Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Part 10

Chapter 1030 wordsPublic domain

Οι δε εν Χασιά Έλληνες, ων ο αριθμός ηυξήθη εις 3500, επροχώρησαν την 25 εις Καματερόν πλησίον του Χαϊδαρίου. Οι οπλαρχηγοί αυτών, όντες και οι τρεις ισότιμοι και απ' αλλήλων ανεξάρτητοι, διεφώνουν. Ο Βάσσος και ο Νοταράς, οι γνωρίζοντες τον τρόπον πολεμείν των Ελλήνων, εγνωμοδότουν ν' αποφεύγωσι πάσαν τακτικήν μάχην, και να βλάπτωσι τους εχθρούς σποράδην· αλλ' ο μεγάθυμος Κεφαλλήν, Μπούρμπαχης, ο μήτε γνώσιν μήτε πείραν έχων εισέτι των μεθ' ών εστράτευεν, ήτον εναντίας γνώμης, ην επί τέλους παρεδέχθησαν άγοντες και οι άλλοι οπλαρχηγοί· και ούτος μεν κατέβη μετά των στρατιωτών του εις την πεδιάδα, εκείνοι δε ετοποθετήθησαν μακράν έν τρίτον μιλίου όπισθεν αυτού επί των ριζωμάτων του όρους. Την 27, ανατείλαντος του ηλίου, 2000 πεζοί και 600 ιππείς έχοντες 2 κανόνια εστράτευσαν προς το Καματερόν υπό την οδηγίαν του Κιουταχή και έστησαν τα κανόνια κατά των ταγμάτων του Βάσσου και του Νοταρά, οι δε πεζοί και ιππείς ώρμησαν εις την προφυλακήν, ό εστι εις το τάγμα το Μπούρμπαχη. Γενναίως αντέστη η προφυλακή υπό την οδηγίαν τόσω γενναίου ανδρός· αλλ', ανίσου ούσης της πάλης εξ αιτίας του πεζικού επί της πεδιάδος ιππικού, ηττήθη κατά κράτος· δε ήλθε δε το όπισθεν της προφυλακής στράτευμα προς βοήθειάν της· αλλ' ετράπη εις φυγήν, εν ώ διήρκει η μάχη. 300 Έλληνες εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μπούρμπαχης, δύο αξιωματικοί Γάλλοι και ο χειρουργός του τάγματος. Οι εχθροί, ιδόντες τον πανικόν φόβον των εις φυγήν τραπέντων, τους κατεδίωξαν πέραν της Ελευσίνος, κατέλαβαν την θέσιν εκείνην και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις Σαλαμίνα.

Ο δε Κιουταχής, επαρθείς επί τη νίκη ταύτη και θεωρήσας αυτήν κρίσιμον διά την πολλήν φθοράν και την φυγήν των Ελλήνων και ικανήν ν' απελπίση τους εν τω φρουρίω, τοις έστειλεν αυθημερόν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν προτρεπτικήν εις προσκύνησιν· περιμείνας δε απάντησιν δύο ημέρας και μη λαβών, κατέβη την εσπέραν της 29 εις το παραθαλάσσιον, παραλαβών πολλήν δύναμιν πεζήν και ιππικήν, επί σκοπώ να προσβάλη τους κατέχοντας την Καστέλλαν. Ούτοι, όντες έτοιμοι εις αντίστασιν, ανεβίβασαν τα λοιπά κανόνια και τα έστησαν, τα μεν εξ αριστερών, τα δε επί του κέντρου· και επειδή η προς τον Πειραιά πλευρά ήτον η ασθενεστέρα, ετοποθέτησαν δύο πλοία, το μεν προς τον μυχόν του λιμένος του Πειραιώς, το δε προς το λιμενόστομον της Μουνυχίας εις υπεράσπισιν αυτής· και τα μεν δεξιά της θέσεως κατείχαν οι Αθηναίοι υπό τον Μακρυγιάννην, τα δε αριστερά οι περί τον Καλλέργην και οι άνιπποι ιππείς, το δε κέντρον οι περί τον Ιωάννην Νοταράν, εφέδρευαν δε οι τακτικοί, και απεμακρύνθησαν του παραθαλασσίου και όλα τα πλοιάρια, ώστε ουδείς εδύνατο να φύγη. Την επαύριον οι εχθροί, πλήρεις τόλμης και υπό την προστασίαν του πυρός 6 κανονίων μετακομισθέντων εκ του στρατοπέδου την προτεραίαν, έπεσαν επί τα ελληνικά οχυρώματα, και πέντε ώρας επέμεναν, ποτέ εις το έν ποτέ εις το άλλο τάφρευμα ορμώντες εν μέσω πυρός 40 κανονίων, των μεν από της ξηράς των δε από των πλοίων σφαιροβολούντων· αλλά γενναίως πάντοτε αποκρουόμενοι ηναγκάσθησαν επί τέλους να φύγωσι κακώς έχοντες, επιπεσόντων των τακτικών, και εξορμησάντων 250 Αθηναίων. Υπερτριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, εν οίς και πολλοί αξιωματικοί, 60 δε ή 70 Έλληνες· έπαθε πολλήν βλάβην και η Καρτερία υπό την εύστοχον βομβοβολήν των εν τω μοναστηρίω. Οι εχθροί δεν επεχείρησαν δευτέραν έφοδον, αλλά κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις αποκλεισμόν, εγείροντες οχυρώματα έμπροσθεν του μοναστηρίου, επί του παλαιού θεάτρου και επί των προς τον Ιλισσόν ριζωμάτων του λόφου· ένεκα δε τούτου συνέβαιναν καθ' ημέραν κανονοβολισμοί, τουφεκισμοί και φόνοι· επειδή δε οι Έλληνες, υδρεύοντες εν τη κατά το Φάληρον πηγή, τη επί της κατωφερείας του λόφου, ήτις μόνη είχε πόσιμον οπωσούν νερόν, εβλάπτοντο υπό του πυρός των εχθρών, 300 υπό τον Καλλέργην κατέλαβαν τρεις πυργίσκους παρά τας εκβολάς του Ιλισσού, κατηδάφισαν το άνω μέρος αυτών, επέτρωσαν το κάτω, και ανοίξαντες τας συνήθεις πολεμίστρας ητοιμάσθησαν εις πόλεμον. Την δε 20 φεβρουαρίου πολλοί εχθροί ώρμησαν πολλάκις εις κυρίευσιν των πυργίσκων εξ εφόδου, αλλά πάντοτε απεκρούσθησαν και πολλήν ζημίαν έπαθαν^ περί δε την εσπέραν στήσαντες δύο κανόνια ηνάγκασαν τους εγκλείστους να φύγωσι την νύκτα φέροντας εις Καστέλλαν μίαν εχθρικήν σημαίαν και 35 κεφαλάς, ως τρόπαια της εν τη ημέρα νίκης των, αλλά και πολλήν βλάβην παθόντας, φονευθέντων 10 εξ αυτών και πληγωθέντων 20. Μετά δε την κυρίευσιν των πυργίσκων οι εχθροί ανήγειραν έν πυροβολοστάσιον επί των εκβολών του Ιλισσού, και άλλο επί της άκρας της Μουνυχίας, και προσβάλλοντες δι' αυτών τα ερχόμενα εις Φάληρον πλοία εμπόδιζαν πολλάκις την έξωθεν μετακόμισιν των εις χρήσιν του ελληνικού στρατού τροφών και άλλων αναγκαίων.

Ο δε Καραϊσκάκης, μετά τα λαμπρά και απροσδόκητα κατά την στερεάν Ελλάδα κατορθώματά του, επανήλθε την 28 φεβρουαρίου εις Ελευσίνα κατά προτροπήν της κυβερνήσεως εις αντίληψιν της κινδυνευούσης ακροπόλεως.

1826-1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ'.

&Μετάβασις της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. — Ταραχαί εν Ναυπλίω και Ύδρα. — Θαλάσσιοι εκστρατείαι εις Ωρωπόν και Βώλον.&

ΑΙ αναγκάσασαι την κυβέρνησιν αταξίαι να περιορισθή εν τω κατά το Ναύπλιον θαλασσοπύργω, την ηνάγκασαν μετά ταύτα ν' απομακρυνθή ολοτελώς του αργολικού κόλπου. Εζήτει τόπον ελεύθερον πάσης στρατιωτικής και οχλικής συρροής, και παρά τα στρατόπεδα, ώστε να ημπορή και ταύτα να επιτηρή, και εν ανέσει να εργάζεται· τοιούτον ηύρε την Αίγιναν, όπου κατεστάθησαν οι Ψαριανοί μετά την καταστροφήν της πατρίδος των, και παρείχαν τα πιστά διά την προς την τάξιν αφοσίωσίν των· διά τους λόγους τούτους μετέβη εκεί την 11 νοεμβρίου και έτυχε καλλίστης υποδοχής.

Εν όσω διέμενεν η κυβέρνησις εν Ναυπλίω, αι εν αυτώ δύο στρατιωτικαί Αρχαί, η μεν του Παλαμηδίου υπό τον Γρίβαν, η δε της Ακροναυπλίας υπό τον Φωτομάραν, ανεξάρτητοι η μία της άλλης και αντίζηλοι, δεν εστασίαζαν και δεν διετάρατταν την πόλιν, συστελλόμεναι· αλλά μετά την απομάκρυνσιν της κυβερνήσεως αφηνίασαν oλοτελώς, κατήντησαν εις αλληλομαχίαν και παρ' ολίγον κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν μικρής αφορμής δοθείσης. Μεθύοντες μίαν ημέραν στρατιώται των δύο τούτων φρουράρχων διεπληκτίσθησαν· ο διαπληκτισμός των απλών στρατιωτών έγεινε μετ' ολίγον διαπληκτισμός των αρχηγών, και ο είς εζήτει ικανοποίησιν παρά του άλλου ή μάλλον αφορμήν να βλάψη τον άλλον, η δε επί τη εις Αίγιναν μεταβάσει της κυβερνήσεως συστηθείσα ως προσωρινή διοίκησις του Ναυπλίου επιτροπή ωλιγωρείτο. Δεκέμβριος Την 3 δεκεμβρίου, αι κανονοβολαί του ενός φρουρίου κατά του άλλου ανήγγειλαν, ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήσαν εις το εξής υπό το κράτος της βίας και ηνάγκασαν τους πλείστους, ως αν υπήρχε φόβος εχθρικής επιδρομής, ν' αναχωρήσωσιν από τόπον όπου ο αδύνατος εκινδύνευε να γίνη θύμα του δυνατού· εξ αιτίας τούτου ήλθαν εις συναίσθησιν οι δύο αντίζηλοι οπλαρχηγοί και έπαυσαν αλληλομαχούντες.

Δεινή στάσις συνέβη εκείναις ταις ημέραις και εν Ύδρα. Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου ο λαός της έζη εν αργία και επείνα· η κυβέρνησις δεν είχε πώς να κινήση τον στόλον· τινές ήρπασαν τα πλοία, ακόντων των κτητόρων, και μετήρχοντο την πειρατείαν· αλλά και η αισχρά αύτη βιομηχανία δεν ήτον ακίνδυνος εξ αιτίας των εις καταστολήν αυτής και τιμωρίαν των μετερχομένων αυτήν περιφερομένων εις την ελληνικήν θάλασσαν πλοίων των Δυνάμεων. Εν μέσω της κοινής ταύτης αμηχανίας και απορίας ο λαός της Ύδρας εφαίνετο εμβλέπων ως και άλλοτε εις το βαλάντιον των προκρίτων. Οι πρόκριτοι ήσαν διηρημένοι· οι μεν ήσαν κουντουριωτικοί, οι δε αντικουντουριωτικοί. Ούτοι ήσαν οι ασθενέστεροι, και εγόγγυζαν ως υπέρ τους άλλους φορολογούμενοι· ένεκα τούτου τινές αυτών απεμακρύνθησαν· αλλ' αι δειναί περιστάσεις απήτουν την εν Ύδρα παρουσίαν όλων των προκρίτων. Δύο εξ αυτών, ο Βασίλης Μπουντούρης, μέλος της επιτροπής της συνελεύσεως, και ο Δημήτρης Τσαμαδός, μέλος της κυβερνήσεως, διατρίβοντες ένεκα της δημοσίας υπηρεσίας των εν Αιγίνη, προσκληθέντες να μεταβώσιν εις Ύδραν, παρήκουσαν φοβηθέντες όχι μόνον μη υποβληθώσιν εις υπέρ την δύναμίν των καταβολάς, αλλά και μη κακοπάθωσιν. Οι δύο ούτοι καί τινες των ομοφρόνων αυτών φοβούμενοι μη αρπάση τα πλοία των ο λαός επί πειρατεία, τα είχαν φέρει μετά την τελευταίαν ναυτικήν εκστρατείαν εις Πόρον. Η υφαίρεσις των πλοίων εκίνησεν έκτοτε τον λαόν εις οργήν κατ' αυτών αλλ' η παρακοή των εις την πρόσκλησιν του κοινού τον εξηγρίωσεν. Εφοβήθησαν οι εν Ύδρα ομόφρονες των εν Αιγίνη μη κακοπάθωσι και αυτοί εξ αιτίας των απόντων και των παρακουσάντων, και έφυγαν διά νυκτός οι μεν εις Αίγιναν οι δε εις Πόρον ήσαν δε οι δύο Τομπάζαι, ο Μιαούλης και ο Δημήτρης Βούλγαρης. Οι δε εναπομείναντες Κουντουριώται, ιδόντες ότι εις μάτην ηγωνίσθησαν να επαναγάγωσιν εις Ύδραν τους απόντας, και ότι έφυγαν και οι άλλοι, απεφάσισαν να φύγωσι κρυφίως και αυτοί, ίνα μη υποστώσι μόνοι εξ αιτίας της απουσίας εκείνων όλον το βάρος· αλλ' ο λαός υπώπτευσε τον σκοπόν των και τους παρεφύλαττεν. Έτυχε να φανή εκείνας τας ημέρας έξωθεν της Ύδρας αγγλική φρεγάτα, και ν' αράξη εξ αιτίας του σφοδρού ανέμου εν τω λιμένι των Σπετσών. Οι Κουντουριώται, υποθέσαντες ότι ήτον η του Χαμιλτώνος, τω έγραψαν παρακαλούντες τον θερμώς ή να επαναφέρη εις Ύδραν επί κοινή αντιλήψει του κινδυνεύοντος τόπου τους άλλους προκρίτους, ους επροστάτευεν ιδιαιτέρως ως αγγλίζοντας, ή να έλθη εις λύτρωσιν και αυτών· ο πλοίαρχος της φρεγάτας ανέγνωσε το προς τον Χαμιλτώνα γράμμα και ήλθεν έμπροσθεν της Ύδρας εις παραλαβήν των· αλλ' ούτοι καί τινες άλλοι σχετικοί αυτών, εν ώ διεύθυναν τα βήματά των προς το παραθαλάσσιον, συνελήφθησαν και απεκομίσθησαν εις τας οικίας των ανενόχλητοι. Η Αγγλία, αναδεχθείσα τον συμβιβασμόν Ελλήνων και Τούρκων περί πολλού είχε να μη παραλυθώσι τα ελληνικά, διότι τότε ο συμβιβασμός δεν ευωδούτο· διά τούτο ο Χαμιλτών, όστις ησθένει τας ημέρας εκείνας εν Σμύρνη, λαβών το γράμμα των Κουντουριωτών, και μαθών και άλλοθεν την αθλίαν κατάστασιν των κατά την Ύδραν, κατέπλευσεν εις Ύδραν, παρέλαβεν επί της φρεγάτας του τους εκεί προκρίτους άκοντας, δώσας λόγον τιμής να τους επαναφέρη ασφαλώς εις Πόρον, αν δεν εσυμβιβάζοντο μετά των συμπατριωτών αυτών, συμπαρέλαβε και τον εν τη αυτή νήσω ιδιωτεύοντα Μαυροκορδάτον, και έπλευσε την 9 εις Ύδραν. Φθάσας δ' εκεί είδε την πολλήν καταφοράν του λαού κατά των προκρίτων του κόμματός του, και υποπτεύσας ότι τον υπεκίνουν οι Κουντουριώται, εσκέφθη και την ορμήν αυτού να περιστείλη και τους υποκινούντας αυτόν να φοβίση· και έδραξε την εξής αιτίαν.

Διά τας κατά θάλασσαν δεινάς αταξίας η δημογεροντία της Ύδρας είχεν υποσχεθή τω Χαμιλτώνι να μη επιτρέψη τον απόπλουν ουδενός των εν τω λιμένι πλοίων εκτός των εις εθνικήν υπηρεσίαν αποστελλομένων, και τούτων φερόντων έγγραφα. Αλλ' ο πλοίαρχος Ζάκας, ο διοικών το τρικάταρτον των Κουντουριωτών, ναυτολογήσας εν Ύδρα απέπλευσε τον νοέμβριον ανεφοδίαστος εγγράφων, συνέλαβε δύο Ιόνια πλοία, τα έφερεν εις Ύδραν και τα εξεφόρτωσε. Μαθών ο Χαμιλτών το γεγονός καθ' ήν ημέραν έφθασεν εις Ύδραν, επέπληξε την δημογεροντίαν, και απήτησε να τω παραδοθώσι τα φορτία, το τρικάταρτον και ο πλοίαρχος αυτού. Η δημογεροντία, η και άλλοτε ιδούσα τον συγκαταβατικόν Χαμιλτώνα απαιτούντα αλλά μη επιμένοντα, δεν επεμελήθη να τον ικανοποιήση· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο Χαμιλτών είχε κατ' εκείνην την περίστασιν πολιτικούς λόγους να δείξη πολλήν αυστηρότητα· διά τούτο λαβών πρόφασιν την παράβασιν της προς αυτόν δοθείσης υποσχέσεως και την παρακοήν της δημογεροντίας, απέστειλε την επαύριον κανανοφόρους εις αφαρπαγήν του εν τω λιμένι πλοίου των Κουντουριωτών και των αυτόθι άλλων υδραϊκών πλοίων επί λόγω αποζημιώσεως όσων ηρπάγησαν, και εις εμπόδιον άλλων κατά θάλασσαν αταξιών. Προς ευόδωσιν δε της αφαρπαγής έπλεαν όπισθεν των κανονοφόρων δύο φρεγάται, μία κορβέττα και έν βρίκι. Ο λαός της Ύδρας, όστις και ηγάπα και εφοβείτο τον Χαμιλτώνα, ιδών τα κινήματά του ουδεμίαν έδειξε διάθεσιν αντιστάσεως· πάμπολλοι μάλιστα κατέβησαν εις το παραθαλάσσιον ως απλοί θεωροί, ώστε τα αγγλικά πλοία, μεγάλα και μικρά, δεν ευρέθησαν εις ανάγκην να κανονοβολήσωσιν. Αλλ' οι επί του πλοίου των Κουντουριωτών, επυροβόλησαν μίαν των κανονοφόρων, και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι εν αυταίς Άγγλοι ν' αντιπυροβολήσωσι και επλήγωσαν δέκα Υδραίους, εν οίς και τον ανδρείον πυρπολητήν Πολίτην, ιστάμενον απλούν θεατήν επί του παραθαλασσίου. Μετά το λυπηρόν τούτο συμβάν, οι Άγγλοι αφήρπασαν όλα τα εν τω λιμένι πλοία, μηδενός εναντιουμένου, όπως ευρέθησαν, τα μεν άνευ πηδαλίων, τα δε άνευ αρμένων, τα δε άνευ αγκυρών· αλλά καλή τύχη επεκράτησεν άκρα νηνεμία δι' όλης εκείνης της ημέρας και της επελθούσης νυκτός, και τα πλοία δεν έπαθαν. Την δε επιούσαν ήλθαν επί τη προσκλήσει του Χαμιλτώνος οι Κουντουριώται και άλλοι εις την φρεγάταν, διελέχθησαν μετά των εν αυτή προκρίτων, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· δεν ηθέλησαν δε οι Κουντουριώται ν' αναχωρήσωσιν εξ Ύδρας ως άλλοτε, διότι, αφ' ού συνελήφθησαν, εθαρρύνθησαν εκ της προς αυτούς ευμενούς διαγωγής του λαού· δεν ηθέλησαν δε ουδέ οι του άλλου κόμματος πρόκριτοι ν' αποβώσιν εις Ύδραν φοβούμενοι έτι μάλλον την οργήν του λαού μετά τα κατά την προτεραίαν συμβάντα, αποδιδόμενα παρά πολλών εις τας παρά τω Χαμιλτώνι υπενεργείας αυτών, και επανήλθαν εις Πόρον. Ο δε Χαμιλτών, καταπραϋνθείς, απέλυσεν όλα τα πλοία, εκτός του βρικίου του Μιαούλη σταλέντος επί τη αιτήσει αυτού εις Πόρον, και του πλοίου των Κουντουριωτών όπερ σταλέν εις Μάλταν και δικασθέν κατεδικάσθη και επωλήθη· έπαυσε και να ζητή τον Ζάκαν, ετοποθέτησεν εν Πόρω μίαν φρεγάταν εις ασφάλειαν των εκεί πλοίων μη τύχη και αφαρπαγώσιν, είπε προς όλους ειρηνικούς λόγους, επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας ως εγγιζούσης της αποκαταστάσεως της πατρίδος, και περιέστειλεν οπωσούν την κατά των απόντων προκρίτων ορμήν του λαού. Και ταύτα μεν τα κατά την Ύδραν.

Αφ' ού δε τα πολεμικά κινήματα των Ελλήνων εις λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως των Αθηνών απέτυχαν κατά το Χαϊδάρι, το Καματερόν και τον Πειραιά, η κυβέρνησις ησχολήθη εκ νέου να εμποδίση την εκ Θετταλίας και Ευβοίας εις το πολιορκούν την ακρόπολιν στρατόπεδον σιταγωγίαν, και εθεώρησεν αναγκαίον να κλείση τας Θερμοπύλας και διακόψη πάσαν σχέσιν Ευβοίας και Αττικής διά της κατοχής του Ωρωπού, διότι εν ταις παραθαλασσίοις αποθήκαις αυτού απεταμίευαν οι Τούρκοι τας εξ Ευβοίας και άλλοθεν εις χρήσιν του στρατοπέδου των Αθηνών στελλομένας τροφάς· εκήρυξε δε συγχρόνως η κυβέρνησις και τον αποκλεισμόν των παραλίων του ερετριακού κόλπου, του μαλιακού, και όλης της Ευβοίας. Εις κυρίευσιν δε του Ωρωπού απέστειλε, λήγοντος του Φεβρουαρίου, την Ελλάδα υπό τον Μιαούλην, την Καρτερίαν υπό τον Χάστιγγα, και τον Νέλσωνα υπό τον Παπανικολήν, και συναπέστειλε και 500 στρατιώτας υπό τον Ζακύνθιον Πέταν εκ των εν Σαλαμίνι καθημένων μετά την εν Καματερώ τροπήν· επέβη δε επί της φρεγάτας ως αρχηγός της κατά θάλασσαν και ξηράν ταύτης εκστρατείας ο συνταγματάρχης Εϋδέκος. Την 3 μαρτίου δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έφθασαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν του λιμένος του Ωρωπού και ηύραν δύο φορτηγά υπό σημαίαν τουρκικήν τροφοφόρα· και η μεν Καρτερία εκυρίευσεν αμφότερα, η δε Ελλάς, κανονιοβολούσα σφοδρώς, κατεσίγασε το επί της παραλίας κανονοστάσιον, έκαυσε τα ξύλινα περιφράγματά του και μικράν τινα αποθήκην πολεμεφοδίων, εφόνευσέ τινας, και αφ' ού απεμακρύνθησαν όλοι οι φυλάσσοντες την θέσιν εκείνην, ητοιμάσθησαν αι λέμβοι των πλοίων εις αποβίβασιν των στρατιωτών και του αρχηγού αυτών Εϋδέκου υπό την ισχυράν προστασίαν του πυρός της φρεγάτας και του ατμόπλου, και υπό το κράτος του καταλαβόντος τους εχθρούς πανικού φόβου. Αλλ' ο Εϋδέκος, επί λόγω ότι δεν είχε λέμβους ικανάς ν' αποβιβάση διά μιας όλους τους στρατιώτας έμπροσθεν του εχθρού υπό το σκότος της νυκτός, ανέβαλε την αποβίβασιν εις την επαύριον αλλά και τότε αυτός μεν δεν απέβη, οι δε στρατιώται απεβιβάσθησαν υπό τον γενναίον Πέταν· συναπεβιβάσθησαν και 100 ναύται και επολέμησαν· μη προφθάσαντες δε να οχυρωθώσιν ως έπρεπεν, ούσης ημέρας, επανήλθαν το εσπέρας εις τα πλοία κατά διαταγήν του αρχηγού, αφήσαντες τους εχθρούς κατόχους της θέσεως· δύο Έλληνες εφονεύθησαν και έξ επληγώθησαν και οι μεν στρατιώται μετεκομίσθησαν επί του Νέλσωνος εις τον Πειραιά, το δε ατμόπλουν έφερε τον αρχηγόν και τας δύο λείας εις Πόρον. Έμεινε δε η φρεγάτα εν τω ερετριακώ κόλπω εις διακοπήν της κοινωνίας Αττικής και Ευβοίας. Αύτη υπήρξεν η πρώτη και τελευταία εκστρατεία του Εϋδέκου καθ' όλον το μακρόν διάστημα της εν Ελλάδι διατριβής του.

Κατ' εκείνον δε τον καιρόν μετέβη εκ νέου ο Κωλέττης εις Σκόπελον, και συνάξας ικανούς Θετταλομάγνητας τους διεβίβασεν εις Ταλάντι επί κατοχή των Θερμοπυλών. Αλλά, πριν εκστρατεύσωσιν εις τον προς ον όρον, έπεσαν ως Άρπυιαι επί την Θάσον, η εκστρατεία διελύθη, και ο Κωλέττης επανήλθεν εις Αίγιναν άπρακτος, ως και επί της προλαβούσης εκστρατείας του· χάρις όμως εις το παρακολουθούν αυτόν πλοίον, τρέψαν εις φυγήν έν εχθρικόν, διεκόπη, αφ’ ής ώρας έφθασεν εκεί, πάσα κοινωνία Βώλου και Ευβοίας· αλλά παρελθόντος του μηνός δι' όν το πλοίον εφωδιάσθη των αναγκαίων και εμισθοδοτήθησαν οι ναύται, απεμακρύνθη και αυτό, και η κοινωνία έμεινεν ελευθέρα, ως και πρότερον.

Μετά τινας δε ημέρας εξέπλευσαν εις διακοπήν της κοινωνίας των αυτών μερών το τρικάταρτον ο Θεμιστοκλής υπό τον Ραφαλιάν, το δικάταρτον ο Άρης υπό τον Κριεζήν, δύο γολέτται η υπό τον Σωτηρίου Ασπασία και η υπό τον Νέγκαν Παναγία, και η Καρτερία υπό τον Χάστιγγα, τον και αρχηγόν της μοίρας. Απρίλιος Την εσπέραν της 8 απριλίου η μοίρα αύτη έφθασεν εις το στόμα του κόλπου του Βώλου· και ο μεν Άρης και ο Θεμιστοκλής ελλιμένισαν εντός τουφεκοβολής έμπροσθεν κανονοστασίου επί της εισόδου του λιμένος του Βώλου, και διά σφοδρού κανονοβολισμού το κατεσίγασαν, τα δε λοιπά πλοία έπλευσαν προς τον μυχόν, όπου ηύραν οκτώ τουρκικά δικάταρτα φορτηγά υπό την προστασίαν των κανονοστασίων της πόλεως, και τα πλείστα αυτών έχοντα τα πανία λυτά· εξ αυτών ανείλκυσαν υπό τα εχθρικόν πυρ πέντε, φορτωμένα τροφών και πολεμεφοδίων εις χρήσιν του κατά τας Αθήνας εχθρικού στρατοπέδου, και τα απέστειλαν εν συνοδία της Ασπασίας εις Πάρον· έκαυσαν και δύο, και έσπασαν του ογδόου, επί της ξηράς ριφθέντος, το εμπροσθινόν κατάρτιον. Εκείθεν έπλευσαν εις τον λιμένα των Τρικέρων, όπου ηύραν έν πολεμικόν δικάταρτον υπό τουρκικήν σημαίαν. Τα πλοίον τούτο έκειτο προς τον μυχόν εν μέσω υψηλών βράχων υπό την προστασίαν του πυρός ενός κανονοστασίου και δυνατού τινος τάγματος Αλβανών τοποθετημένων όπισθεν των βράχων. Περί το μεσονύκτιον της 10 εδοκίμασαν οι περί τον Χάστιγγα να κυριεύσωσι το πλοίον, αλλ' απέτυχαν αποκρουσθέντες υπό των προστατευόντων αυτό Αλβανών· απέτυχαν κινηθέντες εις κυρίευσιν αυτού και την επαύριον· ιδόντες δε ότι δεν εδύναντο να το ανελκύσωσι, το έκαυσαν διά πυρίνων σφαιρών. Δύο ναύται Έλληνες εφονεύθησαν επί της εκστρατείας ταύτης και τέσσαρες επληγώθησαν.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

&Διαφωνίαι περί την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως. — Άφιξις του στρατηγού Τσώρτση, και του λόρδου Κοχράνου και διορισμός του μεν εις την αρχιστρατηγίαν, του δε εις την στολαρχίαν. — Χαρακτήρ Μιαούλη. — Η εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις. — Εκλογή Ιωάννου Καποδιστρίου ως κυβερνήτου. — Αντικυβερνητική επιτροπή.&