φιλέλληνες· ηρρώστησεν εκ της υπερβολικής θλίψεώς του και ο Καραϊσκάκης· ο δε Κιουταχής μαθών τα γενόμενα, «ο Θεός» είπε, «δεν θ' αφήσει την μιαιφονίαν ατιμώρητον».
Εν τούτοις κατήντησαν τα πάντα εις άκραν παράλυσιν εξ αιτίας της βδελυράς ταύτης πράξεως. Εξετάσεως δε γενομένης εις εύρεσιν των πρωταιτίων, εφυλακίσθη ο πάντη αμέτοχος της μιαιφονίας Ιωάννης Νοταράς φωραθέντων ως πρωταιτίων αυτής τινών των στρατιωτών του. Μετά πολλάς δε εξηγήσεις και κοινοποιήσεις της κυβερνήσεως εις καταπράυνσιν του αρχιστρατήγου και του στολάρχου, απεφάσισαν όλοι να παραδώσωσι το γεγονός εις την λήθην, και ήρχισαν εκ νέου να φροντίζωσι περί της σωτηρίας της ακροπόλεως· έσπευσαν δε προ παντός άλλου να στείλωσι προς τους εγκλείστους αγγελιαφόρον εις εμψύχωσίν των.
Μετά την πτώσιν του μοναστηρίου, ο Κοχράνης επέμενεν έτι μάλλον εις το πρώτον του σχέδιον, ό εστι να πέση το ελληνικόν στρατόπεδον εις το εχθρικόν άνευ αναβολής, ώστε αν δεν το διεσκόρπιζε και δεν έλυε διά μιας την πολιορκίαν, να ήνοιγε καν την οδόν της ακροπόλεως προς αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων· αλλ' ο Καραϊσκάκης απεδοκίμαζε το σχέδιον τούτο και κατ' αρχάς και τότε ως δυνάμενον, αν απετύγχανε, να φέρη την καταστροφήν όλου του ελληνικού στρατοπέδου, και επισπεύση μάλλον ή εμποδίση την πτώσιν της ακροπόλεως· έλεγε δε εις υποστήριξιν της γνώμης του, ότι η άγουσα εις αυτό από των τριών πύργων, όπου επρόκειτο ν' αποβή το εις ανάβασιν στράτευμα, ήτο μεν η συντομωτέρα οδός, αλλ' ήτο και η κινδυνωδεστέρα, ως όλη πεδινή, όλη άδενδρος, και όλη επιτηδειοτάτη εις τα κινήματα του πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού· ότι, εν ώ επρόκειτο να εισαγάγωσι τροφήν εις την πεινώσαν ακρόπολιν και πυρίτιδα, το στρατόπεδον μόλις είχε την εις καθημερινήν του χρήσιν αναγκαίαν τροφήν, η δε πυρίτις, ούσα εξ ής ελαφυραγώγησαν τα ελληνικά πλοία εσχάτως εν τω κόλπω του Βώλου, ήτο κακίστης ποιότητος, και ότι εν ώ αναγκαίον ήτο να οχυρωθώσι διά μιας πλησίον της ακροπόλεως οι μέλλοντες να εκστρατεύσωσιν, αν εμποδίζετο παρά των εχθρών η εις αυτήν ανάβασις, ο ενυπάρχων αριθμός πτυαρίων και αξινών ήτο πάντη ανεπαρκής. Τοιαύτα έλεγεν ο Καραϊσκάκης εις ματαίωσιν του ολεθρίου τούτου σχεδίου, και τας ορθάς του ταύτας παρατηρήσεις υπεστήριζε θερμώς και ο αρχιστράτηγος. Αλλ' ο Κοχράνης δεν έδιδεν ώτα ακοής και ό,τι έλεγεν ήθελε και να γίνεται. Εις μάτην η συνέλευσις τω έδωκεν εξουσίαν μόνον επί της θαλάσσης· αυτός ήρπασε και την επί της ξηράς· «όπου εγώ άρχω» έλεγε, «πάσα αρχή παύει»· πρό τινων ημερών τον εζήτησαν πλοία εις μετακομιδήν μέρους των εν Πειραιεί στρατευμάτων κατά τον Ωρωπόν εις αντιπερισπασμόν, αλλ' απέρριψε την αίτησιν αποκριθείς, ότι τα υπό την οδηγίαν του πλοία ήσαν πάντοτε έτοιμα να μετακομίσωσι στρατεύματα πλησιέστερον του εχθρού, όχι μακρύτερον. Επειδή δε ενόησεν ότι οι Έλληνες επροσδόκων παρά της θαυματουργού του αντιλήψεως την σωτηρίαν των, κατεχράτο της προς αυτόν υπολήψεως αυτών και, οσάκις αντέτεινέ τις εις τας ορέξεις του, ηπείλει ν' αναχωρήση, ό εστι κατά τας τότε ιδέας των ανθρώπων ν' αφήση την Ελλάδα να χαθή. Τοιούτος ήτον ο Κοχράνης, άγων και φέρων κατά το δοκούν τα πράγματα και εις ουδέν λογιζόμενος την γνώμην των ειδημονεστέρων του.
Δεκτού γενομένου διά τους ανωτέρω λόγους του τολμηρού τούτου σχεδίου, οι Έλληνες κατεγίνοντο σπουδαίως εις εκτέλεσιν. Η άνοδος εις την ακρόπολιν επρόκειτο να γένη διά του μέρους των τριών πύργων, δι' ού ανέβησαν άλλοτε ευτυχώς οι περί τον Φαβιέρον· αλλ' εθεωρήθη συγχρόνως αναγκαίον να προκαταληφθώσι πολεμικαί τίνες θέσεις προς το άλλο μέρος πλησιεστέρον όσον δυνατόν των κατεχόντων τον ελαιώνα εχθρών εις αντιπερισπασμόν. Επί τω σκοπώ τούτω έπεσάν τινες των Ελλήνων εις την πεδιάδα την επ' αριστερά της από Πειραιώς εις Αθήνας λεωφόρου την νύκτα της 18, και τοποθετηθέντες τινές αυτών εις προφύλαξιν από ενδεχομένης επιδρομής των κατά το μέρος του Δαφνίου φυλαττόντων εχθρών, εγκατεσκεύασαν έν οχύρωμα· κατεσκεύασαν και άλλο την ακόλουθον νύκτα πλησιεστέρον της πόλεως και το εδυνάμωσαν διά δύο κανονίων· κατεσκεύασαν και τρίτον επί της εισόδου του ελαιώνος, και τοιουτοτρόπως απήλασαν τους εχθρούς εξ όλης σχεδόν της μεταξύ του ελαιώνος και του Πειραιώς πεδιάδος. Τοιαύτα έργα ήσαν εις άκρον ωφέλιμα, διότι δι' αυτών επροχώρουν οι Έλληνες προς την πόλιν προφυλαττόμενοι· αλλ' η σπάνις των εις οχύρωσιν εργαλείων εμπόδιζε την ταχείαν πρόοδον· δεν εθεωρούντο δε ουδέ ανάλογοι αι εργασίαι αύται προς την επικειμένην ανάγκην. Την 21 συνεσκέφθησαν εκ δευτέρου οι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Καραϊσκάκη περί του σχεδίου της εις την ακρόπολιν αναβάσεώς των· αλλ' ουδείς και τότε, εκτός του Μακρυγιάννη, ηγόρευσεν υπέρ αυτού· και στρατηγοί και στρατιώται απηρέσκοντο φοβούμενοι δικαίως το πολυάριθμον ιππικόν του εχθρού· αλλ' έπρεπε να γένη το θέλημα του Κοχράνου· διά τούτο προσδιώρισαν επί του συμβουλίου τα εις ανάβασιν προς την ακρόπολιν σώματα, ώρισαν εις τούτο την νύκτα της 22, ειδοποίησαν διά του αρχιστρατήγου τον Κοχράνην, τω παρήγγειλαν να έχη έτοιμα τα πλοία του επί μεταβιβάσει των στρατιωτών την ορισθείσαν ώραν εις τους τρεις πύργους, και διέταξαν όλα τα στρατεύματα να ησυχάσωσιν όλην την ημέραν της 22 και απέχωσι παντός ακροβολισμού. Εχάρη χαράν μεγάλην ο Κοχράνης μαθών τα αποφασισθέντα, και συγχαίρων τους παρεστώτας, «θα γευματίσωμεν λοιπόν», είπε, «την 23 εν τη ακροπόλει!»
Δεξιά της από του Πειραιώς εις την πόλιν των Αθηνών λεωφόρου όχι μακράν της θαλάσσης ήσαν τρία οχυρώματα εχθρικά· το δυνατώτερον αυτών, το και πλησιεστέρον του Φαλήρου, ήτο μάνδρα επί τόπου πεδινού· τινές των κατά το Φάληρον Κρητών, αφ' ού έφαγαν και έπιαν, εκίνησαν την 22 παρά την δοθείσαν διαταγήν κατά των εν τη μάνδρα εχθρών. Ακουσθείς ο τουφεκισμός εφείλκυσε πολλούς, και ο ακροβολισμός κατήντησε μετ' ολίγον μάχη· επέδραμαν σωρηδόν οι κατά το Φάληρον εις υπεράσπισιν των οικείων και εδοκίμασαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την μάνδραν· αντεπέδραμαν και πολλοί Τούρκοι ιππείς και πεζοί των κατά το Δαφνί προς αντίκρουσιν αυτών· έδραμαν και διάφοροι άλλοι οπλαρχηγοί Έλληνες επί σκοπώ να επαναγάγωσι τους στρατιώτας εις τας θέσεις των· αλλ' ο πόλεμος όχι μόνον δεν έπαυεν, αλλ' επί μάλλον εξήπτετο. Ο πάντοτε φιλάσθενος και υπέρ το σύνηθες ασθενών τότε Καραϊσκάκης, όστις έτυχε να πίη την ημέραν εκείνην ιατρικόν, εκοιμάτο καθ' ήν ώραν εγίνετο η μάχη· εξυπνήσας δ' εκ της πολλής ταραχής και του σφοδρού τουφεκισμού, και αναβάς τον ίππον του, έδραμε προς το πεδίον της μάχης συνοδευόμενος υπό πολλών εφίππων αξιωματικών και του ατάκτου ιππικού· σκοπεύων δε να καταπαύση τον πόλεμον και επαναφέρη τους Έλληνας εις τας θέσεις των περιεφέρετο και διέταττε τους πολεμούντας Έλληνας να υποχωρήσωσι και ετοιμασθώσιν εις την προσεχή νυκτερινήν ανάβασιν προς την ακρόπολιν· αλλ', εν ώ εχώρει προς την μάνδραν, ετουφεκοβολήθη· ησθάνθη ότι η βολή ήτο βαρεία, αλλά διέμεινεν έφιππος έως ου, επανελθόντων εις τα ίδια των στρατιωτών, επανήλθε και αυτός εις την σκηνήν του. Ηρίστευσε την ημέραν εκείνην το ελληνικόν ιππικόν συναντήσαν ίλην του εχθρικού· 17 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθησαν και ο Νικήτας, ο Λεχουρίτης, ο Μπαϊρακτάρης και ο Άγγλος Βιτκόμπος, και απεκόπη η δεξιά του Παναγιώτη Χρυσανθοπούλου, του και Κακλαμάνου, υπασπιστού του Χατσή-Μιχάλη.
Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Καραϊσκάκης εις την σκηνήν του, τον κατεβίβασαν από του ίππου οι περί αυτόν χειροκράτητον, τον εψηλάφησεν ο χειρουργός και ηύρεν ότι επληγώθη θανασίμως εις τον βουβώνα· τότε τον μετέφεραν εις το εν τω Φαλήρω πλοίον του αρχιστρατήγου, και στρώσαντες τάπητα επί του εδάφους του δωματίου τον απέθεσαν εν μέσω των οικείων του. Ο Καραϊσκάκης, αν και ο χειρουργός του απέκρυψε την αλήθειαν, ενόησεν ότι όχι μόνον η πληγή του ήτο θανατηφόρος, αλλ' ότι ολιγόωρος ήτο και η ζωή του· δι' ό εκάλεσεν του πλοίου αμέσως τον πνευματικόν, εξωμολογήθη, μετέλαβεν, εζήτησε συγχώρησιν παρ' όλων των περιεστώτων και παρήγγειλε να τον θάψωσιν εν τη κατά την Σαλαμίνα εκκλησία του αγίου Δημητρίου· αφ' ού δε ετέλεσε τα νενομισμένα ως χριστιανός, ελάλησε προς τους περιεστώτας και ως πατριώτης και ως πατήρ. Και ως πατριώτης μεν είπε να μη δειλιώσι, να έχωσι τας ελπίδας των εις την εξ ύψους αντίληψιν, να δοξάσωσι και εις το εξής την πατρίδα καθώς την εδόξασαν μέχρι τούδε, και να ήναι βέβαιοι ότι η Ελλάς, όσα και αν πάθη, θ' αποτινάξει επί τέλους τον ζυγόν. Ως πατήρ δε παρήγγειλε να συστήσωσιν εξ ονόματός του εις την αγάπην και προστασίαν της κυβερνήσεως τα τέκνα του· διετήρησε δ' εν μέσω δριμυτάτων πόνων τας φρένας του υγιείς και τον λόγον του ακραιφνή μέχρι της γ' ώρας μετά το μεσονύκτιον· την δε δ' εξέπνευσε, και την επαύριον μετεκομίσθη ο νεκρός εις Σαλαμίνα και ετάφη όπου παρήγγειλεν. Οι δε εν Τροιζήνι πληρεξούσιοι, μαθόντες το μέγα δυστύχημα, κατέβησαν απαξάπαντες εις την παραλίαν αντικρύ του Πόρου, μετέβησαν εκεί και τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής, και ετελέσθησαν όσον δυνατόν μεγαλοπρεπή μνημόσυνα. Τοιούτον περιστατικόν αφήρπασεν εκ μέσου του στρατοπέδου τον Καραϊσκάκην, καθ' ήν ώραν είχεν η πατρίς τόσην ανάγκην αυτού.