Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 11

Chapter 1111 wordsPublic domain

ΔΙΗΓΟΥΜΕΝΟΙ τα κατά την εν Επιδαύρω γ' εθνικήν συνέλευσιν είπαμεν ότι, αναβαλούσα αύτη τας εργασίας της τον απρίλιον, εξ αιτίας της πτώσεως του Μεσολογγίου, εψήφισε να συνέλθωσιν οι αυτοί πληρεξούσιοι, λήγοντος του σεπτεμβρίου, ή και ταχύτερον, εις ό,τι μέρος θα εκαλούντο παρά της επιτροπής της συνελεύσεως. Κατά το ψήφισμα τούτο και διά τας δεινάς της πατρίδος περιστάσεις εκλήθησαν οι πληρεξούσιοι εις Πόρον τελευτώντος του αυγούστου, προς εξακολούθησιν των εργασιών των, αλλά δεν συνήλθαν· παρήλθε και όλος ο σεπτέμβριος και ουδείς πληρεξούσιος ουδέ τότε μετέβη εις Πόρον· πολλοί δε αυτών εκήρυξαν τον τόπον εκείνον ακατάλληλον. Η επιτροπή εκάλεσεν εκ νέου τους πληρεξουσίους εις τον αυτόν τόπον, αρχομένου του οκτωβρίου· αλλά παρήλθεν όλος ο οκτώβριος και ουδείς ουδέ τότε υπήκουσεν. Αφ' ού δε απεφάσισαν να μεταβώσιν αι δύο επιτροπαί εις Αίγιναν, εκλήθησαν και εκ τρίτου οι πληρεξούσιοι όχι ως πρότερον εις Πόρον αλλ' εις Αίγιναν. Είδαμεν, ότι το ζήτημα του τόπου έφερε και άλλοτε το έθνος εις διαίρεσιν· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγένετο σοβαρώτερον, και οι μεν μετά της εν Αιγίνη εδρευούσης κυβερνήσεως πολιτευόμενοι συνήλθαν εις Αίγιναν, οι αντιπολιτευόμενοι εις Ερμιόνην (Καστρί) κατά πρότασιν του Κολοκοτρώνη. Ο αρχηγός ούτος, ο τόσα παθών και φυλακισθείς υπό του Κουντουριώτου επί του εμφυλίου πολέμου συμμαχήσας τότε μετά του Ζαήμη κατ' εκείνου, συνεμάχησεν επί της συνελεύσεως ταύτης μετά του Κουντουριώτου κατά του Ζαήμη. Αλλ' η περί του τόπου διαίρεσις εγέννησε και υποδιαίρεσιν του κόμματος των αντιπολιτευομένων· διότι, εν ώ οι περί τον Κολοκοτρώνην εκάλουν τους περί τον Κουντουριωτών και λοιπούς ομόφρονάς των νησιώτας εις Ερμιόνην, ούτοι εκάλουν εκείνους εις Πόρον, όπου ίσχυαν· αλλά, επιμένοντος του Κολοκοτρώνη, παρεδέχθησαν επί τέλους ως τόπον της συνελεύσεως την Ερμιόνην φοβούμενοι μη υπερισχύσωσιν εξ αιτίας της διαιρέσεως οι εν Αιγίνη αντίπαλοί των. Εκτός δε της δυσκολίας του τόπου, ανεφύη και άλλη βαρυτέρα, η περί πληρεξουσίων. Οι μεν εν Αιγίνη επέμεναν να συνέλθωσιν οι διακόψαντες εν Επιδαύρω τας εργασίας των· τούτο δε εβοήθει τους σκοπούς των, διότι οι πλείστοι εκείνων αιγίνιζαν· οι δε άλλοι άφησαν ελευθέρας τας επαρχίας να στείλωσι τους αυτούς ή άλλους. Αυθαιρέτως ενήργουν οι εν Ερμιόνη και περί του τόπου και περί των προσώπων· διότι, ψηφίσασα η εν Επιδαύρω συνέλευσις την αναβολήν των εργασιών της, συνεψήφισε και την συγκάλεσιν παρά της επιτροπής αυτής των αυτών πληρεξουσίων εις ό,τι μέρος εκείνη έκρινεν ασφαλέστερον· απέκειτο δε αναμφιβόλως εις τους πληρεξουσίους, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού όπου συνεκαλούντο, να μείνωσιν εκεί, η να μεταβώσιν αλλού· ώστε οι εν Αιγίνη ενήργουν εννόμως· αλλ' έδωκαν και δείγμα πολλής μετριότητος στείλαντες πρεσβείαν προς τους αντιπάλους των υπέρ ενώσεως, και γνωμοδοτούντες περί μεν του ζητήματος των αυτών ή άλλων πληρεξουσίων ν' αναβληθή πάσα συζήτησις έως ου συνέλθωσιν οι αντιφερόμενοι εις ένα και τον αυτόν τόπον, και τότε όλοι ομού να λύσωσι το ζήτημα τούτο· περί δε του τόπου να ευρεθή τρίτος, διότι, εν όσω απήτουν οι μεν την Αίγιναν οι δε την Ερμιόνην, συνέλευσις δεν συνεκροτείτο, αλλά να ευρεθή τοιούτος τόπος όπου ο πληρεξούσιος, αν δεν έβλεπε τον καπνόν, να ήκουε καν τον κρότον των κατά της ακροπόλεως κανονίων. Διά τοιούτων οδηγιών εφωδιασμένη η πρεσβεία ανεχώρησε την 20 Ιανουαρίου εις Ερμιόνην, αλλ' επανήλθεν άπρακτος, αποκριθέντων των εκεί παιδαριωδώς, ότι δεν απεφάσισαν εκείνοι αλλά το έθνος τόπον συνελεύσεως την Ερμιόνην. Έσπευσαν και τα στρατόπεδα της στερεάς Ελλάδος να υποστηρίξωσι την ορθήν και πατριωτικήν πρότασιν των εν Αιγίνη· Φεβρουάριος αλλ' οι εν Ερμιόνη ουδ' αυτά εισήκουσαν, και επιμένοντες εις όν προέθεντο εξ αρχής σκοπόν ήρχισαν τας τακτικάς των συνεδριάσεις την 11 φεβρουαρίου υπό την προεδρίαν του Σισίνη. Ηγανάκτησαν οι εν Αιγίνη επί τη τοιαύτη παρεκτροπή παντός καθήκοντος, συνηγανάκτησαν και τα στρατόπεδα, και την 27 έγραψαν διά του γενικού αρχηγού των Καραϊσκάκη τοις εν Αιγίνη να μη ενδώσωσιν, ειμή αν οι εν Ερμιόνη συγκατετίθεντο εις τρίτον τόπον, και τούτον εντεύθεν της Επιδαύρου πλησίον των στρατοπέδων. Αισχρόν και παιδαριώδες ήτο να αλληλομαχώσιν οι Έλληνες περί του τόπου των συζητήσεων, κινδυνευούσης της πατρίδος. Αλλ' εν μέσω της αλληλομαχίας ταύτης, ήτις κορυφωθείσα μετά την έναρξιν των εν Ερμιόνη συνεδριάσεων ηπείλει εμφύλιον πόλεμον, έφθασεν εις Ερμιόνην ο αντιστράτηγος Ριχάρδος Τσώρτσης.

Καθ' όν καιρόν οι Άγγλοι εκυρίευσαν τας πλείστας των ιονίων νήσων, ο ανήρ ούτος εσύστησεν εν Ζακύνθω δύο ελαφρά τάγματα εξ Ελλήνων· κατετάχθησαν δε ως αξιωματικοί ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς, ο Πλαπούτας, ο Νικήτας, ο Βλαχόπουλος και άλλοι οπλαρχηγοί διαπρέποντες επί της ενεστώσης επαναστάσεως, οίτινες και προσηλώθησαν ιδιαιτέρως τον Τσώρτσην, διότι ιδιαιτέρως και αυτός τους ηγάπα και τους επροστάτευε. Γενομένης δε της ειρήνης, διελύθησαν τα δύο ταύτα τάγματα· ο δε Τσώρτσης μετέβη εις υπηρεσίαν του βασιλέως της Νεαπόλεως, όπου υψώθη εις βαθμόν αντιστρατήγου και κατέστη εν μια των μεσημβρινών του βασιλείου επαρχιών «άλλος εγώ». Αλλ' ο πολυχρόνιος αυτού χωρισμός ούτε την εις αυτόν αφοσίωσιν των άλλοτε συναγωνιστών του Ελλήνων επηρέασεν, ούτε την προς αυτούς αγάπην αυτού εψύχρανε· διά τους λόγους τούτους και διά τας εξ αιτίας της αιτηθείσης αγγλικής προστασίας και μεσιτείας πολιτικάς σχέσεις των δύο εθνών, η διοικητική επιτροπή έσπευσε να καλέση τον Τσώρτσην εις την ελληνικήν υπηρεσίαν συναινέσει του Κολοκοτρώνη και των άλλων ομοφρόνων του οπλαρχηγών. Προθύμως εδέχθη την πρόσκλησιν ο Τσώρτσης, και αναχωρήσας εξ Ιταλίας κατευωδώθη την 26 εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών. Γνωσθείσης δε της αφίξεως αυτού, έδραμαν αυθωρεί ο Κολοκοτρώνης και άλλοι των εν Ερμιόνη εις υπάντησίν του, τον εδεξιώθησαν φιλοφρονέστατα, τον ονόμασαν πατέρα και ευεργέτην, τον συνώδευσαν την επαύριον εις Ερμιόνην, και τον εθεώρησαν έκτοτε ως πολεμικόν αρχηγόν των· αλλ' εκείνος, πληροφορηθείς περί της επικρατούσης διαιρέσεως, τοις είπε να τον θεωρώσιν ως απλούν περιηγητήν εν όσω δεν ωμονόουν. Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ερμιόνη ο Χαμιλτών καταγινόμενος να φέρη τους εκεί εις συναίσθησιν της κακής διαγωγής των. Οι σφοδροί και σοβαροί λόγοι αυτού, η συνεργεία του Τσώρτση και η προτροπή του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως της Αγγλίας υπέρ ομονοίας, εξ ής και μόνης έγραφεν ότι εξήρτητο η ευόδωσις της υπέρ Ελλάδος μεσιτείας του, υπερίσχυσαν, και απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι αμφοτέρων των κομμάτων εις Τροιζήνα (Δαμαλά) προς εξίσασιν των περί συνελεύσεως διαφορών.

Μάρτιος Εν τούτοις, έφθασε την 5 μαρτίου εις Πόρον επί του ατμόπλου Μονόκερω και ο προ πολλού ως σωτήρ περιμενόμενος Κοχράνης, και κατέπλευσεν εις Αίγιναν, όπου έδρευεν η κυβέρνησις· έφερε δε εις χρήσιν των εκστρατειών του δίστηλα εκατόν χιλιάδας, εξ ών τα μεν ήσαν βοηθήματα των εν Ευρώπη φιλελληνικών Εταιριών, τα δε απομεινάρια του αγγλικού δανείου. Τόση δε ήτον η επιθυμία και η ανάγκη της παρουσίας αυτού εν Ελλάδι, ώστε, αφ' ότου έμαθαν οι Έλληνες ότι ανεχώρησεν εξ Αγγλίας και περιέπλεε την Μεσόγειον, έστειλαν πλοίον εις ανεύρεσιν και επιτάχυνσίν του· διά τούτο ανεκλάλητος χαρά ενέπλησε τας καρδίας όλων, μαθόντων την άφιξίν του· πρεσβείαι δε προς τον σωτήρα τούτον της πατρίδος και συγχαρητήρια εστέλλοντο πανταχόθεν· απέστειλε προς τούτον μεταβάντα εξ Αιγίνης εις Πόρον και η εν Ερμιόνη συνέλευσις πρεσβείαν φέρουσαν την εξής επιστολήν.

«Η Ελλάς σε συγχαίρει διά την εις τας θαλάσσας της παρουσίαν σου· αι ευχαί των Ελλήνων εκπληρούνται διά τούτο, και αι ελπίδες των ανυψούνται περί της καλής εκβάσεως του ιερού αγώνος των.

«Το ελληνικόν έθνος συνηγμένον ενταύθα εις γ' εθνικήν συνέλευσιν επιθυμεί την παρουσίαν σου, και σε προσκαλεί αποστέλλον τον γενικόν αρχηγόν των όπλων της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνην, τον Κ. Κανάρην, τον Ν. Μπότασην, τον στρατηγόν Κίτσον Τσαβέλλαν και τον κόμητα Α. Μεταξάν, διά να αποδώση τας ευχαριστίας του εις τον υπέρ των δικαίων του ζήλον σου».

Ο Κοχράνης, ον η γνώσις της επαράτου διαιρέσεως έθλιψε και εθορύβησεν αφ' ότου επάτησε την ελληνικήν γην, κατεταράχθη ιδών ενώπιόν του απολλυμένης της πατρίδος τους άνδρας, ους η οικτρά φωνή της εκάλει εις τα πεδία της μάχης προς υπεράσπισιν, και πλήρης αγανακτήσεως έγραψε μετά τινας περιποιητικούς λόγους τους εξής επιπληκτικούς προς τους εν Ερμιόνη, πληρεξουσίους.

«Ελυπήθην ιδών τους ανδρειοτέρους και περιφημοτέρους αξιωματικούς της Ελλάδος καταγινομένους εις τον σχηματισμόν πολιτικής συνελεύσεως και δαπανώντας τον καιρόν των εις συζητήσεις περί του τόπου αυτής, εν ώ ο εχθρός καταπατά ακωλύτως όλην την γην σας, εξουσιάζει τα τρία τέταρτα των φρουρίων και πολιορκεί την πρωτεύουσαν της ελληνικής πολιτείας. Αι Αθήναι κινδυνεύουν τον έσχατον κίνδυνον· και εν ώ ο γενναίος Φαβιέρος μετ' ολίγων ηρώων ενθουσιώντων διά την αυτονομίαν έδραμεν εις βοήθειαν των ανδρείων υπερασπιστών αυτής, οι αξιωματικοί της Ελλάδος δεν παύουν καταγινόμενοι εις μικροπρεπείς συζητήσεις περί πολιτικών πραγμάτων. Αν η σκιά του Δημοσθένους εζωοποίει εκ νέου την εν ταύτη τη νήσω κόνιν του μεγάλου εκείνου ανδρός, θα ηκούετε εκ του στόματός του μεταβάλλοντος μόνον τα ονόματα των ανδρών και των τόπων τον πρώτον του κατά του Φιλίππου λόγον, και θα εμανθάνετε από ένα συμπολίτην σας ειδήμονα της ιστορίας και βαθείαν γνώσιν έχοντα του ανθρώπου οποία έπρεπε να είναι η διαγωγή σας. Σας παραγγέλλω λοιπόν να αναγνώσετε τον λόγον αυτόν εν πλήρει συνεδριάσει· συνιστώ δε ιδιαιτέρως προς τους διέποντας την τύχην της Ελλάδος μίαν μίαν τας συμβουλάς του· και επειδή τοιούτου ανδρός οι λόγοι είναι τόσον κατάλληλοι εις τας σημερινάς σας περιστάσεις, ασυγχώρητος οιηματίας θα εφαινόμην, αν άλλο τι σας έλεγα ειμή τους λόγους αυτού.

«Αν τοίνυν, ω άνδρες Αθηναίοι, και υμείς επί της τοιαύτης εθελήσητε γενέσθαι γνώμης νυν, επειδήπερ ου πρότερον, και έκαστος υμών, ου δει και δύναιτ' αν παρασχείν αυτόν χρήσιμον τη πόλει, πάσαν αφείς την ειρωνείαν έτοιμος πράττειν υπάρξη, ο μεν χρήματ' έχων εισφέρειν, ο δ' εν ηλικία στρατεύεσθαι, συνελόντι δ' απλώς αν υμών αυτών εθελήσητε γενέσθαι και παύσησθε αυτός μεν ουδέν έκαστος ποιήσειν ελπίζων, τον δε πλησίον πάνθ' υπέρ αυτού πράξειν· και τα υμέτερ' αυτών κομιείσθε, αν Θεός θέλη, και τα κατερραθυμημένα πάλιν αναλήψεσθε, κακείνον τιμωρήσεσθε».

Τοιαύτα γράψας ο Κοχράνης τοις εν Ερμιόνη εκήρυξε παρρησία, ότι ούτε απέβαινεν, ούτε ενήργει τι υπέρ Ελλάδος, εν όσω οι Έλληνες δεν ωμονόουν. Ο αξιέπαινος ούτος τρόπος του πράττειν και λαλείν του Κοχράνου απεπεράτωσε το έργον της ενώσεως, συνήλθαν εις Τροιζήνα και οι εν Ερμιόνη και οι εν Αιγίνη, έγειναν δεκτοί όλοι οι πληρεξούσιοι παλαιοί και νέοι ως μέλη της συνελεύσεως, και την 19 ήρχισαν αι διακοπείσαι εργασίαι της. Συγχρόνως μετέβη και η κυβέρνησις εις Πόρον μίαν ώραν απέχοντα της Τροιζήνος. Οι δε πληρεξούσιοι, περί πολλού ποιούμενοι την καθησύχασιν του επί τη διαιρέσει αυτών οργισθέντος Κοχράνου, έσπευσαν να τον ειδοποιήσωσιν ότι ηνώθησαν. Αλλ' ο Κοχράνης, δικαίως θεωρών πάσαν πολιτικήν συζήτησιν και άκαιρον και επιβλαβή ψυχορραγούσης της ακροπόλεως, τοις απεκρίθη, ότι, καθ' ήν είχε μακράν πείραν των εν επαναστάσει εθνών, αι εξημμέναι συζητήσεις ήσαν ολέθριοι, ότι άχρηστοι ήσαν οι νόμοι οσάκις ήσαν ανίσχυροι, ότι επιβλαβέστατον το νομοθετείν και μη ενεργείν εν καιρώ πολέμου, και ότι τότε μόνον ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ότε η συνέλευσις εψήφιζε τα εις απολύτρωσιν της ακροπόλεως και την εις Αθήνας συγκάλεσιν των πληρεξουσίων· άλλως, έβλεπεν ότι η Ελλάς απόλλυται· επειδή δε συνέβησαν νέαι αναβολαί, τοις έγραψε πάλιν, ότι, επειδή αι συμβουλαί του δεν εχρησίμευαν ως αποτεινόμεναι προς ανθρώπους εμποδίζοντας την πρόοδον των πραγμάτων και έχοντας απόφασιν να μη αλλάξωσι διαγωγήν, αυτός ανεχώρει, αν μέχρι της εσπέρας δεν ενηργούντο τα δέοντα· τοις επρότεινε δε να συστήσωσι κυβέρνησιν εκατονταήμερον, και ν' αναβάλωσι τα λοιπά εις αρμοδιώτερον καιρόν. Η συνέλευσις εφοβήθη επί τη απειλή της αναχωρήσεώς του και απεφάσισε να πραγματοποιήση τας ευχάς του ψηφίζουσα μόνα τα κατεπείγοντα ανυπερθέτως.

Είδαμεν, ότι, μόλις συνεκροτείτο κυβέρνησις, και ήθελαν οι εναντίοι της να την καταστρέψωσιν· ουδείς δε των εις ους περιήλθεν αλληλοδιαδόχως επί της επαναστάσεως η εξουσία εφάνη άξιος να την διατηρήση. Το συμφέρον της πατρίδος απήτει να συγκεντρωθή εις ενός και μόνου χείρα όλη η νομοτελεστική εξουσία, η μέχρι τούδε εις πολλών διανεμομένη· αλλά τοιαύτης Αρχής και της γενικής εμπιστοσύνης των άξιον άνδρα δεν ηύρισκαν οι Έλληνες εντός της Ελλάδος, διά τούτο έστρεψαν το βλέμμα εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν, τον άλλοτε διαπρέψαντα ως υπουργόν της ρωσσικής αυτοκρατορίας, διάγοντα τότε ιδιωτικόν βίον εν Ελουηττία, και πλήρη πατριωτισμού πάντοτε φανέντα· τόσον δε εξ αιτίας των εμφυλίων παθών και αντιζηλιών επέμεναν εις το να φέρωσιν έξωθεν κυβερνήτην, ώστε εψήφισαν, αν δεν ήρχετο ο Καποδίστριας, να ζητήσωσιν άλλον αντ' εκείνου εκτός πάντοτε της Ελλάδος. Τα δε πολεμικά των ήσαν ως και τα πολιτικά των· πολυαρχία επεκράτει εν τω στρατιωτικώ της Ελλάδος. Ο Κολοκοτρώνης υπερίσχυεν όλων των πολεμικών της Πελοποννήσου· ο δε Καραϊσκάκης απέκτησεν επί της τελευταίας του εκστρατείας πολλήν και δικαίαν φήμην· αλλ' ησθάνοντο και ο είς και ο άλλος ότι δεν ήσαν οι άνθρωποι της γενικής στρατιωτικής Αρχής της Ελλάδος· και αμφότεροι επρότειναν αυθόρμητοι ν' αναδείξη η συνέλευσις τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον όλης της Ελλάδος. Κατά θάλασσαν επρώτευεν ο Μιαούλης,

Αδιαφιλονείκητος είναι η αξία ανδρός, ον τιμούν και αυτοί οι αντίπαλοι· τοιούτος ήτον ο Μιαούλης. Διχονοούσα η υπερήφανος Ύδρα τον ετίμα όλη. Απρόθυμος εφάνη κατ' αρχάς προς τον αγώνα, ως παρ' αγνώστων κινηθέντα και ως ανώτερον της δυνάμεως των Ελλήνων, διετέλεσεν οικουρών την πρώτην εξαμηνίαν, εξέπλευσε μετά ταύτα ως απλούς πλοίαρχος και ηρίστευσεν ως ναύαρχος. Αρχομένου δε του δευτέρου έτους, εξέπλευσεν ως ναύαρχος, και την μέχρι τούδε παραφυλακτικήν διαγωγήν του ελληνικού στόλου ως προς τον τουρκικόν μετήλλαξεν αυτός πρώτος εις επιθετικήν. Ουδείς νοημονέστερος και ευτολμότερος αυτού εν μάχαις ή μετριοφρονέστερος εν νίκαις· εις ουδέν ελογίζετο όσα έπραττεν αναλογιζόμενος τι ώφειλε να πράξη· μεγίστην πεποίθησιν είχαν οι Έλληνες εις αυτόν, αλλ' αυτός ηγνόει την αληθή αξίαν του, και εν μέσω των θριάμβων του πάντοτε εδίσταζεν αν ο μέγας αγών θα ευδοκίμει· ουδέποτε εσπουδάρχησε και κατά χρέος μάλλον ή κατά προαίρεσιν εναυάρχησεν· η Αρχή εζήτησε πάντοτε αυτόν και ουδέποτε αυτός την Αρχήν. Πάντες οι επισκεπτόμενοι τον άνδρα τούτον ξένοι τον εθαύμαζαν διά την λιτότητα του βίου και την μετριοφροσύνην του, οι δε παρευρεθέντες εν ταις ναυμαχίαις του ναυτικοί τον ευφήμουν διά την ευτολμίαν και την ναυαρχικήν αυτομάθειάν του. Πολλάκις οι περί τα πολιτικοί ασχολούμενοι και τα της πατρίδος προς το ίδιον συμφέρον ή προς φιλαρχίαν διαπραττόμενοι τροποποιούν ασυστόλως εις επίτευξιν του ποθουμένου ας πρεσβεύουν αρχάς, συναγωνιστάς παραδέχονται τους ανταγωνιστάς, και σωτήρας σήμερον της πατρίδος καλούν ους ολετήρας εκάλουν χθες και το ανάπαλιν, παρέχοντες σκανδαλώδες και επονείδιστον παράδειγμα παλιμβουλίας και κακής χρήσεως πολιτικής επιρροής· επανέρχονται δε αναιδώς, αν τοις συμφέρη, εις τα πρώτα, προσάπτοντες τοις άλλοις τα επί της ιδιοτελούς ενώσεως των πολιτικά αυτών ανομήματα. Τοιούτος δεν ήτον ο Μιαούλης, την αυτήν πολιτικήν αείποτε επολιτεύθη, ουδέποτε μετεποίησεν επ' ιδιοτελεία τους φίλους εις εχθρούς ή τους εχθρούς εις φίλους, ουδ' εφαντάσθη να επιρρεάση τα της πατρίδος διά της κατά θάλασσαν υπεροχής του· εθνωφελή δε θεωρών εν τη περιστάσει ταύτη την στολαρχίαν του Κοχράνου πρόθυμος απεδύθη πολυετή και πολυένδοξον αρχηγίαν, και φαιδρός κατέβη εις τάξιν πλοιάρχου ως απαλλαττόμενος μάλλον βάρους ή ως στερούμενος Αρχής (α).

Εν ώ δε ουδένα των Ελλήνων δυσηρέστησαν οι διορισμοί του Κοχράνου ως στολάρχου και του Τσώρτση ως αρχιστρατήγου, η εκλογή του Καποδιστρίου ως επταετούς κυβερνήτου δυσηρέστησε πολλούς των πολιτικών, αλλ' ουδείς ετόλμησε να εκφράση εναντίαν γνώμην, διότι και η ανάγκη και η επιθυμία του έθνους ήσαν υπέρ αυτής. Την εκλογήν ταύτην, κυρίως προελθούσαν παρά των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, υπεστήριξαν παρ’ ελπίδα και οι πολλήν επιρροήν επί της συνελεύσεως έχοντες Άγγλοι Κοχράνης και Τσώρτσης. Εξ αιτίας δε των δεινών περιστάσεων ουδ' ο μοίραρχος Άγγλος Χαμιλτών, ουδ' ο εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς της Αγγλίας την απεδοκίμασαν. «Μας χρειάζεται προ παντός μία Ελλάς»· έγραφεν ο πρέσβυς· εφρόνουν δε και αυτός και ο μοίραρχος, ότι ο Καποδίστριας θ' απεποιείτο· του φρονήματος τούτου ήτο και η κυβέρνησίς των.

Την δε 29 μαρτίου παρέστη εν μέσω της συνελεύσεως ο Κοχράνης ως στόλαρχος, και δείξας εκ νέου, συνεδριαζόντων των πληρεξουσίων, την ανάγκην της ομονοίας και της κατά ξηράν και θάλασσαν ταυτοχρόνου εκστρατείας έθεσε την δεξιάν του επί της λαβής του ξίφους του και είπεν, «Ορκίζομαι να υπηρετήσω πιστώς την Ελλάδα και να χύσω υπέρ αυτής το αίμα μου, αν φανή και η Ελλάς πιστή εις εαυτήν». Αφ' ού δε ωρκίσθη, ανύψωσε την στολαρχικήν σημαίαν επί της Ελλάδος, εν ή και ο Μιαούλης ως πλοίαρχος. Την δε 2 απριλίου εσυστήθη τριμελής επιτροπή κληθείσα αντικυβερνητική επιτροπή, εντολήν έχουσα να διοική τον τόπον μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου κατά τους όρους του συντάγματος· διωρίσθησαν δε μέλη αυτής, αποποιηθέντων πολλών άλλων, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Γιαννούλης Νάκος και ο Μαρκής Μιλαήτης· ανεγνώσθη δε αυθημερόν και αναφορά της παυσάσης διοικητικής επιτροπής διαλαμβάνουσα τα επί της διοικητικής αυτής περιόδου συμβάντα. Την δε επαύριον, ημέραν του Πάσχα, ωρκίσθησαν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής ενώπιον της συνελεύσεως επί του σταυρού τον ακόλουθον όρκον.

«Ορκίζομαι εις το όνομα της τρισυποστάτου Θεότητος και εις την γλυκυτάτην πατρίδα, πρώτον μεν ή να ελευθερωθή το ελληνικόν έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας ν' αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος· έπειτα δε να υποτάσσωμαι μ' όλην την πίστιν εις τον παρόντα νόμον της πατρίδος ό,τι λογής αι τρεις εθνικαί συνελεύσεις του 1822, του 1823 και του 1827 παρέδωκαν εις το ελληνικόν έθνος».

Ο δε Τσώρτσης, πριν αναδεχθή την αρχιστρατηγίαν και ορκισθή, ενόμισε καθήκον να διασκεδάση τας επικρατούσας ψευδείς φήμας ότι είχε ξένην υποστήριξιν και ότι έφερε χρήματα προς ενίσχυσιν του αγώνος· είπε δε προς τοις άλλοις, ότι δεν εθεώρει πλέον την ακρόπολιν των Αθηνών υπερασπίσιμον. Αλλ', επιμενούσης της συνελεύσεως εις ό,τι περί αυτού εψήφισε, παρέστη ενώπιόν της καθ' ήν ημέραν ωρκίσθη η αντικυβερνητική επιτροπή, και ώμοσε και αυτός επί του σταυρού και του ξίφους του τον εξής όρκον.