Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 7

Chapter 724 wordsPublic domain

ΑΡΧΗΓΟΣ της εις Πάτρας εκστρατείας υπό την ανωτάτην διεύθυνσιν του Ζαήμη διωρίσθη ο Γιατράκος, όστις εστρατοπέδευσεν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού. Μικρού λόγου αξία απέβη η εκστρατεία αύτη περί τα πολεμικά, αλλά πολλού δι' ας έδωκεν αφορμάς εις πολιτικάς διαιρέσεις. Αν και πολλών επαρχιών της Πελοποννήσου στρατιωτικά σώματα διετάχθησαν να συνέλθωσιν εις το στρατόπεδον τούτο, μόνα τα υπό την επιρροήν του Ζαήμη, του Λόντου, του Γιατράκου, του Αναγνωσταρά καί τινων άλλων συνήλθαν· τα δε υπό την του Κολοκοτρώνη, του Δηληγιάννη, του Σισίνη και των ομοφρόνων αυτών δεν εφάνησαν. Ο Κολοκοτρώνης ήθελεν, ως και άλλοτε, να διορισθή αρχηγός πληρεξούσιος της εκστρατείας ταύτης ως αντιπολιτευόμενος τον Ζαήμην και τον Λόντον· και επειδή δεν εισηκούετο, αντέπραττε φανερά εις διάλυσιν του στρατοπέδου. Εντεύθεν εκορυφώθησαν τα πάθη των δύο πελοποννησιακών κομμάτων, και αι διαιρέσεις κατήντησαν εντός τινων επαρχιών και εις στρατιωτικάς συγκρούσεις· εξ αιτίας δε της ολιγότητος του περί τας Πάτρας στρατού, οι κατ' εκείνο το μέρος εχθροί έμειναν ανενόχλητοι βλάπτοντες μάλλον ή βλαπτόμενοι, και η επί της εισβολής του πασά της Σκόδρας παθούσα Δυτική Ελλάς, και αι κινδυνεύσασαι πόλεις Ανατολικού και Μεσολογγίου υπέστησαν όλον τον αγώνα αβοήθητοι. Διήρκει μάλιστα η πολιορκία του Ανατολικού ότε το περί ου ο λόγος στρατόπεδον, το εις βοήθειαν των μερών εκείνων συστηθέν, διελύθη διά των ραδιουργιών των αντιπολιτευομένων, και ο Γιατράκος ανεχώρησεν εις τα ίδια. Αλλά, αν ευτύχησεν ο Κολοκοτρώνης να βλάψη τους εναντίους του, δεν ευτύχησε και να ωφεληθή αυτός. Άλλα επροσδόκα επί της αντιπροεδρίας του και άλλα ηύρεν· ωλιγόστευσεν η επιρροή του αντί ν' αυξήση, διότι επί τη μεταθέσει του από της στρατιωτικής εις την πολιτικήν υπηρεσίαν και οι συγγενείς του εδυσφόρησαν, και οι πλείστοι των φίλων του τον εγκατέλιπαν. Ίσχυεν η γνώμη του παρά τω νομοτελεστικώ, αλλ' ουδαμώς παρά τω βουλευτικώ· και όσον εκείνο τον ετίμα, τόσον τούτο τον απεστρέφετο. Ταύτα και τα τοιαύτα τον ηνάγκασαν να παραιτηθή της αντιπροεδρίας.

Αλλ' αποχωριζόμενος ο Κολοκοτρώνης του νομοτελεστικού προσωπικώς, δεν απεχωρίζετο και πολιτικώς. Ομόφρων και συμπράκτωρ αυτού τον επί της αντιπροεδρίας του, τοιούτος διέμεινε και αφ' ού παρητήθη· προς μόνον δε τον συναδελφόν του Ζαήμην, προς ον αντεφέρετο και πρότερον, αντεφέρετο και παραιτηθείς, αλλ' ούτως είχαν προς τον Ζαήμην και οι λοιποί συνάδελφοί του νομοτελεσταί.

Η δε βουλή μόνον τον Ζαήμην εκ των νομοτελεστών ετίμα και υπεστήριζε. Τους δε συνάρχοντάς του εθεώρει ως φατριαστάς, και ως τοιούτους τους απεστρέφετο και τους υπώπτευε· διά τούτο και επί τη επανόδω της εκ Σαλαμίνος δεν έστερξε να εδρεύση παρ' αυτοίς εν Ναυπλίω, διότι η πόλις εκείνη ήτον υπό την επιρροήν των, αλλ' έστησε την έδραν της εν Άργει εις πλήρη διατήρησιν της ανεξαρτησίας της.

Εν ώ δε τοιαύτη ήτον η πολιτική κατάστασις των πραγμάτων, συνέπεσαν τα εξής, ωθήσαντα τα δύο κυβερνητικά σώματα εις φανεράν ρήξιν και προετοιμάσαντα δυστυχώς τον εμφύλιον πόλεμον.

Σεπτέμβριος Υπούργει επί των οικονομικών ο Χαραλάμπης Περούκας. Ούτος, εν ώ ο ζ' παράγραφος του οργανικού νόμου δεν επέτρεπεν επίθεσιν ή είσπραξιν φόρων άνευ νόμου, επέβαλεν εν Πελοποννήσω δι' απλής διαταγής του, εκδοθείσης την 4 σεπτεμβρίου, μονοπωλείον άλατος. Επί τη φανερά ταύτη αυθαιρεσία οργισθείσα η βουλή ενήργησε τα κατά νόμον, και την 24 νοεμβρίου εκάθηρε τον υπουργόν. Ειδοποιηθέν επισήμως το νομοτελεστικόν εθεώρησε παράνομον την καθαίρεσιν επί λόγω, ότι η βουλή δεν ήτο πλήρης· δεν επέγραψε δε ως μέχρι τούδε τα διαγγέλματά του «προς το βουλευτικόν», αλλά προς «τους εν Άργει βουλευτάς». Τω όντι οι συνεδριάζοντες επί τη περιστάσει ταύτη βουλευταί δεν απετέλουν τα δύο τρίτα των μελών του βουλευτικού όπως απήτει ο κθ' παράγραφος του συντάγματος προς νομιμοποίησιν συνεδριάσεως· ήτο δε ο απαιτούμενος αριθμός ελλειπής διά την επ' αδεία απουσίαν τινών, και την κατά προτροπήν του νομοτελεστικού αποσκίρτησιν ένδεκα, οδηγόν εχόντων τον επί της εκλογής προέδρου της βουλής αποτυχόντα Δηληγιάννην, πολλάκις εις μάτην ανακληθέντων και επί τέλους καθαιρεθέντων. Αλλ' όσοι βουλευταί ήσαν επί της καταδίκης του υπουργού, τόσοι ήσαν και αφ' ότου επανέλαβεν η βουλή τας εργασίας της εν Άργει, ας το νομοτελεστικόν εθεώρησε νομίμους· όπως δε και αν έχη το περί ου ο λόγος ζήτημα, η πράξις του υπουργού ήτο και παράνομος και αδικαιολόγητος.

Εν ώ δε τοιαύτα επράττοντο όπου έδρευεν η κυβέρνησις, τα εμφύλια κακά εκορυφούντο εν ταις επαρχίαις.

Ο Σισίνης όχι μόνον ηπείθει εις τας διαταγάς του Ζαήμη, αλλά και φανερά αντέπραττε. Διά τούτο ητοιμάσθησαν δισχίλιοι αρχηγούς έχοντες τον Ζαήμην και τον Λόντον εις επιστράτευσιν. Ειδοποιηθέν το νομοτελεστικόν απέστειλε δυνάμεις υπό τον Κολοκοτρώνην, τον Πλαπούταν και άλλους προς αντίκρουσιν, ώστε ο εμφύλιος πόλεμος εφαίνετο επικείμενος· αλλά πριν φθάσωσιν αι δυνάμεις αύται εις Γαστούνην, ανεχώρησαν εκείθεν οι κατά του Σισίνη κινηθέντες δόντες τόπον τη οργή, ο μεν Ζαήμης εις Καλάβρυτα, ο δε Λόντος εις Βοστίτσαν.

Καθ' όν δε καιρόν ώδευεν ο Πλαπούτας εις υπεράσπισιν του Σισίνη, συνήλθαν πολλοί επαρχιώται της Καρυταίνης εις Δημητσάνην, προς αγοράν των δημοπρατουμένων της προσόδων· λογομαχίας δε γενομένης, επιστόλισεν οπαδός τις του Πλαπούτα τον Ανάστον Δηληγιάννην και τον επλήγωσεν. Επί δε τω παθήματι τούτω οι Δηληγιάνναι εσκότωσαν τον ένοχον, έκοψαν την κόμην της γυναικός του και εν αγνοία της κυβερνήσεως επολιόρκισαν το χωρίον του Παλούμπα, όπου διέμενεν η οικογένεια του Πλαπούτα, όστις μαθών ταύτα επέστρεψεν εις υπεράσπισιν των πασχόντων συγγενών του και συνήψε μάχην μετά των περί τους Δηληγιάννας εν Ακόβοις. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε εις το πεδίον της μάχης και ο Κολοκοτρώνης, όστις συγγενής και φίλος παλαιός του Πλαπούτα, συμπένθερος και φίλος νέος των άλλων, εμεσολάβησεν εις καθησύχασίν των. Κατεταράχθη το νομοτελεστικόν μαθόν το εν Ακόβοις συμβάν, διότι ήλθαν εις χείρας δύο οικογένειαι του κόμματός του, και έσπευσε προς διόρθωσιν του κακού ν' αποστείλη τον Μεταξάν· αλλ' επί τη αποστολή ταύτη ήμαρτε πολλαχώς· δεν εζήτησε την απαιτουμένην άδειαν της βουλής· μετά δε την αποστολήν απέμειναν εν Ναυπλίω δύο μόνον μέλη του νομοτελεστικού, εν ώ ο νόμος απήτει τουλάχιστον τρία πάντοτε παρόντα· τα δ' απομείναντα δύο μέλη ενήργουν ως και πρότερον, εν ώ πάσα ενέργεια αυτών ήτο παράνομος. Εντεύθεν λαβούσα δικαίαν αιτίαν η βουλή ενήργησε τα του νόμου ως και επί της παρανομήσεως του υπουργού Περούκα, εκήρυξε την 25 τον Μεταξάν εγκληματίαν και ανατροπέα του οργανικού νόμου και τον καθήρεσεν αντικαταστήσασα τον Κωλέττην. Ένοχοι επίσης ήσαν και άξιοι της αυτής ποινής και οι δύο άλλοι συνάδελφοι του Μεταξά· αλλ' η βουλή δεν τους συνεκάθηρεν. Η μετριοπάθειά της όμως αύτη δεν ωφέλησεν. Οι μη καθαιρεθέντες νομοτελεσταί ούτε τον Κωλέττην εδέχθησαν, ούτε τον Μεταξάν έκπτωτον εθεώρησαν. Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν, ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργουν εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον του Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς. Ως πρωταίτιοι δε εθεωρούντο ο αντιπρόεδρος Γρεσθένης, ο Ασημάκης Φωτίλας και ο Αναστάσιος Λόντος. Οι σταλέντες υπήγαν εις Άργος εν συνοδία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία (α) και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών· επάτησαν δε διά νυκτός και οικίας βουλευτών, και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν. Αλλ' οι τόσον ασυστόλως ασεβήσαντες εις τον νόμον ώφειλαν να εμποδίσωσι πάσαν συγκέντρωσιν των διασκορπισθέντων βουλευτών, εξ ης θα προήρχετο η πτώσις των· αλλ' ουδέν ενήργησαν, και οι παθόντες βουλευταί ανεχώρησαν κρυφίως και ασφαλώς οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης εις Κρανίδι· επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κάτοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών. Αφ' ού δε συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 δεκεμβρίου τα εν Άργει συμβάντα και τα αίτια δι' α μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι (β), και τους εθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσας ταύτης γνώμης των ισχυρών νησιωτών, και βλέποντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία (γ), και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1821 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην.

Καθαιρέσασα η βουλή τους νομοτελεστάς και προθεμένη να συστήση κυβέρνησιν ισχυράν εκάλεσεν εις τα πράγματα τους νησιώτας και ανέδειξε πρόεδρον μεν του νομοτελεστικού τον Γεώργιον Κουντουριώτην, αποποιηθέντος του πρεσβυτέρου αδελφού Λαζάρου, μέλη δε τον Παναγιώτην Μπότασην και τον Νικόλαον Λόντον, διετήρησε δε και τα δύο ομόφρονά της τον Ζαήμην και τον Κωλέττην, και ούτω συμπληρώσασα το πενταμελές νομοτελεστικόν εξ ανδρών του αυτού φρονήματος εκάλεσε τας επαρχίας, ων οι βουλευταί απεχωρίσθησαν και καθηρέθησαν, εις εκλογήν και αποστολήν άλλων βουλευτών. Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ' εκείνων επί συγκροτήσει νέου βουλευτικού· ώστε εσυστήθησαν δύο κυβερνήσεις εδρεύουσαι η μεν εν Κρανιδίω η δε εν Τριπολιτσά, και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι. Τοιαύτη ήτον η τότε κατάστασις του τόπου.

Επανελθών δε εις Κωνσταντινούπολιν ο εις Βερώνην εκείθεν προ ολίγου μεταβάς λόρδος Στραγγφόρδος, εις ον ανέθεσεν, ως είδαμεν, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος τον εξισασμόν των διαφορών του, ησχολήθη μετά πολλού ζήλου εις τα της εντολής του, αλλ' ηύρε την Πύλην κωφεύουσαν και μάλλον απαιτούσαν ή παραχωρούσαν. Η μακροθυμία του Αλεξάνδρου, η απόρριψις των προς τας Δυνάμεις ικεσιών της Ελλάδος και η αποχή τούτων από πάσης σοβαράς σκέψεως περί αυτής υπερύψωσαν την επηρμένην της Πύλης οφρύν αλλά, λέγοντος και επαναλέγοντος του πρέσβεως εξ ονόματος της ευνοϊκής προς αυτήν διακειμένης κυβερνήσεώς του, ότι η μακροθυμία του αυτοκράτορος δεν ήτον ανεξάντλητος, ότι κίνδυνος πολέμου επέκειτο αιτίας της αναβολής και παρακοής της, ότι καιρός ήτο ν' ανοίξη τους οφθαλμούς της, και ότι οι σύμμαχοι διά των συμβουλών των δεν είχαν άλλο συμφέρον ειμή να την οδηγήσωσιν εις την οδόν της σωτηρίας της, ήρχισεν η Πύλη να κλίνη το ους εις τους λόγους του, και ανήγγειλε κατ' ευθείαν την 23 φεβρουαρίου τη κυβερνήσει της Ρωσσίας την αποστολήν των ηγεμόνων, εξέφρασε την εις επανάληψιν των διπλωματικών σχέσεων των δύο αυτοκρατοριών επιθυμίαν της, και υπεσχέθη την άνευ περαιτέρω αναβολής παντελή ανάκλησιν των εν ταις ηγεμονείαις στρατευμάτων της. Προς λύσιν δε του ρωσσοτουρκικού ζητήματος και ταχείαν επανάληψιν των προκειμένων διπλωματικών σχέσεων παρελείφθη επί του παρόντος το εν τω πρωτοκόλλω της 9 νοεμβρίου περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος άρθρον επί τη προτάσει της Αυστρίας, συναινούντος και του Αλεξάνδρου. Φιλικώτατον ήτο το ύφος της επιστολής της Πύλης προς την κυβέρνησιν της Ρωσσίας· αλλ' ό,τι καλόν εδύνατο να προέλθη εντεύθεν, το εματαίωσεν αυτή η Πύλη, γράψασα συγχρόνως τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις Αγγλίας και Αυστρίας, ότι απήτει ανενδότως παρά της Ρωσσίας την παράδοσιν των προσφύγων και την απόδοσιν των επί της εν Ασία οροθετικής γραμμής φρουρίων κατά την συνθήκην του Βουκουρεστίου. Τόσον δε απότομον και αύθαδες ήτο το ύφος της προς τους αντιπροσώπους τούτους επιστολής, ώστε ο της Αγγλίας ανήγγειλε τη Πύλη ότι εθεώρει την επιστολήν ως μη σταλείσαν· αλλ' η αυλή της Ρωσσίας έλαβε γνώσιν της διά της αυστριακής πρεσβείας, και οργισθείσα ανέβαλε την απάντησίν της. Η Πύλη δεν εσωφρονίσθη· αλλά μετά την ανωτέρω φιλικήν προς την Ρωσσίαν επιστολήν, αφήρπασεν εκ Βουκουρεστίου ως καταχραστήν, δι' ενεργείας του πασά της Συλιστρίας και εν αγνοία του αυθέντου του τόπου, ένα των εντοπίων ευγενών, τον Βηλλαράν, επανελθόντα εις την πατρίδα του προτροπή της Αυστρίας, όπου είχε προσφύγει· εχάρισε δε και τω ιδίω αυτής εμπορικώ ναυτικώ εξαιρετικά επί της εν Κωνσταντινουπόλει μεταφορτώσεως προνόμια εις ζημίαν των άλλων σημαιών και εις καιρίαν βλάβην του ρωσσικού εμπορίου· εκράτησε και τέσσαρα πλοία υπό σημαίαν ρωσσικήν, ως ιδιοκτησίαν ελληνικήν, μη θελήσασα καν να εξετάση μετά της Δυνάμεως, ης η σημαία τα εσκέπαζεν, αν ήσαν αληθείς αι υποψίαι της. Τόσον δε βαρείαν εξέλαβε την προς την ρωσσικήν σημαίαν ύβριν ο φιλειρηνικός πρέσβυς της Αγγλίας, ώστε έγραψε τη Πύλη, την 13 μαΐου ότι, «αν οι υπουργοί του σουλτάνου είχαν περί πολλού τα συμφέροντα των εχθρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν θα εδύναντο να πράξωσι συντελεστικώτερόν τι προς τον σκοπόν τούτον παρ' ό,τι έπραξαν κατά της ρωσσικής ναυτιλίας. 40 πλοία προστιθέμενα εις τον στόλον των αποστατών θα έβλαπταν ολιγώτερον τα αληθινά συμφέροντα του οθωμανικού κράτους παρά την κράτησιν 4 πλοίων υπό ρωσσικήν σημαίαν».

Τοιαύτα ετόλμα η Πύλη κατά της Ρωσσίας, εν ώ αι Δυνάμεις κατεγίνοντο να την αποτρέψωσι της οδού της απωλείας της. Μόλις δε μεσούντος του Ιουλίου έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν η απάντησις της ρωσσικής αυλής γραφείσα εν πνεύματι οργής· απήτει δε ως όρους της επαναλήψεως των σχέσεων τον ελεύθερον πλουν της Μαύρης θαλάσσης, την κατάργησιν παντός επ' ωφελεία της οθωμανικής σημαίας εξαιρετικού προνομίου, την απόλυσιν του Βηλλαρά και την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών από των τουρκικών στρατευμάτων· ειδοποίει δε εν ταυτώ, ότι ώφειλεν η Πύλη να στήση την προσοχήν της και εις την ειρήνευσιν της Ελλάδος.

Επί τη παραλαβή δε της απαντήσεως ταύτης και τη επανειλημμένη προτροπή του πρέσβεως της Αγγλίας, η Πύλη δι' επισήμου πράξεώς της, ην συνυπέγραψε και ο ρηθείς πρέσβυς εξ ονόματος της αυλής της Ρωσσίας, παρεχώρησε μεν όσα απήτει η Ρωσσία υπέρ της ναυτιλίας και του εμπορίου αλλ' άφησεν εκκρεμή τα τρία άλλα ζητήματα, το του παντελούς κενώσεως των ηγεμονειών, το της απολύσεως του Βηλλαρά και το της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Το ουσιωδέστερον των εκκρεμών ζητημάτων επί της συνελεύσεως της Βερώνης ήτον το του διάπλου· επήλθε και το επίσης ουσιώδες της μεταφορτώσεως. Λυθέντων των δύο τούτων ευτυχώς, έσπευσαν οι σύμμαχοι να παρακινήσωσι τον Αλέξανδρον ως ικανοποιηθέντα να στείλη πρέσβυν εις Κωνσταντινούπολη, υποσχόμενοι την θερμήν σύμπραξίν των εις λύσιν και των άλλων. Αλλ' ο Αλέξανδρος, όστις διέτριβε τότε εν Κερνοβικίω, όπου και ο αυτοκράτωρ Φραγκίσκος, συνδιαλεγόμενοι περί των αυτών διαφορών και περί ευρέσεως καταλλήλου τρόπου εις ειρήνευσιν της Ελλάδος, δεν ενέκρινε να στείλη πρέσβυν, επί λόγω ότι δεν εξισάσθησαν εισέτι πάσαι αι μετά του σουλτάνου διαφοραί του· έστειλεν όμως τον σύμβουλον της επικρατείας, Μιντσιάκην ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων· αλλ' η αποστολή αύτη, οποιονδήποτε χαρακτήρα και αν έφερεν, ήρκει να εξαλείψη τους επικρατούντας περί πολέμου φόβους.

Ο δε πρέσβυς της Αγγλίας, ο περί των οθωμανικών συμφερόντων ακαμάτως φροντίζων, πριν εξισάση τα ρωσσοτουρκικά, εξίσασε τα τουρκοπερσικά, και την 16 Ιουλίου υπεγράφη τη συνεργεία του συνθήκη ειρήνης εν Εσερώ· ώστε η Πύλη άφοβος εις το εξής ως προς την Ρωσσίαν και άφροντις ως προς την Περσίαν, είχε πάσαν ευκαιρίαν να ρίψη όλας τας δυνάμεις της κατά της εγκαταλελειμμένης Ελλάδος.

1823-1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'

&Ανάπλους του οθωμανικού στόλου εις Κωνσταντινούπολιν. — Έκπλους του ελληνικού. — Ναυμαχία. — Τα περί Κρήτης καθ' όλην την αρμοστείαν του Τομπάζη.&

ΟΥΤΕ μαχιμώτερος, ούτε επιχειρηματικώτερος εφάνη ο νέος καπετάμπασας του προκατόχου του. Καταπλεύσας ο υπ' αυτόν στόλος εις Πάτρας εδυναμώθη και παρά των μετ' ολίγον καταπλευσάντων εκεί στολίσκων της Αλγερίας και του Τουνεζίου, αλλ' ουδέν γενναίον ούτε κατώρθωσεν ούτ' επεχείρησεν. Απέτυχεν, ως είδαμεν, η παρά τον Γαλατάν απόβασις, απέτυχεν η εις Κόρινθον αποβίβασις των τροφών, δις εκινήθη κατά της Βοστίτσης και δις απέτυχεν, ουδεμίαν βοήθειαν εδυνήθη να δώση τω υπό τον πασάν της Σκόδρας πολιορκούντι το Ανατολικόν στρατοπέδω, και αυτός ο θαλάσσιος αποκλεισμός του Μεσολογγίου ήτο τοιούτος, ώστε ούτε η συγκοινωνία της πόλεως εκείνης και των άλλων μερών διεκόπη, ούτε η εισκομιδή των τροφίμων εμποδίσθη. Ό,τι δε κατά τα φαινόμενα είχε κυρίως υπ' όψιν ο καπετάμπασας καθήμενος εν Πάτραις ήτο, να δίδη επί αδρά τιμή αδείας διάπλου υπό ουδετέραν σημαίαν εις εξαγωγήν των προϊόντων του κορινθιακού κόλπου. Μετά δύο ήμισυ δε μηνών άχρηστον διατριβήν εν Πάτραις, καθ' ην ήλθαν εις επίσκεψίν του ο κατά την μεσόγειον ναύαρχος Άγγλος και ο ανθαρμοστής των ιονίων νήσων, απέπλευσε την 25 αυγούστου αφήσας υπό τον Ισούφπασαν, αρχηγόν ήδη των κατά τας Πάτρας, την Ναύπακτον, το Ρίον και το Αντίρριον κατά ξηράν και θάλασσαν οθωμανικών δυνάμεων, τρεις φρεγάτας και δώδεκα άλλα μικρότερα ένοπλα πλοία.

Τα δ' ελληνικά πλοία διέμεναν καθ' όλον το έαρ και θέρος του παρόντος έτους άπλοα δι' έλλειψιν χρημάτων. Απέκαμαν οι πρόκριτοι των ναυτικών νήσων συνεισφέροντες εξ ιδίων, το δε εθνικόν ταμείον ήτο πάντη κενόν. Η στερεά Ελλάς, καταπατουμένη υπό των εχθρών, δεν είχε τι να συνεισφέρη· τα εισοδήματα της Πελοποννήσου τα μεν εχρησίμευαν εις διατήρησιν των στρατευμάτων της, τα δε κατεσπαταλώντο υπό τινων των τοπαρχών της· τα του Αιγαίου ήσαν μικρά· ο ψηφισθείς εις χρήσιν του στόλου έρανος ήτο δυσσύνακτος· ηύξησαν οι επί της εξαγωγής και εισαγωγής των ειδών δασμοί, εξ αιτίας όμως της αβεβαιότητος και της επικρατούσης αταξίας ολίγη η ωφέλεια και εντεύθεν. Αλλ' οποία και αν ήτον η οικονομική κατάσταση του τόπου, όλοι ησθάνοντο ότι η ακινησία των πλοίων επροξένει καιρίαν βλάβην. Εστάλησαν βραδέως χρήματά τινα παρά της κυβερνήσεως εις κίνησιν αυτών, και απεφασίσθη να μη αναβληθή περαιτέρω ο έκπλους. Την 10 αυγούστου ήλθαν εις τα νερά της Ύδρας 13 ψαριανά, και μη ευρόντα τα άλλα έτοιμα, έπλευσαν μόνα κατόπιν του οθωμανικού στόλου περιφερομένου εις το Αιγαίον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι αι νήσοι επροσκύνουν όπου και αν εφαίνετο ο εχθρικός στόλος και εφιλοδώρουν τον αρχηγόν του. Μόνη η Τήνος, όπου εξ αιτίας του εναντίου ανέμου εμετεώρισεν ο στόλος ολόκληρον ημέραν, όχι μόνον ουδέν τοιούτον έπραξεν, αλλ', υπό τον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, υπό την σημαίαν της ελευθερίας και υπό την πυροβολήν κανονίων και τουφεκίων, τον εκάλεσεν εις μάχην. Ατάραχος ο Χουσρέφης επί τη αυθαδεία των Τηνίων, «παιδία είναι και ας παίζωσιν» είπε γελών προς τους αξιωματικούς του ζητούντας άδειαν να τους τιμωρήσωσιν. Ο στόλος ούτος εισέπλευσε την 23 εις Δρυόν, λιμένα της Πάρου, αλλ' ανήχθη την 26, φανέντων έξωθεν των 15 ψαριανών πλοίων, και κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Συγχρόνως κατέπλευσαν και τα ψαριανά εις Ψαρά, όπου ήλθαν μετ' ολίγας ημέρας και τα των άλλων νήσων, και τότε όλα ομού, 40 ένοπλα και 6 πυρπολικά, εξέπλευσαν υπό τον Μιαούλην και την 8 σεπτεμβρίου ηύραν τα εχθρικά εκτός της Μιτυλήνης αναβαίνοντα προς τον Ελλήσποντον και παρηκολούθησαν. Την 14, συμβάσης τρικυμίας, διεσκορπίσθησαν τα ελληνικά μεταξύ Λίμνου και αγίου Όρους και την επιούσαν ευρεθέντα τα του Μιαούλη, Σαχτούρη, Σκούρτη, Καλαφάτη και έν πυρπολικόν εν μέσω τεσσάρων εχθρικών φρεγατών, δύο κορβεττών και ενός βρικίου, επολέμησαν και εβλάφθησαν, τα δε του Σκούρτη και εκινδύνευσεν· αλλ' απηλλάγησαν και τα τέσσαρα, καέντος του πυρπολικού εις εκφόβησιν του εχθρού. Περί δε την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας ευρέθησαν τα πλοία ταύτα εν μέσω όλου του εχθρικού στόλου· αλλά βοηθούντος του ανέμου διήλθαν αβλαβή· το δε εσπέρας συνήλθαν όλα τα ελληνικά εις τα νερά της Λίμνου και, μη φανέντων την επαύριον των εχθρικών, επανήλθαν εις Ψαρά προς ύδρευσιν και επισκευήν.