Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής
Part 5
Ο κ. Λάκης. Να πας μια στιγμή να πεις στην κυρία σου, πως την παρακαλώ ναρθεί μαζύ με την Όλγα να με διούνε. Το επιθυμώ να πεις πολύ . . . (ο περέτης φέβγει). Τόρα θα διείς πια όλα και με τα μάτια σου . . .
Αλέκος. Η καρδιά μου πόσο χτυπάει . . . Ακώ πατήματα, μπαμπά, au revoir . . . δεν αντέχω να μείνω πιο πολύ . . .
Ο κ. Λάκης. Άει, Αλέκο, κρύψου . . . θαν 'την κρατήσω την Όλγα πολύ . . . θαν την κάμω να πει και πολλά! . . Άει . . .
Αλέκος. Πόσο σας εφκαριστώ . . . (φέβγει).
(Ο κ. ΛΑΚΗΣ πηγαίνει στην πόρτα και στέκεται λίγο ορθός κυτάζοντας στο βάθος. Ύστερα οδηγεί την κ. ΛΑΚΗ και την ΟΛΓΑ κρατώντας την από τα χέρια).
Όλγα. Καλημέρα, μπαμπά (τονέ φιλεί).
Ο κ. Λάκης. Καλή-μέρα, Όλγα μου, πώς πέρασες από τα χτες;
Όλγα. Καλά, μπαμπά (πλησιάζει στο τραπέζι, που είνε αραδιασμένα τα δώρα της). Η μαμά με είπε πως ήρθαν όλα . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . Είδες τους χάρτες, Όλγα μου; Τι ωραίοι που είνε . . . ε; σήμερα το πρωί μας τους έφεραν . . . ύστερα από τόσον καιρό . . .
Όλγα. Οι celestes; Τι ωραίοι που είνε, μπαμπά . . . Όλα τάστρα τάχουνε . . .
Ο κ. Λάκης. Βέβαια. Μας έφεραν και τα κομάτια. . Τα είδες; Νά! εκεί στο πιάνο· όλες τις παραγκελίες μας μάς τις έφεραν . . .
Όλγα (πλησιάζει στο πιάνο) Μερσί, μπαμπά . . . Τι καλός, που είσαι . . . (πέρνει τα κομάτια). Η συφωνία του φα του Μπετόβεν . . . ω, μπαμπά, πόσο σ' εφκαριστώ . . . Είνε κείνο το αλεγκρέτο, που μας εσύστησε ο Νίκος . . . Κι' η παστοράλ . . . κι' αφτή στο φα είνε . . . Τι ώμορφα . . . Α! νά . . . κι' η συφωνία του λα· το κομάτι που ο Αλέκος από παστοράλ τόκανε φυνέμπρ . . . Θυμάσαι, μπαμπά; ο Αλέκος όλο μ' αφτό το κομάτι είχε να κάμει . . . Θα χορτάσω, μπαμπά, Μπετόβεν . . .
Ο κ. Λάκης. Αμ τον Πάρσιφαλ δεν τον είδες;
Όλγα. Έφεραν και τον Πάρσιφαλ; πού είνε μπαμπά; Α! νά . . . (τον πέρνει στα χέρια της). Τον Πάρσιφαλ!. . Τούτο το μελόδραμα, μπαμπά, είταν πια, που ο Αλέκος τόξερε απόξω όλο. Θαν το μάθω κι' εγώ . . . Άμα ρωτούσες, μπαμπά, τον Αλέκο, ποια μουσική τάρεσε περσότερο; πάντα τον Πάρσιφαλ έλεγε . . .
Ο κ. Λάκης. Γι' αφτό και συ το λοιπόν ζητούσες με τόση επιμονή όλα αφτά τα κομάτια; . . .
Όλγα. Μπαμπά μου . . . γιατί; . . . Α! νά και τα τραγούδια του Μασσενέ . . .
Ο κ. Λάκης. Θέλω να σε πειράξω, Όλγα μου. Τα βιβλία τα είδες; Είδες τις εικόνες τους;
Όλγα (ξαναπλησιάζει στο τραπέζι). Έφεραν κι' εκείνα, μπαμπά; τις ιλουστρέ έγδοσες; Α! νά η Ουρανία . . . Le planète Mars . . . (τα ξεφυλίζει). Τι τρέλα οι εικόνες του . . . Το Paul et Virginie . . . Νά! κι' ο Λουκής Λάρας στη Γαλλική του έγδοση . . . Μα, μπαμπά, όλα τάφεραν . . . όλα . . . (τρέχει και φιλιούνται) πόσο σ' εφκαριστώ, μπαμπά . . . Τι καλός μπαμπάς, που είσαι . . . ω! Mille merci . . . mille merci . . ,
Ο κ. Λάκης. Εγώ θέλω να βλέπω την κόρη μου χαρούμενη . . Αφτό μόνο θέλω . . . Άστα τόρα αφτά, Όλγα, κι' έλα να με πεις, πώς πέρασες τη νύχτα; κοιμήθηκες καλά; . . .
Όλγα (ξεφυλίζοντας ακόμα τα βιβλία), Ω! μπαμπά . . . Τι ωραία που είνε όλα! . . . (γυρίζει στο μέρος του). Πώς πέρασα, είπες; πώς να περάσω, μπαμπά; . . . και δεν ξέρεις, αλήθεια, τόνειρο, που είδα;
Ο κ. Λάκης. Πού ναν το ξέρω; Είδες πάλε κανά όνειρο;
Όλγα. Βέβαια! Τόπα και της μαμάς προτήτερα. Και θαρχόμουν να στόλεγα από τόσην ώρα . . . Μα η μαμά με είπε, πως είχες δουλειά μόνος σου κι' έπρεπε να σαφίσουμε λίγο ακόμα ναν την τελειόσεις . . . (με κάπιο παράπονο). Σα να σέβλαφτα εγώ καθισμένη εκεί σε μια γωνιά . . .
Ο κ. Λάκης. Όχι. Όλγα μου . . . μα είταν ένας άρωστος, που τον εξέταζα και δεν είταν σωστό να είσαι μπροστά . . . Η μαμά σου είχε δίκιο . . .
Όλγα. Παρντόν, μαμά, που σαδίκησα . . . Δεν ξέρω τι λέω πια . . .
Ο κ. Λάκης. Και τόνειρό σου;
Όλγα. Α! τόνειρό μου; Τόνειρό μου, μπαμπά, μ' έχει μαγεμένη από τη νύχτα . . . Όλα, όσα διάβασα προχτές στην Ουρανία τα είδα στον ύπνο μου. Φαντάσου, μπαμπά, τι είδα . . . Μα συ δεν τηνέ διάβασες την Ουρανία;
Ο κ. Λάκης. Δεν τηνέ διάβασα! . . . δε μου μεινε καιρός . . .
Όλγα. Ναν τηνέ διαβάσεις, μπαμπά! Ναν τηνέ διαβάσεις . . . Τόρα μάλιστα στην έγδοση, που μας έφεραν . . . Δε μπορείς να φανταστείς τι ωραία πράματα, που λέει . . .
Ο κ. Λάκης. Θαν τηνέ διαβάσω, αφού μου λες πια, πως είνε τόσο ώμορφη . . .
Όλγα. Λοιπόν, μπαμπά, είδα, πως βρισκόμουνα στον Άρη τον αστέρα μαζύ με τον Αλέκο! και πως, ακούς, εγώ είμουν στο σώμα του Αλέκου κι' εκείνος στο δικό μου το σώμα! . . . κι' είχαμε και φτερά και φτερουγούσαμε μαζύ από δέντρο σε δέντρο κι' είταν εκεί μουσικές, σαν τον Πάρσιφαλ του Βάγνερ γλυκές κι' ένιοθα να είμαι τόσο εφκαριστημένη . . . Μα είνε αλήθηα, μπαμπά, αφτά όλα, που λέει ο Φλαμαριών; Τι ωραία που είνε! . . . Τόρα και να πεθάνω, μπαμπά, δε με νιάζει . . .
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί τα λες αφτά, Όλγα; Δεν ξέρεις, πως εγώ δε μπορώ ναν τακούω μήτε γι' αστεία;
Όλγα. Παρντόν, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι λοιπόν, Όλγα, πάλε, τον Αλέκο έβλεπες;
Όλγα. Και ποιόν άλλονα θα 'βλεπα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης (άξαφνα) Ξέρεις ένα πράμα, Όλγα, που σκέφτηκα;
Όλγα. Τι, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Να στείλω να προσκαλέσω στο τραπέζι τον Αλέκο . . .
Όλγα. Ναν τονέ προσκαλέσεις στο τραπέζι; . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! Δεν το βρίσκεις σωστό;
Όλγα. Μα δε θάρθει ο Αλέκος, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Γιατί να μην έρθει; Πώς το ξέρεις;. .
Όλγα. Μα, μπαμπά, εκείνος έχει τόσον καιρό να μας θυμηθεί! . . . Αν ήθελε νάρθει θαρχόταν μόνος του . .
Ο κ. Λάκης. Δεν ερχόταν, Όλγα, γιατί νομίζει, πως εσύ δεν ήθελες νάρθει! . . .
Όλγα. Εγώ, μπαμπά; . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι νομίζει . . Εσύ θέλεις νάρθει; Θα στείλω λοιπόν ναν του φωνάξω . . . (πάει τάχα να χτυπήσει το κουδούνι).
Όλγα (τον εμποδίζει). Μπαμπά! . . . Μη, μπαμπά. . να ζεις! . . .
Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; Γιατί δε θέλεις ναν του φονάξω; . , .
Όλγα (με παρακάλι). Μην του φωνάξεις, μπαμπά.
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί; Πες μου κάνε να ξέρω το γιατί; . . .
Όλγα. Δεν ξέρω γιατί, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Δεν ξέρεις γιατί . . . πώς γίνεται; (με κάπιαν επιμονή). Όλγα μου, τι καταλαβαίνεις μέσα σου, που δε θέλεις ναν τονέ διείς; Πες μου το και μένα μια φορά. Ο δυστυχής ποτές μου, βλέπεις, δε σε ρώτησα, γιατί πάντα νόμιζα, πως θα με τόλεγες μια μέρα μονάχη σου . . .
Όλγα. Τι να σέλεγα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Νά! γιατί εκεί, που τόσο την αποθυμείς . . . έχει, που όλη σου η σκέψη είνε σ' αφτόνα . . . εκεί, που λες: γιατί δεν έρχεται επί τέλους, ξάφνου δείχτεις μια τέτιαν αντιπάθεια; . . .
Όλγα. Εγώ αντιπάθεια, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Μα λοιπόν, πώς ναν τα πω κι' εγώ; δεν ξέρω πια και πώς ναν τα πω . . .
Όλγα. Νά, μπαμπά (του πιάνει το χέρι) . . . εκεί, που λαχταράω γι' αφτόνα, που λέω: Θε μου, γιατί δεν είνε κοντά μου ο Αλέκος σταληθινά; γιατί δεν έρχεται πια ναν του ζητήσω και παρντόν γονατιστή; . . . εκεί, μπαμπά, αλάζει ξάφνου η μορφή τ' Αλέκου και τονέ βλέπω αλιότικο . . . (με συστολή). Δε φταίω, μπαμπά. .
Ο κ. Λάκης (μέπληξη τάχα). Τονέ βλέπεις αλιότικο; Πώς αλιότικο, Όλγα μου; . . .
Όλγα. Μπαμπά . . . Νά! πως έχει τάχα ένα μάτι τόσο . . . Το κορμί του . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά τόρα . . . καλά. . κατάλαβα . . . Αφτό σου φαίνεται Όλγα μου . . . Αφτό πρέπει να πείσεις τον εαφτό σου να μην το ξαναφαντάζεσαι . . . Είνε αμαρτία, Όλγα μου! . . .
Όλγα. Δε φταίω εγώ, μπαμπά , . . Μονάχο του έρχεται . . .
Ο κ. Λάκης. Ας έρχεται . . . εσύ να προσπαθείς ναν το διόχνεις. Ακούς να βλέπεις έτσι τον Αλέκο; Τον Αλέκο, που ο δυστυχής κοντέβει να μαραζόσει εξ αιτίας μας . . . Ξέρεις, Όλγα μου, τι υποφέρει ο Αλέκος; Μήτε τα μισά δεν υποφέρουμε εμείς όλοι μας . . . Αφτός να σαγαπάει τόσο . . . να ζει για σένα . . . μόνος του σκοπός νάνε η δική σου εφτυχία και τόρα να μην τολμάει μήτε να περάσει από το σπήτι μας . . . Το ξέρεις, πως έρχεται ως το στενό εκεί και κυτάζει τα παράθυρά μας, σαν κλέφτης; Α! . . . είνε αμαρτία, Όλγα. . Είνε αμαρτία ναν τονέ βασανίζουμε πια έτσι . . .
Όλγα (με συγκίνηση αρκετή). Μπαμπά . . . λυπήσου με . . . Μη με τα λες αφτά . . . Μη με τα λες! . . Εσύ το ξέρεις, πως κι' εγώ δε ζω παρά για τον Αλέκο, πως την εφτυχία εκείνου συλογιέμαι καθεμερνά . . . ω . . . μπαμπά, αν είταν ναν του πλέρονα την εφτυχία του, ας του την πλέρονα και με τη ζωή μου ακόμα (τραβιέται λίγο κατά την κάμερα που βρίσκεται ο Αλέκος). Αλέκο μου! Αλέκο μου, όπου κι' αν είσαι μην πιστέψεις ποτές πως η Όλγα σου ζει για τίποτις άλλο στον κόσμο;. . (με συγκίνηση αρκετή) Α! Αλέκο μου! . .
Η κ. Λάκη (σύχρονα τρέχοντας ναν την καθησυχάσει). Καημένε Χρίστο! . . .
Όλγα. Αλέκο μου . . .
(Ανοίγει η πόρτα και φαίνεται ο ΑΛΕΚΟΣ μπρος στην ΟΛΓΑ)
Όλγα (μέπληξη χωρίς ταραχή). Αλέκο;! . . .
Αλέκος (πέφτοντας στα γόνατά της). Όλγα μου;! . . .
Όλγα. Αλέκο μου . . . ω! ήρθες πια; (ο κ. Λάκης βγαίνει σιγά σιγά, η κ. Λάκη παραμερισμένη τους κυτάζει) πόσον καιρό σε καρτέραγα . . . (γέρνει απάνου του)
(Πέφτει με βια η σκηνή)
Τ Ε Λ Ο Σ
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Σε πράξες τρεις.
Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. .
Augustus Caesar.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΑΝΤΡΕΑΣ, διεφτυντής του περιοδικού Η ΖΩΗ» (7).
ΓΙΑΝΚΟΣ ) ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΡΤΗΣ) φίλοι του και συνεργάτες στη "ΖΩΗ"
Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ
ΤΑΣΟΣ) ΝΙΚΟΣ) γυιοί της
ΠΙΠΙΤΣΑ) ΚΑΤΙΝΑ ) κόρες της ΦΡΟΣΩ )
ΒΑΣΙΛΩ, περέτρα της Ένα παιδί.
Η σκηνή στην Αθήνα
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
(Σε πράξες τρεις).
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Η σκηνή παρασταίνει το γραφείο του διεφτυντή του περιοδικού «Η ΖΩΗ». Ο ΑΝΤΡΕΑΣ με αταξία καλιτεχνική κάθεται στο τραπέζι του κι' έχει μπρος του διάφορα χαρτιά, γράματα, έντυπα, βιβλία . . . Απάνου στ' ανακάτομα και την προσοχή τους ανοίγει η πόρτα και μπαίνει πεταχτά ο ΤΑΣΟΣ.
Τάσος. Καλημέρα Αντρέα.
Αντρέας. Καλόστονε. Πώς είτανε κι αφτό να προτιμήσεις σήμερα τα πληχτικά μας γραφεία από το καφενείο;
Τάσος. Σ' αποθύμησα, καλότυχο. Δεν το κατάλαβες;
Αντρέας. Αν είταν δυνατό να μην το καταλάβω . . . Τι κάνουνε στο σπήτι; Η Πιπίτσα καλά είνε;
Τάσος. Δόξα ο θεός για την ώρα όλοι καλά είνε . . . Μου φαίνεται, πως έχεις ναν τους διείς κάτι λιγότερο από δέκα ώρες;
Αντρέας. Και τι μαφτό; Μήπως δε μπορεί να γίνουν πράματα ανόλπιστα από στιγμή σε στιγμή; Εγώ δεν ξέρεις, καημένε, πόσο αδιάθετος είμαι σήμερα. Ξύπνησα με μια κεφαλάργια . . . μια στενοχώρια . . . Έρχουμαι εδώ να εργαστώ· έχουμε, βλέπεις, σήμερα την αληλογραφία . . . και, ξέρεις, πρέπει να περάσει όλη από τα χέρια μου . . . Πρώτο γράμα π' ανοίγω τι νομίζεις είτανε;
Τάσος (με γέλιο). Κανά ποίημα στην καθαρέβουσα!.
Αντρέας. Είτανε ένα γράμα από τον αδερφό μου το Μήτσο. Ο Χριστιανός πάντα τα παράπονά του. Μα τι χρωστώ εγώ, να γίνουμαι το δοχείο σ' όλες τις στενοχώριες του κόσμου; Προσπάθησα, τέλος πάντω με χίλια δυο και του βρήκα εκείνη τη θέση. — Είπα πια: «θα συχάσει ο άθρωπος . . . θα βρει τόρα δουλειά να σκοτόνει τον καιρό του και να μην αηδιάζει την άνεργη ζωή». Δεν είνε δεκαπέντε μέρες και πέντε διάφορα γράματα έλαβα ως την ώρα, γιομάτα παράπονα . . . (χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι). Νά!. . τούτο το τελεφταίο είνε απαίσιο και ναν το λαβαίνεις από τον αδερφό σου, σε μια κατάσταση, όπως είνε η σημερνή η δική μου. . . .
Τάσος. Εσύ φταις, που κάθεσαι και σκοτίζεσαι για ψύλου πήδημα . . . Μωρ' εμένα καρφί δε μου καίγεται για τίποτα . . .
Αντρέας (αναστενάζει). Να σου γράφει, για το θεό, πως δε μπορεί να συχάσει, πως θα σκάσει, πως θα μαραζόσει, γιατί; γιατί, λέει, ο προϊστάμενός του έχει το μάτι του παράξενο, γιατί το δωμάτιο, που εργάζεται είνε λίγο στενό, γιατί δε βρήκε κανένα φίλο της προκοπής, ωσάν να είχε εδώ, βλέπεις, και κάτι τέτιες χίλιες πρόφασες, που σε βεβαιόνω . . . είνε ναν τονέ μουντζόσεις και ναν του πεις μια για πάντα: «άει στο καλό πια, παράξενε, ανεφκάριστε . . . »
Τάσος. Και θάνε το καλίτερο, που θα είχες να κάμεις.
Αντρέας. Σώπα πια, εγωιστή . . . Δεν έχει τέρι η ξενιασίλα σου . . .
Τάσος (με ειρωνικό γέλιο) Λοιπόν γράφτου ναφίσει τη θέση του και νάρθει να γυρίζει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά . . .
Αντρέας. Σαν κι εσένα.
Τάσος (κουνιώντας το κεφάλι). Σαν κι' εμένα; καλά . . .
Αντρέας. Μα ο αδερφός μου δε σου μιάζει, φίλε μου. Μακάρι να μπόργε ναν τον εφκαριστούσε το σουλάτσο και το καφενείο, όπως εσένα. Θαν τον έφερνα κι' ας μην έκανε τίποτα . . .
Τάσος. Σε βεβαιόνω, Αντρέα, παράδοστόνε μου και θαν τονέ διείς σε λίγον καιρό ναλάξει. . . . (ο Αντρέας κουνάει το κεφάλι) και τόρα μάλιστα . . .
Αντρέας. Γιατί τόρα;
Τάσος. Γιατί; για κείνο, που δεν ξέρεις! Τόχω μυστικό. . . .
Αντρέας (με κάπια φαιδρότητα). Ωραίο κι' αφτό!. .
Τάσος. Βέβαια. Τι νομίζεις, πως δεν αξίζουμε και μεις τίποτα; (πάει κοντά του και τονέ χτυπάει στον ώμο) Φιλόσοφέ μου . . . Χτες τη νύχτα εσύ κατέβαινες τη σκάλα της μπασίας κι' εγώ ανέβαινα τη σκάλα της ταράτσας . .
Αντρέας Και γιατί; . . .
Τάσος. Τι να σου κάμω, σα δεν καταλαβαίνεις . . . Νά! πέρασα τη νύχτα στην κάμερα της Βασίλως.
Αντρέας (με θυμό). Άει να κουρέβεσαι, ανήθικε . . . Δεν έχεις καθόλου το θεό σου . . . Εσύ μπορείς να παίξεις και με τα γιερώτερα αιστήματα . . .
Τάσος. Γιατί, κυρ Αντρέα; Το παίξιμο με δούλα είνε κακούργημα τόσο μεγάλο;
Αντρέας. Όσο μικρό είνε αφτό το κακούργημα, τόσο μεγάλο γίνεται νάρχεσαι να με το λες σε μια τέτια στιγμή . . .
Τάσος. Καλά το λοιπόν. . , Σα σε ξαναπώ τίποτα, φτύσε με . . .
Αντρέας. Ως πότε; Μου φαίνεται, πως δε θάχεις τίποτ' άλλο να με πεις, ει δ' αλιώς, πολύ γλήγορα θα βρισκόσουνα σε θέση να σκουπιστείς . . .
Τάσος. Ας είνε, Αντρέα . . . μη θυμόνεις. Ακούμε και μένα μια φορά. . , Εγώ ήρθα πρώτα πρώτα από δω για να στα πω εσένα, που ξέρεις, πως η Βασίλω είνε η μόνη μας δούλα, που μέκαμε να μαρτυρήσω τόσους μήνες τόρα.
Αντρέας. Σε παρακαλώ, Τάσο . . . Καλά, μακάρι κάθε νύχτα ναν την περνάς στην κάμερά της . . .μα τόρα πάψε αφτή την κουβέντα . . . Πάψε τήνε . . .
Τάσος. Εσύ θα χάσεις! . . .
(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο ΚΩΣΤΗΣ κι' ο ΓΙΑΝΚΟΣ)
Κωστής-Γιάνκος. Καλημέρα σας.
Τάσος-Αντρέας. Καλημέρα.
Γιάνκος (στον Τάσο). Μπα! και συ εδώ; Τάσος. Σα ναν το είξερα πως θα σ' αντάμονα.
(Την ίδια ώρα ο ΑΝΤΡΕΑΣ πέρνει κάτι χερόγραφα και χτυπάει το κουδούνι)
Γιάνκος. Έχουμε καινούργια;
Τάσος. Και πολλά· ύστερα θαν τα μάθεις . . .
(Μπαίνει το παιδί)
Αντρέας (στο παιδί). Ναν τα πας κάτου στο τυπογραφείο και να μην αφίσεις άλλονα να μπει . . . Τ' ακούς; Να πεις, πως δεν είμαι εδώ . . . (Το παιδί φέβγει) Σας θαμάζω, μα την αλήθεια! Μα ήθελα να 'ξερα, Γιάνκο, δεν έχεις και συ τίποτ' άλλο στο κεφάλι σου από επιπολαιότητα; Καλά ο Τάσος, μα και συ;
Γιάνκος. Από επιπολαιότητα; Πόσο άσκημα ψυχολογείς, καημένε. Κυτάς ταχείλι κι' ό,τι δείχτει το πέρνεις της μετρητής . . .
Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ! . . .
Γιάνκος. Δεν καταλαβαίνεις, παιδί μου, πώς . . . Πώς να στο πω; . . . νά! πως θέλω να καταφέρω τα χείλια μου να συνηθίσουνε στα τέτια, μήπως και τα αιστητικά μου νέβρα καταφέρουν και την ψυχή μου ναν τα συνηθίσει; . . .
Αντρέας. Ώστε αφτός είνε ο λόγος;
Γιάνκος. Σας το ξεμυστηρέβουμαι . . . (Στον Τάσο) Βρε Τάσο, κύταξε μόλις βγεις ναν το κάμεις βούγκινο στην Αθήνα . . . Χτες τη νύχτα είμαστε στη Μαβροδάφνη. Ένιοσα γλέντι σας περνάει από το νου; Ασυνείδητα έπινα και ξιπαζόμουνα να βλέπω τους άλλους να κατεβάζουν τα ποτήρια, να γλεντάνε, να τραγουδάνε . . . κι' όμως τόκανα κι' εγώ . . . Ύστερα πήγαμε κει κάτου στο δρόμο του Ψυρή και ξενυχτήσαμε . . . Αηδία έχω, φίλοι μου, σήμερα . . . Συχαίνουμαι τον κόσμο και τη ζωή μου . . . Πού τη βρίσκουνε την εφκαρίστηση στο κρασί και στη γυναίκα; απορώ . . .
Αντρέας. Δε μπορούσες να κάμεις εξαίρεση εσύ . . .
Κωστής (με ησυχία). Σε πόσους μέσα; Αντρέας. Σ' όλο τον κόσμο . . .
Κωστής. Όχι δα! . . . Εσύ δεν είσαι εφκαριστημένος; Αρεβωνιασμένος άθρωπος με μια τέτια αγαπημένη και γλυκειάν αρεβωνιαστικιά; . . . .
Αντρέας. Πολύ . . . πολύ εφκαριστημένος. Τόσο, που δεν έφκουμαι και σε σένα όμοιαν εφκαρίστηση . . . κι' όμως είμαι αρεβωνιασμένος, καθώς λες, με μιαν αγαπημένη και γλυκιά αρεβωνιαστικιά . . .
Κωστής. Εγώ, αδερφέ, δεν τα νιόθω αφτά . . .
Αντρέας. Θαν τα νιόσεις . . . Θαν τα νιόσεις και συ . . .
Γιάνκος. Μου φαίνεται, πως και τόρα τα νιόθει . . .
(Ο ΤΑΣΟΣ στο μεταξύ ξαπλόθηκε στο διβάνι και διαβάζει κάτι χερόγραφα, που πήρε κρυφά από το καλάθι)
Γιάνκος. Ας ταφίσουμε τόρα αφτά, γιατί δε θα συφωνήσουμε ποιος είνε δυστυχέστερος ταλλουνού. Θυμήσου και τους στίχους του Σενιέ . . . Αλήθεια, Αντρέα, σού 'φερα ένα ποιηματάκι για τη «Ζωή».
Αντρέας. Πούνε το;
Γιάνκος. Εδώ. Είνε μικρό . . . (Το βγάνει από την τσέπη του). Ακούστε το (το διαβάζει).
Σ' ένα αστέρι
Τρέχει το φως του τρέχει στο άπειρο. Το αστέρι είνε ακόμα αθώρητο στης γης τα μέρη. Είνε ένας όλος κόσμος στου ουρανού μιαν άκρη, που ίσως αγνώριστο νάνε σ' αφτόν το δάκρυ . . .
Κι' ίσως το φως του θαμπερό στη γης, σα φτάσει και μύρια χρόνια η αθρώπινή μας πλάση που θαν το βλέπει το αθώρητο το αστέρι ίσως το νεκρομάρα μέσα του να φέρει! . . .
Ω μεγαλείο αφάνταστο, συ κόσμε ξένε! . . , Ω τρομερό μου μυστικό κρυμένο μένε! . . .
Το αστέρι ζωντανό η γης δε θα γνωρίσει γιατί πρωρίστηκε νεκρό ναν τη φωτίσει! . ,
Πώς σας φαίνεται;
Κωστής. Πώς να μας φανεί; ωραίο . . . καλό είνε . . .
Αντρέας. Άστο μου. Εσύ, Κωστή, δε μου 'φερες τίποτα;
Κωστής. Τι θέλεις;
Αντρέας. Ό,τι . . .
Κωστής. Μα δεν έχω τίποτα πρόχειρο.
Αντρέας. Τεμπέλιασες και συ, καημένε . . .
Κωστής. Τι να σε πω, αδερφέ; Τα βαρέθηκα και αφτά πια . . . (κάνει μορφασμό με το στόμα, που τον έχει συνήθειο).
Γιάνκος. Μήπως αφτό είνε από τα σημάδια, που δεν τα νιόθεις;
Κωστής. Ουφ, καημένε! . . .
Γιάνκος. Συμπάθησέ με, αδερφέ . . . Μα άκου μια συβουλή ενός, που, αν όχι τίποτα άλλο, σαγαπάει . . . μην κρύβεις τίποτα μέσα σου . . . Βγάνε το μεφκολία . . . με λόγια, για να γλυτόσεις τα έργα . . . μην τακούς, πως είνε στίγμα νεβραστενικό κι' αφτό και προσπιέσαι, για να πείσεις τον εαφτό σου, πως γλύτοσες απ' αφτή την αρώστεια . . . Ξεθύμαινε με λόγια . . . άκου τη συβουλή μου . . .
Κωστής. Κράτηστη για τον εαφτό σου!. . Εγώ ξέρω πολύ καλά τι έχω . . . Ποτές δεν είπα, πως είμαι υγειής, μα και ποτές μου δεν ακολούθησα κομπογιανίτικες συβουλές . . .
Γιάνκος. Πολύ καλά, κυρ Κωστή . . . πολύ καλά! . . .
Αντρέας. Καθείστε τόρα . . . θα σας διαβάσω ένα σονέτο, πούλαβα χτες . . . Φέρνει υπογραφή: Πλανήτης . . . αλόκοτο πράμα . . . πέντε φορές το διάβασα και μόλις καταλαβαίνω τι θέλει να πει, γιατί, βέβαια, κάτι θέλει να πει . . .
Κωστής. Ας τακούσουμε λοιπόν.
Αντρέας (ψάχνει, το βρίσκει και το διαβάζη)
Από την Ακρόπολη.
Μες των αιώνων τις ορμές ακλόνητο αντικρύζει το μάρμαρο, που θλίψη του λίγη είνε η κιτρινάδα . . θωρεί την πλάση μαρασμός ναν την περιγυρίζει· παντού ανεμοστρίβουλας την ξωπλισμένη αρμάδα.
---
«Και στων αιώνων τις ορμές απείραγο ανεμίζει ο σύφουνας το μάρμαρο! . . . » Στης σκέψης τη ζαλάδα η μαρμαρένια εκλησιά φριχτά τον απελπίζει και μες τον τράκο του θυμού βρίζει και την Παλάδα.
---
Κι' εκεί αφίνει άξαφνα γέλιο τρελό με κλάμα . . . Σκύφτει βαθιά το μάτι του, βαθιά το νου του σκύφτει μ' όλα της την Ακρόπολη στα βύθη ανακαλύφτει και τους θεούς ανίκανους, βλέπει, να κάνουν θάμα . . . Και νά! γελάει!. .όλο γελάει!. .Τονέ ρωτώ. .Δεν ξέρει χαρά η λύπη αθέλητα στο γέλιο ποια τον φέρει! . . .
Πλανήτης
Ε; ξηγάτε το και σεις τόρα . . .
Κωστής. Για δος μου το μια στιγμή . . (Το πέρνει).
Τάσος (γελώντας από το διβάνι). Μαργαρίτες! . . . μαργαρίτες . . . Εδώ είνε το γέλιο . . .
Γιάνκος. Τι τρέχει, Τάσο;
Τάσος. Μαργαρίτες, φίλε μου . . . Νά! εδώ στα χερόγραφα του καλαθιού. . , Σου λέω, Αντρέα, πως αν προτίμαγες αφτά, που πετάς, από τα σονέτα του Κωστή και του Γιάνκου και του τρελού αφτουνού του Πλανήτη, η «Ζωή» σου θα γίνονταν ανάρπαστη . . .
Αντρέας. Ου! τις αηδίες . . . μήτε να γελάσω δε με κάνουν.
Γιάννης (στον Τάσο). Και τι μαργαρίτες είνε;
Τάσος. Άκου ένανε.
Αντρέας (θυμωμένα). Μα, καλέ, πόσες φορές στο είπα; σε θέλω να πειράζεις τίποτα εδώ μέσα. . Θα με πιάσουν τα νέβρα μου καμιάν ώρα . . .
Τάσος. Από δω και πέρα καλά. . Τόρα άκου, Γιάνκο, ένα ποίημα ενός Στουάτη Δάλδη . . . ε . . . όνομα! . . . Μα είνε εξαίσιο πράμα. Άκου το. (διαβάζει).
&Εις την Σελήνην&
Ω αργυρόεσσα σεπτή και πάναγνος Σελήνη, εστράφ' ήδη ο ποιητής και εις την δύσιν κλίνει! Κι' ιδού δύει ο ποιητής πριν όλος ανατείλει πριν ή εις το στερέωμα φως Ηλιαίον στείλει· διότι νουν καρδίαν τε, άγνωστος χειρ δεσμεύει και αύτη και την έμπνευσιν του ποιητού στερεύει! . . Ω συ Σελήνη αργυρά, πλησιφαής Εκάτη, είπε μοι: την καρδίαν μου τι τάχα την σπαράττει; ειπέ μοι: τις όνυξ γυπός τα σπλάγχνα μου κατέχει; κ' η ειμαρμένη διατί τόσον με κατατρέχει; Ω! εις εσέ τους πόνους μου, Εκάτη, εξαγγέλλω . . . Τι περιμένω αγνοώ, ως αγνοώ τι θέλω! . . .
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΔΑΛΔΗΣ
Γιάνκος. Κι' όμως, φίλοι μου, κι' η ντεκαντέντζα αφτή χωρίς να ξέρει ναν το πει νά! που το λέει. Τα ίδια κι' αφτός . . . Η ουσία παντού είνε ίδια! . . . Κωστή, το φον είνε παντού ίδιο!. .
Κωστής (γυρίζοντας το μάτι του από το χερόγραφο που κρατεί). Πολλές φορές κι' η φόρμα.
Γιάνκος. Για μένα το λες αφτό; . . .
Κωστής. Κακά κάμνεις ναν το υποθέτεις, ή μήπως έχεις ντοκουμέντα;
Γιάνκος. Ας είνε! . . . Εγώ δε μνησικακώ ποτές μου και ξέρεις πόσον εχτιμώ την τέχνη σου και μπροστά σου και πίσω σου. , .
Κωστής. Κι' εγώ, αγαπημένε μου, πίσω σου σεχτιμώ πολύ περσότερο . . .
Αντρέας. Αφτά μου φαίνονται άλλου είδους φιλολογικά κοπλιμέντα . . .
Τάσος. Φιλολογικά κολοκύθια . . . (σε λίγο) Γιάνκο, με συνοδέβεις; έλα για καλό δικό σου . . . Έχω να σε πω πράματα. .
Κωστής. (σηκόνεται ορθός) Κι' όμως είν' ωραίο!.
Γιάνκος. Τ' είν' ωραίο;
Κωστής. Το σονέτο!. (Το πετάει από τα χέρια του στο τραπέζι και συργιανάει). Ναι! είν' ωραίο! . . . ωραίο στην τρέλα του, στην παθολογία του . . .
Γιάνκος. Μα τι κατάλαβες απ' αφτό;
Κωστής (σα να μιλάει μονάχος του). Από την Ακρόπολη δε βλέπει έτσι τα πράματα ο καθένας . . . Αφτό τον Πλανήτη, Αντρέα, πρέπει ναν τονέ γνωρίσουμε . . .
Αντρέας. Πώς;
Κωστής. Γράφτου στην αληλογραφία: «ελάβαμε το σονέτο σας κι' επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε . . . Σας περιμένουμε στο γραφείο».
Αντρέας. Καλά λες . . . Θαν το γράψω . . . Δε βλέπει έτσι τα πράματα ο καθένας από την Ακρόπολη . . . Δε σου φαίνεται, πως στάζει φαρμάκι αφτό το σονέτο;
Κωστής. Πολλά με λέει!. . (συργιανάει και μονολογεί) Απάνου στην Ακρόπολη να σε πιάνει απελπισία . . . φριχτή μάλιστα . . . Να βλέπεις από κει τη ζωή του κόσμου, την εξέλιξη των αιώνων και να γελάς χωρίς να θέλεις, χωρίς να ξέρεις, γιατί . . . Πολύ παθολογικό . . . εξαντρίκ όλους διόλου . . .
Γιάνκος. Καλά τόρα! . ανακύρηχτο αριστούργημα . . .
Κωστής (στον Αντρέα) Και τι άλλα θα μας έχεις μεθάβριο στη «Ζωή»;
Αντρέας. Δήγημα του Καρκαβίτσα και ποίημα του Μαρκορά.
Κωστής. Αφτό μ' αρκεί . .
Τάσος (στο Γιάνκο). Ε; πάμε πια;
Γιάνκος. Ναι πάμε . . . (στον Αντρέα). Λοιπόν το ποιηματάκι;
Αντρέας. Το ποιηματάκι θα μπει στη «Ζωή».
Γιάνκος-Τάσος Au revoir.
Κωστής-Αντρέας Στο καλό . . . (φέβγουν ο Γιάνκος κι' ο Τάσος).
Αντρέας Φύγανε; μείναμε πια μόνοι;
Κωστής. Μείναμε . . . ναι!. .
Αντρέας. Θα στα πω όλα τόρα, Κωστή . . . Θαν τα μάθεις όλα . . . Έχω ανάγκη από τη συντρομή ενός φίλου σαν κι' εσένα . . . (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί· στο παιδί). Στο ξαναλέω: να μην αφίσεις κανένα, μα κανένα να μπει . . . Τ' ακούς;
Το παιδί. Πολύ καλά . . . (φέβγει).
Αντρέας. Έρχουνται τόσο γλήγορα το ένα απάνου στ' άλλο, που κι' εγώ απορώ, πώς αντέχω ακόμα . .
Κωστής. Μα τι;
Αντρέας. Θα στα πω όλα . . . Είμαι δυστυχής, Κωστή . . . Τόσο δυστυχής, που ίσως να μην το περιμένεις, κι' ακόμα φαντάζουμαι, πως με τη στωικότητά σου κι' άμα στα πω, πάλε δε θάβρεις λόγο για τη δυστυχία μου . . . κι' όμως.
Κωστής. Θα σ' ακούσω· με προσοχή . . .
Αντρέας. Τ' απόγυιομα θα σε πάρω να γνωρίσεις την Πιπίτσα. Δεν έχει μουτσουτσούνια πια. Πρέπει ναν την ψυχολογήσεις μ' όλη σου τη δύναμη, γιατί, στο λέω, από σένα θα εξαρτηθώ . . . Ό,τι με πεις θα κάμω . . . Εγώ την αγαπώ . . . την αγαπώ τόσο, που όλα μου μπορώ ναν τα θυσιάσω για το χατήρι της . . όλα μου, και τα παιδιά μου ακόμα με προκαταβολή . . . Το νιόθεις;
Κωστής. Πως την αγαπάς; Μου φαίνεται να στο διατύποσα πολλές φορές. Λοιπόν επιμένεις να με μπάσεις στο σπήτι της κ. Τριάφτη;