Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής

Part 8

Chapter 820 wordsPublic domain

Αντρέας. Πώς είνε η Κατίνα;

Βασίλω. Ακόμα δε συνήρθε ολότελα . . . Τόρα το κορμί της είνε γιναμένο σαν κουλούρα.

Αντρέας. Κι' η κυρία σου είνε κοντά της;

Βασίλω. Ναι . . .

Αντρέας. Δυστυχισμένη μητέρα . . . (Ξαναβυθίζεται σε σκέψη. Η Βασίλω καταγίνεται να συγυρίζει. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα της Πιπίτσας και παρουσιάζεται η Πιπίτσα με ροζ φόρεμα, κρατώντας στο χέρι της ένα μικρό βαγκέλιο).

Πιπίτσα. Αντρέα μου;! . . .

Αντρέας (σηκόνεται ορθός). Πιπίτσα μου

Πιπίτσα. Εδώ είσαι;

Αντρέας. Μόλις ήρθα . . .

Πιπίτσα. Τι καλά! και σε γύρεβα . . . Θυμάσαι, Αντρέα μου, χτες το απόγυιομα, που σε είπα, πως κάτι θα σέλεγα, άμα θαρχόταν ο καιρός του;

Αντρέας. Το θυμάμαι, Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα (ήσυχα και με φαιδρότητα). Ήρθε ο καιρός, Αντρέα μου. Θα σε τα πω τόρα όλα. Ξέρεις; Ο Θεός αξίοσε την αμαρτωλή τη δούλη του να γίνει ο κήρυκας της εντολής του . . .

Αντρέας (ταραγμένος και μη θέλοντας να δείξει τη συγκίνησή του). Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Ναι . . . Το θείο Πνεύμα μ' αποκάλυψε τη θέληση του Κυρίου . . . Κι' εσύ, Αντρέα μου, σώθηκες . . . Και για σένα έχω εντολή . . . Συ θα είσαι ο σύντροφός μου, που θα γυρίσουμε όλο τον κόσμο να κηρύξουμε το λόγο του Θεού . . . Θα γίνουμε το παράδειγμα . . . Θα είμαστε οι αιώνιοι αρεβωνιαστικοί, σαν την Παναγία με το Γιωσήφ . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Θα διδάξουμε την αλήθεια . . . Θα πούμε στους πεσιμιστές: Άθλιοι σωφρονιστείτε! . . . Αφίστε τις στραβές σας ιδέες κι' αγκαλιάστε το Χριστό . . . Πρώτα-πρώτα τον κ. Βέρτη και τον κ. Γιάνκο θα κατηχήσουμε . . . Κι' αλοίμονο σ' όσους δε μας ακούσουν. Η κατάρα του Θεού θα πέσει απάνου τους.

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Μη φοβάσαι πια τίποτα, Αντρέα. Η δύναμη του Θεού νίκησε τους οχτρούς μας. Δε μας κυνηγάνε πια. Ο Σατανάς δε μπορεί να φτάσει ως εμάς. Είμαστε εβλογημένοι από το Θεό . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Εμείς είμαστε το φως του κόσμου. Δε μπορούμε να κρυφτούμε, όπως δε μπορεί να κρυφτεί πολιτεία, που είνε χτισμένη απάνου στο βουνό. Και θα κηρύξουμε στον κόσμο: «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, έσωθεν δε εισι λύκοι άρπαγες . . . » Νά! το λέει εδώ το Βαγκέλιο . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου, πάμε στην κάμερά σου . . . Πάμε να συχάσουμε λίγο . . .

Πιπίτσα. Ο απόστολος του Θεού δεν έχει ανάγκη μήτε ύπνου μήτε φαγητού, θα μας κατατρέξουν, Αντρέα, θα μας βρίσουν . . . Μα εμείς δε θα φοβηθούμε και θαν τους πούμε: «Ουαί υμίν άθλιοι! . . . »

Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα μου, θαν τους τα πούμε όλα αφτά. Τόρα όμως πάμε κει μέσα (δείχτει την πόρτα της). Εδώ θα συγυρίσουνε . . . Νά! η Βασίλω συγυρίζει . . .

Πιπίτσα. Μήτε από συγύρισμα μήτε σπητιού έχουμε ανάγκη . . .

Αντρέας. Ναι! . . . Μα αφτά είνε για τους άλλους . . .

Πιπίτσα. Θαν τους διδάξουμε και τους άλλους.

Αντρέας. Βέβαια . . . (Της πιάνει το χέρι κι αρχίζει ναν τη διευτύνει κατά την κάμαρά της).

Πιπίτσα. Εβλογημένο τόνομα του Θεού!. . (άξαφνα γονατίζει, και σα να προσέφκεται) Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μου κατά το ρήμα σου . . . (Ο Αντρέας μόλις συγκρατιέται. Η Βασίλω σ' όλη αφτή τη σκηνή άφισε τη δουλειά της και κύταζε αλαφιασμένη).

Αντρέας. Σε παρακαλώ, Πιπίτσα.

Πιπίτσα (γονατισμένη ανοίγει το τετραβάγκελο και διαβάζει δυνατά): «Τάδε λέγει ο κρατών τους επτά αστέρας εν τη δεξιά αυτού, ο περιπατών εν τω μέσω των επτά λυχνιών των χρυσών. Οίδα τα έργα σου, και τον κόπον σου, και την υπομονήν σου, και ότι ου δύνει βαστάσαι κακούς και επειράσω τους φάσκοντας είναι αποστόλους και ουκ εισι και εύρες αυτούς ψευδείς . . . (αφτή τη στιγμή ακούγεται από βαθιά ο ήχος τον μαντολίνου, που παίζει ένα μαρς, και εξακολουθεί ως το τέλος της πράξης. Η Πιπίτσα δε διακόφτεται καθόλου) . . . και εβάστασας, και υπομονήν έχεις, και διά το όνομά μου κεκοπίακας και ου κέκμηκας . . . (Ο Αντρέας δε μπορεί να βαστάξει και πέφτει στο διβάνι με κλάματα. Η Πιπίτσα γυρίζει τονέ βλέπει κι' αφίνει το διάβασμα).

Πιπίτσα (σηκόνεται). Τι έπαθες, Αντρέα; . . .

Αντρέας (προσπαθώντας να συχάσει). Τίποτα, Πιπίτσα . . . (σηκόνεται κι' αφτός). Τον αδερφό μου θυμήθηκα .

Πιπίτσα. Το Μήτσο; Τούγραψες, Αντρέα; Δεν είπαμε ναν του γράψουμε μαζύ; Τόρα πρέπει ναν του πούμε και τη θεία αποκάληψη . . Έρχεσαι ναν του γράψουμε;

Αντρέας. Ναι . . . πάμε . . . (Η Πιπίτσα του πιάνει το χέρι και σιγά σιγά μπαίνουν στη κάμερά της. Η Βασίλω αφού σταματάει ακόμα λίγο στην θέση της αρχίζει πάλε ύστερα τη δουλειά της. Σε κάμποσο, από την πόρτα του βάθου φαίνεται ο Τάσος έτοιμος για περίπατο, με το καπέλο του και το μπαστούνι του. Βλέπει από την πόρτα τη Βασίλω βυθισμένη στη δουλειά και περπατώντας σιγά σιγά, σύφωνα με το χρόνο του μαρς τον μαντολίνου, με χαμόγελο στο στόμα έρχεται πίσω της, και τη φιλεί στο σβέρκο.

Βασίλω. Παναγία μου! . . . (γυρίζει τρομασμένη).

Τάσος (με χαμόγελο). Καημένη, εγώ είμουνα . . . Τη νύχτα έτυχαν τα βάσανα αφτά και δεν πήγες καθόλου στην κάμερά σου . . . Δυο ώρες σε περίμενα . . . Σου πήγα κι' ένα ζεβγάρι μάβρες κάλτσες . . .

Βασίλω. Άσε με τόρα, κύριε Τάσο . . . (του ξεφέβγει).

Αντρέας. Βασίλω, δυο λόγια . . . δυο λόγια μόνο . . .

(την κυνηγάει).

(Πέφτει η σκηνή).

ΤΕΛΟΣ

* * *

Μας ξέφυγαν κάμποσα τυπογραφικά λάθη. Η παρατηρητικότητα του αναγνώστη, που θαν τα διακρίνει, ας μας τα συμπαθήσει, αφού μάλιστα συλοηστεί, πως η γραματική δε δίνει μήτε την ουσία μήτε τη μορφή στο καλιτέχνημα κι' είνε κοντά στ' άλλα — άμα φορμαριστεί σαν κώδικας — μια γρουσούζα μάνα, που θέλει να πινίξει τα νέα της παιδιά, που κάθε τόσο κάνει, από την ανόητή της τη στοργή στα παλιά, τα πεθαμένα κάποτες! . . .

* * *

1) Δε με ξεφέβγει ο λόγος σου! Ναι, πολύ βιάστηκα! . . . Μα τι να κάμω; . . . Νιόθω, πως τουλάχιστο το «μυστικό του γάμου» αν το βαστούσα δυο ή κι' ένα χρόνο ακόμα, θαν το 'σκιζα . . . και το λυπάμαι! . . . Είνε το πρώτο σκηνικό έργο, που αποτέλειωσα! . . . Είνε το πρώτο έργο, που μου 'δωκε κάπιες συγκίνησες, κι' άμα πιχειρούσα ναν το σκίσω ή και νανταλάξω πολύ τη φόρμα του, άκουγα τη φωνίτσα του να με λέει: «Είσαι άπονος· κακός· άφισέ με, όπως είμαι! Κανείς δε θα σε κατηγορήσει από μένα! . . . . Στην άκρη, πρώτο, στριμωμένο, θα ξεχαστώ . . . μα συ φονιάς μου μη γενείς . . . » Έπειτα, αγαπημένη μου, σου λέω και τούτο. Ένας φίλος μου γράφει· γράφει πεζά ποιήματα· κριτικές κι' αιστητικά· σονέτα· χίλια γράφει και δεν τα δημοσιέβει! . . . Δεν ξέρει ο κόσμος τη δύναμή του! . . . Γιατί; . . . Μ' έλεγε προχτές: «αρκιέμαι στον κύκλο μου κι' ο κύκλος μου μού είνε άπειρος . . . Εγώ, εσύ και μια γυναίκα! . . . Κι' αφού ο κύκλος μου με χτιμάει· αφού η γυναίκα εκείνη με θαμάζει δίκια ή άδικα γιατί ναπασκολήσω τον άλλον κόσμο τον ξένο μου; Εγώ αρκιέμαι στον κύκλο μου! . . . » Μα γω δεν αρκιέμαι στο δικό μου Milieu! . . . Ο φίλος μου εκείνος με χτιμάει περσότερο από φιλία παρά από αξία μου και συ . . . συ δε με θαμάζεις! . . , Και να σας πω έν άλλο και τω δυονώ σας; Έρχουνται στιγμές, που αφιβάλω για τον εμαφτό μου, μα έρχουνται κι' άλλες — λιγώτερες ας πω — που αφιβάλω και για σας! . . . Α δε μου συχορνάς τον εγωισμό μου, συχώρα μου κάνε την ειλικρίνεια! . . .

2) Περί αυτεξουσίου, page 103-104. (σημείωση-μαρκαρισμένες μες το κείμενο με [])

3) Η ιδέα αφτή του μότου μάρεσε, αγαπημένη μου. Μα τι να σε πω; προτιμάω κι' από τους δυο αφτούς στίχους τον τελευταίο λόγο, που είπε ο Οχταβιανός Άβγουστος, ο πρώτος αφτοκράτορας της Ρώμης δηλαδή του κόσμου, ένας από τους μεγαλείτερους αθρώπους, όπως νομίζω, που είδε η γης.

4) «Άστυ»· έτος ΙΑ'. αριθμ. 1676 (21 Ιουλίου 1895).

5) «Εστία εικονογραφημένη»· σελ. 128. (16 Απριλίου 1895). Πολλοί το μολόγησαν το χρέος τους στο Σολωμό! Κι' ο κ. Ψυχάρης και το ξέρει και το είδε. Οι σοφοί της Κέρκυρας, μαθητάδες και σύντροφοι του Σολωμού, δεν έπαψαν στιγμή να μη μας ποτίζουν κι' εμάς τη γνωστική εκείνου διδασκαλία. Ο κ. Παλαμάς και ποίημα του αφιέροσε, που ο κ. Ψυχάρης πέρνει ένα τετράστιχο και κάνει κι' αφτός το χαριτωμένο του ποίημα το «παλάτι» που δημόσιεψε εφέτος η εικ. Εστία (σελ. 142). Αλλά και τα «μάτια της ψυχής μου» τι άλλο είνε παρά ένα μνημείο που δείχνει τόσο την τέχνη του κ. Παλαμά, όσο δοξάζει τη μνήμη του Σολωμού; . . .

6) Ο αγαπημένος μου φίλος κ. Πλ. Ε. Δρακούλης μεταφράζει την intuition με την αρχαία λέξη δ ι α ί σ θ η σ ι ς. Μπορούσα ναν την έπερνα κι' εγώ εδώ, κάνοντας τη δημοτική . . . μα μέσα μου νιόθω, πως κι' αν αποδίδεται αλάκερο το νόημά της, όμως δε με δίδει γρυ από το αίστημα, που χύνει η παγκόσμια λέξη intuition. Είνε λοιπόν τόσο μεγάλος λόγος τα λατινικά της στοιχεία, ώστε να με κάμει ναν την πετάξω από το λεξικό μου;

7) Τον έξοχο αφτό τίτλο, για περιοδικό, τον πήρα από τον κ. Ψυχάρη. Αλλά μόνο αφτό, κι' εγώ και τόσοι, πέρνουμε από τον ακούραστο αφτόν απόστολο;

8) Κι' αφτό το δίστιχο και το άλλο είνε δημοτικά.