Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής
Part 2
Αλέκος. Ο κ. Λάκης, κυρία Ασπασία, παρατήρησε, πως, άμα η καλοσύνη σας με παραχωρεί μια θέση στο τραπέζι σας, η ματμαζέλ Όλγα, από αβρότητα, φαίνεται που τόσο την παρακαλώ, πάντοτε κάτι δοκιμάζει . . .
Η κ. Λάκη. Αφτό, Αλέκο, το παρατήρησα κι' εγώ κι' ήθελα ναν το πω! . . . Ναι!. . Φαίνεται η Όλγα έτσι σα να μη θέλει να σου χαλάσει το χατήρι . . . σα ναν τις επιβάλουνται οι δικές σου παράκλησες . . .
Αλέκος. Την παρατήρηση αφτή, κ. Ασπασία, τη συζητήσαμε προλίγου. Κι' εγώ επήρα το θάρος να παρακαλέσω τον κ. Λάκη να μου επιτρέψει να σας ενοχλώ κάπως συχνότερα.
Η κ. Λάκη. Ω! . . . ω! . . . θα πιθυμούσα τέτιες ενόχλησες να μη μας άφιναν καθόλου.
Αλέκος. Πόσο είσαστε καλή (ακούγοννται πατήματα). Α! η μαντμαζέλ Όλγα . . .
(Μπαίνει η ΟΛΓΑ)
Αλέκος. Καλώς ορίσατε . . .
Η κ. Λάκη. Τόρα, που σου αφίνω συντροφιά, Αλέκο, θα μου επιτρέψεις να περάσω κι' εγώ μια στιγμή από την κάμερά μου . . . (φέβγει).
Αλέκος. Και πώς περάσατε μαντμαζέλ;
Όλγα. Πώς να περάσω, κύριε Αλέκο; Καλά.
Αλέκος. Καλά;! . . .
Όλγα. Μονάχα ένα βάρος έχω μέσα μου . . . εδώ, νά! . . . (ο Αλέκος την κυτάζει κατάματα). Μα όχι, κ. Αλέκο, δεν έχω . . . δε θα με μαλόστε . . . ε;! . . . (με χαμόγελο).
Αλέκος. Να σας μαλόσω; εγώ να σας μαλόσω; . . Πιστέψτε, πως η τόλμη μου δε φτάνει ως εκεί . . . Μπορούσα να σας παρακαλέσω . . . μάλιστα . . . να με υποχρεόστε! Μπορούσα να σας έλεγα και κάτι άλλο . . .
Όλγα. Τι άλλο; . . .
Αλέκος. Τι θέλετε ναν το μάθετε, μαντμαζέλ;. . . Αφτό μόνο εμένα ενδιαφέρει . . .
Όλγα. Merci, κ. Αλέκο, ωραία!. . . . Ενδιαφέρει μόνο εσάς: . . . Είσαστε κακός ναν το λέτε, πως ενδιαφέρει μόνο εσάς! . . .
Αλέκος. Pardon. Ξέρω τη μεγάλη σας καρδιά και τη μεγάλη συγκατάβαση, που μούχετε. Θα σας το πω, μαντμαζέλ . . . Νά! . . . Δεν έχετε πια μαζύ μου την αδερφική ελεφτεριά, που είχατε προτού φύγω για την Εβρώπη! . . . Με θεωρείτε έτσι σαν ξένο . . . μα όχι! είνε πολύ! . . . πώς ναν το πω; . . .
Όλγα. Τι;! . . .
Αλέκος. Δε με θεωρείτε πια Αλέκο . . . με θεωρείτε κύριον Αλέκο! . . .
Όλγα (με χαμόγελο) Κύριον Αλέκο; . . . Μα δεν είσαστε κύριος Αλέκος; . . . Τι σας φταίω εγώ; . . . Σεις μόλις ήρθατε κι' ένα μήνα τόρα δε με λέτε: μαντμαζέλ Όλγα; Δε με μιλείτε: σεις; . . .
Αλέκος. Για μένα διαφέρει! . . . Εγώ πάντα ήμουν, είμαι και θα είμαι ο Αλέκος, που η μικρούλα του αδερφή τονέ διάταζε και που εκείνος μόνο την παρακαλούσε . . .
Όλγα. Τα παρακάλια ταδερφού μου δεν είταν κι' αφτά διαταγές για μένα; . .
Αλέκος. (ύστερα από λίγο). Για θυμηθείτε, μαντμαζέλ, τι ώμορφα, που περνούσαμε μικροί . . . Θυμούμαι, μια φορά, που είχαμε πάει εγδρομή στην Πεντέλη . . . Πόσα χρόνια πάνε από τότες; . . . Δε θαν την ξεχάσω εκείνη την εποχή ποτές μου . . . Σεις με πιστέβατε τότες! . . . Θυμούμαι, μαντμαζέλ, που μάζεψα βατόμουρα και σας τάφερα! . . . Σεις τα βλέπατε για πρώτη φορά . . . Σας είπα: «Είνε ωραία, γλυκά . . . φάγε·» και σεις με είπατε: «αρκεί που μου τα δίνεις εσύ! . . . »
Όλγα. Και τόρα θαν τόλεγα.
Αλέκος. Και τόρα;! . . . Α! μαντμαζέλ Όλγα . . . αν ανοίξτε την καρδιά μου θα διείτε, πως κι' αν το λέγατε, δε θαν το κάνατε . . . Μιαν άλλη φορά, που είμαστε στον Πόρο . . . θυμόσαστε; . . . εσείς στην Plage με την γκουβερνάντα σας πετούσατε πετρούλες στην θάλασα . . . Εγώ έκανα βόλτες με πανί στην ακρογιαλιά με μια βαρκούλα . . . Σεις με βλέπατε και τρομάζατε . . . Σας λέω: «μην κάνεις έτσι . . . δεν είνε φόβος! Έλα και συ μαζύ μου να διείς! . . . » και σεις ήρθατε μόνο γιατί σας το ζήτησα εγώ! . . . Νικήσατε το φόβο σας, γιατί με πιστέβατε . . . Τα θυμόσαστε; . . .
Όλγα. Πώς δεν τα θυμάμαι! . . .
Αλέκος. Και τόρα ναλάξετε τόσο;! . . . να με φερνόσαστε έτσι;! . . .
Όλγα. Πώς σας φέρνουμαι, κύριε Αλέκο;
Αλέκος. Ορίστε! . . . Με μιλείτε κύριον Αλέκο! . . . Δε με διατάζετε πια και 'γω, πώς να σας παρακαλώ; . . .
Όλγα. Σας βεβαιόνω, πως δεν έχετε δίκιο. Εγώ δε θα σας ξαναμιλήσω πια κύριον Αλέκο. Μα σεις θα εξακολουθείστε να μη με λέτε μόνο Όλγα;
Αλέκος. Εγώ;!. . μόνο Όλγα θα σε λέω. Νά!. . (πάει κοντά της) Όλγα μου! Αγαπημένη μου αδερφούλα!. . Έτσι θα σου μιλώ πια . . . Σ' αρέσει;
Όλγα. (με μικρό γέλιο) Ω! ναι!. . Τι καλά . . .
(Μπαίνει ο κ. Λάκης)
Ο κ. Λάκης (με γέλιο). Τι σου θύμιζε ο Αλέκος;
Όλγα. Ω! μπαμπά μου ήρθατε; . . . Ο Αλέκος είπατε! Συφωνήσαμε, μπαμπά, με τον Αλέκο να φερνόμαστε, όπως τότες, που είμαστε μικροί . . . θα με λέει Όλγα μονάχα, θαν τονέ λέω Αλέκο . . .
Αλέκος. Θα πηγαίνουμε πάντα μαζύ, όπως τότες . . . Θα κάνουμε excursions . . . Νά! μεθάβριο θα πάμε στο Τατόι με τον Ήλιο . . . Την άνοιξη θα κάνουμε ταξιδάκι στον Πόρο . . . στα Μέθανα. Θα παίζουμε μουσική μαζύ! . . . Θα λέμε ιστορίες! . . .
(Ανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει ο κ. κι' η κ. ΚΙΑΡΑ)
Ο κ. κι' η κ. Κιάρα. Καλή σπέρα σας! . . .
Οι άλλοι. Καλώς ορίσατε· (η κ. Κιάρα φιλεί την Όλγα).
Η κ. Κιάρα. Η Ασπασία;
Ο κ. Λάκης. Τόρα θαρθεί . . . Και γιατί αργήσατε σήμερα; . . .
(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)
Η κ. Λάκη. Α! ήρθατε; . . . (χαιρετιούνται· οι δυο γυναίκες φιλιούνται).
Ο κ. Κιάρας (Στην Όλγα). Η Όλγα μας, πώς πέρασε σήμερα;
Όλγα. Ωραία, κ. Κιάρα· από ταπόγυιομα είχαμε εδώ τον Αλέκο . . .
Η κ. Κιάρα. Σεις κοντέβετε πια να μας τον πάρετε ολότελα . . . Περσότερο τονέ βλέπετε σεις παρά εμείς. .
Ο κ. Λάκης. Που θα πει, πως τον αγαπάμε περσότερο από σας . . .
Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .
(Ξανανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει η κ. Θεοφίλου με τη ΛΕΛΑ).
Η κ. Θεοφίλου κι η Λέλα. Καλή σπέρα σας.
Οι άλλοι. Καλή σπέρα . . . (χαιρετιούνται. Η Λέλα πάει κοντά στην Όλγα. και φιλιούνται. Την ίδια ώρα ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο κ. Διαμαντίδης με τη Φοφώ· χαιρετιούνται κι' αφτοί! . . . Κάθουνται. Ο κ. Λάκης ξαπλωμένος σένα διβάνι καπνίζει. Ο Αλέκος σιγομιλεί με τη Λίλα· η Όλγα με τη Φοφώ και το Νίκο· η κ. Θεοφίλου κάτι λέει μυστικά στην Ασπασία . . .)
Ο κ. Λάκης. (φυσώντας τον καπνό από το στόμα του) Σήμερα δεν έχετε να πείτε τίποτις. Μας έκαμε μια μέρα σπάνιο πράμα . . .
Ο κ. Κιάρας. Τι έξοχος Ήλιος! . . .
Η κ. Κιάρα. Εμείς κατεβήκαμε στο παληό Φάληρο. Τι κόσμος! τριάντα αμάξια . . . κατέβηκαν κι' οι πρίγκηπες! . . . Θαρεί κανείς, πως είνε άνοιξη . . .
Ο κ. Λάκης. Εγώ είχα εξέτασες στο Πανεπιστήμιο, που με κράτησαν αργά και τον εστερήθηκα τον έξοχο αφτό Ήλιο . . . Μα σεις, Κωστάκη, δεν, είχατε βουλή σήμερα, ή δεν πήγες;
Ο κ. Κιάρας. Δεν πήγε κανείς μας . . . Τάχα δεν το ξέρεις; . . .
Ο κ. Λάκης. (με γέλιο) Α! ναι! . . . το ξέχασα! Και δε μου λες πια ε; τι λέτε, θα κατορθόστε τη διάλυση; . . .
Ο κ. Κιάρας. Εγώ δεν το παραπιστέβω . . . Η κυβέρνηση την κάνει την απαρτία μ' όλα αφτά! . . Τους σέρνει, αδερφέ . . . ό,τι τους πει το κάνουν . . .
Ο κ. Λάκης, (γελώντας) Δε θέλω να σε πειράξω, καημένε, αλιώς θα σου 'λεγα, πως όλοι οι αρχηγοί το κατορθόνουν αφτό . . . Σεις τάχα με την κωλυσιεργία σας δεν ακούσατε κανένα;! . . .
Ο κ. Κιάρας. (με λίγο γινάτι) Καημένε! . . . Μη λες, πως δεν ανακατέβεσαι στην πολιτική· πες το ξάστερα, πως είσαι κυβερνητικός . . .
Η κ. Λάκη. (διακόφτοντας την κουβέντα της) Πολιτικά στη μέση; ω, Θε μου! μα επί τέλους, πώς το θέτε! . . . Εμείς δε μπορούμε ναν τακούμε αφτά . . . Κώστα, σε παρακαλώ στο σπήτι μου να ξεχνάς το βουλεφτιλίκι σου! . . .
Η κ. Κιάρα. Αμά, Ασπασία, πες τους τα . . . Εμάλιασε η καρδιά μου μ' αφτή την πολιτική . . .
Ο κ. Κιάρας. Είπαμε πια τον τελεφταίο λόγο. Ε! Χρίστο; . . .
Ο κ. Λάκης (γελάει) . . .
Όλγα. (δυνατά) Λίλα . . . Αλέκο, pardon που σας διακόφτω . . . Έλα λοιπόν να σου συστήσω τον κ. Διαμαντίδη . . .
(Πλησιάζει Ο ΑΛΕΚΟΣ)
Όλγα. Ο κ. Νίκος Διαμαντίδης, ο κ. Αλέκος Κιάρας!
Αλέκος. Χαίρω πολύ. Οι συστάσες της Όλγας κι η γνωριμία της μαντμαζέλ Φοφώς μέκαμαν να επιθυμήσω πολύ τη γνωριμία σας, κ. Διαμαντίδη (δίνουν τα χέρια).
Νίκος. Κι' η δική μου επιθυμία να σας γνωρίσω είταν πολύ μεγάλη, κ. Κιάρα . . .
Όλγα. Τόρα θα γίνετε στενοί φίλοι! . . .
Αλέκος. (στο Νίκο) Λείπατε στην Αλεξάντρεια;. .
Νίκος. Μάλιστα. Χτες ήρθα.
Λέλα. Και το ταξίδι σας, κ. Διαμαντίδη;
Νίνος. Άθλιο, μαντμαζέλ . . . Χειμωνιάτικο ταξίδι. Λίγο έλειψε να πνιγούμε.
Όλγα. Ω! . . . φρίκη! . . .
(Η ΛΕΛΑ κοκινίζει λίγο)
Ο κ. Λάκης, (δυνατά) Έγεινε η γνωριμία;! . . . ωραία! . . . Τόρα Αλέκο, θα σου κάνει μια σουρπρίζ ο κ. Διαμαντίδης. Ξέρεις: είνε ένας βαρύτονος πρώτης — Δεν πιστέβω, κ. Διαμαντίδη να είσαστε κουρασμένος; . . .
Νίκος. Βέβαια . . . όχι! . . . Στο σπήτι σας κι' η μεγαλείτερη κούραση χάνεται . . .
Ο κ. Λάκης. Σ ' αφτό συντείνει κι' η δική σας συντροφιά . . . Λέλα, κάθισε στο πιάνο . . .
(Η ΛΕΛΑ με πολλή της εφκαρίστηση σηκόνεται και κάθεται στο πιάνο).
Ο κ. Λάκης. θα μας τραγουδήσεις το δικό σου τραγούδι . . . Η Λέλα το ξέρει.
Νίκος. Όπως θέλετε . . .
Η κ. Θεοφίλου. (στον κ. Κιάρα) Κώστα . . . Το εκαρτέ μας; Με το χρωστάς . . . Άφισέ τους αφτούς με τις μουσικές τους και πάμε εκεί στη γωνιά ναν το παίξουμε.
Η κ. Λάκη. Μα δε βαριόσαστε τόρα; . . .
Ο κ. Κιάρας. Της το χρωστώ . . είνε ανάγκη . . .
(πάνε σ' ένα τραπεζάκι κοντά στη σόμπα).
(Η ΛΕΛΑ δοκιμάζει τα χέρια της στο πιάνο· έπειτα ο ΝΙΚΟΣ τραγουδάει κι' εκείνη ακομπανιάρει).
Το τραγούδι των πιστών
Στην Άγια Πόλη δυο πιστοί πάνε μαζύ ! . . . ξεκίνησαν να φτάσουνε εκεί πεζοί! . . . Θέλαν της πίστης τους τη δίψα να χορτάσουν, θέλαν τα βάσανα του κόσμου να ξεχάσουν . . . Κι' όσο εγκίζανε κοντά στην Άγια Πόλη τόσο κι' εκείνη η πίστη τους σκιρτούσε όλη . . . Μα ξάφνου είδαν όμοια Πόλη και την Άγια κι' αμέσως και της πίστης τους σβύσαν τα μάγια.
Ο κ. Λάκης (χειροκροτάει κι' οι άλλοι μαζύ του). Ε;! . . Αλέκο, πώς σου φάνηκε;
Αλέκος. Θαυμάσια! . . Είσαστε artiste, κ. Διαμαντίδη! . .
Νίκος. Merci.
Αλέκος. Είνε δική σας η μουσική; . .
Νίκος. Δική μου.
Αλέκος. Μελωδικότατη μουσική . . Και οι στίχοι;
Νίκος. Οι στίχοι; . . . Όχι!
Αλέκος. Ασεβείς στίχοι· à propos έχω κι' εγώ ένα τραγούδι . . . Δε θαν το τραγουδήσω βέβαια με τη χάρη τη δική σας, μα 'γω πιστέβω στην καλοσύνη σας και στην επείκειά σας! . . .
Ο κ. Λάκης. Ναν το πεις λοιπόν! . . .
Αλέκος. Θα λυπηθώ, που δε θα μακομπανιάρει η μαντμαζέλ Λέλα . . .
Ο κ. Λάκης. Δεν πειράζει . . . Κάθισε μόνος σου . . .
(Ο ΑΛΕΚΟΣ κάθεται στο πιάνο)
Αλέκος. Ας είνε λοιπόν . . . (τραγουδάει)
Το άπλερο πουλί
Ένα πουλάκι με άπλερο λιγνό κορμί με μικρά φτερά Τρέχει στ' αγέρα την ανίκητην ορμή με μικρά φτερά — Πού πας, πουλάκι αδύνατο, θε να χαθείς με μικρά φτερά Κλαρί δε θάβρεις πουθενά να τσακωθείς! . . . — Στο διάβα μου α δε θάβρω δέντρο να πιαστώ και θα πάω μακρά Αφ' την ορμή τ' αγέρα κι' α δε βγω σωστό και θα πάω μακρά Πάντα θα φτερουγάω στ' άνεμου τη βια και θα πάω μακρά Τι προτιμάω τον κόσμο οχ τα στενά κλουβιά! . . .
Νίκος (χειροκροτάει). Τι αρμονία! . . . Σας αρέσει ο Βάγνερ, κ. Κιάρα;
Αλέκος. Με τρελαίνει . . . εσάς; . . .
Νίκος. Οι αρμονίες του μου περεχούνε την ψυχή! . . . Μα τι να σας πω, δεν εδοκίμασα ποτές μου τέτιου είδους ακόρντα στις φτωχές μου μελωδίες! . . .
Ο κ. Λάκης. Εγώ τι να σας πω, κύριοι μου . . . Τ' αφτί μου απ' αφτές τις ντελικατέντζες δεν παρακαταλαβαίνει . . . Μα 'κείνο, που ξέρω είνε, πως το τραγούδι των πιστών μ' άρεσε πιο πολύ! . . .
Νίκος. Όχι δα! . . . η αρμονία του τραγουδιού του κ. Κιάρα έχει μια συβολικιά όλους διόλου περιπάθεια . . .
Αλέκος. Πολύ ανεβάζετε τη μετριότητά μου! . . .
Ο κ. Λάκης. Κι' εδώ οι συβολισμοί;! . . . Αμ' αφτό είνε! . . . Εγώ, κύριοι μου, τα σκεπασμένα διαμάντια δεν τα θέλω . . . προτιμώ και το γιαλί απέναντί τους! . . .
Αλέκος. Τι γλυκά, όμως άμα ψάξετε μόνος σας και τα βρείτε! . . .
Ο κ. Λάκης. Πού καιρός για τέτια πράματα! . . .
Αλέκος. Καιρός; . . . πάντα υπάρχει καιρός! . . .
Ο κ. Λάκης (μυστικά στην κ. Κιάρα). Θέλεις ναν τονέ κουρντίσω; Γουστάρισε! . . . (στον Αλέκο) Τι τα θέλεις, Αλέκο, δυο και δυο κάνουν τέσερα. Εμείς οι θετικοί θέλουμε τα πράματα ξάστερα! . . .
Αλέκος. Μα δύσκολα θαν τα βρείτε, κ. Λάκη! . . . Ζητώντας την ξαστεριά πάντοτες δε θαντικρύζετε παρά τον ψέφτικο κόσμο το φαινόμενο! . . .
Ο κ. Λάκης. Το φαινόμενο; Όχι όμως και το φανταστικό! . . .
Αλέκος. Το φανταστικό;! . . . Κι' όμως εκεί βρίσκεται η αλήθεια . . .
Ο κ. Λάκης. Πώς;! . . .
Αλέκος. Φαινόμενο, να πω, είνε η ανατολή και το βασίλεμα του Ήλιου και το τρέξιμό του . . Η αλήθεια όμως, είνε, πως μόνο η κίνηση της γης γύρο της τα κάνει αφτά όλα . . . Θυμούμαι την Όλγα, που μικρή, μια φορά, σα γυρίζαμε με το σιδερόδρομο από το Φάληρο μούλεγε: — Μα γιατί γυρίζουνε τα δέντρα έτσι;! . . .
Όλγα. Πού το θυμήθηκες;! . . .
Αλέκος. Αρκεί που αποβλέπει εσένα για να μην το ξεχάσω ποτές μου . . .
Όλγα. Σ' εφκαριστώ! . . .
Ο κ. Λάκης. Μ' αφτά αποδείχνουνται . . . πού βρίσκεις το φανταστικό σ' αφτά;! . . .
Αλέκος. Και των αλλωνών η απόδειξη θα γενικεφτεί μια μέρα! . . .
Ο κ. Λάκης. Ως τότες εγώ μπορώ να μην τα παραδέχουμαι! . . .
Αλέκος. Είνε δικαίομά σας. Κάθε έρεβνα έχει δικούς της δρόμους . . .
Ο κ. Λάκης. Σωστό! . . .
Αλέκος. Κι' εγώ, όπως ξέρετε, με τη δική μου έρεβνα, τη βρήκα την ύπαρξη αφτού του κόσμου του πνευματικού . . . του φανταστικού όπως τονέ θέλετε σεις! . . .
Ο κ. Λάκης. Εγώ μήτε τονέ φαντάζουμαι! . . .
Αλέκος. Θα ξαναπώ λοιπόν ό,τι σας έγραψα από το Nancy· Ναν τακούσουν κι' όλοι εδώ. . . . Μια νύχτα διάβαζα στην κάμερά μου σκεπασμένος μένα κουβρπιέ· ξεφύλιζα μερικούς τόμους . . . . Ξάφνου με πιάνει στενοχώρια . . . Έφερα τα χέρια μου στο μέτωπό μου, κι' ύστερα έτριψα λίγο τα μάτια μου . . . Τότες είδα την Όλγα να παρουσιαστεί μπροστά μου και να εξαφανιστεί αμέσως . . . Δεν είχα ακόμα συνέρθει, που την ξαναβλέπω και με χαμόγελο στο στόμα . . . Εννοείται, πως τρόμαξα, πως ως την αβγή πέρασα τόσο βασανισμένα και πως γλήγορα την άλλη μέρα έτρεξα στον κ. Μπερχέιμ ναν του δηγηθώ την τελεπάθεια, που είδα . . . Έτυχε να είνε εκεί κι' ο δόχτωρ Λουή, και με είπε να ζητήσω στη στιμή πληροφορίες, γιατί υποψιάστηκε κακό . . . Κι' είταν η νύχτα της πυρκαγιάς η νύχτα εκείνη! . . .
Όλγα (με πολλή προσοχή) Εγώ, Αλέκο, την ώρα, που περνούσα από τις φλόγες, σε συλοήστηκα . . .
Αλέκος. (γλυκά) Αφτό είναι βέβαιο . . .
Ο κ. Λάκης. Και δε μπορεί τάχα η θετική επιστήμη να πει ένα λόγο εδώ; . . .
Ο κ. Κιάρας (από τη θέση του δυνατά). Α! δεν υποφέρνεται πια! . . . Αφτό είταν καταδρομή . . . Κυρία μου, καλά μ' εγδικήθηκες . . . δεν παίζω πια! . . . (σηκόνεται) δεν παίζω! . . . (έρχεται κοντά στους άλλους) Δε θα πιούμε τσάι σήμερα; Ο λάρυγκάς μου στέγνωσε. . Πέσαμε εμείς με το παιχνίδι . . . πέσατε εσείς με της κουβέντες και το ξεχάσαμε! . . .
Η κ. Λάκη. Χτύπησε λοιπόν το κουδούνι, που τόχεις κοντά σου!
Ο κ. Κιάρας. (χτυπώντας το ηλεκτρικό κουδούνι) Βρε αδερφέ, δεν πήρα μήτε μια παρτίδα: Εκείνος ο Ρήγας δε μούρθε μήτε μια φορά! . . .
Ο κ. Λάκης. Ο Ρήγας, Κώστα, δεν εκουτάθηκε ναφίνει τις ντάμες . . .
Ο κ. Κιάρας. Το είδα, φίλε μου . . .
(Μπαίνει ο περέτης)
Η κ. Λάκη. Νικόλα! . . . Τσάι! . . .
(Ο περέτης φέβγει)
Αλέκος (στη Λέλα). Η μαντμαζέλ Λίλα θα μου παραχωρήσει τη θέση της σήμερα; . . .
Λέλα. Σε τι;
Αλέκος. Νά! να ρίξω εγώ τη ζάχαρη και το τσάι στα τασιά! . . . Θα με βοηθήσει κι η Όλγα. Ε! Όλγα; . . . Δηλαδή δε θέλω εσύ να κάμεις τίποτ' άλλο παρά να με λες πόσο να βάνω από το καθένα . . .
Όλγα. Ναι! Ναι! . . . Εμείς θαν το ετοιμάσουμε σήμερα.
(ο περέτης φέρνει το ζεστό νερό)
Ο κ. Λάκης. Νικόλα, βάλε και κανά ξύλο στη σόμπα!
(ο ΑΛΕΚΟΣ κι' ΟΛΓΑ πάνε στη γωνιά, που βρίσκεται η ετοιμασία του τσαγιού. Η ΟΛΓΑ κάθεται μπρός στο τραπεζάκι. Ο ΑΛΕΚΟΣ στέκεται ορθός κοντά της και κάθε τόσο βάνει σβόλους ζάχαρη στα τασιά. Οι άλλοι σιγομιλούν μεταξύ τους).
Αλέκος, (σιγά σιγά) Και με συλοήστηκες τότες αλήθεια; . . . Πώς το κατάλαβα!
Όλγα. Σε συλοήστηκα! Την ώρα, που είπα μέσα μου: πάει πια . . . εσένα συλογίζομουν . . .
Αλέκος. Γι' αφτό κι' εγώ σε είδα τόσο μακρά! . . . Ξέρεις, Όλγα μου, ποια δύναμη νιώθω μαζύ σου; Δεν το φαντάζεσαι! . . . Σε βεβαιόνω, πως α μπορούσες ναν το φανταστείς δε θα μου τη χαλούσες . . .
Όλγα. Δε θα στη χαλούσα; . . .
Αλέκος. Ναι! . . . γιατί θα μου τη χαλάσεις αφτή τη δύναμη! . . . Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ; . Δεν το ξέρεις;! . . .
Όλγα. Πώς δεν το ξέρω . . .
Αλέκος. Και συ δε μ' αγαπάς καμιά στάλα;
Όλγα. Εγώ σαγαπάω περσότερο . . .
Αλέκος. Το πιστέβω, πως μαγαπάς περσότερο, θα μου το δείξεις κιόλας;
Όλγα. Πώς να στο δείξω; . . .
Αλέκος. Θα κάμεις ό,τι θα σε πω;
Όλγα. Και πάντα δεν το κάνω; . . .
Αλέκος. Θα διώ! Νά! εδώ στη μοναξιά μας θα μου κάνεις συντροφιά να πιούμε μαζύ λίγο τσάι με λίγο γάλα; θα βουτήξουμε κι από κείνα τα έξοχα μπισκουί . . .
Όλγα. Αλέκο. . γιατί με βιάζεις σε τέτια;
Αλέκος. Βλέπεις λοιπόν; Δε μ' αγαπάς, όπως φαντάζεσαι . . . Α μ' αγαπούσες και τόσο δα, θα περιόριζες τον εαφτό σου να μακούσει . . . Εσύ μ' αφτό, που σου λέω δε θα πάθεις τόσο κακό, όσο θα πάθω εγώ, α δε μακούσεις! . . .
Όλγα. Ανατριχιάζω, Αλέκο, . . . Λυπήσου με! . . . Ό,τι άλλο θέλεις πες μου . . . θα μέρθει εμετός πάλε! . . .
Αλέκος. Και να λες, πως μαγαπάς! . . . Τι δυστυχισμένος, που είμαι! . . .
Η κ. Λάκη (δυνατά). Κακούς σερβιτόρους έχουμε σήμερα . . . Κενόστε το πια . . . Έγεινε τόσην ώρα . . .
(ο ΑΛΕΚΟΣ ρίχτει το τσάι στα τασιά. Ο ΝΙΚΟΛΑΣ πέρνει ένα-ένα και το πηγαίνει στον καθένα).
Όλγα (στην κ. Θεοφίλου). Θειά! μήπως θέλετε κι' άλλη ζάχαρη; . . .
Η κ. Θεοφίλου. Όχι . . . μερσί! . . .
Όλγα (στο Νικόλα). Δος το κονιάκ στον κ. Κιάρα . . . Φοφώ μου, πάρε μόνη σου μπισκουί! . . .
Η κ. Λάκη. Η Φοφώ σήμερα δε μας είπε τίποτα . . .
Φοφώ. Εγώ ακούω! . . .
(Η κ. ΛΑΚΗ της χαμογελάει).
Όλγα. Κύριε Νίκο κονιάκ θέλετε ή γάλα;
Νίκος. Λίγο κονιάκ, μερσί! . . .
Όλγα. Νικόλα, το κονιάκ στον κ. Διαμαντίδη! . . .
(Πίνουν. Ο ΑΛΕΚΟΣ κι' η ΟΛΓΑ στη γωνιά σιγομιλούν. Ο ΑΛΕΚΟΣ φαίνεται σα να επιμένει και να παρακαλεί και η Όλγα κάθε τόσο καταφέρνεται να πίνει λίγο λίγο)
Η κ. Κιάρα. Ωραίο είταν σήμερα το τσάι . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . σεις θα μας το ετοιμάζετε από δω και πέρα.
(Χτυπάνε την πόρτα)
Η κ. Λάκη. Αντρέ . . .
(Μπαίνει ο περέτης)
Περέτης. Ένας κύριος ζητάει τον κ. Κιάρα . . .
Ο κ. Κιάρας. Ποιος κύριος; Τέτιαν ώρα!
Περέτης. Πέρασε, λέει, από το σπήτι σας και του είπαν, πως είσαστε εδώ . . . Λέει, πως είνε ανάγκη να σας μιλήσει! . . .
Ο κ. Κιάρας. Ας έρθει εδώ το λοιπόν μια στιγμή! . .
(Ο περέτης φέβγει)
Ο κ. Κιάρας. Τι να τρέχει;! . . .
(Μπαίνει ο άθρωπος)
Άθρωπος. Ο κ. Κιάρας; (βλέποντας τον κ. Κιάρα) Α! παρντόν! . . .
Ο κ. Κιάρας. Εσύ ήσουν;! Τι θέλεις;! . . .
(Ο άθρωπος φαίνεται, σα να μη θέλει να πει φανερά)
Ο κ. Κιάρας. Πες μου τι τρέχει; . . . Δεν πειράζει . . . Εδώ είνε δικοί μας όλοι . . .
Άθρωπος. Ο κ. Πρόεδρος μέστειλε να σας πω να τρέξετε αμέσως στη βουλή. Έκαμαν εκείνοι απαρτία κι' είνε ανάγκη ναν τους ξενυχτήσουμε . . . Ο κ. πρόεδρος σας παρακαλεί να ερθείτε να μιλείστε και σεις . . . .
Ο κ. Κιάρας. Καλά!. .
Άθρωπος. Με συχωρείτε. προσκυνώ . . . (φέβγει).
Ο κ. Κιάρας. Μ' αφτό το κρύο! . . .
Η κ. Λάκη. Μα τι; σκέφτεσαι να πας; Μη χειρότερα!
Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Είνε διαταγή του κ. προέδρου! . . .
Η κ. Κιάρα. Κώστα! Σε παρακαλώ!
Αλέκος. (από τη θέση του) Ένοια σου μαμά, ο μπαμπάς δε θα πάει. Με το έχει υποσκεθεί! . . .
Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Κι' ο κ. πρόεδρος . . . και το κόμμα;! . .
Αλέκος. Ταφίσαμε πια, κ. Λάκη. Τελεία εβάλαμε . . Δεν είνε για μας η πολιτική, καθώς κατάντησε! Ο μπαμπάς μήτε θα ξαναβάλει κάλπη και μήτε θα ξαναπάει στη βουλή! . . .
Ο κ Λάκης (ειρωνικά). Ε; . . . Να το πιστέψω, Κωστάκη; . . .
Ο κ. Κιάρας. Με κατέφερε, αδερφέ, ο γυιός μου
Ο κ. Λάκης. Την παραίτησή σου λοιπόν! . . .
Αλέκος. Α! όχι. Δεν είνε καμιά ανάγκη! . . . Γιατί να δημιουργήσουμε εμείς διαδήλωσες και καβγάδες σ' αφτή τη φανατικότητα; . . .
Ο κ. Λάκης. Έξοχα! . . . Σε συχαίρω, Αλέκο! . . .
Ο κ. Κιάρας. Τέλος πάντων . . . (ύστερα από λίγο) Μου φαίνεται πια, πως είνε καιρός! . . .
Η κ. Λάκη. Όχι δα! . . . Είνε πολύ νωρίς ακόμα . . . Δεν είπαμε σήμερα αινίγματα . . . Κύριε Διαμαντίδη σενέργεια το πνεύμα σας, Αλέκο, Όλγα, ελάτε κοντά . .
(Σωπαίνουν όλοι)
Η κ. Λάκη. Πρέπει να κάμω λοιπόν εγώ την αρχή; Ας είνε . . . «Α φανεροθώ πεθαίνω» εδώ σας θέλω! . . .
Αλέκος. Ομολογώ την αδυναμία μου σ' αφτό το είδος της συντροφιάς . . . Ακόμα δε μπόρεσα να σας φτάσω . . .
(Όλοι σκέφτουνται)
Λέλα. Το βρήκα! . . .
Η κ. Λάκη. Πες το . . .
Λέλα. Το μυστικό! . . .
Η κ. Λάκη. Βέβαια! . . . αφτό είνε . . . μπράβο, Λέλα,
Οι άλλοι. Μπράβο, Λέλα . .
Νίκος. Να σας πω κι εγώ ένα . . . μα προτήτερα θα ζητήσω παρντόν από τον κ. Κιάρα! . . .
Ο κ. Λάκης. Εμπρός! . .
Νίκος. Είμαι σημάδι πληγής κι α μου προστέσεις ένα γράμα, ίσως γίνουμαι, αληθινή πληγή για την Ελλάδα.
(Σκέφτουνται)
Η κ. Κιάρα. Θαρώ, πως το βρήκα . . . Ωραία, κ. Διαμαντίδη!
Όλγα. Το βρήκα κι' εγώ!
Νίκος. Μπορείτε ναν το πείτε . . .
Όλγα. Ουλή-Βουλή . . . Αφτό δεν είνε; . . .
Νίκος. Μάλιστα . . . Επήρα όμως παρντόν από τον κ. Κιάρα . . .
Ο κ. Λάκης. Έξοχο!
Αλέκος. Αριστούργημα, μα την αλήθεια . . .
Ο κ. Κιάρας. Καλά καλά. Άλλη βραδυά τάλλα . . . Είνε ώρα πια . . .
Η κ. Λάκη. Πολύ βιαζόσαστε σήμερα . . .
Ο κ. Λάκης. Ο Κώστας κουρντίστηκε, ως φαίνεται!
Ο κ. Κιάρας. Αφτό έλειπε! . . . Πέρασε η ώρα . . .
Η κ. Θεοφίλου. Αλήθεια· αρκετά κάτσαμε . . . .
(Σηκόνουνται κι' αρχίζουν να ετοιμάζονται. Ύστερα φέβγει ένας ένας χαιρετιώντας. Τελεφταία μνίσκει η οικογένεια του κ. ΚΙΑΡΑ. Κρυφομιλεί λίγο ορθός ο κ. ΚΙΑΡΑΣ με τον κ. ΛΑΚΗ· κι' η κ. ΚΙΑΡΑ με την κ. ΛΑΚΗ)
Αλέκος. (σιγά στην Όλγα ορθός) Σήμερα μανέβασες στον ουρανό· και θα με κρατήσεις εκεί για πάντα. . Δεν είνε αλήθεια, Όλγα μου; . . .
Όλγα. Αλέκο! . . . (τον κυτάζει ατά μάτια).
Αλέκος (της πιάνει το χέρι και το φιλεί). Τούτο τα χεράκι, που γλυκοφιλιώ με τόση αδερφική λαχτάρα, ίσα στον παράδεισο θα μ' οδηγήσει . . .
Όλγα. Μην τα λες αφτά, Αλέκο . . .
Αλέκος. Γλυκειά μου αδερφούλα . . .
(Χαιρετίζουνται και φέβγουν κι' αφτοί)
Ο κ. Λάκης. Τι σου 'λεγε ο Αλέκος, Όλγα; . . .
Όλγα. Πού να σας στα λέω τόρα όλα, μπαμπά! . . .
Ο κ. Λάκης. Είδες τι ωραία, που τα λέει; κι' όλοι τον ακούνε . . . Είδες; κι' ο μπαμπάς του ακόμα! . . . Δε θα ξαναβάλει, ακούς, κάλπη . . . Είνε να μην τον αγαπάει κανείς, Όλγα μου;. . Ε;! . . .
Όλγα. Ναι, μπαμπά, πώς να μην τον αγαπάει κανείς! . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι είνε . . . Έλα ντε να με φιλήσεις τόρα . . .
Όλγα. (πάει κοντά του και τονε φιλεί) Μπαμπά μου!
Η κ. Λάκη. Μη με ξεχάνεις και μένα! . . .
Όλγα. Μαμά μου! . . .
(Στ' αγκάλιασμά τους πέφτει η σκηνή)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ
(Η σκηνή παρασταίνει το ίδιο σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ. Λείπει μόνο η σόμπα).
(Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ)
Ο κ. Λάκης. Έτσι, που λες, Ασπασία. Δε μπορούσε να γίνει αλιώς. Πάντα θα έφτανε εκεί! . . .
Η κ. Λάκη. Μα πού ναν το φαντασθώ εγώ; . . . Απορούσα, που δεν τον έβλεπα πια νάρχεται. Τούκανα παράπονα πάντα, που τον έβλεπα στο σπήτι του ή στον περίπατο. Μα ποτές μου δε φαντάστηκα, πως δεν ερχόταν από ένα τέτιο λόγο . . .
Ο κ. Λάκης. Σεις οι γυναίκες βλέπουτε με δικό σας μικροσκόπιο. Εγώ, Ασπασία, πολύ προτού γίνει η πυρκαγιά, που τάβλεπα να παίζουν μαζύ, που ο Αλέκος οδηγούσε, σα μεγαλήτερος αδερφός την Όλγα καθεμερνά . . . λογάριαζα μέσα μου πάντα, πως μια μέρα θα γίνονταν ένα πολύ τεριασμένο αντρόγενο. Είνε αλήθεια, πως μου κόπηκαν ύστερα αφτές οι σκέψες, γιατί νόμιζα σταληθινά καταδικασμένη . . . χαμένη την Όλγα μας! Όμως προκαλούσα κι' ήθελα την συγκοινωνία τους, γιατί έβλεπα, πως της Όλγας είταν μια απόλαψη τούτο. Τη λίγη της τη ζωή σκεφτόμουνα, πως έπρεπε ναν την περάσει με γλυκές αγάπες! Τόρα πια είνε καλά! . . . ζει! θα ζήσει . . . Το μαγουλάκι της έλαβε χρώμα . . . Τα χειλάκια της κοκίνησαν και μας φιλιούν τόσο γλυκά . . Την έσωσε ο Αλέκος· η αγάπη του η επιμονή του ο νέος κόσμος, που της άνοιξε! Κι η αδερφική εκείνη αγάπη σήμερα παρουσιάζεται έρωτας . . . Πού βρίσκεις το παράξενο; . . Κι' έχεις να ονειρεφτής καλίτερο απ' αφτό για την Όλγα μας;! . . .
Η κ. Λάκη. Αλήθεια, Χρίστο!. . Δεν έχω να ονειρεφτώ καλύτερο τίποτα . . Μα ξαναδιάβασέ μου το γράμα του . . . Δεν τάκουσα καλά προτήτερα . . .