Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής

Part 6

Chapter 60 wordsPublic domain

Αντρέας. Ναι! Είνε ανάγκη . . . Πρόσεξε, Κωστή, σ' όλα, που θα σε πω . . . Θα σε πω και πώς την εγνώρισα και πώς την αγάπησα . . . Είνε τρία χρόνια από τότες . . . Μια βραδυά ο Σαράντης είχε εσπερίδα . . . Συ δεν εγνώριζες ακόμα κανέναν από μας . . . Εκεί την πρωτοείδα . . . Καταλαβαίνεις; Είχα κείνες τες μέρες δημοσιέψει στη «Ζωή» ένα δήγημα το «Βαριόμοιρο» και ξεχείλιζα όλη την πίκρα της ζωής. Τ' όχεις διαβασμένο;

Κωστής. Ναι . . . είνε το καλίτερό σου.

Αντρέας. Και κείνη το διάβασε τότες. Άμα ήρθε με τη μαμά της και με το μεγάλο της αδερφό, καθόμουν στο διβάνι με το Χορμίδη. Την αντικρύσαμε κι' οι δυο μας. Φόργε ροζ φόρεμα . . . κι' ό,τι ξίπασε και τους δυο μας στη στιμή είταν η επιδερμίδα της και τα στήθια της . . . Ρωτώ τον Χορμίδη: «ποια είνε αφτή;» Δεν την είξερε κι' εκείνος. Κάθησε κείνη στην άλλη άκρη κι' εμείς την προσέχαμε . . . Καρδιοχτύπι δεν αιστάνομουν καθόλου, μόνο η εντύποση τω στηθιώ της με τάραζε το νεβρικό μου σύστημα. Ξάφνου τη βλέπουμε να κουβεντιάζει με πολλή οικειότητα με τον ποιητή το Ρηνόπλο . . .

Κωστής. Λοιπόν;

Αντρέας. Ο Χορμίδης πετάγιεται τότες και με λέει: «πάω να βάλω το Ρηνόπλο να με τη συστήσει» και τράβηξε . . . Τονέ ξέρεις τι τολμηρός είνε. . Εγώ, πού θάρος! . . . Τον παρακολούθησα· πήγε τόντις και τη γνώρισε . . Της κουβέντιαζε με τις γνωστές του υπόκλισες . . . Θύμοσα με τον εμαφτό μου το περσότερο, και συργιανούσα άστοχα . . . Άστοχα βρέθηκα και μπροστά τους. Τότες ο Ρηνόπλος με φωνάζει: « Αντρέα, έλα από δω να σε γνωρίσω στη ντεμοαζέλ Τριάφτη, που έχει πολλήν επιθυμία να σε γνωρίσει» και με τη συσταίνει, φαντάσου με τέτιο προοίμιο. Ο Χορμίδης την πολιορκούσε κυριολεχτικά, μα κείνη όλο μένα ρωτούσε για τα έργα μου, για τη «Ζωή», πως τη διαβάζει με τόσην εφκαρίστηση και περιμένει μ' ανυπομονησία κάθε Κυργιακή να διεί και ναν τη διαβάσει και τόσα άλλα . . . κι' ύστερα μ' αρχίζει κουβέντα για το «Βαρυόμοιρο» πόσο της άρεσε . . . πως την έκαμε για μια στιγμή να συχαθεί τη ζωή της . . . και . . .

Κωστής (διακόφτοντας). Καλά! παρακάτου.

Αντρέας. Τι τα θέλεις! Δεν την αγάπησα αμέσως. Κι' αν τη θυμόμουν καμιά φορά, έφερνα μπροστά μου την επιδερμίδα της και τα στήθια της και μόνο με κείνα περιλουζούμουν σε μια γλυκάδα αποθυμιάς ανεπλήροτης. Ύστερα έμαθα πως ο Χορμίδης της ρίχτηκε για καλά και δε με ένιασε. Με τα 'λεγε μια μέρα ο Ρηνόπλος: «Ντουτζές, με λέει, κατάντησε ο Χορμίδης στου Τριάφτη το σπήτι . . . όλοι τους τον κοροϊδέβουν . . . όλοι τους τον ένιοσαν» κι' ακόμα με λέει: Εσύ να μην πας ναν τους κάμεις επίσκεψη;! Η Πιπίτσα καθεμέρα με ρωτάει για σένα . . . με παρακάλεσε μάλιστα να σε ρωτήσω με τρόπο ποιόνα πήρες μοντέλο στο «Βαρυόμοιρο» . . . Ξέρεις τι καταλαβαίνω, βρε Αντρέα; πως διαφέρεται για σένα λίγο η Πιπίτσα και πως ένα κομάτι τέτιο θα είσαι κουτός να μην το κυνυγήσεις . . . » Το πιστέβεις; Τότες για πρώτη φορά ανακατόθηκαν οι πόθοι μου με καρδιοχτύπι· κι' εγώ ο βλάκας ζητάω τότες πληροφορίες από το Ρηνόπλο για την οικογένειά της, για την κατάστασή της, για την προίκα της, προς Θεού, σα να είχα μιαν ωρισμένη ιδέα στο νου μου . . . Και τότες ο Ρηνόπλος το προζύμι του δόκανου, που μούστησε η μοίρα μου με λέει: « Αμ όλοι το καταλάβαμε στου Σαράντη, πως και σένα σου πόνεσε το δόντι από κείνο το βράδυ . . . » Πώς; «Ναι! ο βήχας κι' ο έρωτας δεν κρύβουνται, Αντρέα . . . » Τέλος πάντω στον κύκλο μας είνε γενική κουβέντα, πως ο Χορμίδης και συ ξετρελαθήκατε με την Πιπίτσα, πως η Πιπίτσα προτιμάει εσένα, πως η δείλια σου είνε μοναδικό πράμα και πως α σε νικήσει ο Χορμίδης θα σε ανακηρύξουμε όλοι μας ανίκανο για κάθε τι και να ζεις ακόμα. . »

(σταματάει).

Κωστής (σα να μιλούσε μονάχος του). Προζύμι του δόκανου! . . . Πολύ ωραία ονομασία . . . Το προζύμι του δόκανου . . Λοιπόν;

Αντρέας. Πέντε δέκα φορές ύστερα, όμοια κουβέντα με το Ρηνόπλο, με το Σαράντη, μ' όλους, με το Χορμίδη, που με παρακαλούσε να υποχωρήσω εγώ και ναν τον ορίζω πια σ' όλα τάλλα με κάμαν νανάψω. Κι' όταν ένα άλλο βράδυ στου Ρηνόπλου το σαλόνι ξανασμίξαμε, εγώ δε μπόρεσα να κρυφτώ μήτε στον εμαφτό μου . . Την αγαπούσα πια . . . Την αγαπούσα με τέτιαν αγάπη, που ντρεπόμουν ναν το φαντάζουμαι και πια δεν επίτρεψα σ' αφτούς, που μανάγκασαν ναν την αγαπήσω, να ξαναμιλήσουν χωρίς εβλάβεια γιαφτή την κόρη. Κι' από τότες πιαστήκαμε και με το Χορμίδη . . . κι αφτός απελπισμένος από την Πιπίτσα, ικανός να μην αγαπήσει, ύστερα από λίγο, έγινε ο αλτεμπαράν αλληνής, της κουνιάδας, καθώς ξέρεις, του Σαράντη . . .

Κωστής. Ναι! . , .

Αντρέας. Αφτή είνε η αρχή της αγάπης μας. Γνωριστήκαμε ύστερα καλά . . . Ένα χρόνο πήγαινα ταχτικά σπήτι της και τόρα είνε άλλος ένας χρόνος, που είμαστε αρεβωνιασμένοι.

Κωστής. Και τότες, πού η δυστυχία σου;

Αντρέας. Νόμισες, πως τέλειοσα; Τόρα θα μάθεις, ό,τι δεν ξέρει κανένας· γιατί όσα σούπα όλοι και συ ακόμα τα μισόξερες . . . Τόρα θα σ' ανοίξω την ψυχή μου για να σου απιθόσω τους πόνους μου στη δική σου τη μεγάλη την ψυχή . . . Ναι, Κωστή . . . (χτυπάει το κουδούνι και σταματάει λίγο· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Φέρε μου ένα ποτήρι νερό, (το παιδί φέβγει. Ο Κωστής παίζει τα δάχτυλά του στο τραπέζι κι' έχει σκυφτό το πρόσωπο· ο Αντρέας πιάνει το κούτελό του· Ξαναμπαίνει το παιδί με το νερό. Στο παιδί) Πήγαινε. (Το παιδί φέβγει). Φαντάζεσαι τι θα σε πω; όχι ποτές . . . (ξάφνου) Δε με λες; δεν ξέρεις καθόλου την οικογένεια του πεθερού μου;

Κωστής. Όξω από τον Τάσο, που τον εγνώρισα εδώ δεν ξέρω κανέναν άλλο . . .

Αντρέας. Αγκαλά και ποιο άλλο σπήτι ξέρεις εσύ από το κελί σου; . . .

Κωστής. Μόλα τάφτα . . .

Αντρέας. Ναι! Λοιπόν ο πεθερός μου έχει τρία αγόρια και τρία κορίτσια . . .

Κωστής. Αφτό το ξέρω . . .

Αντρέας. Το πρώτο του παιδί είνε η Πιπίτσα, ύστερα ο Γεράσιμος, ύστερα η Κατίνα, ο Τάσος, η Φρόσω κι' ο Νίκος παιδί ακόμα, αφτός . . .

Κωστής. Καλά . . .

Αντρέας. Καθένα απ' αφτά τα παιδιά έχει τικ . . .

Κωστής. Δηλαδή;

Αντρέας. Μια βίδα . . . Μια ψυχική διαστροφή . . . μια νεβρική ακαταστασία . . . Κι' εγώ δεν ξέρω πως να στα πω . . . Μήπως είμαι γιατρός; . .

Κωστής. Τι λογής πάνου κάτου;

Αντρέας. Νά! πάρε τον Τάσο . . . Δεν ανακαλύπτεις σ' αφτόνα ψυχική διαστροφή;

Κωστής. Δηλαδή . . . δεν τον εξέτασα ποτές μου . . . Μα τι έχει αφτός; . . .

Αντρέας. Αφτός; Δεν τονέ νιάζει για τίποτα. Είνε το επιπολαιότερο πλάσμα, που υπάρχει στον κόσμο.

Κωστής. Εγώ δεν το βρίσκω σπουδαίο αφτό.

Αντρέας. Είνε σπουδαιότατο . . . Τέλος πάντων ταπόγιομα θαν τους διείς όλους . . . Να προσέξεις μόνο και θα διείς τον καθένα με τα στίγματά του . . . Την Πιπίτσα θέλω να κυτάξεις πολύ . . Γι' αφτή να μη με κρύψεις τίποτα.

Κωστής. Έχει κι' αφτή στίγματα;

Αντρέας. Είνε δυο μέρες που τανακάλυψα . . . Ως προχτές την περνούσα τέλεια στην υγεία της και στη σωματική και στην ψυχική . . . Μ' από προχτές έχω λόγους ναφιβάλω κι' αφτή η αφιβολία με σπαράζει . . . Θα με καταστρέψει.

Κωστής. Μα δηλαδή τι ανακάλυψες;

Αντρέας. Άκου με. Κωστή . . . Από προχτές άρχισε να μ' αναπτύζει κάτι αλόκοτες θεωρίες . . . θεωρίες για τον αιώνιο αρεβώνα . . . Θεωρίες, πως να μην παντρεφτούμε ποτές και να μένουμε αιώνια αρεβωνιασμένοι . . . Εγώ προχτές, σα με τα πρωτόπε με κάπιαν τόλμη άγνωστή της ξαφνιάστηκα λίγο. Ύστερα υπόθεσα, πως μιλεί όλους διόλου ακαδημαϊκά και συζητούσα, όσα έλεγε, όπως ξάφνου θα συζητούσα με σένα, αν είχαμε να συζητήσουμε φιλοσοφικές τέτιες θεωρίες του Τολστόη ή και του Ίψεν.

Κωστής. Πιθανό κι' αφτή να βρίσκονταν σ' επίδραση κάπιας τέτιας μελέτης.

Αντρέας. Όχι! Αφτή δεν ξέρει Γαλλικά . . καμιά γλώσα δεν ξέρει . . . δεν τα διάβασε πουθενά. Της αποκαλύφτηκαν, λέει, άξαφνα κι' όσο το εξετάζει μέσα της τόσο και το αγκαλιάζει.

Κωστής. Να σε πω; Δεν το παραβρίσκω κακό αφτό. Πού ξέρεις α δεν έχει κατά βάθος δίκιο;

Αντρέας. Άφισέ τα αφτά, σε παρακαλώ. Ένας άθρωπος φυσιολογικός, ανεπηρέαστος από μελέτες, για να πει και ν' αναπτύξει τέτιες θεωρίες . . . για να μολογάει, πως του αποκαλύφτηκαν, δεν είνε στα καλά του, Κωστή . . . Και μάλιστα αρεβωνιασμένος άθρωπος, που προτοιμάζεται να παντρεφτεί ύστερα από κανά μήνα.

Κωστής. Και τι θέλεις από μένα τόρα; Τι θα μπορέσω εγώ να σ' ωφελήσω ή να σε συβουλέψω;

Αντρέας. Πρώτα-πρώτα θέλω έναν άθρωπο ναν του λέω τους καημούς μου κι' έκλεξα εσένα. Δεν το θέλεις; δε θέλεις να σε ξαναπώ τίποτις;

Κωστής. Όσο γι' αφτό . . . (κάμνει το συνηθισμένο του μορφασμό).

Αντρέας. Ύστερα και συβουλές θα με δόσεις και θα μ' ωφελήσεις . . .

Κωστής. Χμ!. .

Αντρέας. Ναι! έχεις μέσα σου δύναμη γι' αφτό, που ακόμα δεν την ανακάλυψες μήτε συ, γιατί δε σου δόθηκε περίσταση. Τίποτ' απ' αφτά τόρα . . . Τ' απόγυιομα θα σε πάρω μαζύ μου ναν τους γνωρίσεις και τότες θ' αρχίσεις νανακαλύφτεις και τη δική μου την ανάγκη και τη δική σου τη δύναμη . . . Θα διείς αλόκοτα πράματα. . Σε προκαταλαβαίνω και μην ξιπαστείς καθόλου . . . (βιαστικά) Μα τι αλόκοτα και κολοκύθια; Σ' όποιο σπήτι κι' αν μπεις βαθιά μέσα του, α δεν του βρεις όμοιες τρέλες, θαν του βρεις άλλες, όχι μικρότερες . . Ένοια σου . . .

Κωστής. Πάντα είσαι υπερβολικός.

Αντρέας. Υπερβολικός Όχι, φίλε μου! . . . Αληθινός μόνο! Η αλήθεια σήμερα απερνάει υπερβολή . . . Νά! . εκεί καταντήσαμε . . . Εκεί μας έφερε δεν ξέρω ποιος . . .

Κωστής (ξάστοχα). Και μήτε θέλω ναν το μάθω . . .

Αντρέας. Τόρα, είταν αφτό, που μέκαμε σήμερα να ξυπνήσω σε τέτια κατάσταση; Το κεφάλι μου έχει τόσο βάρος, που αλάκερα καντάρια το σφίγκουν. Εδώ η μέση μου είνε, σαν κομένη . . . Πίστεψε, πως δε σε καλοβλέπω, ακόμα . . . Κι' απάνου σ' όλα αφτά ο αδερφούλης μου μού στέλνει αφτή την πανταχούσα από την Πάτρα . . . (δείχνει το γράμα.)

Κωστής. Δηλαδή; . . .

Αντρέας. Αφτό, α στο πω, άδικα θα σε βαρύνω, τι το θέλεις . . .

Κωστής. Νόμιζα. .

Αντρέας. Καταλαβαίνεις τόρα πόσο είμαι εφτυχής (ακούγεται η καμπάνα για το μεσημέρι). Μεσημέρι!. . Και τίποτα δεν εργάστηκα σήμερα!. . Διές εδώ η αληλογραφία μου . . . Έχω σε εικοσιπέντε γράματα ναπαντήσω και πρέπει ναν τα διαβάσω όλα . . . Αφτό απαιτεί η ευσυνειδησία . . . Α! δε γλυτόνει . . . Κι' εφέτος την κρατώ τη «Ζωή» και του χρόνου τη νοικιάζω . . . Με παράσφιξαν οι στενοχώριες . . .

Κωστής (σηκόνεται και περπατάει λίγο με τα χέρια πίσω). Θέλεις να πω ό,τι είπες στην αρχή, πως θα σου 'λεγα; . . . (Ο Αντρέας τον κυτάζει με κάπια περιέργεια). Τίποτα απ' αφτά δε με φαίνεται τόσο σπουδαίο, που να συχαθεί κανείς τη ζωή του και να σκάζει και να συχίζεται και ναροθυμεί, όπως κάμνεις εσύ τόρα . . . Πίστεψέ με . . . Τίποτα! . . .

Αντρέας. Αμ! στο είπα απ' την αρχή! . . . Τ' απόγυιομα . . . Τ' απόγυιομα . . .

Κωστής. Ώστε επιμένεις σώνει και καλά να με συστήσεις στης κ. Τριάφτη;

Αντρέας. Ανίσως και μ όλα αφτά το βρίσκεις περιτό, τότες μην έρχεσαι, φίλε μου . . .

Κωστής. Καλά!. . Θαρθώ . . .

Αντρέας (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Να συγυρίστε ταπόγυιομα. Εγώ δε θάρθω . . . (δείχνοντας την αληλογραφία του). Αφτά εδώ να μην πειραχτούν καθόλου . . .

Το παιδί. Πολύ καλά. .

Αντρέας. Πάμε, Κωστή . .

Κωστής. Ναι! είνε ώρα για φαΐ . . .

Αντρέας. Πάμε προτήτερα να πιούμε μια μαστίχα . . .

(Φέβγουν. Το παιδί τους κυτάζει).

Πέφτει η σκηνή.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ

Η σκηνή παρασταίνει το σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ, αρκετά καλά επιπλαρισμένο. Στη μέση ένα στρογκυλό τραπέζι. Αριστερά μια πόρτα συγκοινωνεί με την κάμερα της ΠΙΠΙΤΣΑΣ και μια άλλη στο βάθος συγκοινωνεί με το κοριντόρο. Από βαθιά ακούγεται το παίξιμο μαντολίνου, που βαστάει ως το τέλος της πράξης. Η ΚΑΤΙΝΑ σε μιαν άκρη του τραπεζιού ρίχτει πασιένζες· Στο διβάνι κάθεται η ΦΡΟΣΩ μισοξαπλομένη και κοντά της η ΒΑΣΙΛΩ ορθή.

Φρόσω (σιγά κάπως στη Βασίλω). Και για δεν της τα κοπάναγες και συ;

Βασίλω. Εγώ, κυρία Φρόσω, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω. Δεν πα να λέει ό,τι θέλει εκείνη . . . Σαν τα μούτρα της θα γίνω κι' εγώ;

Φρόσω. Μα να σε πει πως μπάζεις το μπακάλη, τον ψωμά, το μανάβη, όλη τη γειτονιά;

Βασίλω. Κι' αν τάπε και τι;

Φρόσω. Μα δε με λες, καημένη, είνε αλήθεια; Αλήθεια τους μπάζεις; Πώς δε σε κατάλαβε κανείς από μας!

Βασίλω. Τι λέτε, κυρία Φρόσω; Εγώ ναν τους μπάσω αφτουνούς; Μη χειρότερα!. .

Φρόσω. Αμ λοιπό ψέματα έσκουζε από τα παράθυρά της η Παναγιώτα; Εκείνη δε μπάζει κανένανε;

Βασίλω. Η Παναγιώτα; Ούλους, που είπε για μένα, εκείνη τους μπάζει· και το μανάβη και τον ψωμά, και κείνος ο σκαμπανέας, που κάνει τον ξάδερφό της, αγαπητικός της είνε . . .

Φρόσω. Μα ένα πράμα δε μπορώ να καταλάβω: πώς δεν την τσακόνουνε; . . .

Βασίλω. Αφτό λογαριάζεις, κυρία Φρόσω; Αρκεί να θέλει μια να μπάσει ένανε κι' από για ναν την τσακόσουνε . . . Ου . . . (κάνει μια χειρονομία).

Φρόσω. Μα πώς τα καταφέρνει;. . ,

Βασίλω. Γιατί ρωτάς; . .

Φρόσω. Έτσι, καημένη, ρωτάω . . . από περιέργεια.

Βασίλω. Πρώτα-πρώτα ξέρει απόξω τα κατατόπια του σπητιού και το χούι ολονών . . . πότες κοιμούνται, πότες ξυπνάνε, πότες . . .

(Μπαίνει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ με θυμό).

Η κ. Τριάφτη (στη Βασίλω). Τι κάνεις εκεί εσύ; Εφτού είνε η δουλειά σου; Γλήγορα λοιπόν. , . (Η Βασίλω φέβγει κάτι ψιθυρίζοντας. Στην Κατίνα). Εσύ άλλη δουλειά να μην κάνεις από τα χαρτιά . . . θαν τα σκίσω επί τέλους . . .

Κατίνα. Στους θυμούς σου είσαι πάλε;. .

Η κ. Τριάφτι. Στους θυμούς μου, μαθές . . . Καθώς με καταντήσατε δεν έχω μιαν ώρα ησυχία . . . γκρ . . από δω. . γκρ . από κει. Δε μπορώ πια να υποφέρω! . . . (στη Φρόσω) Και συ βρήκες το τεράκι σου. Χρυσές κουβέντες με τις δούλες . . . Ωραία! . . .

Φρόσω (σιγά). Μη με σκοτίζεις . . .

Η κ. Τριάφτη. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω . , να πάγω όπου με βγάλει η μοίρα μου . . . να γλυτόσω από σας! Παιδιά είνε αφτά, πούκαμα; Να μη βρίσκω πουθενά μια στιγμή ήσυχη; Πάω στην κάμερά μου να συχάσω λίγο, από πίσω μου ο Τάσος: «Δος μου, μητέρα ένα τάλαρο . . . » «Τι το θέλεις; » του λες . . . κι' αφτός αρχίζει τις φωνές . . . βρίζει, σκίζεται, χτυπιέται . . . Τι να κάμω κι' εγώ; του το δίνω να με ξεφορτοθεί . . . και τότες έρχεται και με χαϊδέβει: «μητερούλα μου! μητερούλα μου!. . » Να πάει στο διάβολο τέτια μητερούλα!

(Η ΦΡΟΣΩ κυτάζει σ' αντίθετο μέρος από κει, που μιλάει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ· η ΚΑΤΙΝΑ εξακολουθεί να ρίχτει τις πασιέντζες της. Μπαίνει ο ΝΙΚΟΣ)

Νίκος. Μητέρα . . ε, μητέρα! . . .

Η κ. Τριάφτη. Τι θέλεις, παιδάκι μου;

(Ο Νίκος πάει κοντά της. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τονέ φιλεί).

Νίκος. Νό μου, μητέρα, πενήντα λεφτά, να πάω να φάω ένα παγωτό στο Ροαγιάλ . . .

Η κ. Τριάφτη. Το παιδάκι μου . . . Μα δε σούδοσα την αβγή; Τι τάκαμες;

Νίκος. Έφαγα μια πάστα, μητέρα . . .

Η κ. Τριάφτη. Κατεργάρη, μήπως άρχισες και συ το τσιγάρο;

Νίκος. Εγώ, μαμά; Εγώ τσιγάρο; Να μη χαρώ τον πατέρα αν πίνω εγώ τσιγάρο . . .

Η κ. Τριάφτη. Μπράβο, παιδί μου . . .

Νίκος. Νό μου, τόρα ντε, τα πενήντα λεφτά . . .

Η κ. Τριάφτη (του τα δίνει). Νά! και να προσέχεις . . .

Νίκος (τ' αρπάζει και πάει κοντά στη Φρόσω και της λέει μυστικά δείχτοντας με το βλέμα την κ. Τριάφτη). Σαν κι' εσένα μπορώ να κοροϊδέψω χίλιες την ώρα . . .

(Η Φρόσω σπάζει τα γέλια κι' ο Νίκος φέβγει τρέχοντας).

Η κ. Τριάφτη (στη Φρόσω). Τι έπαθες;

Φρόσω. Γιατί; δεν κοτάμε και να γελάσουμε;

Η κ. Τριάφτη. Μόνο οι μουρλοί γελάνε χωρίς λόγο . . .

Φρόσω. Πού ναν τους έβρουμε τους γνωστικούς ,! . . .

Η κ. Τριάφτη. Είσαι χαβριζόστομη . . . Δε ντρέπεσαι καθόλου . . .

Φρόσω (με θυμό). Για να σου πω, σε παρακαλώ . . . κι' αν έβαλες βουλή να μας φας, εγώ δεν τόχω στο νου μου να σ' αφίσω . . . Α! μα την αλήθεια. (Σηκόνεται να φύγει. Την ίδια στιγμή μπαίνει ο Τάσος με τσιγάρο στο στόμα και με το συνηθισμένο του γέλιο. Προχωρεί πίσω από την Κατίνα και της φυσάει τα ξαπλωμένα χαρτιά και της τα σκορπίζει. Η Φρόσω γελάει μ' αφτό και ξανακάθεται).

Κατίνα (δυνατά). Κακοχρονονάχεις!

Τάσος. Τ' είπες;

Κατίνα. Κείνο πούπα . . .

Τάσος. Ξέρω κιεγώ . . .

Η ΚΑΤΙΝΑ τα ξαναφτιάνει κι' όλο ψιθυρίζει. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ πάει και κάθεται σε μια πολυθρόνα συλοησμένη. Ο ΤΑΣΟΣ προχωρεί στη ΦΡΟΣΩ).

Τάσος (σιγά στη Φρόσω) Ρουφήξαμε ένα πεντόφραγκο

Φρόσω. Το ξέρω.

Τάσος. Πού το ξέρεις;

Φρόσω. Τόλεγε η μαμά προλίγου.

Τάσος. Ένα ζεβγάρι κάλτσες μάβρες (κλει το μάτι του) της μιάμισης δραχμής δηλαδή.

Φρόσω. Για ποιόνα;

Τάσος. Κούκο! . . . για τη Βασίλω, κούκο . . .

Φρόσω. Για τη Βασίλω;! . . .

Τάσος. Για τη Βασίλω βέβαια! . . αμ για ποιόνα το λοιπόν; (ξαναπηγαίνει στην Κατίνα). Ξεθύμοσες, Κατίνα μου; Εγώ αστειέφτηκα . . .

Κατίνα. Α θέλεις ναστειέβεσαι νά! εκεί και πήγαινε

(δείχνει τη Φρόσω).

Φρόσω. Τι έχεις με μένα; σε πείραξα εγώ καθόλου;

Τάσος (της χαϊδέβει τα μαλιά κι' όλο ειρωνικά). Την καημένη την Κατίνα . . . όλοι την πειράζουνε . . . Ένια σου, Κατίνα μου, κι' εγώ είμαι εδώ . . .

Κατίνα. Με ξεφορτόνεσαι εγώ λέω . . .

Τάσος (στέκεται ορθός απάνου της και τη διορθόνει κάθε τόσο). Το οχτώ κούπα πέρασε, τι κυτάς; . . . Το έξη καρό, στραβή . , .

Κατίνα. Άει στο καλό από δω . . .

Τάσος. Έμου σε συβουλέβω και πάλε κακός . . .

Κατίνα. Δεν τις θέλω τις συβουλές σου . .

Τάσος. Βλέπεις το λοιπόν; (δίνει μια με το χέρι του και της τα ξαναχαλάει. Η Κατίνα σηκόνεται απάνου με θυμό)

Κατίνα. Άει στο διάβολο . . (στην κ. Τριάφτη δυνατά). Θαν του μιλήσεις; . . .

Η κ. Τριάφτη. Ο Θεός να μ' ελεήσει!. Καλά κάνει ο πατέρας σας και δεν κάθεται καθόλου στο σπήτι . . . Ζωή είνε αφτή; . . .

Κατίνα (στον Τάσο). Μουρλέ! . . .

Τάσος. Τ' είπες;!. Στάσου να διείς . . . (πάει τάχα ναν τη χτυπήσει· ανοίγει η πόρτα αριστερά και μπαίνει η Πιπίτσα).

Πιπίτσα. Τάσο μου! . . . Μη! να ζεις, Τάσο μου . . .

Τάσος (στην Κατίνα). Έχε χάρη της Πιπίτσας . . . ει δ' αλιώς σούδειχτα εγώ να μάθεις να μιλάς άλλη φορά.

Πιπίτσα (πάει κοντά στην Κατίνα). Ένια σου, Κατίνα μου, ρίξε την πασιέντζα σου . . . Δε σε πειράζει κανένας . . . (Η Κατίνα ξανακάθεται κι ετοιμάζεται ναν την ξαναρίξει). Στάσου να κόψω εγώ. (κόβει τα χαρτιά). Αφτή τη φορά τα ρίχτεις για μένα. Τακούς, Κατίνα; Κάτι έβαλα . . .

Κατίνα. Καλά, Πιπίτσα.

Φρόσω. Έβαλες για τον Αντρέα . . .

Πιπίτσα. Έβαλα για κάτι. Τι τα θέλεις γιατί . . . (προχωρεί στην κ. Τριάφτη). Εσύ, μαμά, μη συχίζεσαι. Κάνε πως δε βλέπεις. Δεν είμαστε πια παιδάκια. Μη συχίζεσαι, μαμά . . .

Η κ. Τριάφτη. Δεν αντέχω, Πιπίτσα μου . . . Το σηκοτάκι μου εψήθηκε . . .

Πιπίτσα. Μαμά, να ζεις . . . μη συχίζεσαι . . . Βλέπεις, πως δεν κάνεις τίποτα μαφτό . . . Εμείς μόνοι μας θα προσπαθήσουμε ναν τα διορθόσουμε τα πράματα . . . Ε, Τάσο μου;

Τάσος. Βέβαια! Η μαμά όλα σοβαρά τα πέρνει. Αστειεβόμαστε, μαμά . . .

Η κ. Τριάφτη. Τέτια αστεία! . . .

Πιπίτσα (στην Κατίνα). Ε , πώς πάει η πασιέντζα, Κατίνα, θα βγούνε τα χαρτιά ή όχι;

Κατίνα. Δε θα βγούνε, Πιπίτσα . . .

Πιπίτσα. Κρίμας!. .

Κατίνα. Να διούμε ως το τέλος . . .

Πιπίτσα. Κύταξε, να ζεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Νά! βλέπεις, μαμά, τι καλά, που φερνόμαστε τόρα;

(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).

Πιπίτσα (πάει κοντά στον Κωστή) Κύριε Βέρτη, μας είσαστε πολύ γνωστός. Ο Αντρέας καθεμέρα μας μιλεί για σας. Διαβάζουμε και τα ωραία σας σονέτα στη «Ζωή» . . .

Κωστής. Πολύ με κολακέβετε, μαντμαζέλ . . .

(Η ΚΑΤΙΝΑ κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί καθόλου)·

Πιπίτσα. Εμείς ταχτικά λέγαμε στον Αντρέα να κάμει, ώστε να λάβουμε την εφκαρίστηση και της προσωπικής σου γνωριμίας . . .

Κωστής. Μερσί. . Η εφκαρίστηση αφτή είταν και για μένα πάντα μεγάλη . . .

Πιπίτσα (χαμογελάει). Δεν καθόσαστε; Από δω, κ. Βέρτη, στον καναπέ . . .

Κωστής (κάθεται σε μια καρέκλα). Μερσί . . . Δεν πειράζει . . .

Η κ. Τριάφτη. Ο κ. Βέρτης είνε Αθηναίος;

Κωστής. Όχι, κ. Τριάφτη . . . Είμαι από την Καλαμάτα . . .

Η ΦΡΟΣΩ, που ως εκείνη τη στιγμή σιγομιλούσε με τον ΤΑΣΟ έρχεται και κάθεται κοντά στον ΚΩΣΤΗ. Ο ΤΑΣΟΣ φέβγει κρυφά. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κάνει νόημα του ΑΝΤΡΕΑ και αφτός πάει και σιγομιλούν. Η ΠΙΠΙΤΣΑ κάθεται στην άκρη του διβανιού).

Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Τι μεγάλη τιμή για το σπήτι μας, κ. Βέρτη, να σας γνωρίσουμε. . . .

Κωστής (ξαφνιαζούμενος). Α! μαντμαζέλ . . .

Φρόσω. Έναν τέτιο ποιητή, σαν εσάς . . . Δεν ξέρετε, πώς με τρελαίνουν τα σονέτα σας. Το τελεφταίο, πούχατε στη «Ζωή» «τόνειρο» τόμαθα απόξω . . .

Κωστής. Πολύ μανεβάζετε, μαντμαζέλ.

Τάσος. Το κουδούνι. . Ο Γιάνκος θάνε, . Τούπα ναρθεί να με πάρει. . (βγαίνει).

Η κ. Τριάφτη. Κατίνα, θαρθεί ξένος άθρωπος, παιδί μου . . . Άστα τα χαρτιά πια . . .

Κατίνα. Και τούτη την πασιέντζα θα ρίξω, μαμά . . .

(Ξαναμπαίνει ο ΤΑΣΟΣ).

Τάσος. Δεν είταν ο Γιάνκος. Ο Αντρέας είνε με το Βέρτη.

Πιπίτσα. Ο Αντρέας;

Τάσος. Ναι! Δεν τον επερίμενες;

Φρόσω. (σηκόνεται και πάει κοντά στον Τάσω. Θαρθεί ο Γιάνκος;

Τάσος. Ναι! Κάτι θαν του δείξω. Γιατί;

Φρόσω. Τι θαν του δείξεις;

Τάσος. Τι σε μέλει;

Φρόσω. Είνε κακό, που σε ρωτάω;

Τάσος. Θαν του δείξω τη Βασίλω . . .

Φρόσω. Δεν ντρέπεσαι . . .

(Μπαίνουν ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' ο ΚΩΣΤΗΣ. Η ΚΑΤΙΝΑ πάβει τα χαρτιά και τα κρύβει).

Αντρέας. Χαίρετε . . . Να σας παρουσιάσω τον αγαπημένο μου φίλο κ. Βέρτη. Η κ. Τριάφτη· η ντεμοαζέλ Πιπίτσα· η ντεμοαζέλ Κατίνα· η ντεμοαζέλ Φρόσω.

(Ο ΚΩΣΤΗΣ υποκλίνεται και χαιρετιούνται).

Τάσος. Πώς είταν αφτό το έχταχτο, φίλε μου, να σε διούμε στα λημέρια μας;

Αντρέας. Αφτό είνε κατόρθομα δικό μου.

Φρόσω. Σας είξερα κι' από τον περίπατο. Σας έβλεπα. Όλο στο αριστερό τροτοάρ της δεντροστοιχίας πηγαίνετε και πάντα μόνος σας.

Κωστής. Η καλοσύνη σας.

Φρόσω. Εγώ, κ. Βέρτη, τρελαίνουμαι για τους καλιτέχνες . . .

(ξακολουθούνε να μιλάνε σιγά).

Αντρέας (λίγο δυνατότερα στην κ. Τριάφτη). Τόρα πια μούφυγε λίγο η στενοχώρια μου.

Η κ. Τριάφτη. Να μην παρασκοτίζεσαι, παιδί μου, και βλάβεις την υγεία σου . . . Μα και κανείς αδερφός δε φέρνεται, όπως εσύ . . . Το μεσημέρι, που μας τάλεγε στο τραπέζι ο Τάσος σε μάλοσα λίγο . . .

Αντρέας. Α! κ. Τριάφτη . . . Δεν έχει άλλον από μένα ο αδερφός μου . . .

Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα μόνο σου πήρε το δίκιο σου . . .

Αντρέας (σηκόνεται). Αφτό το περίμενα . . . (συργεανάει λίγο . . . Το μαντολίνο ακούγεται πάντα από βαθιά). Ο Γεράσιμος δηλαδή δεν το ενοεί με το μαντολίνο του; . .

Η κ. Τρίφτη. Δεν την ξέρεις την μανία του;

Αντρέας (κάθεται στο διβάνι κοντά στην Πηνελόπη). Πώς πέρασες από χτες τη νύχτα;

Πιπίτσα. Καλά . . . εσύ;

Αντρέας. Τάμαθες από τον Τάσο . . . Μια μικρή στενοχώρια από ένα γράμα του αδερφού μου, που μου πέρασε πια.

Πιπίτσα. Ο καημένος! Πόσο λυπήθηκα, Αντρέα . . . α γιατί ο χριστιανός να στενοχωριέται έτσι με το τίποτα;

Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ τι να πω;

Πιπίτσα. Εσύ, Αντρέα, ναν του γράφεις παρηγοριτικά και ναν τονέ συβουλέβεις . . . . Άμα του γράψεις ναν του γράψω κι' εγώ από κάτου δυο τρεις αράδες. Ε;

Αντρέας. Ναι! Άβριο θαν του γράψω και θα στο φέρω ναν του γράψεις και συ. Εδώ τι άλλο είχαμε σήμερα;

Πιπίτσα. Τίποτα σπουδαίο. (σε λίγο· μυστικότερα). Δε με λες, Αντρέα, τα συλογίστικες εκείνα που είπαμε;

Αντρέας. Μα Πιπίτσα, πάλε τα ίδια;

Πιπίτσα. Προσπάθησε ναν τα πολυξετάσεις, Αντρέα μου, και θα διείς πόσο έχω δίκιο . . Α! είνε ωραίο πράμα να είνε κανείς πάντα αρεβωνιασμένος. Να περνάει ο καιρός κι' αφτός να μνίσκει στη μαγεία της αγάπης της πνευματικής . . , Ε, Αντρέα;

Αντρέας. Μ' αφτή την αγάπη, Πιπίτσα μου, τη βαρυέται κανείς ως το τέλος.

Πιπίτσα. Τι λες, καλέ; Αμ αν είνε να βαρεθεί αφτή την αγάπη τότες την άλλη, πως θα μπορέσει ναν τη βαστάξει; Εγώ, Αντρέα, νιόθω, πως αιώνια θα σαγαπώ έτσι! Κι' έχω και κάτι άλλο στο νου μου, που ακόμα δε στο λέω . . .

Αντρέας. Τι;

Πιπίτσα. Δεν είνε καιρός να στο πω ακόμα. Άμα είνε θαν το μάθεις. (ξακολουθούνε να συγομιλάνε. Μπαίνει, ο Τάσος πάλε με τσιγάρο στο στόμα).

Τάσος. Μωρέ ησυχία! Σαν να μπήκα σ' εκλησιά . . . Και γιατί;

Φρόσω. Γιατί έλειπες εσύ.

Τάσος. Όχι! Δεν είνε αφτό. Είνε γιατί δεν πήρες ακόμα θάρος με τον κ. Βέρτη . . .

Φρόσω. Κάτι λες και συ τόρα . .

Τάσος (στον Κωστή). Δίνε της θάρος και θα καλοπεράσεις μαζί της.

Κωστής. Δεν έχεις δίκιο.

Τάσος. Καλά καλά. Σκιάζουμαι μην το μετανιώσεις γλήγορα. (προχωρεί να πειράξει την Κατίνα.)

Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Έτσι με πειράζει πάντα, χωρίς να φταίω.

Κωστής. Τόχει ιδίομα. Σεις δεν πρέπει ναν το πέρνετε σοβαρό.

Φρόσω. Αν τόπερνα σοβαρό!. . (σε λίγο . . περιπαθέστερα). Δε με λέτε, κ. Βέρτη . . .

Κωστής. Τι, μαντμαζέλ;

Φρόσω. Αγαπάτε καμιά;

Κωστής (με φανερή ανησυχία). Α! . . .

Φρόσω. Νέος σαν κι' εσάς . . . με τόσα προτερήματα, είνε δυνατό να μην έχει πέντε τουλάχιστο, που ναν τον αγαπούν; . . .

Κωστής. Σας βεβαιόνω, μαντμαζέλ . . . (Ο Τάσος αφίνει την Κατίνα κι έρχεται κοντά στην κ. Τριάφτη).

Τάσος. Εσύ, μητερούλα, δε μιλάς τίποτα;

Η κ. Τριάφτη. Ας είσαι καλά εσύ, που μας αναπληρόνεις όλους . . .

Πιπίτσα (δυνατά). Αφίσαμε μόνο τον κ. Βέρτη.

Κωστής. Όχι δα . . .