Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής
Part 7
Τάσος. Μωρέ, αφτόνα τονέ λιμάρει η Φρόσω ώρες τόρα . .
Πιπίτσα. Ετοιμάζετε κανά καινούργιο έργο, κ. Βέρτη;. .
Κωστής. Όχι, μαντμαζέλ . . . Βρίσκουμαι σε μια περίοδο στείρα. Αφτές οι ζέστες με πειράζουν . . .
Πιπίτσα. Έχετε δίκιο . . . Σήμερα δεν είδατε και τι αέρα είχε;
[σελίδα 103]
Τάσος. Και σκόνη. .
Κωστής. Πλήξη . . .
Αντρέας. Ασφυχτική ζωή . . .
Πιπίτσα. Όχι, Αντρέα, ίσα με κει . . . Ναι, είνε λίγο στενόχωρα τα όρια, μα . . .
Αντρέας (διακόφτοντας). Μήπως τα στενά όρια δεν κάνουν ένανε να είνε φυλακισμένος; . . .
Πιπίτσα. Μα εκεί είνε καταναγκασμός . . .
Αντρέας (διαστρέφοντας επίτηδες το ζήτημα). Πιπίτσα μου. Όταν η κοινωνία και την πιο φανερή αλήθια την περνάει για πρόληψη, η αλήθεια εκείνη κατανταίνει ψέμα . . . Τον καταναγκασμό είτε ο νόμος είτε η πρόληψη τον επιβάλει είνε καταναγκασμός! . . .
Πιπίτσα. Μα εδώ βρίσκεται η υπεροχή μερικών εξαιρετικών πνευμάτων, να μην τα νιάζει για τις κοινωνικές πρόληψες . . Δεν το νομίζετε και σεις, κ. Βέρτη;
Κωστής. Είνε τόσο πολύπλοκα αφτά τα ζητήματα, μαντμαζέλ . . .
Αντρέας. Ο Κωστής έχει σπουδάσει την εμπειρική ψυχολογία στα γερά. Ώστε δε μπορεί να είνε σύφωνος μαζύ σου.
Κωστής. Δεν είνε έτσι, Αντρέα! . , Μερικές πρόληψες μπορεί ναν τις σέβεται καθένας. Όπως πάλε είνε άλλες, που το συφέρο του τού επιβάλει να μην τις προσέχει . . .
Πιπίτσα. Ποιες λόγου χάρη, κ. Βέρτη;
Κωστής. Νά, λόγου χάρη. Τόρα το καλοκαίρι, τις βραδυές, μαρέσει να βγαίνω ξέσκουφος περίπατο. Η ετικέτα όμως μου το απαγορέβει! Το πολύ πολύ αντίς να έχω το καπέλο μου στο κεφάλι μου μπορώ ναν το κρατήσω στο χέρι . . . Ποιος μεμποδίζει να μην κάμω το μικρό αφτό κέφι; να έβγω χωρίς καπέλο;
Αντρέας. Ή χωρίς σακάκι ή, καλέ, μόνο χωρίς λαιμοδέτη; . . .
Πιπίτσα. Εγώ μπορούσα να έβγω.
Κωστής. Είνε τόρα κι' άλλες, που το συφέρο του εγώ επιβάλει ναν τις πετάει κανείς . . . Αφτό ξάφνου που λέμε λόγο της τιμής κι' άμα . . . (ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).
Τάσος (τρέχοντας όξω). Αφτή τη φορά βέβαια θα είνε ο Γιάνκος. (φέβγει)
Κωστής (χωρίς να διακοπεί) τονέ δόσει κανείς δεσμέβεται, μου φαίνεται πρόληψη του χειρότερου είδους . . .
Πιπίτσα. Ας προσέχει να μην τονέ δίνει απ' αρχής.
Κωστής. Είνε περιστάσες, μαντμαζέλ, που τα πράματα δεν έρχουνται, όπως τα φαντάζεσαι κανείς. Κι' είνε αξίομα πια, χωρίς επιστημονική αντίρηση, πως η θέληση δεν αρκεί πάντα μονάχη της να διεφτύνει μια πράξη και ναν τη φέρει στο αποτέλεσμα . . .
(Μπαίνει ο ΓΙΑΝΚΟΣ και πίσω τον ο ΤΑΣΟΣ ακουμπώντας το χέρι του στην πλάτη του ΓΙΑΝΚΟΥ.)
Γιάνκος. Χαίρετε. (τονέ χαιρετάνε).
Τάσος. Δε σας το είπα εγώ, πως θα είνε ο φιλαράκος.
Γιάνκος (στον Κωστή και στον Αντρέα). Όλοι εδώ; σα να είχαμε ραντεβού.
Πιπίτσα. Καθίστε. Έχουμε σοβαρή συζήτηση.
Γιάνκος (κάθεται σε μια καρέκλα). Συζήτηση; Μα προτήτερα να σας πω το νέο, που βέβαια δε θαν το ξέρετε.
Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι νέο;
Γιάνκος. Εδώ σ' ένα δρόμο έγινε φονικό . . .
Πιπίτσα. Σωπάτε καλέ!
Φρόσω. Φονικό;
[τέλος σελίδας 104]
Γιάνκος. Ναι! ο αδερφός μιανής σκότοσε τον ερωμένο της . . .
Τάσος. Καλά τούκαμε . . .
Φρόσω. Και πώς τονέ σκότοσε;
Γιάνκος. Τούδοσε έξη μαχαιριές.
Πιπίτσα. Για όνομα του Θεού! . . .
Φρόσω. Πέστε τα μας!. . πέστε τα μας! . . .
Τάσος. Λοιπόν;
(Η ΚΑΤΙΝΑ από τη θέση της προσέχει χωρίς να μιλεί).
Γιάνκος. Σ' ένα υπόγειο κάθονταν ο φονιάς με την αδερφή του και με τη μάνα του, και σ' ένα δωμάτιο της αβλής καθότανε ο σκοτομένος . . . Τέλος πάντων αγαπήθηκε αφτός με την αδερφή του φονιά και την αρεβώνιασε. Τόρα αρνιόταν ναν την πάρει, γιατί με την επιδημία της βλογιάς κόλησε η κόρη και γιόμισε σημάδια . . . Ο αδερφός της δεν το ανέχτηκε και φύλαξε εδώ και μιαν ώρα και του πάτησε έξη μαχαιριές του δυστυχή . . .
Πιπίτσα (με ταραχή). Ω! Θε μου!
Τάσος. Καλά να πάθει . . . Ποιος τούπε να κυνηγάει, όπου δουλέβει κουμπούρα;
Πιπίτσα. Σώπα . . . σώπα, καημένε.
Φρόσω. Πέθανε;
Γιάνκος. Ναι! Τον είδα στο φαρμακείο, που τον είχανε.
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ βυθίζεται σε σκέψες. Το ίδιο κι' ο ΚΩΣΤΗΣ Η ΠΙΠΙΤΣΑ κάνει το σταβρό της).
Τάσος. Πρώτα απόλα πρέπει να ξέρεις πού να ρίχτεις το δίχτυ σου. (βγαίνει).
Φρόσω πάει και κάθεται κοντά στον Γιάνκο) Τον κακομοίρη . . .
Γιάνκος. Τονέ λυπόσαστε;
Φρόσω. Ναι! Ακούτ' εκεί γιατί αγάπησε την αδερφή του ναν τονέ σκοτόσει! Εσείς θαν τονέ σκοτόνατε, αν είσαστε στη θέση του;
Γιάνκος. Δεν ξέρω. Δεν έχω αδερφή και δεν ξέρω . . .
Φρόσω. Σας το λέω εγώ, δε θαν τονέ σκοτόνατε . . . (σιγότερα) Εσείς είσαστε τόσο λαμπρός νέος . . .
Γιάνκος. Α!. .
Φρόσω. Μάλιστα. Εγώ σας παρακολουθώ από τότες, που πρωτόρθατε σπήτι μας . . . μα δε με δόθηκε περίσταση να σας το πω . . . Είσαστε ο καλίτερος κι' ωραιότερος νέος, που γνώρισα.
Γιάνκος. Με κολακέβετε . . .
Φρόσω. Καθόλου . . . (εξακολουθούν να σιγομιλούν. Μπαίνει η Βασίλω κι' ο Τάσος με γέλιο).
Βασίλω (στην κ. Τριάφτη). Τι με θέλετε, κυρία;
Η κ. Τριάφτη. Ποιος σε φώναξε;
Βασίλω (κυτάζοντας τον Τάσο). Ο κύριος Τάσος με το είπε . . .
Τάσος (με γέλιο). Έλα ντε . . . μεγάλο πράμα . . . Σε γελάσαμε, βλέπεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Μητερούλα, δος της τα κλειδιά να μας φέρει βίσινο . . .
Φρόσω. Δος της τα, μαμά.
(Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τα δίνει. Η ΒΑΣΙΛΩ φέβγει).
Τάσος (σηκόνοντας το Γιάνκο από τη θέση τον, μυστικά). Πώς σου φάνηκε;
Γιάνκος. Τι;
Τάσος. Η Βασίλω.
Γιάνκος. Δεν την πρόσεξα, καημένε . . .
Τάσος. Τι να σου κάμω; . . . Πρόσεχτη τόρα, που θα φέρει το βίσινο.
Γιάνκος. Καλά . . . καλά (έρχεται με βια και κάθεται στη θέση του και ξανακουβεντιάζει με τη Φρόσω.)
Πιπίτσα (σα ναν τόλεγε μονάχη της). Να σκοτόσει άθρωπο . . .
Κωστής. Τρομερό . . .
Αντρέας. Κι' η αφορμή γιατί δε φυλάχτηκε ο λόγος της τιμής . . . (στον Κωστή). Νά, λοιπόν, φίλε μου. Καμιά . . . μα καμιά πρόληψη δεν πρέπει να παραβλέπεται. Κι' ο άθρωπος, που θέλει ναντιτάζει στα καθιερομένα δικές του αρχές είνε perverti . . . ναι . . . έχει διαστροφή . . .
Κωστής (κάνοντας το μορφασμό του). Δηλαδή . . .
Αντρέας. Ο άθρωπος είνε έρμαιο της μοίρας του . . . Ό,τι κι' αν κάνει δε μπορεί και δεν πρέπει ναν το λογαριάζει από προτήτερα . . . Η μεγαλήτερη εβλογία για έναν άθρωπο είνε ναν τα βλέπει όλα μάβρα . . .
Πιπίτσα (μέπληξη). Αντρέα!
Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα . . . Τότες μόνο δε φοβάται το απρόοπτο . . . Στο βάθος όλα είνε μάβρα, αφού η ζωή είνε μάβρη . . .
Πιπίτσα. Αντρέα, τι λόγια είν' αφτά!
(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ με το δίσκο).
Τάσος (στο Γιάνκο δυνατά). Γιάνκο, εκείνο, που σούπα . . .
Γιάνκος (σταματώντας την κουβέντα τον με τη Φρόσω). Ναι.
(Η ΒΑΣΙΛΩ γυρίζει το δίσκο με το γλυκό σ' όλους)
Πιπίτσα. Εσείς, κύριε Γιάνκο, σ' όλα αφτά τι ιδέαν έχετε;
Γιάνκος. Παρντόν, μαντμαζέλ. Δεν επρόσεξα απ' αρχής στη συζήτηση. Δεν ξέρω γιατί μιλούσατε
Τάσος. Δεν παράχασες, φίλε μου . . . Φιλοσοφίες . . . φιλοσοφίες. Από τέτια κουβέντα προτιμώ να σου πω και τη λίμα της Φρόσως.
Αντρέας. Ο Γιάνκος είνε κηρυγμένος πεσιμιστής.
Γιάνκος. Για πεσιμισμό μιλούσατε; Μα με φαίνεται, πως όξω από τον Κωστή, που προσποιέται τον ελεφτερόφρονα, όλος ο κόσμος σήμερα είνε πεσιμιστής.
Πιπίτσα. Τι θα πει πεσιμισμός; . . . Δεν το καταλαβαίνω αφτό.
Γιάνκος. Πεσιμισμός, μαντμαζέλ, είνε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που οι οπαδοί του δεν αναγνωρίζουν άλλο φινάλε στη ζωή και στον κόσμο από την καταστροφή . . .
Πιπίτσα (πολύ έπληχτη). Όχι δα!
Γιάνκος. Όπως δήποτε . . .
Πιπίτσα. Όχι! . . . όχι! . . . δεν είν' αλήθεια αφτό . . . δεν είνε!. .
Γιάνκος. Κι' όμως . . .
Πιπίτσα. Είνε ασέβεια και στη θρησκεία αφτό, κ. Γιάνκο . . . μην το λέτε . . . Να ζείτε, μην το λέτε . . .
Γιάνκος. Ασέβεια! . . .
Πιπίτσα. Ναι!. . (Στον Κωστή). Σεις, κ. Βέρτη, προστατέψτε την αλήθεια. Είνε τρομερά αφτά ναν τα λέτε. κ. Γιάνκο . . .
Γιάνκος. Η φιλοσοφία του Κωστή είνε λίγο απ' όλα, μαντμαζέλ . . .
Κωστής. Είνε η υγιέστερη δηλαδή . . .
Πιπίτσα. Και τα παραδεχόσαστε και σεις αφτά; έστωντας και λίγο;
Κωστής. Μαντμαζέλ, η ζωή εδώ είνε στενή . . . Μα πέρα από δω δεν εμποδίζει τίποτα να φανταζόμαστε ο καθένας, όπως θέλουμε, το είνε . , ώστε δεν είνε ανάγκη ναπελπιζόσαστε . . .
Πιπίτσα (τρομασμένη).Α! κύριε, πρώτη φορά τακούω εγώ αφτά . . . Δεν τα πιστέβω . . . Κι' αφτή η ζωή δεν είνε στενή, όπως λέτε, και η άλλη, είνε ταποτέλεσμα αφτής εδώ . . .
Κωστής (νιόθοντας την ταραχή της Πιπίτσας). Αφτό είνε το λογικότερο, μαντμαζέλ.
Πιπίτσα (με τον ίδιον τρόμο). Αφτό είνε η αλήθεια.
Αντρέας (κυτάζοντας την Πιπίτσα και πολύ στενοχωρημένος). Ας ταφίσουμε τόρα αφτά. Δεν έχουμε δηλαδή τίποτ' άλλο να πούμε;
Γιάνκος. Ναι!. . Εγώ να σας πω ένα στείο, που είδα προλίγου.
Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι αστείο;
Γιάνκος. Τόρα που ερχόμουν στην πλατεία της Ομονοίας, κει που κατέβαινε από το τραμ μια κυρία της πέφτει το τουρνούρι της . . .
Φρόσω. Αλήθεια; . . .
Τάσος. Μωρ' τι λες; . . . Λοιπόν; . . .
Γιάνκος. Φανταστείτε τη θέση της. Κάνει πως δεν το βλέπει και προχωρεί . . . Μα κει ταρπάζουν δυο λούστροι κι' αρχίζουν το πέταμα και το σφύριγμα και το κακό . . . Σας βεβαιόνω πως ξεκαρδιστήκαμε όλοι στα γέλια . . .
Τάσος. Μωρ' αφτό είνε τρέλα!
Φρόσω. Ποια είταν αφτή η κυρία;
Γιάνκος. Μια . . . δεν την ξέρετε. Η κ. Νιχελίδη . . .
Φρόσω. Πώς δεν την ξέρω
Τάσος. Και ποιος σου ξεφέβγει εσένα;. . Ω! γέλιο που θάγινε . . . Το φαντάζουμαι . . . (στρέφοντας άξαφνα) τι ώρα νάνε;
Κωστής (κυτάζοντας το ρωλόι του). Εξήμιση.
Τάσος. Είνε ώρα για περίπατο. Έχουμε να διούμε και το κορίτσι μας, βλέπετε . . . (στο Γιάνκο). Πάμε, Γιάνκο;
Γιάνκος. Πάμε . . .
Τάσος. Στάσου μια στιγμή . . . (βγαίνει).
Φρόσω (μυστικά στο Γιάνκο). Ώστε θα σας βλέπουμε ταχτικά;
Γιάνκος. Δε μπορώ, μαντμαζέλ, με τραβάτε.
Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . Το πιστέψατε πια;
Γιάνκος. Ω, μαντμαζέλ . . .
Φρόσω . . . μην το ξεχνάτε, κ. Γιάνκο, ναρχόσαστε ταχτικά . . . Άβριο σας περιμένω . . .
(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με το καπέλο του και με το μπαστούνι του)
Τάσος. Έλα, Γιάνκο. Πάμε να προφτάσουμε τη δεντροστοιχία. Θα βγήκε η λεγάμενη πια . . (πάει κοντά του και του λέει μυστικά) Πώς σου φάνηκε;
Γιάνκος. Κομάτι . . .
Τάσος. Ε, ξέρω κι' εγώ . . . Τι καλά, που ήρθατε και στομόθηκαν όλοι εδώ . . . Βρήκα πέντε φορές μοναξιά στην κουζίνα . . . Το βράδυ της είπα, πως θα ξαναπάω . . . Σουτ τόρα . . (δυνατά) Τράβα . . . Πάμε . . . Αντίο, Κωστή . . . Αντίο σας . . .
Γιάνκος. Χαίρετε . . . (φέβγουν).
Πιπίτσα. Τι ιδέες, που έχει αφτό το παιδί . . .
Αντρέας. Τόρα πέρασαν αφτά τα κολοκύθια . . . Κωστή, μήπως θέλεις να πηγαίνουμε κι' εμείς;
Πιπίτσα. Θα στενοχωρήθηκε ο κ. Βέρτης κλεισμένος εδώ τόσην ώρα . . .
Κωστής. Καθόλου . . . Είταν τόσο εφκάριστη η συντροφιά . . .
Φρόσω (ξαναπάει κοντά του). Κύριε Βέρτη, αφτή την εφκαρίστηση να σας βλέπουμε να μας τη δίνετε συχνά . . .
Κωστής. Α! μαντμαζέλ . . . έχω τόσες ασκολίες . .
Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο τρελαίνουμαι για τη συντροφιά σας . . .
Αντρέας (ορθός και δυνατά). Ναι, Πιπίτσα . . . θα περπατήσουμε και λίγο. . Το βράδυ δε θάρθω . . . (λίγο φαιδρά) θα σας απιστήσω . . . θα φάμε στο Φάληρο με τον Κωστή . . . Σηκόνεσαι, Κωστή; . . .
Κωστής. Ναι . . . ναι. . ,
Πιπίτσα. Να σας βλέπουμε, κ. Βέρτη.
Αντρέας. Αφτό ενοείται . . .
Κωστής. Όσο μπορώ θα λαβαίνω αφτή την εφκαρίστηση . . .
Αντρέας. Λοιπόν χαίρετε . . .
Κωστής. Προσκυνώ . . .
(Χαιρετιούνται κι' ενώ φέβγουν πέφτει η σκηνή).
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
Το ίδιο σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ.
Αντρέας (με φανερή συγκίνηση). Μα γιατί δεν ερχόταν το παιδί και στο σπήτι μου; Είταν ανάγκη μόνο στο γραφείο να ειδοποιήσει; Εγώ να είμαι αμέριμνος τόσες ώρες . . . κι' α δεν περνούσα από κει σήμερα; Μα λοιπόν τι έχει; προς Θεού πέτε μου τι έχει; . . . Είμαι χωρίς το νου μου.
Η κ. Τριάφτη. Παιδί μου . . . (κλαίει).
Αντρέας. Μα γιατί κάνετε έτσι; γιατί δε μ' αφίνετε να πάω ναν τη διώ; (κάνει να πάει κατά την κάμερα της Πιπίτσας).
Η κ. Τριάφτη. Μη, Αντρέα μου . . . μη.
Αντρέας. Πέτε μου λοιπόν . . . Τι τρέχει; . . .
Η κ. Τριάφτη. Πώς να στο πω, παιδί μου . . . Με τι καρδιά να στο πω . . .
Αντρέας. Θε μου! . . . πέτε μου . . . Σας παρακαλώ.
Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα σου . . .
Αντρέας (μ' ανησυχία). Ε; . . .
Η κ. Τριάφτη. Σκαρτάδιασε . . .
Αντρέας (τρομασμένος και δυνατά). Τι λέτε ·!
Η κ. Τριάφτη (κλαίει). Χ! . . . χ! . . .
Αντρέας (πάει και της πιάνει τα χέρια). Σωπάτε, καλέ . . . Γιατί με λέτε αφτά; . . .
Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κλαίει. Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την αφίνει και πέφτει στο διβάνι με το πρόσωπο στα προυσκέφαλα κλαίοντας.
Η κ. Τριάφτη (ησυχότερα). Μην κάνεις έτσι . . .
Αντρέας. Αλοίμονο.
Η κ. Τριάφτη. Θα μας ακούσει . . . (δείχτει την πόρτα)
Αντρέας. Και πώς είνε; τι κάνει;
Η κ. Τριάφτη. Τόρα είνε γονατισμένη και διαβάζει το βαγκέλιο.
Αντρέας. Μα χτες την άφισα καλά. Είδατε τι ώμορφα μιλούσαμε . . . Ο Κωστής τη βρήκε πολύ καθώς πρέπει . . . Πώς; έτσι άξαφνα;
Η κ. Τριάφτη. Στις έντεκα τη νύχτα, παιδί μου, μας ξάφνιασε για πρώτη φορά . . .
Αντρέας. Πώς;
Η κ. Τριάφτη. Καθόμουν με τη Φρόσω εδώ (δείχτει τη θέση)· ο Γεράσιμος με τον Τάσο δεν είχαν έρθει ακόμα . . . οι άλλοι πήγαν να κοιμηθούν . . . Ξάφνου ακούμε φωνές στην κάμερα της Πιπίτσας: «Χριστέ μου! Παναγιά μου! . . . » Ξαφνιαζόμαστε και τρέχουμε να διούμε . . . Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την Πιπίτσα με τα νυχτικά της ολότρεμη να σκούζει: «κάπιος είταν κρυμένος . . . εδώ . . . από κάτου το κρεβάτι μου . . . Τον άκουσα μόλις πήγα να πέσω να κοιμηθώ». Σύχασε, κόρη μου, της λέω, δεν είνε κανείς . . . «Τον άκουσα! . . . Τον είδα πώφεβγε . . . Γιατί, Θε μου; . . . » Προσπάθησα ναν την καθησυχάσω . . . Την πήρα δίπλα μου, κοντά μου, της έπιανα το χέρι να μη φοβάται . . . Κείνη, τα ίδια: «Φέρτε τον παπά να κάμουμε παράκληση . . . Μαμά, θα σας πάρω κι' εσάς στο λαιμό μου . . . Θα σκοτόσουνε κι' εσάς για το χατήρι μου . . . Με κυνηγάνε, μαμά, χωρίς να φταίω . . . φέρτε τον παπά . . . » και τον εζήταγε μ' επιμονή . . . Στέλνω τη Φρόσω και ξυπνάει τη Βασίλω και πάει εδωδά στον παπα-Γιώργη και τονέ φέρνει και κάνει παράκληση . . .
Αντρέας. Αλοίμονο! . . .
Η κ. Τριάφτη. Με την παράκληση, παιδί μου, της ξέφυγε ο πολύς φόβος . . . Ο παπα-Γιώργης τηνέ συβούλεψε . . . Κείνη του πήρε το χέρι και το φιλούσε! «Παπά μου, του λέει, άδικα με κατατρέχουνε . . . δεν έκαμα τίποτα . . . Ο Θεός να μ' ελεήσει . . . » Της είπε ο παπάς ναφίσει την ένοια της στο Θεό κι' έφυγε , . .
Αντρέας. Σύχασε πια;
Η κ. Τριάφτη. Πού να συχάσει . . .
Αντρέας. Ώστε ξακολουθούσε να φοβάται;
Η κ. Τριάφτη. Της ήρθε έν' άλλο ύστερα . . . Πήρε το βαγκέλιο — και τη σύνοψη κι' όλο διάβαζε . . . Εγώ με τη Βασίλω καθόμαστε στην κάμερά της . . . Οι άλλοι, τι να κάμουν, πήγαν να συχάσουν . . . Τις κονταβγές κει, που γονατισμένη διάβαζε, σηκόνεται και με λέει: «Μαμά κατέβηκε ο Χριστός και μπήκε μέσα μου . . . εδώ στο στήθος . . . Νά! Με λέει, πως εγώ θα διορθόσω τον κόσμο . . . Εγώ θαν τονέ διδάξω και θαν τονέ φέρω στον ίσο δρόμο να μην πέσει στην καταστροφή, όπως έλεγαν χτες ο κ. Βέρτης με τον κ. Γιάνκο . . . Θα γυρίσω, ολούθε να διδάξω την αλήθεια . . . να πω στον κόσμο να μετανοήσει . . . ναφίσει τις κακίες του . . .
Αντρέας. Ω! δυστυχία! . . .
Η κ. Τριάφτη. Σ' αφτή την κατάσταση είνε ακόμα, παιδί μου . . .
Αντρέας. Εμένα δε με μελέτησε καθόλου;
Η κ. Τριάφτη. Πώς . . . Πολλές φορές . . . Θα σε πάρει, λέει, κι' εσένα να γυρίσουτε μαζύ τον κόσμο . . .
Αντρέας. Θα πάω ναν τη διώ . . . Δε θαν τη βλάψει αφτό! . . . (προχωρεί κατά την πόρτα. Την ίδια ώρα μπαίνει από την άλλη πόρτα του βάθου η Κατίνα με τα χαρτιά στα χέρια. Μόλις τη βλέπει ο Αντρέας σταματάει και στρίβει. Η Κατίνα κάθεται στο τραπέζι κι' αρχίζει να ρίχτει πασιέντζα. Ο Αντρέας την κυτάζει κι' ύστερα γυρίζει και βλέπει την κ. Τριάφτη).
Η κ. Τριάφτη (στην Κατίνα). Πρέπει νάχεις και λίγη διάκριση . . .
Κατίνα. Γιατί; . . .
Η κ. Τριάφτη. Για κείνο, που δεν ξέρεις . . .
Κατίνα. Τι σούκαμα;
Η κ. Τριάφτη. Η αδερφή σου μέσα κιντυνέβει κι' εσύ τα χαρτιά στο νου σου; . . .
Κατίνα. Εγώ για την Πιπίτσα μας θαν τα ρίξω . . . να διώ, α θα γίνει καλά . . . (εξακολουθεί να τα ρίχνει).
Η κ. Τριάφτη (στον Αντρέα). Μην πας, παιδί μου . . . Τόρα θα είνε ησυχότερη . . . Ο γιατρός μας είπε ναν την αφίνουμε μονάχη, όσο μπορούμε και να μην της δίνουμε αφορμή να μιλάει . . .
Αντρέας. Φέρατε γιατρό; . , .
Η κ. Τριάφτη. Ναι! . . . Την αβγή . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναγυρίζει και κάθεται στο διβάνι σκεφτικός. Μπαίνει η ΦΡΟΣΩ)
Φρόσω (σιγά και με γερμένο κεφάλι). Καλημέρα . .
Αντρέας (μόλις κινιώντας το κεφάλι τον και σιγότερα). Καλημέρα.
(Η ΦΡΟΣΩ κάθεται κι' αφτή και δε μιλεί καθόλου)
Αντρέας (άξαφνα σε λίγο, σα να μιλούσε μόνος του). Τι ανόλπιστα πράματα . . .
Η κ. Τριάφτη. Θεϊκή κατάρα . . . Κάπια αμαρτία μεγάλη θάχουμε καμομένη και δεν το ξέρουμε . . . Κανείς στον κόσμο δεν έχει τα δικά μας τα βάσανα, (κάνει το σταβρό της). Ο Θεός να βάλει το χέρι του . . .
Αντρέας. Ο κ. Τριάφτης βγήκε;
Η κ. Τριάφτη. Και τι να κάμει εδώ; . . .
Φρόσω. Δε μπορεί ναφίσει το μπεζίκι του, στο καφενείο. Τι τονέ νιάζει για το σπήτι;
Η κ. Τριάφτη. Εσύ πάντα να λες ό,τι φτάσεις.
Αντρέας. Ο Τάσος;
Η κ. Τριάφτη. Κοιμάται ακόμα . . .
Αντρέας. Στις δέκα και μισή; . . .
Η κ. Τριάφτη. Τέτια ώρα σηκόνεται πάντα . . . κι' ο Γεράσιμος το ίδιο.
Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναβυθίζεται σε σκέψες. Η ΚΑΤΙΝΑ στο μεταξύ τέλειοσε την πασιέντζα της και, σα να αιστάνθηκε τη θέση της λίγο, μαζόνει τα χαρτιά και φέβγει).
Η κ. Τριάφτη. Κατάλαβε την αδιακρισία της . . .
Αντρέας. Τι φταίει η καημένη κι' αφτή . . .
Φρόσω. Ποιος φταίει λοιπόν;
Αντρέας. Τι το θέλεις τόρα το ποιος φταίει; . . .
Η κ. Τριάφτη. Εγώ φταίω, που δεν είμουνα ατηρή . . .
Αντρέας. Α! Το μικρότερό σας φταίξιμο . . .
(Ακούγουνται από τη δεξιά κάμαρα φωνές του ΝΙΚΟΥ και της ΚΑΤΙΝΑΣ ανακατημένες. Όσο πάνε και μεγαλόνουνε. Στο τέλος δυο τρεις πολύ δυνατές της ΚΑΤΙΝΑΣ).
Η κ. Τριάφτη. Τι τρέχει πάλε; Μα, Θε μου; . . . Τι ζωή είνε αφτή; . . .
(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ)
Βασίλω. Κυρία, έπιασαν τα νέβρα της την κ. Κατίνα και λιποθύμησε . . .
Η κ. Τριάφτη. Δεν είνε πια ζωή αφτή . . . (βγαίνει)
Φρόσω (στη Βασίλω). Μα γιατί; τι έτρεξε; . . .
Βασίλω. Πάει, κυρία Φρόσω, η κυρία Κατίνα στο παράθυρο να ρίξει τα χαρτιά και τότες ο κύριος Νίκος, πάει, και την πειράζει και της τα χαλάει. Τότες η κ. Κατίνα έβρισε τον κ. Νίκο και πιαστήκανε . . . Τότες ο κύριος Νίκος της τραβάει την πλεξίδα της κι' η κ. Κατίνα έπεσε ξερή χάμου με φωνές . . . (φέβγει)
Αντρέας. Δυστυχία . . . (ξακολουθεί να είνε βυθισμένος. Η Φρόσω τον κυτάζει αδιάκοπα, σα να θέλει ναν του μιλήσει. Η μορφή της λαβαίνει κάπιαν ιδιαίτερη έκφραση. Σε λίγο πέρνοντας θάρος σηκόνεται από τη θέση της και πέρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά του).
Φρόσω (παθητικά). Αντρέα . . .
Αντρέας (μ' ανυπομονησία). Τι θέλεις;
Φρόσω. Είσαι πολύ λυπημένος;
Αντρέας. Κι' είνε ανάγκη να ρωτάς;
Φρόσω. Για την Πιπίτσα;
Αντρέας. Για όλα . . . (σωπαίνουν λίγο)
Φρόσω (το ίδιο). Αντρέα . . .
Αντρέας (το ίδιο). Τ' είνε;
Φρόσω. Θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα;
Αντρέας. Πώς μπορώ ναν το ξέρω αφτό . , . (ξανασωπαίνουν λίγο).
Φρόσω. Να σε πω, Αντρέα . . .
Αντρέας. Τι; . . .
Φρόσω. Δε θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα . . .
Αντρέας (ξέστοχα) Γιατί;
Φρόσω. Έτσι είνε το γραφτό μας . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την κοιτάζει με ταραχή και δε μιλεί)
Φρόσω. Ναι . . . Αντρέα . . . και συ δεν πρέπει να λυπάσαι τόσο πολύ . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξακολουθεί ναν την κυτάζει χωρίς να μιλεί)
Φρόσω (τον πιάνει το χέρι). Μάθε το πια, Αντρέα. Τόσον καιρό το κρύβω μέσα μου . . . Μα τόρα πια δε μπορώ να στο κρύψω . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ αφαιρεμένος την κυτάζει ακόμα)
Φρόσω. Ναι Αντρέα μου, εγώ σ' αγαπώ πολύ . . .
Αντρέας (σηκόνεται με τρόμο), Θε μου! (Τη σπρόχνει και χάνεται από την πόρτα τον βάθους. Η Φρόσω μνίσκει λίγο έπληχτη. Ύστερα σηκόνεται κι' έρχεται στην πόρτα της Πιπίτσας και βάζει το μάτι της στη κλειδαρότρουπα. Από το κοριντόρο ακούγεται η φωνή του Νίκου, που τραγουδάει:)
Κοιμόμουν κι' είδα όνειρο, πως με φιλείς στο στόμα, ξυπνάω κι' ακούω τη μυρωδιά στα χείλια μου ακόμα.
(με την τελεφταία λέξη μπαίνει μέσα ο Νίκος κρατώντας τόπι.)
Νίκος (από την πόρτα πετώντας το τόπι στη Φρόσω, που είταν σκυμένη στη κλειδαρότρουπα). Πιάςτο, Φρόσω.
Φρόσω (γυρίζοντας με κάπιο θυμό). Ου και συ . . .
(Το τόπι κυλιέται χάμου, χωρίς ναν το πιάσει η Φρόσω).
Νίκος. Τι ξεχαηλόθηκες έτσι;
Φρόσω. Κάμε ησυχία, ανόητε. . Δε λυπάσαι την Πιπίτσα μας;
Νίκος. Μα τι έχει η Πιπίτσα μας;
Φρόσω. Άρωστη είνε . . .
Νίκος. Βαρειά άρωστη;
Φρόσω. Βαρειά βέβαια.
Νίκος. Άει στο καλό, πούνε βαρειά. Α θέλεις έλα να παίξουμε . . .
Φρόσω. Λωλάθηκες; σου λένε να κάτσεις ήσυχα . . .
Νίκος. Εσύ λωλάθηκες . . . Για πες αλέβρι;
Φρόσω. Φέβγα από δω, ανόητε . . .
Νίκος. Εσύ είσαι ανόητη . . .
(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με τα νυχτικά του και με τσιγάρο στο στόμα).
Τάσος (στη Φρόσω). Πώς είνε η Πιπίτσα; (στο Νίκο). Ε, συ; κάτσε φρόνιμα μη σου τραβήξω ταφτιά . . .
Νίκος. Δεν κοπιάζεις . . .
Τάσος. Νά! το λοιπόν. (του τραβάει ταφτί).
Νίκος (κλαίοντας). Τι σε κάμαμε εσένα δω μέσα! Ορίστε μας . . . (προχωρεί στην πόρτα. Στον Τάσο). Νά! (του κάνει μια χειρονομία στη μύτη και φέβγει.)
Τάσος. Γαϊδούρι . . . (ακούγεται η φωνή τον Νίκου στο κοριντόρο, που τραγουδάει:
Α μ' αγαπάς κι' είν' όνειρο, ποτές να μην ξυπνήσω με την αφτή γλυκύτητα ποθώ να ξεψυχήσω. (8)
ως ότου χάνεται σιγά σιγά)
Τάσος. Πώς είνε η Πιπίτσα;
Φρόσω. Το ίδιο είνε . . .
Τάσος. Ήρθε ο γιατρός;
Φρόσω. Ήρθε.
Τάσος. Και τείπε;
Φρόσω. Να κάνουμε ησυχία και να μην της παραμιλάμε . . .
Τάσος. Άκουτα λοιπόν . . . Αμ η Κατίνα, τι γαϊδουροφωνάρες είταν εκείνες και μας ξυπνήσανε;
Φρόσω. Τσακόθηκε με τον Τάσο και την πιάσανε τα νέβρα της.
Τάσος. Τα συνηθισμένα μας δηλαδή . . . Κατάλαβα . . . Τι ώρα είνε; Παρακοιμήθηκα σήμερα κι' έχουμε πομένο με το Γιάνκο ναρθεί στις έντεκα να με πάρει . . .
Φρόσω. Στις έντεκα; Τόρα είνε έντεκα . . .
(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας)
Τάσος. Εκείνος θάνε . . Πες του να με περιμένει μια στιγμή. Πάω να ντυθώ. (Βγαίνει βιαστικά. Η Φρόσω συγυρίζεται. Διορθόνει το φόρεμά της. Στιλβόνει με τα χέρια της τα μαλιά της. Μπαίνει ο Γιάνκος. Η Βασίλω φαίνεται στην πόρτα, σα ναν τον οδηγεί και χάνεται αμέσως)
Γιάνκος. Καλημέρα, μαντμαζέλ.
Φρόσω. Καλημέρα σας.
Γιάνκος. Μονάχη είσαστε;
Φρόσω. Όχι . . . Αρώστησε η Πιπίτσα . . .
Γιάνκος. Μπα; και τι έχει η μαντμαζέλ Πιπίτσα;
Φρόσω. Κάπια νεβρική ταραχή από τη νύχτα κι' είμαστε όλοι σ' ανησυχία . . .
Γιάνκος. Δυστύχημα . . . Δεν το είξερα, μαντμαζέλ . . . Περαστικά της.
Φρόσω. Μερσί. Καθείστε, κ. Γιάνκο. Ο Τάσος με είπε ναν τον περιμένετε μια στιγμή να ντυθεί.
Γιάνκος. Μερσί. (κάθεται και δείχτει κάπιαν ανησυχία).
Φρόσω. Πώς περάσατε από χτες;
Γιάνκος. Εγώ καλά, μαντμαζέλ . . . Κι' η μαντμαζέλ Πιπίτσα χτες είταν πολύ καλά.
Φρόσω. Άξαφνα τη νύχτα επροσβλήθηκε.
Γιάνκος. Και τόρα, πώς είνε;
Φρόσω. Ησυχότερη. (Τον κυτάζει κατάματα). Δεν ξέρετε πόσο με τάραξε η αρώστεια της. Την αγαπώ τόσο την Πιπίτσα μας (κάθεται κοντά του). Ίσα με σας, κύριε Γιάνκο . . .
Γιάνκος. Α! . . .
Φρόσω (του πιάνει το χέρι). Σεις δε μ' αγαπάτε καθόλου; Θέλετε να σας δόσω ραντεβού όξω από το σπήτι; Εγώ βγαίνω και μονάχη μου . . . Τους λέω ψέματα, πως θα πάω σε μια φίλη μου . . . (γλυκά) Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . .
Γιάνκος. Φρόσω μου . . .
Φρόσω. Θα βγω ταπόγυιομα. . Πού να σας βρω;
Γιάνκος. Όπου θέλετε . . . Πέτε μου κι εγώ θα είμαι.
Φρόσω. Να σας βρω στο σταθμό του Φαλήρου; απόξω στην Ακαδημία;
Γιάνκος (γλυκά). Θα είμαι, Φρόσω μου. (κάνει ναν της πιάσει τη μέση. Φανερόνεται στην πόρτα ο Αντρέας.)
Αντρέας (με πάθος, χωρίς φωνή). Νά! το κορύφομα!. .
(Ο ΓΙΑΝΚΟΣ κι' η ΦΡΟΣΩ χωρίζουν αμέσως. Η ΦΡΟΣΩ κρύβεται πίσω από την κουρτίνα).
Αντρέας (Στο Γιάνκο). Δεν απάντησα μεγαλήτερη γιεροσυλία ως τόρα!
Γιάνκος. Έχεις δίκιο, Αντρέα . . . Τρελάθηκα . . . Συχώρα με! . . . Δε θα ξαναπατήσω πια εδώ, παρόλ ντ' ονέρ . . (Φέβγει. Ο Αντρέας προχωρεί. Η Φρόσω σιγά σιγά βγαίνει).
Αντρέας. Τουλάχιστο σήμερα η κατάσταση της αδερφής σου έπρεπε να σε φέρει σε συναίστηση . . .
Φρόσω. Μακάρι να είμουν στην κατάσταση της αδερφής μου. .
Αντρέας. Καθόλου, αν επρόκειτο να είταν και κείνη στη δική σου . . .
Φρόσω (πολύ παραπονετικά). Κύριε Αντρέα, γιατί με τα λέτε αφτά; νομίζετε, πως τόθελα ναν το κάμω; Σας το ορκίζουμαι, κ. Αντρέα, άμα είμαι μονάχη μου κλαίω . . . Τόσες φορές έκλαψα . . . Αν ειξέρατε τι έχω μέσα μου θα με λυπόσαστε . . .
Αντρέας. Το φαντάζουμαι και σε λυπάμαι (κουνάει το κεφάλι).
Φρόσω. Εφκαριστώ . . . (Φέβγει. Ο Αντρέας ξαπλόνεται πάλι στο διβάνι. Μπαίνει η Βασίλω και συγυρίζει).