Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
Part 12
«Ορκίζομαι ενώπιον του υπερτάτου Όντος και της εθνικής των Ελλήνων συνελεύσεως να υπηρετήσω εις τον κατά των Τούρκων αγώνα των υπό την σημαίαν των και διά το συμφέρον της Ελλάδος, να πείθωμαι εις τους καθεστώτας νόμους της και να υπακούω εις τας διαταγάς της διοικήσεώς της». Η δε συνέλευσις εξέδωκεν 24 ψηφίσματα. Τα τέσσαρα πρώτα, αν και εξεδόθησαν εν Ερμιόνη, έγειναν πασίδεκτα. Το πρώτον τούτων έλεγεν ότι η ελληνική επικράτεια συνίστατο εξ όλων των λαβουσών όπλα επαρχιών, ότι ήτον αδιαίρετος, και ότι τα του αγώνος αγαθά ήσαν κοινά· εξεδόθη δε διότι, εν ώ η διοικητική επιτροπή ηγωνίσθη ειλικρινώς και αριζήλως επ' ωφελεία της στερεάς Ελλάδος και κατώρθωσε δι' ών εσύστησε στρατοπέδων την ανόρθωσίν της, δεν έπαυάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω, διά της επιτροπής της συνελεύσεως, επί του προκειμένου συμβιβασμού, την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου· το δεύτερον ψήφισμα απέβλεπε την αμφίβολον νομιμότητα των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, και ηκύρονε τα της Επιδαύρου, το απαιτούν την εκ νέου συγκάλεσιν των εκεί συνελθόντων πληρεξουσίων· το τρίτον απέδιδεν εις τον Υψηλάντην τα πολιτικά του δικαιώματα, άτινα του αφήρεσεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις· και το τέταρτον ενομιμοποίει την μετάβασιν των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων εις Τροιζήνα. Τα δ' εκδοθέντα εν Τροιζήνι κατά την χρονολογικήν τάξιν αυτών διελάμβαναν, την στολαρχίαν του Κοχράνου, την εκλογήν του Καποδιστρίου ως κυβερνήτου της Ελλάδος, την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, την αμοιβήν των κατά θάλασσαν υπηρετούντων, τον διορισμόν των μελών της αντικυβερνητικής επιτροπής και συγκάλεσιν άλλης συνελεύσεως, αν ο Καποδίστριας δεν ήρχετο, την σύστασιν εθνικού στόλου, την αμοιβήν της φρουράς της ακροπόλεως των Αθηνών και τον τρόπον της αμοιβής, την εύρεσιν τρίτου δανείου παρά του κυβερνήτου διστήλων πέντε εκατομμυρίων επί υποθήκη εθνικής γης, την διάταξιν περί των φρουρίων και των οχυρωμάτων, την εύρεσιν πόρων εις διατήρησιν του υπό τον αρχιστράτηγον στρατιωτικού, την επικύρωσιν του επιδιορθωθέντος συντάγματος και απαγόρευσιν παντός επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθετήματος και πάσης πράξεως παρά τους όρους αυτού, τα καθήκοντα της αντικυβερνητικής επιτροπής μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου, την κατάργησιν του ανεκκλήτου ποινικού δικαστηρίου συστηθέντος επί της διοικητικής επιτροπής και επιθεώρησιν των αποφάσεών του, την μετάβασιν της κυβερνήσεως εις Ναύπλιον, την εκλογήν του Νικολάου Ρενιέρου ως προέδρου της βουλής, την βράβευσιν δι' εθνικής γης μετά τον πόλεμον των καταταχθησομένων στρατιωτών υπό την ελληνικήν σημαίαν, τον οργανισμόν στρατιωτικής δυνάμεως και την διαίρεσιν αυτής εις στρατεύματα δυνάμει εις στρατεύματα ενεργεία και εις πολιτικά, τον συνοικισμόν των έξωθεν ερχομένων, τον ιδιαίτερον συνοικισμόν Σμυρναίων επί του ισθμού της Κορίνθου και την ακύρωσιν της παρά τους νόμους και τας διατυπώσεις εκποιήσεως εθνικών κτημάτων απ' αρχής της α'. περιόδου μέχρι τέλους της γ'. επί αποζημιώσει των αγοραστών.
Η συνέλευσις, εν ώ απηγόρευσε παν επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθέτημα και πάσαν πράξιν παρά τους όρους του συντάγματος, διετήρησε και ας περί συμβιβασμού διά της μεσιτείας της Αγγλίας έθεσεν η της Επιδαύρου βάσεις, καθ' άς η Ελλάς καθίστατο υπόφορος· ώστε παρεδέχθη δυο αντικειμένας αρχάς· και απαγορεύουσα πάσαν παράβασιν του συντάγματος εσάλευεν η ιδία αύτη τα θεμέλιά του. Εξήλειψεν από του συντάγματος και το-π ρ ο σ ω ρ ι ν ό ν, ως αν ετέθησαν τα της Ελλάδος επί σταθερών βάσεων, εν ώ ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Το δε σύνταγμα ήτο μεν ακριβέστερον και φιλογενέστερον του προγενεστέρου, αλλ' έμεινεν ανεφάρμοστον· αφιερούτο δε εις την πίστιν της βουλής, του κυβερνήτου και του δικαστικού κλάδου, εις την εύνοιαν του λαού και τον πατριωτισμόν παντός Έλληνος, απέκλειε τον κλήρον πάσης πολιτικής υπηρεσίας κατά τους ιερούς κανόνας, και διήρει την επικράτειαν εις θέματα. Έστειλεν η συνέλευσις και προσκλητήρια προς τον Καποδίστριαν· επεκαλέσθη την αντίληψιν των εις Χριστόν πιστευόντων λαών και των δυνατών της Ευρώπης· ανήγγειλε προς το έθνος τα ουσιωδέστερα των έργων της· εκάλεσεν εις τα όπλα άνδρας, γυναίκας, γέροντας και παιδία· τοις είπεν ότι αλλού δεν ηύρισκαν ασφάλειαν ειμή εις το σύνηθες σύνθημά των, «ελευθερίαν ή θάνατον», εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του έθνους προς τον βασιλέα της Βαυαρίας, τον πρόεδρον των ομοσπόνδων Πολιτειών της αρκτώας Αμερικής, τον Γεώργιον Κάννιγγα, τον Εϋνάρδον, άλλους φιλέλληνας και πολλούς εκτός της Ελλάδος Έλληνας, επολιτογράφησέ τινας τω φιλελλήνων, και την 5 μαΐου κατέπαυσε των έργων αυτής.
Διηρημένη ήτο και η παρούσα συνέλευσις ως και η του Άστρους· συνήρχετο όμως όλη εις ένα και τον αυτόν τόπον, και συνειργάζετο υπό την σκιάν του παρά την κώμην των Δαμαλών και υπό των ναμάτων της Ιπποκρήνης ποτιζομένου λεμονώνος· δεν ήσαν δε, ως οι εν Άστρει, εις πολιτικούς και πολεμικούς, αλλ' εις Πελοποννησίους και Στερεοελλαδίτας διηθημένοι· διότι, ως προανεφέραμεν, το ζήτημα του καιρού τούτου ήτον η εις τον συμβιβασμόν συμπερίληψις ή μη της στερεάς Ελλάδος· έκλιναν προς τους Στερεοελλαδίτας και οι Νησιώται. Τόσον δε ήσαν οι πλείστοι των πληρεξουσίων του ενός και του άλλου μέρους εξημμένοι και δύσπιστοι προς αλλήλους, ώστε εν μια των τελευταίων συνεδριάσεων, λογοτριβής γενομένης, εξώκειλαν και εις άτοπα· ο δε ηπειρώτης οπλαρχηγός Κίτσος, ελθών εις το μέσον βαστών και σείων κατά πρόσωπον του Κολοκοτρώνη κλάδον δένδρου, τον ύβρισεν ως άνανδρον και μηδαμινόν. Αγανακτήσαντες οι Πελοποννήσιοι εφώναξαν «ε ι ς-τ α-ό π λ α». «Ε ι ς-τ α-ό π λ α» εφώναξαν και οι Στερεοελλαδίται, διηρέθησαν όλοι οι πληρεξούσιοι εις δύο στρατόπεδα, εξήλθαν του λεμονώνος οι μεν Πελοποννήσιοι εξ ενός, οι δε Στερεοελλαδίται εξ άλλου μέρους· οι μεν έτρεξαν και εκλείσθησαν εν ταις οικίαις, οι δε κατέλαβαν οχυράς θέσεις, όλοι ητοιμάσθησαν εις πόλεμον, και αν μία πιστολία έπιπτεν, ο τόπος της συνελεύσεως θα εγίνετο τόπος αίματος· αλλ' οι μετριώτεροι των πληρεξουσίων, πεσόντες εις το μέσον, καθησύχασαν τα δεινά ταύτα (β). Τοιαύτη ήτον η αρχή και τοιούτον το τέλος της εν Τροιζήνι συνελεύσεως· ήρχισε και ετελείωσεν εν διχονοίαις, δυσπιστίαις και ταραχαίς.
1827
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.
&Στρατοπέδευσις του Καραϊσκάκη εν Κερατσηνίω. — Μάχη του Μετοχίου και άλλαι τινές συγκρούσεις. — Μετάβασις Κοχράνου Τσώρτση εις Πειραιά — Τα κατά την Αττικήν μετά την εκεί μετάβασιν αυτών. — Θάνατος Καραϊσκάκη και επιθεώρησις της επί του αγώνος διαγωγής του. — Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.&
Ο δε Καραϊσκάκης είχε μόλις χίλιους καθ' όν καιρόν επανήλθεν εις Ελευσίνα, διότι διέσπειρε τους λοιπούς εις διαφόρους θέσεις της στερεάς Ελλάδος· αλλ' εντός τεσσάρων ημερών ετριπλασιάσθη ο αριθμός, προστεθέντων των εν Σαλαμίνι ταγμάτων του Βάσσου, των Νοταράδων και άλλων οπλαρχηγών, και συνεπληρώθη τα ιππικόν εις εκατόν, ενωθέντων καί τινων τακτικών. Μάρτιος Την δε εσπέραν της 2 μαρτίου εκίνησαν όλοι οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης, και την επαύριον ετοποθετήθησαν διά νυκτός εν Κερατσηνίω παραθαλασσία θέσει παρά τω λιμένι Φωρών επί του πορθμού της Σαλαμίνος δύο μίλια μακράν του Πειραιώς προς δύσιν, και ωχυρώθησαν. Πρωίας δε γενομένης, επήλθαν οι παρά τα Κερατσήνι κατέχοντες θέσεις εχθροί και ηκροβολίσθησαν· περί δε την μεσημβρίαν κατέβησαν και άλλοι πεζοί και ικανοί ιππείς εκ Πατησίων, αλλ' όλοι απεκρούσθησαν. Την δε επαύριον, ανατείλαντος του ήλιου, ήλθεν ο Κιουταχής συνεπιφέρων πολυάριθμον πεζικόν, τετρακοσίους ιππείς και κανόνια, και ελπίζων να ρίψη τους εχθρούς του εις την θάλασσαν.
Έμπροσθεν των οχυρωμάτων των Ελλήνων επί θέσεως πεδινής έκειτο μετόχιον ασκεπές και περιτετοιχισμένον· το μετόχιον τούτο εθεωρήθη διά την θέσιν του χρήσιμον προπύργιον των ελληνικών οχυρωμάτων, και εντός αυτού ετοποθετήθησαν 250 εκλεκτοί στρατιώται υπό τους οπλαρχηγούς Θανάσην Τούσαν, Γαρδικιώτην Γρίβαν, και άλλους. Επειδή δε η θέσις ήτο λίαν επικίνδυνος, εθάρρυνεν ο Καραϊσκάκης τους στρατιώτας μοιράσας αυτοίς χρήματα και υποσχεθείς πλουσιωτέρας αμοιβάς, αν ηρίστευαν. Οι εχθροί έστησαν εν πρώτοις τα κανόνια παρά το μετόχιον εντός τουφεκοβολής και ρίψαντες διά σφοδρού κανοβολισμού τους τοίχους του διηρέθησαν, και οι μεν επέπεσαν επ' ελπίδι ν' αφαρπάσωσι τους εν αυτώ όλους ζώντας, οι δε ώρμησαν επί τους κατέχοντας τας άλλας θέσεις Έλληνας, ίνα εμποδίσωσι πάσαν επιβοήθειαν· το δε ιππικόν παρακολούθει το πεζικόν. Αλλ' η καρτερία των εν τω μετοχίω εφάνη ανωτέρα παντός επαίνου. Πολεμούντες όπισθεν των ερειπίων και υπό την σκέπην δύο χωματίνων οχυρωμάτων ανεγερθέντων την νύκτα εκ του προχείρου εκτός του μετοχίου, ανεχαίτισαν την ορμήν και των πεζομαχούντων και των ιππομαχούντων. Εξέπληξε την ημέραν εκείνην και αυτούς τους εχθρούς η αφοβία του υπό τον Χατσή- Μιχάλην ιππικού αντιπαραταχθέντος, αν και τόσον ολίγου, προς το πολυάριθμον εχθρικόν και εμποδίσαντος ευτυχώς την πρόοδόν του· ηρίστευσαν και οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες· έν μόνον οχύρωμα έχασαν, αλλά μετ' ολίγον το ανέκτησαν, ώστε πολεμούντες οι εχθροί κατ' αρχάς επί βλάβη, κατήντησαν να πολεμώσιν επί αμύνη και ηναγκάσθησαν να απομακρυνθώσι την β' ώραν μετά μεσημβρίαν κακώς έχοντες· πολλοί εξ αυτών εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 20.
Οι Έλληνες, εμψυχωθέντες επί τη νίκη ταύτη, έβαλαν κατά νουν να προσβάλωσι τους προς τον Πειραιά εχθρούς, και 1000 εξ αυτών ετοιμάσαντες την 17 δεμάτια σχοίνων υπήγαν την νύκτα κατά διαταγήν του Καραϊσκάκη εις ανέγερσιν οχυρώματος· αλλ' εν ώ ειργάζοντο, ηκούσθη κρότος· οι πλείστοι υπέθεσαν, ότι ήσαν καλπάσματα ίππων και έγειναν εν τω άμα άφαντοι· αλλ' ο ακουσθείς κρότος ήτο κάλπασμα ενός και μόνου ίππου φέροντος εις κατασκευήν του οχυρώματος πτυάρια και αξίνας· μαθόντες δε καθ' οδόν οι λειποτάκται την αληθή του φόβου των αιτίαν επανήλθαν και ετελείωσαν το έργον των. Οι δε Τούρκοι, ιδόντες την επαύριον το ανεγερθέν οχύρωμα, και νοήσαντες τον σκοπόν, επεχείρησαν την επιούσαν νύκτα ν' ανεγείρωσι και ούτοι άλλο πλησίον αυτού. Εφόρμησαν οι Έλληνες, ίνα τους εμποδίσωσιν, αλλ' απέτυχαν και έπαθαν, φονευθέντων τριών και πληγωθέντων πολλών. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, επεχείρησαν να ανεγείρωσιν άλλο διά νυκτός πλησίον του τουρκικού· αλλά, φονευθέντος ενός των εργατών και πληγωθέντος άλλου, άφησαν οι λοιποί τα πτυάρια και τας αξίνας και επανήλθαν εις το στρατόπεδον άπρακτοι. Εφονεύθησαν δε κατά τον ακροβολισμόν εκείνης της νυκτός ο οπλαρχηγός της Ερμιόνης Μίτσας και ο εκ Στεμνίτσης Μηλιώνης· έκτοτε παρητήθησαν οι Έλληνες των τοιούτων επιχειρήσεων.
Είπαμεν, ότι η παρουσία του Κοχράνου έβαλεν εις μεγάλην κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ εκινδύνευεν η Ελλάς, ο ανήρ ούτος δεν έπαυε κομπορρημονών ότι θα επανωρθούτο η βυζαντινή αυτοκρατορία, και θ' ανυψούτο η ελληνική σημαία επί της αγίας Σοφίας· αφ' ού δε ωρκίσθη ενώπιον των εν Τροιζήνι πληρεξουσίων και ανεδέχθη την υπηρεσίαν, εξέδωκε προκήρυξιν της αυτής εννοίας (α).
Αλλ', εν ώ τοιαύτα εκομπορρημόνει, γράμματα στελλόμενα επανειλημμένως παρά των εν ακροπόλει ελεεινολόγουν την αθλίαν κατάστασίν των, εξετραγώδουν τας εκ του χειμώνος κακοπαθείας και ασθενείας, την στέρησιν ιατρών και ιατρικών, την σπάνιν πολεμεφοδίων και τροφών, και έλεγαν, ότι έπιπτεν αφεύκτως η ακρόπολις, αν εντός ολίγων ημερών δεν ήρχετο έξωθεν βοήθεια εις λύσιν της πολιορκίας, ή τουλάχιστον εις αλλαγήν της πασχούσης φρουράς και εις εξαγωγήν των γυναικών, παιδιών και αδυνάτων. Αντήχησαν αι λυπηραί αύται ειδήσεις καθ' όλην την Ελλάδα, και ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων· όσον επί του κινδύνου της ακροπόλεως. Εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων υπό τους Νοταράδας, εξεστράτευσαν αλληλοδιαδόχως επί τη ειδήσει ταύτη 2500 υπό τον Γενναίον, τον Χρύσανθον Σισίνην, και άλλους άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου οπλαρχηγούς· εμίσθωσε και ο Κοχράνης 1000, τους πλείστους Υδραίους και Σπετσιώτας, και τους έθεσεν υπό την οδηγίαν του ταγματάρχου Ουρκουάρτου εις βοήθειαν της ακροπόλεως· εστρατολογήθησαν και εν Νάξω 200 Κρήτες υπό τον Καλλέργην μεταβάντα εκεί από του στρατοπέδου· συνεξεστράτευσαν και όλοι οι εν Σαλαμίνι Στερεοελλαδίται· μετέβησαν εις το στρατόπεδον κατά προτροπήν του αρχιστρατήγου και οι καθήμενοι δι' αντιζηλίας άπρακτοι εν Περαχώρα, Λουτρακίω και Καλαμακίω, Σουλιώται· συνηγωνίζοντο και 180 τακτικοί υπό τον Ιγγλέσην και 26 φιλέλληνες· παρήσαν και δύο ίλαι η μεν υπό τον Αλμέιδαν, η δε υπό τον Χατσή- Μιχάλην· ώστε οι εν Αττική συνελθόντες πεζοί και ιππείς συνηριθμούντο την 10 απριλίου εις 10,000· χάρις δε εις την συνδρομήν των φιλελληνικών εταιριών, το στρατόπεδον δεν έπασχεν έλλειψιν τροφών· εδαπάνησε και ο Κοχράνης μέρος όσων έφερε χρημάτων εις διατήρησιν αυτού.
Μάρτιος Καθημερινοί σχεδόν ακροβολισμοί Ελλήνων και Τούρκων συνέβαιναν περί τας Αθήνας. Την δε 22 παραλαβών ο Καραϊσκάκης το ιππικόν και ικανούς πεζούς υπό τον Μπούσγον εκίνησε προς το μέρος του Δαφνίου, ως πλησιέστερον της ακροπόλεως, εις εμψύχωσιν των πολιορκουμένων· και τους μεν πεζούς ετοποθέτησεν εντός του στενώματος, αυτός δε μετά του ιππικού κατέλαβε τον ελαιώνα. Ο Κιουταχής ήλθε την αυτήν νύκτα πλησίον της θέσεως εκείνης μεθ' ικανών πεζών και ιππέων και έμεινεν αφανής όπισθεν των λόφων, εφ' ών έκειντο τα αντικρύ του μετοχίου οχυρώματά του, σκοπεύων ίσως να πέση την επαύριον αίφνης επί τους εν μετοχίω· αλλ' ιδών απροσδοκήτως πλησίον αυτού το ελληνικόν ιππικόν επέπεσε και έστειλε και μέρος του στρατεύματός του κατά των περί τον Μπούσγον. Ούτοι προσβληθέντες αίφνης απεμακρύνθησαν, και οι εχθροί κατέλαβαν το στένωμα. Ωπισθοδρόμησε προς το στένωμα και το υπό τον Καραϊσκάκην ιππικόν ως αδύνατον ν' αντισταθεί, σκοπεύον να επανέλθη δι' εκείνης της οδού εις το εν Κερατσηνίω στρατόπεδον· αλλά ευρόν παρ' ελπίδα την θέσιν προκατειλημμένην συνήψε τρίωρον μάχην, ελθόντων και άλλων Ελλήνων και Τούρκων εις επικουρίαν των μαχομένων. Οι Έλληνες διέβησαν το στένωμα και επανήλθαν εις το στρατόπεδον, αλλά 19 εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, και 14 ίπποι έπεσαν· έπαθαν και οι εχθροί δεινά παθήματα. Επί του αυτού σχεδόν μέρους συνέβη, αρχομένου του απριλίου, και άλλη μάχη φονικωτέρα της περί ης ο λόγος αφορμήν λαβούσα εκ της ανεγέρσεώς τινων οχυρωμάτων. Έπεσαν και κατά ταύτην 20 Έλληνες, εν οίς και ο Βασίλης Δαγκλής, και επληγώθησαν 10 εφονεύθησαν και επληγώθησαν και 18 ίπποι και διεκρίθη υπέρ πάντα άλλον ο Καραγεώργης Βούλγαρος ιππομαχών μόνος προς πολλούς ιππείς και αριστεύων· έπαθαν και οι Τούρκοι πολλήν ζημίαν.
Οι δε έγκλειστοι δεν έπαυαν γράφοντες, ότι η ακρόπολις έπιπτε δι' έλλειψιν των αναγκαίων, αν εντός ολίγου δεν εβοηθείτο, και κατηνάγκασαν τας πολιτικάς και πολεμικάς Αρχάς της Ελλάδος να μη μεταχειρισθώσι τους ασφαλεστέρους τρόπους εις σωτηρίαν αυτής ως βραδυτέρους, αλλά τους επικινδυνοτέρους ως ταχυτέρους. Εσχεδίαζεν ο αρχιστράτηγος να φέρη σωτήριον ανταγωνισμόν δι' αποστολής στρατευμάτων και πλοίων εις τα παράλια της Αλβανίας και ν' αναγκάση τοιουτοτρόπως τους πολιορκούντας την ακρόπολιν Αλβανούς να τρέξωσιν εις υπεράσπισιν των οικιών και συγγενών των· ο Καραϊσκάκης επεθύμει πάντοτε να καταληφθώσι τα στενά των Θερμοπυλών και ο Ωρωπός, και κοπή η μετά του στρατοπέδου του Κιουταχή κοινωνία Θεσσαλίας και Ευβοίας, όθεν εστέλλοντο εις το στρατόπεδον αι τροφαί και τα άλλα αναγκαία. Αλλά και τα δύο ταύτα σχέδια εγκατελείφθησαν ως μη ικανά να φέρωσι ταχύ αποτέλεσμα, εξ ού και μόνου, κατά το γράφειν των εγκλείστων, εκρέματο η σωτηρία της ακροπόλεως.
Απρίλιος Την 7 απριλίου κατήρεν έξωθεν του Φαλήρου ναυτική μοίρα, ό εστι δικάταρτά τινα και η φρεγάτα Ελλάς, φέρουσα τον αρχιναύαρχον και τον αρχιστράτηγον, οίτινες απέβησαν εις επίσκεψιν του εν τω στρατοπέδω του Κερατσηνίου Καραϊσκάκη· επροπορεύετο δε αυτών ελληνική σημαία. Ο Κοχράνης ελάλησε πολλά διά του διερμηνέως περί της ταχείας λυτρώσεως της ακροπόλεως, επέμεινεν εις το να πέσωσιν οι Έλληνες όσον τάχιον εις το εχθρικόν στρατόπεδον προς λύσιν της πολιορκίας, ή αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων, και μεταξύ λόγων, εμπήξας εις την γην την παρ' αυτώ σημαίαν, είπε στραφείς προς τους στρατιώτας, «Στρατιώται, όστις εξ υμών στήσει επί της ακροπόλεως την σημαίαν ταύτην θα λάβει γέρας χίλια δίστηλα, το δε συνοδεύον τον σημαιοφόρον σώμα δεκακισχίλια»· μετά την συνέντευξιν ταύτην επανήλθαν ο στόλαρχος και ο αρχιστράτηγος εις τα πλοία ευφημούμενοι.