Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 8

Chapter 835 wordsPublic domain

Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην και εκείθεν προς τον κόλπον του Βώλου, παρέστη την 9 Οκτωβρίου έμπροσθεν της Σκιάθου. Οι κάτοικοι της νήσου ταύτης, οίτινες, φοβούμενοι τους συρρεύσαντας εν αυτή Ολυμπίους μετά την πτώσιν της Ευβοίας και των Τρικέρων, είχαν μετακομισθή όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις το φρούριον, έστειλαν αντιπροσώπους εις προσκύνησιν του καπητάμπασα αιτούμενοι την συνδρομήν του και πολεμεφόδια προς απόπεμψιν των Ολυμπίων. Ο καπητάμπασας και πολεμεφόδια προθύμως τοις έδωκε, και τον στόλον του αυθημερόν εις τον λιμένα των έφερε· την δε επιούσαν ήρχισε σφοδρόν κανονοβολισμόν. Πολλοί των επί της νήσου Ολυμπίων έτρεξαν επί τω εμφανισμώ του στόλου εις την μονήν της Ευαγγελίστρας μίαν ήμισυ ώραν μακράν του φρουρίου προς εξασφάλισιν των αδυνάτων, ώστε 400 μόνον ήσαν οι επί του παραλίου μαχηταί εν ώ εκανονοβόλει ο στόλος. Μετά μιας δε ώρας άσβεστον πυρ επειράθη ο καπητάμπασας ν' αποβιβάση στρατεύματα εις τας θέσεις, μέγαν Άμμον και Ανεμομύλους· επειδή δ' επεκράτει άκρα νηνεμία, και δεν διεσκεδάζετο ο πολύς και παχύς καπνός, οι εχθροί επλησίασαν αφανείς και αβλαβείς όπου εσκόπευαν ν' αποβώσιν· αλλά φανέντες επυροβολήθησαν σφοδρώς, ολίγοι επρόφθασαν και απέβησαν, και όλοι οι αποβάντες κατεκόπησαν, οι δε λοιποί επανήλθαν εις τα πλοία άπρακτοι. Ματαιωθέντος του περί αποβάσεως σχεδίου, ανήχθη ο στόλος μετά μεσημβρίαν όλος και εισέπλευσε τον κόλπον του Βώλου. Εφάνη την ακόλουθον ημέραν αίφνης και ο ελληνικός εντός του κόλπου, προσέβαλε την προφυλακήν του εχθρικού προς το Αρτεμίσιον, και επέρριψε δύο πυρπολικά, αλλ' εις μάτην. Μετά την αβλαβή δε ταύτην σύγκρουσιν εξέπλευσε του κόλπου, έρριψεν άγκυραν εις τον λιμένα της Σκιάθου, και ησχολήθη εις ετοιμασίαν εκ του προχείρου δύο πυρπολικών. Εξέπλευσε και ο οθωμανικός την επαύριον, και επανέπλευσεν εις τον Ελλήσποντον, όπου διαμείνας ολόκληρον μήνα εισέπλευσε τον κεράτιον κόλπον μη αισχυνόμενος να ρυμουλκή ως δείγματα των κατά θάλασσαν κατορθωμάτων του 15 μικρά πλοία, όλα φορταγωγά, τήδε κακείσε συλληφθέντα. Έμειναν δε καί τινα των πολεμικών παρά τον Ελλήσποντον. Κατόπιν του οθωμανικού απέπλευσε της Σκιάθου και ο ελληνικός, όστις απήντησε προς τους Ωραιούς εξερχόμενα του κόλπου δέκα ένοπλα πλοία διατελούντα υπό τον πασάν της Θεσσαλονίκης, ήτοι, έν τρικάταρτον, οκτώ δικάταρτα και μίαν γολέτταν, φέροντα όλα αιχμαλώτους εκ των συλληφθέντων επί τη πτώσει της Ευβοίας. Οι Τούρκοι εξέλαβαν μακρόθεν τα ελληνικά ως τουρκικά και έπλεαν προς αυτά· αλλά πλησιάσαντα είδαν την απάτην των και εστράφησαν προς την ξηράν εις διάσωσίν των. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αμαχητί το τρικάταρτον και τέσσαρα δικάταρτα, εν οίς ηύραν 150 αιχμαλώτους· η γολέττα εκάη αύτανδρος μη θέλουσα να παραδοθή· τα δε άλλα τέσσαρα ερρίφθησαν εις την ξηράν παρά την Στηλίδα.

Κατ' εκείνον τον καιρόν συνέβη τα εξής περίεργον. Ο αυστριακός μοίραρχος συνέλαβεν 22 Έλληνας ως πειρατάς και τους παρέδωκεν εις τον διοικητήν της Σμύρνης, όστις τους απέστειλε διά ξηράς υπό φρουράν εις Μουντανιά όπως διαβιβασθώσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Δεδεμένοι οι άνθρωποι ούτοι από των ουρών των εφ' ων εκάθηντο οι απάγοντες αυτούς ίππων και ελκόμενοι, έφθασαν εις Μουντανιά, όπου εμβιβασθέντες είς τι πλοίον έχον 17 Τούρκους ναύτας ερρίφθησαν δέσμιοι εις την κοίλην· αλλ' εν ώ ύπνωτταν οι πλείστοι του πληρώματος, ανέβησαν οι δέσμιοι αίφνης επί του καταστρώματος αλληλολυθέντες, ήρπασαν όπλα, και τους μεν φονεύσαντες τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν και φορέσαντες τα ενδύματά των, διεξέπλευσαν ακωλύτως τον Ελλήσποντον, διεξέφυγαν επιτηδείως τα παραλιμενίζοντα εχθρικά πλοία και κατευωδώθησαν αβλαβείς εις Ψαρά.

Αφού δε εψεύσθησαν, ως προείρηται, αι ελπίδες ας συνέλαβεν ο εν Κρήτη Χασάμπασας εις υποταγήν των λαών διά της πειθούς, επεχείρησε να κατορθώση το σκοπούμενον διά της βίας, παντού θύων, ανδραποδίζων, κατερημόνων και ιχνηλατών και αυτούς τους εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης. Δισχίλιοι ψυχαί, εν αις και 300 ένοπλοι, κατέφυγαν είς τι σπήλαιον παρά το χωρίον Μιλάτον της επαρχίας Μυραμπέλου, και δεκαπέντε νυχθήμερα δεν έπαυσαν αμυνόμενοι. Πολλοί έδραμαν έξωθεν εις σωτηρίαν των, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν και οι έγκλειστοι απελπισθέντες επί τέλους και διψώντες παρεδόθησαν, και ουδείς σχεδόν αυτών ηύρεν έλεος. Μη δυνάμενοι δε πλέον οι κατ' εκείνα τα μέρη Χριστιανοί ν' αντισταθώσιν, έκλιναν γόνυ ενώπιον του νικητού· ολίγοι μόνον περιεφέροντο εις τα όρη ένοπλοι.

Ο δε Χασάμπασας, αφ' ού κατεπάτησε και υπέταξεν όλας τας ανατολικάς επαρχίας, επανήλθε, προς ανάπαυσιν των στρατιωτών του προχωρούντος ήδη του χειμώνος, εις Πεδιάδα, όπου εκτραχηλισθείς του ίππου απέθανε.

Αλλ' όσον εχειροτέρευσαν τα των επαρχιών εκείνων μετά την εκεί μετάβασιν των περί τον Χασάμπασαν, τόσον εβελτιώθησαν τα κατά τα φρούρια των Χανιών και της Ρεθύμνης απομακρυνθέντων των εχθρών· διότι καταλαβόντες εκ νέου οι Χριστιανοί ας άλλοτε κατείχαν θέσεις, συχνάκις ηνόχλουν και έβλαπταν τους εξορμώντας εχθρούς ενεδρεύοντες και καταδιώκοντες αυτούς συνήθως μέχρι των πυλών των φρουρίων. Ενέπεσαν όμως και ούτοι έν τινι ενέδρα κατά τους Αρμένους και απώλεσαν τον εν πολλαίς μάχαις διακριθέντα και καλώς πάντοτε πολιτευσάμενον Γεώργην Δεληγιαννάκην.

Αρχομένου δε του Οκτωβρίου, καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν εις Σούδαν ο εν τω αργολικώ κόλπω παθών οθωμανικός στόλος, επεβιβάσθησαν δισχίλιοι εκ των πληρωμάτων εις Καλύβας προς λεηλασίαν της επαρχίας των Αποκορώνων, αλλ' απεκρούσθησαν, έπαθαν, πολλοί έπεσαν εις την θάλασσαν προς σωτηρίαν των, και ο στόλος απήρε μετά τινας ημέρας άπρακτος. Εν τούτοις ηύξανεν η διχόνοια των Κρητών και του Αφεντούλη. Ούτος, εν όσω απελάμβανε την εύνοιαν των Σφακιανών, διετήρει την εξουσίαν· αλλ' αφ' ού εμισήθη παρ' αυτών, εγκατελείφθη παρά πάντων, εξυβρίσθη, απεκηρύχθη, καθηρέθη, εφυλακίσθη, και απέπλευσεν αβλαβής εις Μάλταν. Τούτου δε καθαιρεθέντος και του γενικού γραμματέως Νικολάου Οικονόμου την διοίκησιν του τόπου προσωρινώς τας αρχάς δεκεμβρίου αναλαβόντος, συνηνώθησαν πεντακισχίλιοι Χριστιανοί, και αρχομένου του φεβρουαρίου έπεσαν εις τας επαρχίας Κισάμου και Σελίνου, κατετρόπωσαν τους εν αυταίς Τούρκους, ανέτρεψαν διά πυρός πύργους, ήρπασαν κτήνη και τας πολεμικάς αποσκευάς των, ερήμωσαν την γην των, και τους μεν εν τη επαρχία της Κισάμου απέκλεισαν όλους εν τω φρουρίω της, τους δε εν τη του Σελίνου περιώρισαν εντός του Κανδάνου πολιορκούντες και τούτους και εκείνους. Επί δε των συμβάντων τούτων απέθανεν εξ ασθενείας ο πλήρης πατριωτικού ζήλου, ο κάλλιστος και φιλοκίνδυνος, Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ο κοινώς καλούμενος Σήφακας ή Σήφης.

Μετά δε την εν Άστρει εθνικήν συνέλευσιν διωρίσθη παρά της κυβερνήσεως αρμοστής της Κρήτης επί τη αιτήσει των εντοπίων ο Μανώλης Τομπάζης, ανήρ δυνάμενος διά της υπολήψεως, της αξιότητος και της ναυτικής επιρροής του να ενισχύση τον αγώνα· Μάιος και επειδή δεν είχεν η κυβέρνησις πώς να επαρκέση εις τα της εκστρατείας, συνεισέφεράν τινες των εν Πελοποννήσω Κρητών, εδάνεισε και ο αρμοστής, εστρατολογήθησαν διά των χρημάτων τούτων εν Ναυπλίω 1200 οπλοφόροι σύμμικτοι, συνεστρατολογήθησαν καί τινες Κρανιδιώται ως πυροβολισταί υπό τον Χάστιγκα, και απάραντες όλοι μετά του αρμοστού επί οκτώ πλοίων πολεμικών και φορτηγών μετεβιβάσθησαν την 22 μαΐου εις τον λιμένα της Κισάμου, Δραπανιάν, πλησίον του πολιορκουμένου φρουρίου. Και πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εξέλαβαν τα ελθόντα πλοία ως οθωμανικά, και οι πολιορκούμενοι εμψυχωθέντες εξώρμησαν, έπεσαν κατά των πολιορκούντων και τους απεμάκρυναν· αλλά φανείσης της σημαίας, επανήλθαν οι πολιορκούμενοι εις το φρούριον, επανήλθαν και οι πολιορκηταί εις την θέσιν των και απέκλεισαν τους εχθρούς ως και πρότερον. Εν τούτοις απέβησαν οι περί τον Τομπάζην και απεβίβασαν αυθημερόν και το πυροβολικόν εκ 15 κανονίων, εξ ών τα 8 εστάλησαν παρά του εν Ρωσσία Καλλέργη. Εμελέτα δε ο αρμοστής να πέση ευθύς εις τα Χανιά· αλλά σκεφθείς ότι το φρούριον της Κισάμου ήτο διά συμβιβασμού αλωτόν, έμεινε και επρότεινε τοις εν αυτώ να παραδοθώσιν. Εισηκούσθη η πρότασίς του, και δώσας και λαβών ομήρους παρέλαβε το φρούριον την τετάρτην ημέραν της αποφάσεώς του, ό εστι την 25, και απέστειλεν εις Χανιά τους εν αυτώ 1500 επί δύο υπό ιόνιον σημαίαν πλοίων αβλαβείς, αλαφυραγωγήτους και οπλοφορούντας· τόσους δε εθέριζε καθ' ημέραν ο εν τω φρουρίω λοιμός, ώστε 50 απέθαναν διαρκούσης της επιβιβάσεως. Συνωμολογήθη δε επί της παραδόσεως του φρουρίου να απολύσωσι και οι Χανιώται οικογενείας τινάς χριστιανικάς· και επειδή δεν τας απέλυσαν, απεποιήθησαν και οι περί τον Τομπάζην, ν' απολύσωσι τους ομηρεύοντας παρ' αυτοίς Τούρκους. Πολύτιμος ήτον η κτήσις του λιμένος της Δραπανιάς, διότι ήνοιγε νέαν κοινωνίαν μετά της λοιπής Ελλάδος, μόνου του λιμένος των Σφακιών χρησιμεύοντος μέχρι τούδε εις κοινωνίαν.

Διαθέσας δε ο αρμοστής τα της Κισάμου εισέβαλε την 30 εις την επαρχίαν του Σελίνου πατρίδα των μαχιμωτέρων Τούρκων της Κρήτης επί σκοπώ να πέση απροσδοκήτως εις Κάνδανον, όπου είχαν συρρεύσει όλοι οι κάτοικοι της επαρχίας εκείνης, εξ ών 1500 οπλοφορούντες, εισφέροντες τα κτήνη των και πάσαν την κινητήν περιουσίαν των αλλ' οι εν Κανδάνω Τούρκοι προειδοποιήθησαν, ωχυρώθησαν εντός τινος πύργου κειμένου προς δυσμάς, και δύο κτιστών προμαχώνων, του μεν προς το κέντρον, του δε προς την αρκτικήν πλευράν του χωρίου, και στήσαντες ενέδραν καθ' οδόν εφόνευσαν και συνέλαβαν 30 Στερεοελλαδίτας μη ειδότας τον τόπον.

Ο δε αρμοστής, στρατοπεδεύσας έξωθεν του χωρίου μετά 5500 εντοπίων και αλλοδαπών, και στήσας 4 κανόνια, διέταξε μετά τινα ακροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθησαν ολίγοι εκατέρωθεν, την δι' εφόδου άλωσιν των δύο προμαχώνων. Χίλιοι πεντακόσιοι υπήκουσαν· αλλ', αφ' ού έφθασαν εντός βολής πιστόλας, εξώρμησαν οι Τούρκοι πριν εφορμήσωσιν ούτοι, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 110 και επλήγωσαν σχεδόν άλλους τόσους· εχάθησαν και εκ των νικητών 30. Νικηταί εφάνησαν οι Σελινιώται και κατ' άλλας τινάς εξορμήσεις· αλλά νικώντες είχαν εντός του χωρίου εχθρόν ανίκητον, την πανώλην, θερίζουσαν ανηλεώς. Η μάστιξ αύτη εταπείνωσε την οφρύν των, ην ύψωσαν αι ευτυχείς εκδρομαί των· κινδυνεύοντες δε όλοι και θαρρυνόμενοι υπό της αξιεπαίνου διαγωγής του αρμοστού επί της παραδόσεως της Κισάμου, έστερξαν επί τη προτάσει αυτού ν' αναχωρήσωσιν εις Χανιά αβλαβείς φέροντες όλα τα πράγματά των· αλλ' απήτησαν εις ασφάλειάν των ανταλλαγήν ομήρων, διότι, και αν δεν υπώπτευαν τον αρμοστήν, υπώπτευαν πάντοτε το εντόπιον στράτευμα. Τω όντι και επί της παραδόσεως της Κισάμου και επί της ενεστώσης διαπραγματεύσεως τινές των εντοπίων ήθελαν τον συμβιβασμόν ως παγίδα μάλλον, ή ως ασφάλειαν των εχθρών· και επειδή δεν εισηκούσθησαν επί της παραδόσεως του φρουρίου εκείνου, απήτουν ήδη επιμόνως να συμβιβασθώσι κατ' επιφάνειαν μόνον μετά των εν Κανδάνω, σκοπεύοντες να τους επιβουλευθώσι διαβαίνοντας τα στενά· επροφασίζοντο δε ότι το συμφέρον του εθνικού αγώνος απήτει την θυσίαν των περί ων ο λόγος Τούρκων διά θεμιτών και αθεμίτων τρόπων, διότι ήσαν οι μαχιμώτεροι και οι σκληρότεροι όλων των άλλων. Απέρριψεν εν αγανακτήσει ο αρμοστής την στυγεράν ταύτην απαίτησιν, ουδείς των Ελλήνων ανακαλυφθέντος του δολίου τούτου σκοπού ήθελε να ομηρεύση, και ο συμβιβασμός εδυσκολεύετο. Συνέβη εν τούτοις τυχαίον τι εξομαλύναν την ενυπάρχουσαν δυσκολίαν. Διαρκούσης της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως επεκράτει ανακωχή, και επί της ανακωχής είς των Σελινιωτών εσκότωσε στρατιώτην Έλληνα πειραθέντα ν' αρπάση από της ζώνης του την αργυρήλατον πιστόλαν του. Συλληφθείς ο φονεύς εστάλη προς τον αρμοστήν ίνα τιμωρηθή, αλλ' απελύθη εν τω άμα ατιμώρητος επί λόγω ότι ο Τούρκος δικαίως εσκότωσε τον Έλληνα. Η πράξις αύτη του αρμοστού τόσον, τον εσύστησε παρά τοις εχθροίς του, ώστε, επαναληφθεισών των εχθροπραξιών την επαύριον διά την υπερανακώχευσιν, εδέχθησαν οι Τούρκοι τον συμβιβασμόν άνευ ομήρων επί τη απλή υπογραφή του αρμοστού ελπίζοντες εις την τιμιότητά του (α). Αλλ' οι δολιευόμενοι τον συμβιβασμόν εντόπιοι, μαθόντες το γεγονός, προκατέλαβαν, μη εισακουομένου του αρμοστού, τα στενά προς εκτέλεσιν του βδελυρού σχεδίου των. Ιούνιος Την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν της 2 Ιουνίου εξεκίνησαν οι Τούρκοι συνεπιφέροντες τα πράγματά των και τα κτήνη των. Έκ τινων σημείων υπώπτευσαν καθ' οδόν δόλον αλλά δεν εδύναντο να επανέλθωσιν εις το χωρίον των, διότι, εν ώ τινές των κακά βουλευομένων έτρεξαν να προκαταλάβωσι τα στενά, άλλοι ήρχοντο κατόπιν των. Πεσόντες δε εις τα στενά έπαθαν τα πάνδεινα. Καλή τύχη προειδοποίησαν οι Χανιώται περί της μελετωμένης μεταβάσεως και ήλθαν εις συνάντησιν και υπεράσπισιν. Εξαιτίας ταύτης τα παθήματα των Σελινιωτών οπωσούν εμετριάσθησαν, αλλά πολλοί αυτών εφονεύθησαν, πάμπολλαι γυναίκες και παιδία εζωγρήθησαν και πολλά κτήνη και πράγματα των ηρπάγησαν. Δεν ηρκέσθησαν οι κακοπράγμονες επί τη αθεμίτω ταύτη πράξει αλλ' εξώκειλαν και εις άλλην απανθρωποτέραν· επί λόγω να μη μολυνθώσιν, έκαυσαν 200 πανωλοβλήτους κοιτωμένους εντός του ως νοσοκομείου χρησιμεύοντος ζαμίου του Κανδάνου. Η διαγωγή αύτη κατέστρεψε ην συνέλαβαν οι Τούρκοι κατ' αρχάς καλήν ιδέαν περί του αρμοστού.

Εκείναις ταις ημέραις εδυναμώθησαν οι μέχρι τούδε αδύνατοι εχθροί, διότι η μεν μοίρα του οθωμανικού στόλου, η έξωθεν των Μοθωκορώνων αποκοπείσα, έφερεν εις Χανιά τροφάς και 300 πυροβολιστάς. 43 δε πλοία υπό τον υποναύαρχον του Μεχμέτ-Αλή Γιβραλτάρην απεβίβασαν μετ' ολίγον εις το Μεγάλον Κάστρον 5000 μαχητάς.

Κατ' αυτόν δε τον καιρόν παρ' ολίγον ν' ανάψη εμφύλιος πόλεμος, φονευθέντων εν Μυλοποτάμω δύο Σφακιανών ατακτησάντων. Ο αρμοστής καθησύχασε τους αντιφερομένους, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.

Αφ' ού δε αι δύο επαρχίαι Κισάμου και Σελίνου ηλευθερώθησαν, εκρίθη εύλογον να οργανισθή η νήσος εκ νέου πολιτικώς και στρατιωτικώς, και να τακτοποιηθή η υπηρεσία. Επί τω σκοπώ τούτω συνήλθαν αρχομένου του Ιουνίου οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών επί τη προσκλήσει του αρμοστού εις Αρκούδαιναν, χωρίον της επαρχίας Ρεθύμνης· αλλ' οι Σφακιανοί, αντί να στείλωσιν ως και οι άλλοι λαοί της Κρήτης πληρεξουσίους, κατέβησαν ένοπλοι πληθηδόν επί λόγω ότι αντιφερόμενοι προς τους Μυλοποταμίτας δεν επιστεύοντο να στείλωσι μόνον πληρεξουσίους.

Ωπλαρχήγουν μέχρι τούδε όλων των επαρχιών της Κρήτης Σφακιανοί. Περιφρόνησιν εθεώρουν την προτίμησιν ταύτην οι των άλλων επαρχιών και απήτουν εν τη συνελεύσει να εκστρατεύωσι του λοιπού υπό συνεπαρχιώτας αρχηγούς. Η γνώμη αύτη υπερίσχυσε, και οι Σφακιανοί απεχωρίσθησαν εγκοτούντες· αλλ' επί τη προσκλήσει του αρμοστού, υποσχεθέντος να τους ικανοποιήση και εξορίσαντος προς χάριν των τινάς των αντιπάλων αυτών επανήλθαν, συνειργάσθησαν, και συνυπέγραψαν τον νέον οργανισμόν, ον επεκύρωσε την 15 και ο αρμοστής (β).

Εν ώ δε κατεγίνοντο οι Κρήτες ρυθμίζοντες τα τοπικά των κατά τον νέον οργανισμόν, οι συνοδεύσαντες τον αρμοστήν οπλοφόροι διέμεναν έμπροσθεν των Χανιών ακροβολιζόμενοι. Την δε 12 Ιουλίου, μεσούσης της ημέρας, καθ' ην ώραν εκοιμώντο οι Τούρκοι, έπεσαν αίφνης επί τον Ταράτσον, χωρίον έν τέταρτον της ώρας απέχον του Μεγάλου Κάστρου, και τον εκυρίευσαν. Ηγωνίσθησαν οι Τούρκοι εις ανάκτησίν του, έπεσαν εκατέρωθεν ικανοί, και οι Χριστιανοί μη δυνάμενοι να τον διατηρήσωσι τον έκαυσαν επί τέλους και ανεχώρησαν.

Επί δε της συνευλεύσεως εκρίθη αναγκαίον ν' αναζωπυρωθή ο αγών εν ταις ανατολικωτέραις της νήσου επαρχίαις, όπου η παρουσία των εχθρών τον απέσβεσεν. Επί τω σκοπώ τούτω διετάχθησαν διάφοροι οπλαρχηγοί να στρατολογήσωσιν εν ταις επαρχίαις των και συνέλθωσιν όλοι εις Αμουργέλας κατά τας υπωρείας της Ίδης, πέντε ώρας μακράν του Μεγάλου Κάστρου.

Εν ώ δε κατεγίνετο ο αρμοστής εις τα της εκστρατείας, κατέπλευσεν εκ νέου εις Κρήτην υπό τον Γιβραλτάρην ο αιγύπτιος στόλος συνοδεύων 50 φορτηγά μετακομίζοντα στρατεύματα, τροφάς, πολεμεφόδια και τον Χουσεήμπεην γαμβρόν του Μεχμέτ-Αλή και διάδοχον του Χασάμπασα.

Αν και η εις ην κατεγίνοντο οι Χριστιανοί στρατολογία ηλπίζετο και ταχεία και πολυάριθμος, μόλις συνήλθαν υπερμεσούντος του αυγούστου εις Αμουργέλας δισχίλιοι και ετάχθησαν υπό τον Ρούσον προς ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των Σφακιανών· αφίχθη εκεί και ο Τομπάζης μετά χιλίων. Δεκακισχίλιοι Τούρκοι, πεζοί και ιππείς, επέπεσαν πανστρατιά, και πολλάκις εφορμήσαντες και πολλά παθόντες απεκρούσθησαν αλλ' υπερίσχυσαν επί τέλους. Η μάχη αύτη, καθ' ην 300 Έλληνες εχάθησαν, κατέστρεψε τον αγώνα και εματαίωσεν όλας τας υπέρ νέας στρατολογίας προσπαθείας του αρμοστού.

Εν μέσω δε της αποτυχίας και της αθυμίας ταύτης προσήλωσαν οι Έλληνες την προσοχήν των εις την άλωσιν του φρουρίου της Γραμβούσης επί πετρώδους τινός νησιδίου κατά την δυτικήν άκραν της νήσου κειμένου, ολιγάριθμον έχοντος φρουράν και αυτήν απρόσεκτον. Την 11 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εκινήθησαν δισχίλιοι υπό την αρχηγίαν του Δημήτρη Δράμαλη, ανέβησαν τα τείχη του φρουρίου επ' ελπίδι να το αφαρπάσωσιν, εισήλθαν ανεμπόδιστοι και εφόνευσαν τον σκοπόν κοιμώμενον αλλά γενομένης ταραχής επί της εντός διασποράς αυτών, τους ενόησαν οι Τούρκοι, έδραξαν τα όπλα, κατέλαβαν τας οχυράς θέσεις, και αντεμάχοντο αγνοούντες διά το επικρατούν σκότος τίνες οι φίλοι και τίνες οι εχθροί. Επί της νυκτερινής δε συμπλοκής επληγώθησαν ο Ραφαλιάς πλοίαρχος της γολέττας Τερψιχώρης καί τινες άλλοι, οίτινες και εξεβιβάσθησαν του φρουρίου. Διαδοθέντος δε ψευδούς λόγου ότι οι προπορευθέντες κατεστράφησαν όλοι, υπερεφοβήθησαν οι λοιποί, και οι πλείστοι αυτών εξεπήδησαν προς σωτηρίαν των. 40 ευρέθησαν εν τω φρουρίω αφ' ού έφεξε, και δύο μόνον εξ αυτών, ο Αναγνώστης Παναγιώτου και ο Χατσή- Γιάννης Βαρδικάκης, εκπηδήσαντες εσώθησαν. Ο δε ρεθύμνιος Γεώργης Παπαδάκης, σπάσας τους πόδας του επί της νυκτερινής του καταβάσεως και μη δυνάμενος να τρέξη, εφονεύθη την επαύριον υπό των εξελθόντων του φρουρίου Τούρκων.

Θύων εν τούτοις ο Χουσεήμπεης και απολύων εισήλασε τον οκτώβριον εις Αυλοπόταμον. Πεντακόσιοι Χριστιανοί, γυναίκες το πλείστον και παιδία, εκρύβησαν έν τινι σπηλαίω επί της μεσημβρινής πλευράς πετρώδους βουνού προς το δυτικοβόρειον μέρος του Μελιδωνίου, χωρίου της επαρχίας Αυλοποτάμου. Τρεις μήνας αντέστησαν πολιορκούμενοι και αμυνόμενοι. Μη δυνηθείς δε ο Χουσεήμπεης κατ' ουδένα τρόπον να τους υποτάξη, ήνοιξεν οπήν άνωθεν του σπηλαίου, επεσώρευσεν ευφλέκτους ύλας, τας εφλόγισε πνεύσαντος επιτηδείου ανέμου, και ο εισθρώσκων καπνός έπνιξε σχεδόν όλους.

Προθέμενος ο ανήρ ούτος να καταστρέψη ολοτελώς τον αγώνα επάτησε τελευτώντος του φεβρουαρίου και τον Αποκόρωνα, επάτησεν αρχομένου του μαρτίου και υπέταξε και αυτά τα Σφακιά και εκάλει καταβάς εκείθεν τους λαούς εις αφοπλισμόν και εις μετάνοιαν επί πλήρει και τελεία αφέσει παντός πολιτικού αμαρτήματος και επί κατοχή της ιδιοκτησίας των· ηύρε δε και όργανον των βουλών του τον εκεί αυστριακόν υποπρόξενον Δερκούλην, όστις, περιφερόμενος από χωρίου εις χωρίον, εκάλει τους πάντας εις υποταγήν επί αμνηστεία, και εξέδωκε την 12 απριλίου εγκύκλιον προς τους Έλληνας, δι' ης τοις έλεγε κομπάζων ότι «αν οι Τούρκοι τον ηπάτουν, θα τους εστηλίτευε και θα μετεχειρίζετο όλην την ισχύν του εις ικανοποίησιν των παθόντων». Εν όσω οι Σφακιανοί αντείχαν, ηλπίζετο ως και άλλοτε η ανόρθωσις του αγώνος· αλλ' οι ισχυρότεροι των πλαρχηγών αυτών απηρνήθησαν επί τη περιστάσει ταύτη τον αγώνα. Τούτου γνωσθέντος, απηλπίσθησαν όλοι, και προκειμένης της φυγής ή της υποταγής, επροτίμησαν την φυγήν οι δυνάμενοι να φύγωσι· πάμπολλοι δε, μήτε να φύγωσι δυνάμενοι μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, ανέβησαν τα όρθια μέρη της Ίδης επ' ελπίδι ασφαλούς καταφυγής· δεν έπαυσαν δε και πολλοί κλεπτοπολεμούντες· ήσαν καί τινες επιθυμούντες εν τη γενική ταύτη απελπισία να θέσωσι την πατρίδα των υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ο δε ατυχής αρμοστής, καταδιωκόμενος ένθεν κακείθεν, και φοβούμενος μη πιασθή και παραδοθή εις τους εχθρούς παρά των επιβουλευθέντων τον εθνικόν αγώνα, κατέφυγεν εις τον λιμένα των Σφακιών, έκαυσε τας εκεί αποθήκας τροφών και πολεμεφοδίων, εσυμβούλευσε τους Κρήτας διά προκηρύξεως του της 6 απριλίου να εγκαρτερώσιν ένοπλοι, και διατάξας τα εις υποστήριξιν των πολεμικών κινημάτων καταπλεύσαντα εκείναις ταις ημέραις υδραϊκά πλοία να παραλάβωσιν όσους εχώρουν και μετακομίσωσιν εις Μονεμβασίαν, ανεχώρησε και αυτός την 12 επί της Τερψιχώρης.