Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΓΙΑΝΝΗ Α. ΚΑΜΠΥΣΗ
ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. .
Augustus Caesar.
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ,, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΑΣ . . .
ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
Στην Καλαμάτα τα φτωχά κορίτσια όλες τις καθεμερνές εργάζουνται τον αργαλειό και το μετάξι. Πολλά απ' αφτά, μόνα τους συντηράνε τα σπήτια τους. Μα τις κυργιακάδες μαζέβουνται, πότε στης μιας και πότε στης άλλης το σπήτι οι γειτονοπούλες, και διασκεδάζουν. Χορέβουν τους Καλαματιανούς με τραγούδια δικά τους. Τραγούδια άγραφα, που τα ξέρουν όλες, που τα μαθαίνουν η μια από την άλλη, χωρίς να θυμούνται και ποια τα πρωτόβγαλε . . . . Τραγούδια κάθε τόσο καινούργια. Από τα τραγούδια εκείνα θα σας πω ένα, που μέκαμε εντύπωση ξεχωριστή . . . . Του Χάινε η μελαχολική χάρη ωμορφότερα δε θα μπορούσε ναν το πει . . . . Σ' ένα στίχο αλάκερη του Χάρτμαν φιλοσοφία . . . .
Το μήλο πούνε στη μηλιά το παραγιναμένο δεν πέφτει δε μαραίνεται κι' ούτε πουλιά το τρώνε! . . . Το τρων τα λάφια και ψοφούν ταρκούδια κι' ημερόνουν κι' άμα το φάνε οι νιόπαντρες ποτές τους δε γεννάνε! Αχέ το φάει κι' η μάνα μου να μη με κάμει εμένα! . . .
Τα κορίτσια της Καλαμάτας σε σύνολο, είνε ένας Κρυστάλλης . . . . Είνε κι' αφτά, που με δυναμόνουν την αγάπη της γλώσας μου! . . . Τα κορίτσια της Καλαμάτας — τα τραγούδια τους, νά! μια από τις αρμονίες του milieu. Του milieu, που ζητάνε με τέτιον πόθο κείνοι, που στα τρυφερά τους όνειρα, παρουσιάζεται αγαπητικιά πεντάμορφη η Τέχνη η φεβγάτη! . . .
Και λαός, που έκαμε τα δημοτικά μας τραγούδια δεν είνε αιώνια καταδικασμένος να διώχνει την Τέχνη! . . . Ο δασκαλισμός, εβδομήντα τόρα χρόνια, αρώστεια μας είνε περαστική . . . Μετά τον Τούρκο ο δάσκαλος. . . . Είταν κι' αφτό γραφτό μας! . . . Όμως θα φύγει κι' αφτός σιγά-σιγά! . . .
Αθήνα 20 Αυγούστου 1895.
«Βεβαιώθηκα, πως αποφάσισες πια να τυπόσεις δυο δράματα και σου γράφω. Μα μην υποθέσεις, πως το γράμμα αυτό, που θα λάβεις, έχει σκοπό να σε στομόσει. Όχι! θα σου δείξει μόνο αυτό κ' εκείνο και συ πια είσαι ελεύτερος να κάμεις ό,τι θελήσεις.
Σκέφτουμαι πρώτα-πρώτα, ποια είνε η αφορμή, που σέκαμε να γράψεις· αλλ' όχι! αυτό είνε πολύ: που σέκαμε ναποφασίσεις να δημοσιέψεις. Έγραψες τίποτα έξοχο; τίποτα πρωτότυπο; καινούργιο πράμα; ή, ας πούμε κι' α δεν έγραψες καινούργιο πράμα, εκείνο, πώγραψες, είνε χωρίς λάθη τεχνικά, λάθη τέτια, που να μη σκοντάφτουνε τη γλυκειάν απόλαψη, που αιστάνεται ο καλλιτέχνης αναγνώστης, άμα ρουφάει το έργο του καλλιτέχνη ποιητή; Γιάννη, εδώ δε σου ρίχνω δίκιο. Βιάστηκες πολύ! παραπολύ! Μήτε τα χρόνια σε βάραιναν δα, μήτε κι' η απογοήτεψη σε κυρίεψε τόσο! (1) Δε σε ξέρω τόσο καλά; . . . Όμως για να διούμε τι θα δημοσιέψεις . . .
Το «μυστικό του γάμου» σε πράξες τρεις. Θέλεις να σε πω τα καλά του ή τα κακά του; Θα σε πω κι' από τα δυο, γιατί κι' από τα δυο έχει. Οι χαραχτήρες των προσώπω δεν είνε πολύ άτεχνοι. Της Όλγας μάλιστα είνε και κάμποσο αληθινός. Μόνο, που ζουγραφιέται χλιαρά λίγο. Είνε τόντις υπόδειγμα υστερικής κόρης, και νιόθω ζωντανά μοντέλα να είχες, άμα την εσύλαβες. Και λέγω μοντέλα, γιατί δε φαίνεται να είχες ένα μόνο· μα και δυο και τρία, αν ένοσες στην Όλγα, τα μισοκατάφερες. Της έπλασες χαραχτήρα πιτυχημένο. Τα υστερικά στίγματα πέφτουνε το ένα απάνου στάλλο και το φτωχό κορίτσι τραβάει ταντίποινα της αρώστειάς του με πολλήν αλήθεια.
Όσο όμως πίτυχες στο χαραχτήρα της Όλγας δεν πίτυχες στο χαραχτήρα τ' Αλέκου. Τονέ θέλεις πνευματιστή και θεόσοφο. Καλά! Τονέ θέλεις όμως και δυνατό πνεύμα πρωρισμένο να κάμει τίποτα μεγάλο; . . . Έτσι τουλάχιστο μισοφαίνεται. Εγώ δε λέω: ο θεοσοφισμός κι' ο άκρατος μυστικισμός ακόμα, μπορεί να προσβάλουνε την ψυχή αθρώπου, που σκέφτεται κι' ερευνά. Μπορεί ναν τονέ κρατήσουνε αιχμάλωτό τους και ναν τον κάμουνε και φανατικό. Μ' ανίσως τ' αθρώπου αυτού η ανωμαλία είνε heureuse που θέλει ο Λομπρόζος, θα περάσει από τα παλάτια της θεοσοφίας και του μυστικισμού ο άθρωπος αυτός και δε θα μείνει για πάντα. Δεν είνε δυνατό, πνεύμα, που τραβιέται στην αποκάλυψη των κρυμένω, να μην το τραβήξουν και τα θέλγητρα τ' αντίθετου κόσμου του θετικού, να θελήσει ναν τα βυζάξει! Μη νομίσεις, πως είνε δύναμη θέλησης να μνίσκει κανείς σταθερός σ' ωρισμένη ιδέα, στο τέλος παθολογική. Αδυναμία ψυχική είνε· και προληφτικός κατανταίνει ο άθρωπος, που θέλεις εσύ με δυνατή θέληση. Σε παρακαλώ εδώ να μη με νομίσεις φανατισμένη με θεωρίες, όπως εκείνη του Munk.
Καημένε! αφού από την πρώτη πράξη ως την τρίτη περνάει τόσος καιρός· αφού τ' Αλέκου του γίνουνται τόσα· αφού κι αυτό το milieu, υποτίθεται, που τον εστρίμωξε στις ιδέες του εκείνες, άλλαξε πια, γιατί αυτός να μνίσκει ακόμη σε τόσο φανατισμό;!
Μ' αρέσει ο κ. Λάκης. Έχει τη μόρφωση της εποχής, και την ιδιότητά του, ως υπέρτερου κάθε πρόληψης τη δείχνει κάθε τόσο. Κι' όμως, επιτρέπεται σ' ένα σοφό τέτιο να μην εφαρμόζει της επιστήμης τα μέσα από μόνο το λόγο της στοργής στην κόρη του; Μεγάλο πράμα η στοργή, δε λέω . . . δεν ξέρω κιόλα! . . . Παιδιά εγώ δεν έχω! , . .
Τ' άλλα πρόσωπα, γιναμένα να φιγουράρουν το πλαίσιο της όλης εικόνας, δε μας μέλλει ναν τα εξετάσουμε βαθιά· ας πούμε πως είνε καλούτσικα φτιασμένα.
Κι’ έτσι με την ανάλυση τω χαραχτήρων ας μπούμε στην υπόθεση. Η σύλληψη μιας υπόθεσης τέτιας, είνε αρκετά καλή· ίσως όχι πολύ πρωτότυπη, μ' αυτό δε βλάφτει. Βέβαια! θέλησες το θεόσοφον Αλέκο ναν τον απατήσεις, θέλησες ναν τονέ κάμεις να συντύχει την υστερική Όλγα και ναν την περάσει για το εξιδανικεμένο πρόσωπο, που η εξέλιξη, κατά τις ιδέες του, θα καταντήσει τον άθρωπο· και γίνουνται, όσα γίνουνται. Ωραία τόντις υπόθεση. Μα δεν την έσφιξες. Χρόνο, περσότερο, κρατάει η διεξαγωγή της· κι' εδώ δείχτεται η αδυναμία του τεχνίτη· η αδυναμία σου. Όχι, γιατί δεν ένοσες, κατά τα κλασικά το χρόνο, άλλα γιατί μακραίνοντάς τον δεν έδειξες στην ψυχή τ' Αλέκου το πέρασμά του και την επίδρασή του. Κι' εδώ θυμάμαι του Schopenhauer τα λόγια: «pour le même motif, on sait que le plus grave defaut d'un auteur dramatique est que ses caractéres ne se soutiennent pas, c'est-à-dire qu'ils ne soient pas tracés d'un bout à l'autre, comme ceux que nous ont représentés les grands poëtes, avec la constance et l'inflexible logique, qui président au développement d une force naturelle» (2). Και μην πάρεις το motif αυτό, πως είνε στο μέρος σου, γιατί ο αθρώπινος χαραχτήρας αν είνε για τρίτο λόγο invariable, κατά Schopenhauer, όμως για δεύτερο είνε empirique. Έπειτα το invariable ή και το le caractére individuel est innè ερμηνεύουνται με τέτιον τρόπο, που δε μπορείς ναν τα επικαλεστείς για να προστατέψεις τον ήρωά σου! . . .
Πώς γίνεται τόρα αυτή η απάτη; ας διούμε. Χωρίζεις το δράμα σου σε τρεις εποχές, δηλαδή σε τρεις πράξες. Καλά! Η πρώτη εποχή αρχίζει, που η Όλγα μαραίνεται από την υστερική ανορεξιά κι' ο Αλέκος φρεσκοφερμένος από τα νοσοκομεία της Nancy κ' ενθουσιασμένος με τη suggestion, παρμένη από πνευματιστική άποψη, και με τις ιδέες του τις γνωστές, έρχεται ναν τη γιατρέψει. Η αρχή της θεραπείας είνε η πρώτη πράξη. Οι σκηνές όμως δεν έρχουνται καλά όλες. Η πρώτη ξάφνου σκηνή του κ. Λάκη με τον Αλέκο είνε λίγο άτεχνη· κι' αν όχι αλάκερη, το μέρος όμως, που δηγείται ο κ. Λάκης πως πρωτοπαρουσιάστηκε η ανορεξία της Όλγας φαίνεται γιναμένο για να ειπωθούν αυτά. Θα με πεις: και πώς αλλιώς πρέπει να μαθευτεί η πυρκαγιά και τα επακόλουθά της; Δεν ξέρω! Εγώ δράματα δε γράφω! Συ, αν ήσουν μεγάλος και γέρος καλλιτέχνης μπορούσες ναν το βρεις μονάχος σου και ναν το φέρεις έτσι τεχνικά, που εγώ, ξάφνου, η παρατηρήτρα να μην παρατηρούσα την τεχνική αυτή ατέλεια. Έχει κι' άλλα λάθη η πρώτη πράξη. Πολύ γλήγορα τελειόνει το σοαρέ· άτεχνα έρχεται η αφορμή που ο Αλέκος διατυπόνει τις ιδέες του και την tèlépathie του κ' είνε περιττές κάμποσες κουβέντες. Ωραίο είνε το τραγούδι της «άγιας πόλης» και κάπως άγαρμπο το τραγούδι του «πουλιού».
Η δεύτερη εποχή είνε δυνατώτερη! Δεν έχει κι αυτή τέχνη πολλή μα και μερικές σκηνές της είνε αρκετά τεχνικές· οι τελευταίες να πω! Είνε η εποχή, που η Όλγα γιατρεμένη πια από τη θεραπεία εκείνη τ' Αλέκου τον αρεβωνιάζεται. Πέφτουν καλούτσικα ο έρωτας κι' η αρεβώνα. Κι ο χαραχτήρας τ' Αλέκου δεν έχει λόγο να είνε αλαγμένος. Η απάτη δεν έχει γίνει ακόμα. Η Illusion του φανταστικού κόσμου παραμένει κι' ο Αλέκος δε εμπήκε ακόμα στην Άγια Πόλη! . . .
Στην τρίτη εποχή όμως τα πράματα άλλαξαν, χωρίς ναλλάξει ο Αλέκος! Σου τη συχορνώ όμως κι' αυτή, γιατί δείχτει την Όλγα καλά· πολύ τεχνικά αναλύεται και με λίγα λόγια, έστωντας και χλιαρά, ο χαραχτήρας της. Ο κ. Λάκης πολυλογάει κάπως — φαίνεται ναν τ' αρέσει τόντις η πολυλογία — στη γυναίκα του· εκείνη, μουγκή πολλές φορές, ανοίγει το στόμα της τώρα κάμποσο· κι' ο Αλέκος, ο αγαθώτατος Αλέκος εδώ δείχτεται πια όλος. Ωραία είνε η σκηνή τω δώρων της Όλγας. Κι' η δήγηση της πρώτης νύχτας του γάμου δεν είνε άσκημη· μήτε κι άσεμνη, αν τη βρουν πολλοί τέτια. Ωραία είνε κι' η λύση του κι' ικανοποιεί πολλούς! Ξαναπέρνουνται! Πώς ζούνε πια; ας το σκεφτεί, όπως θέλει καθένας. Το θέμα είνε, πως ξαναπέρνουνται. Ας πιστέψω εγώ κάνε, πως ο Αλέκος θα γίνει πια άθρωπος, κι' η Όλγα, που από κείνονα πέρνει το είνε της, καθόλου παράδοξο να γίνει κι' αυτή γυναικούλα· και . . . τότες κάθουνται εκείνοι καλά! . . .
Αυτό είνε Το «μυστικό του γάμου» . . . Βγάνω ένα συμπέρασμα: πως η σύλληψη με την εχτέλεση δεν περπάτησαν μέσα σου μ' ίδια βήματα. Μα για να μη με περάσεις κακιά, σου λέω, πως κι' η εχτέλεση μου χαμογελάει. Έπειτα δεν ξεχάνω, πως είνε έργο αυτό παιδιάστικο· δηλαδή τώκαμες παιδί είκοσι-είκοσιενός χρονών, αφού το διάβασα για πρώτη φορά πρόπερσυ το καλοκαίρι. Κι' έχουν να πουν πολύ αυτά· κι απόδειξη η «Φάρσα της Ζωής» έργο που τώκαμες εφέτος το καλοκαίρι. Είνε ασύγκριτη η τεχνική διαφορά της «Φάρσας» από το «μυστικό». Έχει μορφή αυτή! Μα μη νομίσεις πως είνε κι αριστούργημα. Ας εξετάσουμε και τη «Φάρσα» ναν το διείς! . . .
Η thèse της «Φάρσας» είνε να δείξει την κακομοιριά της ζωής και μπορούσες να βάλεις μότο αποκάτου τον τίτλο της το στίχο του Dante «tanto è amara che poco è più morte;», όπου το amara κουαλιφικάρει το selva από τους προηγούμενους στίχους της Κόλασης, κι' όπου το selva μπορεί να παρθεί αλληγορικά και για τη ζωή, ή καλίτερα το στίχο του δικού μας του Σολωμού «κι' είνε βάρος του η ζωή» (3) — Τόρα που ανάφερα και θυμήθηκα το Σολωμό, πρέπει να σε πω τη μεγάλη μου χαρά, που αφιερόνεις το πρώτο σου βιβλίο στη σκιά του, στη λάμψη του δηλαδή. Ξέρω, πως δεν τώκαμες γιατί τώπε ο κ. Ψυχάρης προχτές στο «Άστυ» (4). Εσύ με το είπες εδώ και τόσον καιρό και δεν ξεχάνω το γλυκύτατό σου ανοιχτό γράμμα (5), που έγραψες μέσα σ' ένα τριανταφυλένιο μεθύσι από κείνα, που σε ρίχτει η ατέλειωτη και παρθενική ευωδιά, που σκορπάνε οι στίχοι του — .
Της δίνω και συβολισμό εγώ· με κάνει κάνε να σκέφτουμαι κι' έτσι. Κι' η εχτέλεση αυτής της ιδέας δεν έρχεται κακά. Τη διαιρείς τη «Φάρσα» σε τρεις πράξες, που τις χωρίζουνε τη μια από την άλλη ώρες μόνο. Σ' ώρες μόνο γίνεται το δράμα αλάκερο· δράμα αληθινό. Μικρές είνε οι πράξες· μα δεν το νομίζω αυτό ελάτωμα. Αφού μπορείς να πεις ένα πράμα με τόσα λόγια, γιατί ναν το πεις μάλλα τόσα;
Η πρώτη πράξη δεν είνε τόσο καλλιτεχνική. Δεν ξέρω καλά α φαίνεται, όπως φαίνεται, γιατί ακλουθάει η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη, ή γιατί τόντις έχει καλαιστητική ατέλεια, μα δε φαίνεται έτσι ώμορφη. Φαίνεται σαν introduction γιναμένη για την ξεμολόηση τ' Αντρέα. Κι' αυτή η ξεμολόηση σκεπάζει — τεχνικό ελάτωμα — κι' ό,τι άλλο θες να πεις στην πρώτη: δηλαδή το δείξιμο της γενικής νευραστενείας κι' όσων είνε απάνου στη σκηνή κι' όσων δεν είνε: τ' απαραίτητο, για το δέσιμο, γράμμα τ' αδερφού τ' Αντρέα, και μερικά άλλα ακόμα. Μα η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη είνε ώμορφες. Τεχνικές πράξες είνε. Ελατώματα αν έχουν είνε τόσο μικρά που τα σκεπάζει η άλλη ωμορφιά τους. Τα συχαρίκια μου γι' αυτές. Βλέπεις, πως σου λέω τα καλά σου κι' ενθουσιάζουμαι κιόλα; Και δεν έχει μόνο αυτά τα προτερήματα η «Φάρσα». Χαραχτήρες δείχτει ζωντανούς· σπαρταριστά είνε όλα τα πρόσωπα· δεν είνε πλαστό κανένα, σαν τον Αλέκο. Ο Κωστής είνε τέλειο πράμα· ο Γιάνκος· ο Αντρέας το ίδιο. Η οικογένεια της κ. Τριάφτη είνε κινητοσκόπιο. Η Φρόσω μόνο μπορούσε να είχε άλλο χαραχτήρα αφού μάλιστα, όπως την έχεις τόρα, μιάζει πολύ με το χαραχτήρα του Τάσου· κι' όχι γιατί δεν είνε αληθινός και πιτυχημένος ο χαραχτήρας της, αλλά γιατί . . . τι τα θέλεις ό,τι δεν μπλεσάρει γινάμενο από άντρα, από γυναίκα φαίνεται βαρύτερο πάντα. Κι ένα άλλο προτέρημα του έργου σου είνε η δύναμη, που δείχνουν τα πρόσωπα, που δε φαίνουνται· ο Μήτσος, ο κ. Τριάφτης· ο Γεράσιμος. Το μαντολίνο του Γεράσιμου είνε μια καλλιτεχνική παρατήρηση πρώτης δύναμης! Το μαντολίνο νικάει τον Αντρέα. Την κατάπληξη, που δίνουν οι επιληφτικοί ή υστερικοί — υστερικοί· λες κάπου πως το σώμα της έγινε σαν κουλούρα — παροξυσμοί της Κατίνας κι' η πασιεντζομανία της, η αδιαντροπία η παθολογική της Φρόσως, η αναίδεια του Τάσου, κρατάνε στη θέση του τον Αντρέα. Το μαντολίνο όμως τον καταβάλει . . . Αυτό έλειπε . . . ήρθε κι' εκείνο· τελευταίο μάλιστα! . . . Κι' η στερνή σκηνή του Τάσου με τη Βασίλω, είνε όλους διόλου, σε βεβαιόνω, θαυμάσια! . . .
Σε είπα: Το δράμα σου με κάνει ακόμα να συβολίζω και τα πρόσωπα και προσπαθώ ναν τους βρω τη θέση τους του καθενός.
Η «Φάρσα της Ζωής» αξίζει. Αριστούργημα βέβαια δεν είνε! Υπάρχει πού και πού τέτιο πιπίλισμα μα το σύνολο του δεν είνε αριστούργημα. Συ είσαι μικρός ακόμα να κάνεις αριστουργήματα! . . .
Και τόρα γενικότερα πράματα. Γιατί αγκαλιάζεις τόσο την παθολογία; γιατί δε μπορείς να ξεκολήσεις από την hérédité; και τάλλο δράμα σου, — ο Ντίνος μας — που με δηγήθηκες την υπόθεση προχτές από κει είνε βγαλμένο! Τάχα δεν είνε ζητήματα άλλα, όμοια μεγάλα, κοινωνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά; Η hérédité μπορεί να πει κανείς εξαντλήθηκε πια. Είπαν κι' είπαν! Στον τόπο μας, είνε αλήθεια, δε γράφηκε τίποτα, που νανακατόνει ένα τόσο ψηλό ζήτημα· μα τα έργα αυτά, που θες να παρουσιάσεις και με κάπιαν αξίωση — ή όχι; — έχουν σχηματισμό κάπως διεθνότερο και δε θαν τα κρίνει κανείς, μήτε σχετικά με τις Ελληνικές τραγωδίες, μήτε σχετικά με τα λαϊκά δράματα. Κ' εγώ, που στάκρινα, όχι αφτηρά, αλλά δίκια, στάκρινα σχετικά με την τέχνη την απόλυτη και της τεχνοτροπίας την τελευταία εξέλιξη. Κι' αν επρόκειτο, κάνοντας τον κριτικό, να δημοσιέψω μιαν κάπια κρίση στις φημερίδες, να είσαι βέβαιος, πως ποτές δε θα σέκρινα έτσι· δε θα σέκρινα δηλαδή, σα φιλενάδα, που σου λέει μυστικά την κρίση της! Η κρίση μου αυτή από σένα θα διαβαστεί μονάχα· και συ ξέρεις, ποια ιδέα έχω εγώ για άλλα σκηνικά έργα της Ελληνικής παραγωγής, που κίνησαν μάλιστα περσότερο θόρυβο, στην παράσταση τους, τόσο από το κοινό, όσο κι' από την κριτική.
Ο «Βασιλικός » του Μάτεση κι ο «Βουρκόλακας» του Εφταλιώτη δεν παραστάθηκαν, φίλε μου· και πόσοι τους ξέρουν; . . . Αλλά τι έχει να κάνει; . . . Αμ ο «Ψυχοπατέρας» του κ. Ξενοπούλου κι' αν παραστάθηκε και τι; . . . »
* * *
Κι' εγώ πούλαβα αφτό το γράμα απάντησα στη στιμή!
« . . . μήτε αξίωση, έχω πως έγραψα αριστουργήματα, μήτε η κρίση σου με φάνηκε αφτηρή. Ίσως μήτε κι' όσο έπρεπε δίκια . . . Η αγάπη σου ξεχειλίζει πού και πού. Όμως δεν πρέπει ναν την ξέρω μόνος εγώ! . . . Θες δε θες θαν τη βάλω μπρος στο βιβλίο μου . . . Μη φοβάσαι για τις αλήθειες, που λες, πως θα με βλάψουν. Όποιος νιώσει το γράμα σου . . . τέλειωσε! κι' α με κατηγορήσει κι' αν πει πως δεν αξίζω τίποτα κι' α φανταστεί, πως δεν έχω μήτε την ελπίδα καν, πως κάτι μπορεί να φτιάσω με τον καιρό, λόγο του κουτουρού δε θα πει . . . Σκεφτικός θάνε άθρωπος και μακρυσμένος από πρόληψες κι' ό,τι κι' αν πει ωφέλεια θα με δόσει. — Το γράμα σου είνε ο πρόλογος, που πεθυμούσα . . . πώς τον αποθυμούσα! . . . »
ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΜΠΥΣΗΣ.
ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Σε πράξες τρεις.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Ο κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΚΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου. Η κ. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΑΚΗ, γυναίκα του. ΟΛΓΑ, κόρη τους. Ο κ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΑΡΑΣ, βουλεφτής. Η κ. ΜΑΡΓΑ ΚΙΑΡΑ, γυναίκα του. ΑΛΕΚΟΣ, γυιός τους, γιατρός. Η κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ, αδερφή του κ. Λάκη. ΛΕΛΑ, κόρη της. ΝΙΚΟΣ Δ1ΑΜΑΝΤΙΔΗΣ, οικογενειακός φίλος. ΦΟΦΩ, αδερφή του. Ένας άθρωπος. Δυο-τρεις περέτες.
Η σκηνή στην Αθήνα.
ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
(σε πράξες τρεις)
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπήτι του κ. ΛΑΚΗ
Η σκηνή παρασταίνει το σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ· πλουσιότατο και καλλιτεχνικότατο. Στο βάθος ένα τραπέζι με ετοιμασία τσαγιού. Απέναντι το πιάνο· δεξιά η θερμάστρα . . . Νύχτα.
(Ο κ. ΛΑΚΗΣ κι' ο ΑΛΕΚΟΣ).
Αλέκος. Δεν το εξετάζω έτσι το θέμα . . .
Ο κ. Λάκης. Όπως κι' αν το εξετάσεις το συμπέρασμα είνε, πως η Όλγα μας είνε καταδικασμένη.
Αλέκος. Ίσα-ίσα εγώ λέγω, πως πολύ έφκολα την καταδικάζουμε . . .
Ο κ. Λάκης. Αφτοί οι ενθουσιασμοί, Αλέκο, επίτρεψέ μου να σε πω, πως είνε νεανικοί· πως είνε ενθουσιασμοί ενός πρωτόβγαλτου, που στο διάβα του δεν του έτυχαν ακόμα αποτυχίες! . . .
Αλέκος. Σας παρακαλώ . . .
Ο κ. Λάκης. Ύστερα θυμούμαι τη μικρή αδερφή της γυναίκας μου· κι' αφτή τέτια στίγματα υστερικά έδειξε . . . Όμοια . . . Ήμουν κι' εγώ τότες πρωτόβγαλτος κι' είχα τόση πεποίθηση στη θεραπεφτική μου . . . Μα δεν την έσωσα, Αλέκο . . .
Αλέκος. Οι συγκριτικές απόδειξες δεν είνε κι' αξιώματα, κ. Λάκη. Έπειτα θυμηθείτε, πως η επιστήμη πρόδεψε από τότες . . .
Ο κ. Λάκης. Α! Αλέκο . . . ναι! πρόδεψε και το ξέρω πολύ καλά . . . Μη νομίσεις όμως, πως από κείνο το δωμάτιο (δείχτει το δωμάτιό του) δεν παρακολουθώ βήμα βήμα κάθε καινούργια ανακοίνοση και καινούργια θεωρία . . .
Αλέκος. Με συχωρείτε· δεν εννοούσα αφτό . . .
Ο κ. Λάκης. Κι' η θεραπεφτική της ιδέας δεν είνε σημερνή ανακάλυψη, Αλέκο.
Αλέκος. Αφτό δεν εμποδίζει . . .
Ο κ. Λάκης (σηκόνεται κι' ανάβει τσιγάρο). Που λες, Αλέκο, αφτά είνε ταληθινά ζητήματα . . .
Αλέκος. Κι' όμως ξέρουμε και την αιτιολογία . . .
Ο κ. Λάκης. Την αφετηρία να πεις . . . Αχ! μη με τα θυμίζεις την εποχή εκείνη, γιατί με τύφτει η συνείδησή μου . . . με κάνεις για μόνη φορά να συφωνήσω μαζύ σου και να παραδεχτώ, πως η Όλγα μου δεν είνε παρά του εγωισμού μου η καταδίκη . . .
Αλέκος. Με συχωρείτε, κ. Λάκη . . . Εγώ μήτε εσκέφτηκα ποτές μου . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Άκου με . . . για τις θεωρίες σου θέλω να πω του εσωτερικού κόσμου . . . Τι τα θέλεις; . . . Τότες . . . (ύστερα από λίγο) Αλέκο, άφισέ με να σου την ξαναπώ την ιστορία . . . και να σε πω για πρώτη φορά το μυστικό, που με βαρένει . . . Η κόρη μου έπαθε κι' εγώ έπαθα! . . . Νά! από πολυλογία! . Γενάρης είτανε και τότες . . . Τέτια εποχή . . . και τότες μαζεβόμαστε εδώ, μα όχι για να διασκεδάζουμε την Όλγα . . . Είχε τελειόσει η συναναστροφή μας . . . Είχε φύγει ο κόσμος και κοιμόμαστε πια . . . Εκεί με ξύπνησε ξάφνου η τρομερή εκείνη βουή . . . Ετίκλονε ένας καπνός· άκουγα ξύλα να τρίζουν. Οι περέτες κάτου έτρεχαν σα δαιμονισμένοι και στο μισοκοιμίσι μου κατάλαβα τι έτρεχε . . . Το κάτου πάτωμα, εκαίγονταν. Οι φλόγες σε λίγο θα μας περικύκλοναν! . . . Τρέχω στη στιμή στην κάμερα της Ασπασίας και της χτυπώ. Τρέχω στης Όλγας και της φωνάζω· κι' ο καπνός πια μ' έπνιγε . . . Η σκάλα είχε πάρει φωτιά . . . Τότες εγώ, αλαφιασμένος και μισοζαλισμένος, απάνου σ' εκείνο τον κίντυνο και στην αιφνήδια προσβολή της ζωής μου τρέχω στη σκάλα να σωθώ . . . Ναι! . . . Αφτά δε στάπα τότες και μήτε τάπα σε κανέναν άλλο. Μα συ και τόσο νέος και τόσο εκκεντρικός έχεις όμως τη δύναμη να δέχεσαι ξεμυστηρέματα και ναν τα φυλάς . .
Αλέκος. Σας εφκαριστώ για την εμπιστοσύνη σας, κ. Λάκη . . .
Ο κ. Λάκης. Τι με είταν τότες η ζωή; Η ίδια η εφτυχία πες . . . Δεν την είχε σκεπάσει ακόμα κανένα σύγνεφο . . . Και σώθηκα . . . βρέθηκα στο δρόμο . . . στον κόσμο τον άπειρο, που τριγύριζε εκεί με φωνές και περιέργεια, χωρίς να δίνει και μεγάλη βοήθεια . . . Τότες, ξεζαλισμένος πια, σωμένος, συλογίζουμαι τη γυναίκα μου και την κόρη μου . . . Τι νάγειναν;! . . . Φωνάζω: «αδέρφια σώστε τες . . . για όνομα του θεού σώστε τες! . . . » Ένας χριστιανός με βεβαίοσε, πως σώθηκαν και πως τις πήγαν στου γαμπρού μου του Θεοφίλου. Εκεί μ' οδήγησαν κι' εμένα. Ανεβαίνω 'γλήγορα γλήγορα τη σκάλα και βλέπω την Ασπασία . . . Σώθης; . . . της φωνάζω! Ο Θεός μέσωσε, μου λέει και πέφτει στην αγκαλιά μου! Μα σου λέω κι' αφτό το μυστικό . . . Εκεί σταληθινό μας αγκάλιασμα ένιοσα, πως η Ασπασία έκαμε ό,τι κι' εγώ και χωρίς να συλοηστώ εκείνη τη στιμή το δικό μου εγωισμό, πικράθηκα λίγο με το δικό της . . Η Όλγα μας; φωνάζω στη γυναίκα μου . . . Εδώ είνε, με λέει και με τραβάει στην κάμερα της Λίλας . . . Εκεί την είχαν ξαπλωμένη! Λιποθυμισμένη η κόρη μου με καημένα τα μαλάκια της και τσουλουφριασμένα! . . . Γονατίζω στο κρεβάτι της ο φτωχός, και με το στανιό ζητούσα ναν της δόσω τη δική μου την πνοή . . . τη δική μου τη ζωή! . . . ω! αγαπημένη μου Όλγα . . . λατρεφτό μου κορίτσι . . . Σώθηκε, Αλέκο! Μ ' από τότες και τα υστερικά αφτά στίγματα την κυρίεψαν . . . Από τότες αηδιάζει κάθε φαΐ και λιόνει . . λιόνει σιγά-σιγά. Τέσερα χρόνια τόρα και τι δεν εδοκίμασα; . . . και πού δεν την πήγα;! . . . Τι ταξίδια δεν της έκαμα;!. . Ποιος γιατρός δεν την είδε; . . . Μα η επιστήμη σταβρόνει τα χέρια της για το κορίτσι μου. Κι' εγώ, που δίνω τη ζωή σε τόσους αρώστους, που διορθώνω οργανισμούς χαλασμένους . . . ω! . . . μπρος της μηδενίζουμαι και δεν αξίζω τίποτα . . τίποτα . .
Αλέκος. Σεβαστέ μου κ. Λάκη, μην απελπιζόσαστε! ., . Εκηρύξατε μόνος σας την ανεπάρκεια της επιστήμης σας . . . Αφίστε να δοκιμάσω κι' εγώ τη δική μου επιστήμη . . .
Ο κ. Λάκης. Ποιά είνε η δική σου επιστήμη, Αλέκο; Έχεις κανά σκέδιο καινούργιο; Έστω . . Μα τα πρώτα πειράματα δεν τα κάνει κανείς στο παιδί του! . . . Ω! η Όλγα μου είνε καταδικασμένη . . . αργά ή γλήγορα θα μου τη σπαράξει την καρδιά μου! . . .
Αλέκος. Ποιά είνε η δική μου επιστήμη; Θα σας περικαλέσω να μη γελάστε . . . Με είπατε προλίγου, πως την πήγατε παντού και σ' όλους τους γιατρούς . . . Στην Τήνο την πήγατε; . . .
Ο κ. Λάκης. Πού;! . . . Στην Τήνο; . . . Αστειέβεσαι δηλαδή; . . .
Αλέκος. Καθόλου! . . . Η πίστη της Όλγα κάνει θάματα . . . Δοκιμάστε . . .
Ο κ. Λάκης. Από τα ίδια άρχησες πάλε! Ξέρεις τι θα πει στη Σαλπετριέρη να κουνήσει το κεφάλι του ο Σαρκώ σε μένα; και να με πει: «κύριε Λάκη, στην κατάσταση της κόρης σου το μόνο φάρμακο, που σε συβουλέβει ο συνάδερφός σου είνε η απομόνοση». Τα καταλαβαίνεις αφτά; . . . Μα ποιος από μας αντέχει σ' αφτό το φάρμακο; . . .
Αλέκος. Κι' όμως αφτά όλα συνηγοράνε σ' ό,τι σας ζητώ . .
Ο κ. Λάκης Δηλαδή; . . .
Αλέκος. Νά μου επιτρέψτε να εφαρμόσω τη δική μου θεραπεία . . . (ο κ. Λάκης κουνάει το κεφάλι) Μα, κ. Λάκη, σας παρακαλώ θερμά . . . σας το ζητώ επί τέλους για χάρη και δεν είνε πολύ σπουδαίο ό,τι σας ζητώ . . . Θέλω μόνο να μ' αφίσετε ελεφτεριά μαζύ της χωρίς να με παρεξηγείστε . . .
Ο κ. Λάκης (με ενδιαφέρο), Α! . . . μ' αφτά τάχεις με το δίκιο σου . . . ipso jure να σου μιλήσω νομικά . . .
Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .
Ο κ. Λάκης. Κι' επειδή εσύ περιορίζεις τις παράκλησές σου ως εφτού, εγώ θα σου τις ανεβάσω πιο ψηλά . . . Θα σε δόσω όχι πια το δικαίομα , αλλά την υποχρέοση να μην την αφίσεις μονάχη καθόλου . . . . (σε λίγο με χαμόγελο) Μα μην πιστέβεις πως μέπεισε ο ενθουσιασμός σου ο νεανικός για τη θεραπεφτική σου . .
Αλέκος. Οπωςδήποτε . . . Σας εφκαριστώ . . . σας εφκαριστώ . . .
(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)
Η κ. Λάκη. Γιατί κλεισμένοι τόσην ώρα; Ήθελαν νανάψουν καλά τη σόμπα και δεν τολμούσαν . . . Ενιά η ώρα . . .
Ο κ. Λάκης (σηκόνεται). Ενιά η ώρα;! . . Πώς παρασέρνει η κουβέντα . . . Pardon, Αλέκο μια στιγμή!. . πάω να φορέσω τη βαρύτερη μου ρετιγκότα . . . Ασπασία, να πεις νανάψουν καλά τη σόμπα . . . γι' αφτό κρύονα . . Η Όλγα;
Η κ. Λάκη. Είνε στην κάμερά της· όπου νάνε θαρθεί . . .
Ο κ. Λάκης au revoir· (φέβγει).
Η κ. Λάκη. Μα τι λέγατε τόσην ώρα;
Αλέκος. Μας παράσυρε η επιστημονική συζήτηση.
(μπαίνουν περέτες και συγυρίζουν).
Αλέκος. Σήμερα η ματμαζέλ Όλγα κάτι έφαγε. , .
Η κ. Λάκη. Ναι! . . . Ξέρεις πόσον καιρό είχε να φέρει τόσο το πιρούνι στο στόμα;