Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής

Part 3

Chapter 38 wordsPublic domain

Ο κ. Λάκης. Να στο διαβάσω και να στο ξαναδιαβάσω! . . . Είνε κι' αφτό ιδιότροπο σαν κι' εκείνο . . . Άκου το (διαβάζει το γράμα, που ήταν ανοιχτό απάνω στο τραπεζάκι). «Σεβαστέ μου κι' αγαπημένε, κύριε Λάκη! Μην απορείστε με το γράμα μου. Μα θαν το λάβετε; Δεν είνε το πρώτο και μήτε το δέφτερο, που άρχησα να σας γράφω, χωρίς να φτάσω στο τέλος του. Ποια είνε η τύχη, που περιμένει και τούτο ακόμα δεν το ξέρω! . . . Όμως προχωρώ, ενεργώντας σα μηχανή, που την κινεί αθώρητο ελατήριο· μυστική δύναμη! Σας γράφω ό,τι μου επιβάλει η δύναμη εκείνη, γιατί σα δούλος της δεν ορίζω πια τον εμαφτό μου! . . .

» Αγαπημένε μου κύριε Λάκη! Πολλές φορές η σεβαστή μου κυρία σας με ρώτησε γιατί δε με συχνοβλέπατε πια . . . Της δικαιολογούμουν προφασιζάμενος χίλια δυο . . . Έβρισκα πρόφαση τη δουλειά μου, τη μελέτη μου, τη συνήθεια ακόμα και δεν ξέρω πια τι μου κατέβαινε στο μυαλό. Έλεγα και για τη μαντμαζέλ Όλγα, πως μπήκε στον ταχτικό δρόμο της υγείας και πως η καθεμερνή παρουσία μου δεν είταν τόσο αναγκαία . . . Δεν έλεγα την αλήθεια, σεβαστέ μου! Δεν τολμούσα ναν την πω . . . γιατί δεν τολμούσα και ναν την πιστέψω ακόμα! . . . Πάλεβα με τον εμαφτό μου να ξεχωρίσω τα καινούργια μου αιστήματα, που γενιόνταν μέσα μου. Ναι! . . . Χωρίς λόγο σταματούσα τα βήματά μου, σαν παρουσιάζονταν η Όλγα! . . . Χωρίς λόγο δείλιαζα μπρος της εγώ, που κατόρθοσα με το θάρος μου ναν την κάμω καλά! . . . Ναι! . . . Ταθώο της χαμογέλιο στην καρδιά μου έδινε αλιότικα σκιρτήματα . . . Τι με συνέβαινε το λοιπόν; Τάχα μην είνε αλήθεια; Τάχα μήπως η μαντμαζέλ Όλγα για μένα πέρασε το κατόφλι της αδερφικής αγάπης;! — Θε μου! Θε μου! — Έχω λοιπόν έρωτα μέσα μου; Τότες δεν είμαι πια αγνός! . . . Δεν πρέπει πια να μολύνω την παρθενική εβωδιά της αιθέριας κόρης με τους μυστικούς μου πόθους! . . . Και δε με συχνοβλέπατε από τότες, γιατί ένιοθα να γινόμουν ιερόσυλος, σαν έκλεβα ταθώα και παρθενικά της λόγια, την αγάπη της, τα γέλια της, ταστεία της, χωρίς να μπορώ νανταποδόσω κι' εγώ παρόμοια μαθωότητα! . . . Πόσος καιρός είνε από τότες; Έχουμε Απρίλη τώρα! Τα ρόδα άνοιξαν πια! Η φύση σκορπάει παντού ανοιξιάτικα όνειρα και η νιότη τι άλλο είνε παρά άνοιξη μ' όνειρα; . . . Μα τι σας τα γράφω αφτά; . . . Μήπως μαζύ με την καρδιά μου δεν ορίζω και το νου μου; . . . ή μήπως γιατί ως το τέλος δεν είνε βέβαιο α θαν το λάβετε το γράμα μου; . . .

»Σήμερα σκέφτηκα να φύγω σε μακρυνό ταξίδι! . . . Δεν το είπα ακόμα στο σπήτι! Αφτή τη βδομάδα μάλιστα πρέπει να φύγω κι' εκεί μακρά να ζητήσω τον καθαρισμό μου! . . . Δεν τολμάω μήτε συχώρεση να σας ζητήσω! . . .

» Ω! λυπηθείτε με! . . . Αλέκος»

Συγκινήθηκες, Ασπασία; . . . Δεν έχεις άδικο . . . Κι εμένα ακόμα αφτό το τρελόπαιδο με συγκίνησε! . . .

Η κ. Λάκη. Πότε τόλαβες το γράμα; . . .

Ο κ. Λάκης. Είνε λίγη ώρα που τόφεραν. Με τόστειλε με το ταχυδρομείο.

Η κ. Λάκη. Και τι θα κάμεις τόρα, Χρίστο;

Ο κ. Λάκης. Τι θα κάμω; . . . και θέλει ρώτημα; Νά! Θα πας να μου φέρεις την Όλγα, χωρίς ναν της πεις εσύ προτήτερα τίποτις! . . . Θαν την ψαρέψω . . . Θαν την κατηχήσω, που είμαι βέβαιος, πως κι' αφτή θα τρελαίνεται γι' αφτόνα, κι' ύστερα θα πάω να φέρω το τρελόπαιδο εδώ, για να πάει από δω σπήτι του αρεβωνισμένο και φιλημένο ακόμα! . . . Σ' αρέσει; . . .

Η κ. Λάκη. Χρίστο μου! . . .

Ο κ. Λάκης. Σημείοσε, Ασπασία, πως όλη αφτή η ιστορία με μάγεψε! Όσο τόρα για τις ιδέες εκείνες του Αλέκου κι' αφτές ωφέλεια δίνουν! . . . Κι' αφτό καλό . . .

Η κ. Λάκη. Καλό! . . .

Ο κ. Λάκης. Βέβαια! . . . Αφτές θαν του δυναμόνουν και θαν του συγκρατούν την αγάπη του . . . Βρήκε, βλέπεις, την ουράνιά του ένοση! . . . Πιστέβεις ένα πράμα, Ασπασία; . . .

Η κ. Λάκη. Τι;

Ο κ. Λάκης. Άμα σόσει κανείς και πιστέψει ταερολογήματα αφτά νιόθει μέσα του εφκαρίστηση, που εγώ ξάφνου δε θαν τη νιόσω ποτές μου. Αδράχνουν την αισιοδοξία! Την καλοδοξιά! Το μέλλο γι' αφτούς είνε η γης της επαγγελίας . . . Έχουν ιδανικό στο τέλος . . .

Η κ. Λάκη. Ναι! . . .

Ο κ. Λάκης. Μα τι τα θέλεις; . . . η αλήθεια . . . Ας είνε τόρα! . . . Κι' ο Αλέκος, να σε πω, θα ήθελα ποτές του να μην αφιβάλει! Ας ζει κει που ζει! . . . Έτσι βρίσκεται πιο κοντά στην Όλγα μας . . . Δε βλέπω και τι θαν τον ωφελήσει η αλήθεια! . . . Άει τόρα, Ασπασία, να μου τη φέρεις . . . Μα κύταξε, δε θέλω συγκίνησες! . . .

Η κ. Λάκη. Ναι! πάω, Χρίστο μου, au revoir.

(φέβγει)

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει κάμποσο· κουνάει κάθε τόσο το κεφάλι του δείχνοντας μ' αφτό τη σκέψι του. Ακούγεται χτύπος στην πόρτα).

Ο κ. Λάκης. Entrez! . . . (ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Νίκος).

Ο κ. Λάκης. Μπα! Συ; . . . πως τόπαθες τέτιαν ώρα;

Νίκος. Ήρθα να σας προσφέρω τα σεβάσματά μου!

Ο κ. Λάκης. Καλώς ώρισες! Μα πώς κατόρθοσες κι' άφηκες τη Λέλα;

Νίκος (με χαμόγελο). Νομίζετε πια, πως όλη την ώρα δεν το κουνώ από το πλεβρό της;

Ο κ. Λάκης Ξέρω κι' εγώ, αδερφέ μου . . . Εγώ όταν είμουν στην ηλικία σου κι' η Ασπασία στην ηλικία της Λέλας κι είμαστε κι' εμείς αρεβωνιασμένοι κι' αγαπημένοι, σαν κι' εσάς, δεν ένιοθα κόσμο μακρά της! Η πείρα με λέει πως κρύβεις την αλήθεια! . . . Μα δεν πειράζει! Η μαντμαζέλ Φοφώ πώς είνε;

Νίκο. Καλά! μερσί . . . (φαίνεται σα να στενοχωριέται).

Ο κ. Λάκης. Μα γιατί δεν κάθεσαι; Κάτσε . . . (του δείχτει ένα κάθισμα).

Νίκος. Παρντόν ήθελα, κάτι να σας έλεγα . . .

Ο κ. Λάκης. Να μ' έλεγες; Τι; . . . Ό,τι κι' α με πεις, το ξέρεις, πως θαν τακούσω με μεγάλη μου εφκαρίστηση . . .

Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . . Μα τόρα εχτελώ παραγκελία . . . (σε λίγο) Κύριε Λάκη μέστειλε ο Αλέκος . . .

Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Πώς είπες; ο Αλέκος; Στάσου μια στιγμή (χτυπάει το κουδούνι) ο Αλέκος; και τι με θέλει ο Αλέκος;! . . .

Νίκος. Θα σας το πω: Εδώ και λίγη ώρα ήρθε ο Αλέκος . . .

(Μπαίνει ο περέτης)

Ο κ. Λάκης (στον περέτη). Να πεις στην κυρία σου να βραδύνει λίγο . . . Έχω, πες, μια κουβέντα τόρα, με τον κ. Διαμαντίδη . . . (Ο περέτης φέβγει. Στο Νίκο). Λέγε μου τόρα.

Νίκος. Εδώ και λίγη ώρα ήρθε σπήτι μου ο Αλέκος με κάπιον ερεθισμό και με είπε: «Νίκο! παραφρόνησα . . . έκαμα . . . μη ρωτάς τι έκαμα στον κ. Λάκη, κι είνε ανάγκη ναν του ζητήσω παρντόν γονατιστός, που λέει ο λόγος. Δεν ξέρω, α θα με δεχτεί! . . . Δε μπορείς, εσύ, Νίκο μου, ναν του το ζητήσης για δική σου χάρη να με δεχτεί για τελεφταία φορά; . . . » Δε με είπε περσότερα, κ. Λάκη, κι' εγώ δεν έλαβα την αδιακρισία ναν τονέ ρωτήσω πιο πολλά . . . Έτρεξα να σας παρακαλέσω . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' έκαμες πολύ καλά! . . .

Νίκος. Είμαι Βέβαιος, κ. Λάκη, πως το έγκλημα, που θα σας έκαμε ο Αλέκος, θα μπορεί να κοσμήσει κάθε τέλειο χαραχτήρα! . . .

Ο κ. Λάκης. Το νομίζεις; . . .

Νίκος. Γι' αφτό ήρθα και μ' όλη μου την προθυμία . . .

Ο κ. Λάκης. Καλά, Νίκο! Έτσι είνε! . . . Δε μπορούσες να νομίζεις διαφορετικά . . . Αφτό το παιδί ο Αλέκος ο εκεντρικός . . . ο θεόσοφος Αλέκος δεν ξέρει μήτε σκέφτεται άλλα εγκλήματα, από ό,τι ένας άγκελος, αν υπάρχει, ξέρει και σκέφτεται! . . .

Νίκος. Είμουν βέβαιος, κ. Λάκη! . . . Γι' αφτό η χαρά μου με τα λόγια σας δε με κυριέβει . . .

Ο κ. Λάκης. Είσαι σπάνιος νέος, Νίκο! . . . Η ανεψιά μου θα εφτυχήση μαζύ σου . . .

Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . .

Ο κ. Λάκης Δε με λες; . . . και τόρα πού είναι ο Αλέκος; . . .

Νίκος. Με περιμένει σπήτι μου . . .

Ο κ. Λάκης. Τόρα, Νίκο, τρέξε και πες του, πως δε με βρήκες . . . μην τον αφήσεις να φύγει ως ότου έρθω να στον πάρω, γιατί θαρθώ αμέσως . . . Ως τόσο παρηγόρα τον. Adieu, φίλε μου, adieu.

Νίκος. Σας επροσκύνησα (φέβγει)

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ χτυπάει το κουδούνι και συργιανάει. Μπαίνει ο περέτης.)

Ο κ. Λάκης. Πες στην κυρία σου, πως την περιμένω . . . Γλήγορα όμως . . . (ο περέτης κάνει να φύγει) άκουσε δω . . . Πες να ετοιμάσουνε και ταμάξι . . . μα γλήγορα κατάλαβες;

(Ο περέτης φέβγει. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασυργιανάει. Σε λίγο μπαίνουν η κ. ΛΑΚΗ κι' η ΟΛΓΑ).

Ο κ. Λάκης. Α! ήρθατε;

Όλγα. (πάει κοντά του και τονέ φιλεί). Καλημέρα, μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Καλό στη . . . Καθείστε . . . έχω να σας πω πολλά και θα σας ζητήσω και τη γνώμη σας . . . (κάθουνται όλοι). Δε μου λες, Όλγα, είνε πολύς καιρός, που έχεις να διείς τον Αλέκο;

Όλγα. Ναι! γιατί δεν έρχεται πια εδώ; Προχτές μόνο τον είδαμε στον περίπατο με τη μαμά από μακρυά . . .

Ο κ. Λάκης. Και πώς; αφτό, που δεν τονέ βλέπεις ταχτικά δε σε ξιπάζει; δε σε κάνει να λυπάσαι;

Όλγα. Ακούτε κει; κι' εγώ δεν ξέρω, μπαμπά, τι να υποθέσω! . . . Μα γιατί δεν έρχεται πια ο Αλέκος; Εσύ μπαμπά, δεν το ξέρεις;

Ο κ. Λάκης. Πώς δεν το ξέρω . . . τόρα μάλιστα θα στο πω . . .

Όλγα. Πες το μου, μπαμπά, να ζεις . . . Τι κακός, που είνε! . . . Κρίμα σ' όσα αποφασίσαμε το χειμώνα . . . Μήτε excursions θα κάμουμε, μήτε τίποτα . . . Μα ποτές ας μην κάμουμε τίποτα απ' αφτά . . . Τον Αλέκο μόνο ας βλέπαμε . . . Πες μου, μπαμπά, γιατί δεν έρχεται; . .

Ο κ. Λάκης. Θα στο πω σιγά-σιγά. Σήμερα τάμαθα κι' εγώ. Μου τάγραψε ο ίδιος . . . Αφού, που λες, Όλγα, μου ζητάει παρντόν, γιατί δεν τονέ βλέπουμε, μου ξηγεί στο τέλος την αιτία . . . Ο Αλέκος, Όλγα, σα νέος κι' αφτός, σα γκαρσόνι, που είνε, έμπλεξε με κάπιαν ώμορφη κι' ερωτέφτηκε . . . Για φαντάσου τον Αλέκο ερωτεμένο; Πώς σου φαίνεται Όλγα;

Όλγα. Πώς να μου φανεί, μπαμπά, κι' αφτό είνε λόγος να μην έρχεται σε μας;

Ο κ. Λάκης. Δεν το ξέρεις; Δεν ξέρεις, πως μακρά από την αγαπημένη του δεν είνε κόσμος για τον Αλέκο; Διές το Νίκο, ξεχωρίζει καθόλου από το πλάι της Λέλας; . . . Ας είνε . . . Λοιπόν, που λες, με παρακαλεί στο γράμα του να μεσητέψω εγώ ο ίδιος στην οικογένειά της ναν την πάρει γυναίκα του . . . Ε; πως σου φαίνεται αφτό;

Όλγα. Μα μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Τέλος πάντων. Εγώ αποφάσισα ναν του κάμω τη χάρη . . . Πρόκειται, βλέπεις, για τον Αλέκο. Δεν έκαμα καλά; . . .

Όλγα. Μ' αφού πρόκειται για τον Αλέκο,

Ο κ. Λάκης. Μπράβο! Έτσι σε θέλω! . . . Προσκαλώ λοιπόν εδώ το Νίκο και του κάνω λόγο. Του φέρνω το ζήτημα έτσι. Να διείς τι ωραία . . . Του λέω: «Για φαντάσου, Νίκο, μια στιγμή, πως είσαι ντεμοαζέλα και πως η τύχη σου είταν τέτια, ώστε να σ' αγαπήσει ένας σαν τον Αλέκο . . . Ο Αλέκος ο ίδιος, ας πούμε, και να θελήσει να σε πάρει . . . Για φαντάσου το καλά . . . Να ζεις σε μιαν εφτυχία, που όμοιες στον κόσμο λίγες είνε. Ναν τον έχεις κοντά σου πάντα στο πλεβρό σου. Νακούς τη γλυκιά του τη λαλιά, σταφτί σου σιμά και να σε μαγέβουν τα λόγια του ταγγελικά. Να μη σας χωρίζει μήτε μια στιγμή . . . » δεν του τόφερα ωραία το ζήτημα, Όλγα;

Όλγα. Μπαμπά μου . . .

Ο κ. Λάκης. Τον έκαμα που λες, το Νίκο να λιόνει από τη μαγεία. Κόντεψε ναν το πιστέψει κι' ο ίδιος, πως τόντις είταν ντεμοαζέλα και τον αγάπαγε ο Αλέκος. Μα να διείς τι μούπε κι' εκείνος . . .

Όλγα. Τι;! . . .

Ο κ. Λάκης. Με λέει: «Θε μου . . . γιατί να μην είμαι σταληθινά ντεμοαζέλα; γιατί να με γητέψεις άδικα με τις κουβέντες σου; Α! α μου είταν γραφτό ένα τέτιο, πως θα γινόμουν όλη αθέρας ναν τον περιλάβω . . . Όλη θαν του ανήκα, γιατί τι πιο πολύ θάχα να ζητήσω σ' αφτό τον κόσμο; . . . » Εσύ, Όλγα, τι θάλεγες αν είσουν στη θέση του; . .

Όλγα. Εγώ, μπαμπά; Δε θάξερα ναν τα πω έτσι. Αφτά είπε μονάχα ο Νίκος;

Ο κ. Λάκης. Είπε πολλά . . . Μα για σκέψου και συ, τι θα πει να έχεις πάντα στο πλεβρό σου τον Αλέκο; . . . Ε; φαντάσου αν είσουν εσύ σε τέτια θέση; . . .

Όλγα. Μπαμπά, μη με τα λες αφτά . . .

Ο κ. Λάκης. Γιατί να μη στα λέω;

Όλγα. Γιατί είνε πολύ για μένα, μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Καλά! δε στα λέω . . . Λοιπόν εγώ, άμα άκουσα, όσα με είπε ο Νίκος του κάνω: «Μπράβο, Νίκο! Το περίμενα αφτό. Μα, α δεν ανήκει σε σένα αφτή η εφτυχία, ανήκει όμως σένα πολύ αγαπημένο σου πρόσωπο . . . Η αδερφή σου, του λέω θα εφτυχήσει . . .

Όλγα (μέκληξη). Η Φοφώ, μπαμπά! . . .

Ο κ. Λάκης (ήσυχα) Ναι! η Φοφώ· γιατί; Σε φαίνεται παράξενο; Δεν της αξίζει της Φοφώς μια τέτια εφτυχία; ή την περνάς τόσο μικρή; . . .

Όλγα. Τι λες, μπαμπά; Ποιος είπε τέτιο λόγο, Της Φοφώς;! . . . Ποιος, μπαμπά, δε θέλει την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της φίλης του; . . .

Ο κ. Λάκης. Έχεις δίκιο. Μα να σε πω ένα πράμα, Όλγα;

Όλγα. Τι, μπαμπά;

Ο κ. Λάκης. Όσο και να θέλει κανείς την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της φίλης του, τι να σε πω, είνε κάπιου είδους εφτυχίες, που τον κάνουν ναν τις θέλει για πρώτο λόγο δικές του . . .

Όλγα. Πώς; αφού είνε γι' άλλονα, μπαμπά;

Ο κ. Λάκης. Ξέρω κι' εγώ! . . . Εγώ σε κάτι τέτια είμαι εγωιστής. Μια τέτια εφτυχία ξάφνου θαν την ήθελα για τον εμαφτό μου . . Εσύ δε θαν την ήθελες Όλγα;

Όλγα. Εγώ;! . . . Μα γιατί με τα λες αφτά; (με συγκίνηση) Εγώ; . . . Ω Θε μου!

Ο κ. Λάκης (ήσυχα). Μην κάνεις, έτσι, Όλγα . . . Εδώ μιλάμε ήσυχα . . . Λοιπόν θα ήθελες;

Όλγα. Μη με ρωτάς, μπαμπά. Έχω κι' εγώ κάτι να κάμω.

Ο κ. Λάκης (με περιέργεια). Τι;

Όλγα. Νά! Αφτό, που θα βλέπω τον Αλέκο να εφτυχεί θα με κάνει και μένα εφτυχισμένη. Εγώ, μπαμπά, του χρωστώ τη ζωή μου· του χρωστώ και την ψυχή μου. Δεν ξέρεις, μπαμπά, πως αφτός μάνοιξε ένα νέον κόσμο μπρος μου; που τον πλάθει η αγάπη κι' η αφοσίοση; Με δίδαξε, μπαμπά, πως αφτή η ζωή είνε περαστικό γεφύρι για τον άλλον κόσμο τον αληθινό. Εκεί βρίσκεται η αληθινή εφτυχία και κει ξανασμίγουν για πάντα πια, όσοι ενόθηκαν με πνευματική αγάπη σε τούτο τον κόσμο . . .

Ο κ. Λάκης. Στα είπε αφτά ο Αλέκος, Όλγα μου;

Όλγα. Πολλές φορές. Και τόρα εγώ, μπαμπά, θα καρτερέσω με υπομονή τον καιρό εκείνο. Εδώ η αντανάκλαση της εφτυχίας τ' Αλέκου θα με κάνει και μένα εφτυχισμένη . . .

Ο κ. Λάκης (μαπόφαση). Να σε πω; Ανίσως ο Αλέκος έβρισκε κοντά σε σένα την εφτυχία του κόσμου τούτου θαν τόθολες;

Όλγα. Τι λες, μπαμπά; . . .

Ο κ. Λάκης. Και τι θάκανες εσύ;

Όλγα. Ό,τι ήθελε. Όλα όσα κατέχω . . . ό,τι δήποτις κι' αν ορίζω, που ναν τονέ φκαριστούσε θαν του το αφιέρονα για να μην τονέ διώ μήτε μια στιγμή όξω από τη χαρά του.

Ο κ. Λάκης (συγκινητικά). Όλγα μου, σε τσάκοσα πια. Τον αγαπάς και συ. Τον αγαπάς . . . . Μάθε το λοιπόν. Ο Αλέκος σένα λατρέβει, σένα ονειρέβεται για σύντροφό του . . .

Όλγα (σαν έντρομη). Κι' η Φοφώ, μπαμπά;! . . .

Ο κ. Λάκης. Τον έπλασα εγώ αφτό το μύθο . . Σένα . . . μόνο σένα συλογίζεται ο Αλέκος! . . .

Όλγα. Μπαμπά! . . . μπαμπά! . . . Τ' είνε αφτά, που με λες; . . .

Ο κ. Λάκης (σηκόνεται και την αγκαλιάζει). Όλγα μου! . . . Πάω να στονέ φέρω και να μην τον αφίσεις πια από κοντά σου. Ασπασία, χόρτασέ τηνε μονάχη σου για λίγο . . . Εγώ πάω ναν της φέρω τον αρεβωνιαστικό της . . . (την ξαναφιλεί και φέβγει)

Όλγα (πλησιάζει την κ. Λάκη). Μαμά μου!

Η κ. Λάκη (την αγκαλιάζει). Όλγα μου!

Όλγα. Μαμά! . . .

Η κ. Λάκη. Είσαι εφκαριστημένη, Όλγα μου;

Όλγα. Ω! μαμά μου . . .

Η κ. Λάκη Κάθισε τόρα να με τα πεις. Ξέρω εγώ, πως θέλεις να πεις πολλά . . .

Όλγα. Ναι μαμά, το κατάλαβες, θέλω να πω πολλά, μα δε μπορώ να πω τίποτα. Όσα έχω μέσα μου, στο στόμα μου δεν τάχω. Μόνο, μαμά, α μιλούσε η καρδιά μου, θάκουγες ό,τι θέλω. Να σε πω, μαμά; Λοιπόν θάχω τον Αλέκο πάντα στο πλεβρό μου; θαν του ακούω τη λαλιά του σταφτί μου; θα είμαι γυναίκα του, μαμά; . . .

Η κ. Λάκη. Βέβαια· θα είσαι η αγαπημένη του γυναικούλα.

Όλγα. Μα τότες, μαμά, τι άλλο πιο καλίτερο έχει η ζωή; Μαμά, πώς χτυπάει η καρδιά μου; αλιότικα χτυπάει . . . Γιατί, μαμά, χτυπάει έτσι; Φοβάμαι, μαμά.

Η κ. Λάκη (μέπληξη) Φοβάσαι; . . .

Όλγα. Όχι, μαμά, δε φοβάμαι . . . Μόνο ναν το πω δεν ξέρω, μαμά . . . Νά! μέσα μου γίνεται αλιότικο πράμα . . . Τ' είναι αφτό, μαμά; . . . (Σε λίγο, ησυχότερα) Μα για σκέψου ναν τον έχω κατάδικό μου τον Αλέκο; να μένουμε μαζύ; να τρώμε μαζύ; να είμαστε πάντα μαζύ; Μαμά, η καρδιά μου θαν την χωρέσει τόση χαρά;

Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .

Όλγα. Και δε θα σπάσει, μαμά, η καρδιά μου;

Η κ. Λάκη (με χαμόγελο). Αγαπημένο μου παιδί . . . Μα κύταξε σαφτή τη χαρά σου να μην ξεχνάς και τους άλλους! . . .

Όλγα. Τους άλλους; ποιους άλλους, μαμά; Να σε πω; η αγάπη είνε η ζωή . . . Εγώ, μαμά, κι' όταν είμουν άρωστη, και δεν έτρωγα κι' όλους σας πίκραινα, δεν είμουν μέσα μου δυστυχισμένη. Η αγάπη σας κι' η αγάπη μου κι' η αγάπη τ' Αλέκου, που έλειπε, δε μάφιναν να σκεφτώ, πως είμουν άρωστη . . .

Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .

Όλγα. Έτσι δεν είνε κι' όλοι; Συ; ο μπαμπάς; ο Αλέκος; ο Αλέκος, μαμά; . . . Γιατί με είπες, θα ξεχνώ τους άλλους; Όχι, μαμά, εγώ όλους τους αγαπώ!

Η κ. Λάκη. Ναι, Όλγα μου . . . έχεις δίκιο! . . . Τόρα, άει να ετοιμαστείς λίγο . . . Να σε βρει ο Αλέκος ήσυχη . . .

Όλγα. Καλά λες, μαμά πάω· (φιλεί την κ. Λάκη) au revoir, μαμά (φέβγει).

(Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στο διβάνι και ξεφυλίζει φημερίδες. Μπαίνει ο περέτης).

Περέτης. Ήρθε η κ. Κιάρα, κυρία, και περιμένει όξω . . .

Η κ. Λάκη. Τι είπες; η Μαρή; Γλήγορα λοιπόν πες της νάμπει . . . Είνε ανάγκη να δοποιηθούμε γι' αφτό; . . . (ο περέτης φέβγει). Έχω συντροφιά . . .

(Μπαίνει η κ. ΚΙΑΡΑ ντυμένη με στολή περίπατου).

Η κ. Κιάρα. Καλημέρα, Ασπασία μου . . .

Η κ. Λάκη. Καλημέρα, Μαρή . . . (φιλιούνται) πώς αφτό το έχταχτο; . . .

Η κ. Κιάρα (βγάνοντας τα γάντια της και το καπέλο της) Ασπασία μου . . . Σα νάξερα, πως θα σε 'βρισκα μονάχη. (κάθεται) Ο Χρίστος λείπει; . . .

Η κ. Λάκη. Βγήκε για μια δουλειά.

Η κ. Κιάρα. Η Όλγα;

Η κ. Λάκη. Καλά . . . είνε στην κάμερά της . . . Μα γιατί σε βλέπω έτσι;

Η κ. Κιάρα. Ξέρεις εσύ, Ασπασία, τι θα πει μητέρα . . . Και θα σε πω τον πόνο μου.

Η κ. Λάκη (με προσποίηση). Δεν καταλαβαίνω, Μαρή . . .

Η κ. Κιάρα. Δε βλέπεις το λοιπόν, πως ο Αλέκος μας τόρα τόσον καιρό άλαξε; Αφτό ξάφνου, που παραπονιέσαι, πως δεν έρχεται σπήτι σας . . . άλλα, που κάμνει στο δικό μας . . . το κλείσιμό του στη βιβλιοθήκη του . . . η μοναξιά του, όλα αφτά, Ασπασία, με χαλούν την ησυχία μου. Το γέλιο του, Ασπασία, που προσπαθεί ναν το βάλει στο στόμα του για να με ησυχάσει, πίκρα στάζει . . .

Η κ. Λάκη. Τα παρακάνεις τα πράματα, καημένη . . .

Η κ. Κλάρα. Όχι, Ασπασία, δεν τα παρακάνω! . . . Τα βλέπω μόνο με το μάτι της μητέρας, κι' η μητέρα δεν κάνει λάθος ποτές της, Ασπασία . . . Ο Αλέκος μας κάπιαν αγαπάει· είμαι βέβαιη . . . Του τόπα προχτές: «παιδί μου, του λέω, είσαι νέος και δε σαδικώ. Πες μου αν είνε καμιά, που σ' αρέσει . . . πες μου τη . . . Εγώ, Αλέκο, προτού πεθάνω τόχω όνειρο να σφίξω στην αγκαλιά μου αγκόνια. . είνε και καιρός σου, παιδί μου . . . » Ξέρεις τι μου είπε: «Μαμά, πως σε ήρθε τέτια σκέψη για μένα; Εγώ είμαι παντρεμένος. Είμαι παντρεμένος με την ιδέα . . . αφτή είνε η γυναίκα μου . . . » Μα γω, Ασπασία, δε γελιέμαι . . . Η ζωή, που κάνει το παιδί μου κάμποσο τόρα καιρό, είνε ερωτεμένου ζωή . . .

Η κ. Λάκη (με ησυχία). Καθόλου παράδοξο, Μαρή . . . Και δεν υποψιάζεσαι καμιά;

Η κ. Κιάρα. Πώς; με τι τρόπο; προσπάθησα νανακαλύψω, πού πάει τόρα . . . ποιά τον τραβάει, μα δεν το κατόρθοσα . . .

Η κ. Λάκη. Να σε πω, Μαρή; Ανίσως κιαγαπάει καμιά θα ήθελες ναν την πάρει;

Η κ. Κιάρα. Άκου κουβέντα! . . . Ναν την πάρει λέει; . . . βέβαια ναν την πάρει.

Η κ. Λάκη. Κι' όποια κι' αν είταν;

Η κ. Κιάρα. Μα τι λόγος είν' αφτός, Ασπασία; Λοιπόν εσύ δεν έχεις εμπιστοσύνη στον Αλέκο;

Η κ. Λάκη. Έχεις δίκιο, Μαρή . . . Ο Αλέκος δε μπορεί να πέσει όξω . . .

Η κ. Κιάρα. Τόρα, καημένη, εσύ θα με βοηθήσεις . . . Ήρθε η σειρά σου. Εσύ α θέλεις, μπορείς ναν του αρπάξεις το μυστικό της ταραχής του . . . Σε σέβεται και σαγαπάει τόσο . . . Ό,τι δε μπορεί να κατορθώσει η μητέρα, Ασπασία, το κατορθόνουν οι μπιστεμένοι φίλοι . . . Και συ δεν τον αγαπάς τον Αλέκο μας;

Η κ. Λάκη. Τι λες, Μαρή; Τον Αλέκο μας; Έκαμες καλά, που ήρθες να μαναθέσεις αφτή τη φροντίδα . . . Ή εγώ ή ο Χρίστος ή κι' η Όλγα μας . . . καταλαβαίνεις; η Όλγα μας, που του χρωστεί τη ζωή της . . . κάπιος θα κατορθόσει ναν του γιατρέψει τον πόνο του. Ναι! Αφτή η φροντίδα είνε δική μας πια . . . Τόρα πάμε να φιλήσεις την Όλγα μας . . .

Η κ. Κλάρα. Την Όλγα μας είπες; Κι' εγώ προτήτερα, είπα τον Αλέκο μας. Ω! Θε μου! . . .

Η κ. Λάκη. Μα τι, Μαρή; . . .

Η κ. Κιάρα. Αχ! Ασπασία . . . Ναι! από χρόνια το φανταζόμουνα, πως δε θάταν νύφη για το γυιό μου άλλη από την κόρη σου . . . Και τόρα αν είνε να χαλάσει αφτό τόνειρο . . .

Η κ. Λάκη (διακόφτοντας). Μαρή, αφτά είνε θεϊκά. Πού ξέρεις τι έχει γραμένο του καθενού ο Θεός; . . . Πάμε τόρα να φιλήσεις την Όλγα μας.

Η κ. Λάκη. Ναι . . . πάμε . .(φεύγουνε.)

Η σκηνή μνίσκει αδειανή λίγην ώρα. Ύστερα μπαίνει ο κ. ΛΑΚΗΣ με τον ΑΛΕΚΟ.

Ο κ. Λάκης (γλήγορα-γλήγορα). Ωραία τα κατάφερες . . . Αγκαλά και τι σέμελε εσένα; Αγάπησα, λέει, την Όλγα κι' είμαι κλέφτης ναν της πέρνω την αναπνοή της . . . και ξέρω γω τι άλλα αερολογήματα . . . Κακέ άθρωπε! πούνε ο θεοσοφισμός σου πια; Μα ένια σου κι' η δική μου εγδίκηση θα είνε όπως τη θέλω!. . Γιατί δε μιλάς;

Αλέκος. Τι να σας πω; Εσείς με περιλούζετε με τέτιες λέξες, που εγώ δε βρίσκω παρόμοιες . . . Ποιητής γινήκατε . . . Καιρό δε με δόκατε να σκεφτώ, μήτε να μπορώ να σκεφτώ . . .

Ο κ. Λάκης. Όχι! δεν είνε αφτό . . . Σε τύφτει η συνείδησή σου . . . και καταλαβαίνεις το δίκιο μου . . . Ακούς εκεί να κάμει τόσον καιρό νάρθει σπήτι μου; να μην τονέ νιάζει πια για τίποτις δικό μας . . . Άρα μάρα . . . Ας πάει στο καλό κι' ο Λάκης κι' η Λάκαινα κι' η Όλγα κι' όλοι τους . . . Καλά εμείς . . . μα κι' η Όλγα; Τι κακό σούκαμε; Κι' ανίσως από τη λύπη της τής ξαναρχόταν η ανορεξία; δε θα είσουν εσύ η αφορμή; Ύστερα έλα εδώ κοντά να σε πω κι' ένα άλλο . . . Ξέρεις, πως της χρωστάς και συ πολλά!; περσότερα ακόμα κι' απ' ό,τι σου χρωστάει εκείνη; Ναι! . . . Την έκαμες καλά! . . . της έδοκες ζωή και χαρά μα κι' εκείνη σούδοσε δυο πολύ σπουδαία . . . πολύ μεγάλα . . . τη νίκη και την αγάπη . . . το καταλαβαίνεις;

Αλέκος. Εκείνη δε με χρωστάει τίποτα, κ. Λάκη . . . Έγινε καλά γιατί το θέλησε. Μ' αφείστε με εμένα να πάσχω μόνος μου . . . Η νίκη δεν είνε δική μου . . . δική της είνε . . . Κι' η αγάπη; αφτή μου είνε η μεγάλη τύψη . . . Εγώ δεν έπρεπε ποτές αφτό το λουλούδι της Εδέμ . . αφτή την άτμα του Νιρβάνα ναν την αγαπήσω, όπως την αγάπησα . . . Δεν έπρεπε ναν το σκεφτώ ποτές μου . . . Και σας ορκίζουμαι. κ. Λάκη, πως δεν το σκεφτόμουν, δεν το πρόλεγα. Μια μέρα άξαφνα εκεί, που είταν σκυμένη η Όλγα στο αργόχειρό της, σηκόθηκε άθελά μου το κεφάλι μου και την ξέτασε . . . Εκείνο το κύταμά μου με κατάστρεψε . . . Εκείνο μέριξε στη γης από τα ουράνια . . . Κι' εγώ δεν είμουν πια αγνός . . . Δεν την κύταζα χωρίς να λιμπίζουμαι ό,τι εκείνη δε φανταζόταν . . . ό,τι εκείνη δεν ξέρει . . . Επάλεψα με τον εμαφτό μου πολλές μέρες . . . Κι' είδα πως δεν έπρεπε να ξανάρχομαι εδώ . . . εδώ, που με κάμνει ιερόσυλο η αγάπη . . .

Ο κ. Λάκης. Τι ιερόσυλο και κολοκύθια, βρε αδερφέ; . . . Η κόρη μου σ' αγαπούσε από τότες και σαγαπάει πάντα κι' αφτή . . .

Αλέκος. Η Όλγα; Η Όλγα μαγαπάει, όπως εγώ; Όχι, κ. . Λάκη . . . Η αγάπη που λέμε, δεν είνε γνωστή στον άγκελο εκείνο . . . Στον άγκελο, που η θέση του στη γης είνε πολύ πολύ μεταγενέστερη . . .

Ο κ. Λάκης (με προσποιτό θυμό). Ουφ πια και συ κι' οι ιδέες σου . . . Βάλτα και με τη φύση τόρα . . . Με τους αιώνιους νόμους, που διεφτύνουν τη δημιουργία . . . Έπειτα ξέρεις κι' ένα άλλο; Το παρθενικό όνειρο κάθε κόρης είνε να κάμει παιδιά . . .

Αλέκος. Και λέω εγώ όχι;

Ο κ. Λάκης Μα κ' εγώ δεν ξέρω τι λες . . .

Αλέκος (ήσυχα). Λέω, πως την αγάπη που λέμε δεν ξέρουν αγκέλοι, σαν την Όλγα. Τίποτ' άλλο. Όσο για την παρθενική αποθυμιά, που λέτε . . . αφτή είνε όνειρο και του αγνού νέου, όπως και της αγνής κόρης . . . κι' όνειρο τόσο γλυκό . . . Α! τα παιδιά! . . .

Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; . . .

Αλέκος. Ναι! μα ο τρόπος της κατασκεβής τους όχι μόνο δεν τους είνε όνειρο, αλλά και αφορμή να διόχνουν από τη σκέψη τους και το άλλο . . . το παρθενικό εκείνο . . .

Ο κ. Λάκης. Παιδάκι μου, δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αφτά . . . Εκείνο που σου λέω, σαν πατέρας τ' αγκέλου, που λες, είνε να σε βεβαιόσω, πως ο άγκελός μου, είνε μια κόρη με σάρκες, με αίμα, με λίγη παθολογία, με πόθους, το πολύ άγνωστούς της ακόμα και τίποτ' άλλο . . . (ο Αλέκος κουνάει το κεφάλι). Δε με λες; τι προτιμάς; να είνε η Όλγα ο άγκελός σου ή η κόρη του Λάκη του γιατρού;

Αλέκος. Γιατί με ρίχνετε σε τέτια ζητήματα, που με πληγόνουν; Εγώ τι θέλω νάνε; Μα α θελήσω το δέφτερο, δε γένουμε εγωιστής; . . . Εγωιστής του χειρότερου είδους;

Ο κ. Λάκης. Αμ το ξέρω πως είσαι τρελός . . . Τι αλτρουισμός και εγωισμός . . . Εδώ είνε ένα το ζήτημα : είνε η Όλγα, η κόρη του γιατρού του Λάκη, όπως είνε . . . τέλειωσε . . . τότες την κάνεις εφτυχισμένη, άμα . . . κατάλαβες, πιστέβω; . . .

Αλέκος (κυτάζοντας ψηλά). Ω πνεύμα.! . . .