Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 6
Αφ' ού επροσκύνησεν ο Βαρνακιώτης, διωρίσθη αντ' εκείνου στρατηγός κατά την Δυτικήν Ελλάδα ο Μάρκος Μπότσαρης. Ο διορισμός ούτος επλήγωσε την φιλοτιμίαν των οπλαρχηγών του μέρους εκείνου. Ουδείς αυτών διεφιλονείκει τα πολεμικά προτερήματα του Μάρκου, αλλ' ουδείς ήθελε να τω δώση και τα πρωτεία· η δε κυβέρνησις, είτε εις ταπείνωσιν του Μάρκου, ον υπέβλεπεν ως φίλον του Μαυροκορδάτου, είτε εις καθησύχασιν των ταραττομένων και ταραττόντων οπλαρχηγών και αντιποιουμένων την αυτήν τιμήν, έστειλε πρός τινας αυτών διπλώματα στρατηγίας. Ο Μάρκος εξέλαβε την αποστολήν των διπλωμάτων τούτων ως ύβριν και καταβιβασμόν, και μη καταδεχόμενος να ήναι ίσος των άλλων, έσχισεν, οργήν πνέων, ενώπιον πολλών οπλαρχηγών το δίπλωμά του ειπών, «όποιος είναι άξιος λαμβάνει δίπλωμα μεθαύριον έμπροσθεν του εχθρού». Ταύτα είπε, και την επαύριον εξεστράτευσε μετά των περί αυτόν. Εξεστράτευσαν κατόπιν αυτού και τα λοιπά στρατεύματα.
Ο δε εν Πάτραις Χουσρέφης, βλέπων ότι η επαρχία Μεσολογγίου και Ανατολικού έμεινε κενή στρατευμάτων, εξέτεινε μετ' ολίγας ημέρας την ναυτικήν του γραμμήν από Ναυπάκτου εις Κανδύλαν, έκαυσε το Νεοχώρι και τον Γαλατάν, και απεβίβασεν επί της παρά τον Γαλατάν παραλίας ικανούς στρατιώτας και ναύτας και έστησεν εκεί στρατόπεδον αλλ' οι εντόπιοι, Μεσολογγίται και Ανατολικιώται, επεξήλθαν υπό τον έπαρχον, και μάχης γενομένης υπερίσχυσαν και ηνάγκασαν τους αποβιβασθέντας να αναβιβασθώσιν εις τα πλοία των.
Οι δε υπό τον πασάν της Σκόδρας εκστρατεύσαντες επροχώρησαν λήγοντος του Ιουλίου διά των Αγράφων προς το Καρπενήσι κατερημούντες τον τόπον. Ουδείς δε των Ελλήνων οπλαρχηγών του Ασπροποτάμου ή των Αγράφων τοις ηναντιώθη, αλλ' οι μεν έφευγαν απέμπροσθεν αυτών, οι δε εψευδοπροσκύνουν (β).
Την 5 αυγούστου η προφυλακή των εχθρών, ως 5000, υπό τον Τσελελενδήμπεην, έφθασεν εις την κωμόπολιν του Καρπενησίου· και ούτος μεν ηυλίσθη κατά το Κεφαλόβρυσον, το δε στράτευμα κατέλαβε τα έξωθεν της κωμοπόλεως λειβάδια και άλλα πεδινά μέρη. Έξ ημέρας δε πριν στρατοπεδεύση εκεί ο εχθρός, οι εκστρατεύσαντες εκ Μεσολογγίου και άλλοι υπό τον Γιολδάσην και τον Σαδήμαν, συνενωθέντες καθ' οδόν, έφθασαν εις Σοβολάκου. Εκεί συνήντησαν τον Καραϊσκάκην, πάσχοντα βαρέως και απερχόμενον προς θεραπείαν εις Προυσόν· μαθόντες δε πού εστρατοπέδευσεν η εχθρική προφυλακή, παρεστρατοπέδευσαν και ούτοι, 1200, οι μεν περί τον Μάρκον εν τω Μικρώ Χωρίω, οι δε περί τους Τσαβέλλας και λοιπούς οπλαρχηγούς, εν οίς και ο Βέικος και ο Κίτσος Τσαβέλλας, εν τω Μεγάλω Χωρίω.
Αδύνατον εθεώρησαν ο Μάρκος και οι λοιποί να πολεμήσωσιν ευτυχώς τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς εκ του συστάδην και παρρησία. Τολμηρά τις νυκτερινή επίθεσις εφαίνετο η μόνη ελπίς των. Επί τω σκοπώ τούτω εισέδυσαν την νύκτα της 7 αυγούστου εις το εχθρικόν στρατόπεδον επί κατασκοπή ο Ντούσας, ο Μπαϊρακτάρης, ο Κουτσονίκας και άλλοι, και ενδεδυμένοι ως οι εχθροί, και λαλούντες την αυτήν γλώσσαν, περιεφέροντο ακινδύνως, και παρατηρήσαντες τα πάντα επανήλθαν εις το Μικρόν Χωρίον την αυτήν νύκτα και ανέφεραν όσα είδαν. Συμβουλίου δε γενομένου την επαύριον, απεφασίσθη να πέσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον την επιούσαν νύκτα, ε' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου, οι μεν υπό τον Μάρκον διά του πεδινού μέρους, οι δε λοιποί διά του ορεινού, του κατά τον Άγιον Αθανάσιον και οι μεν περί τον Μάρκον, 350, όλοι Σουλιώται, δοθέντος διά της σάλπιγγος του συνθήματος της επιθέσεως, επάτησαν πρώτοι το εχθρικόν στρατόπεδον έν τέταρτον μετά την ορισθείσαν ώραν, και ευρόντες τους εχθρούς κοιμωμένους περιεφέροντο φονεύοντες· αλλά μόνον ολίγοι υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν επέπεσαν εκ του ετέρου μέρους, των πολλών απειθησάντων. Εξεπλάγησαν και εσκοτίσθησαν κατ' αρχάς οι προσβληθέντες διά το απροσδόκητον πάθημά των, πολλοί δε άφησαν τας θέσεις των και ετράπησαν εις φυγήν ζητούντες ασφάλειαν· αν δε τις εκίνει το όπλον του, ηγνόει αν κατ' εχθρού ή κατά φίλου το εκίνει. Εν μέσω δε της αλληλομαχίας ταύτης ο Μάρκος επληγώθη κατά τον δεξιόν βουβώνα, αλλ' η πληγή ήτον ελαφρά, την ωλιγώρησε, και προχωρών μετά τινων των περί αυτόν έφθασεν είς τι χωράφιον τοιχόκλειστον, όπου ήσαν πολλοί εχθροί εσκηνωμένοι· ήτο δε ο τοίχος ανδρομήκης. Ο Μάρκος ύψωσε την κεφαλήν του υπεράνω του τοίχου προς παρατήρησιν, και σφαιροβληθείς εν τω άμα επί του μετώπου κατά τον δεξιόν οφθαλμόν έπεσε νεκρός. Απέκρυψαν κατ' αρχάς οι περί αυτόν τον θάνατόν του και επέμεναν πολεμούντες· αλλ' επειδή ο σαλπιγκτής του τάγματος επληγώθη και αυτός βαρέως, ήγγιζε και η ημέρα, απεφάσισαν να υποχωρήσωσιν εν τάξει. Τότε νωτοφορούντος του Ντούσα το σώμα του Μάρκου, νωτοφορούντων και των άλλων τους βαρέως πληγωμένους, απεχώρισαν όλοι του πεδίου της μάχης ησύχως, και μηδαμώς διωκόμενοι δι' όλης της πορείας των έφθασαν εις το Μικρόν Χωρίον λαφυραγωγήσαντες 690 τουφέκια, 1000 πιστόλας, δύο σημαίας, πολλούς ίππους και ημιόνους, και άλλα είδη. Εύληπτος εντεύθεν η μεγάλη φθορά των εχθρών, εκ δε των Ελλήνων 36 εφονεύθησαν, και 20 επληγώθησαν. Την δε 10 αυγούστου μετεκομίσθη ο νεκρός του Μάρκου εις Μεσολόγγι όπου εκηδεύθη λαμπρώς· μέγα δε πένθος καθ' όλην την Ελλάδα διήγειρεν ο θάνατός του, θεωρηθείς δικαίως εθνικόν δυστύχημα.
Αποθανόντος του Μάρκου, οι υπ' αυτόν Σουλιώται ετέθησαν αυθόρμητοι υπό τον αδελφόν του Κώσταν, και εξ αιτίας όσων υπέφεραν επί της μάχης κατέβησαν εις Βλωχόν και εσκήνωσαν κατά τα γεφύρια του Αλαήμπεη. Οι δε άλλοι, οι υπό τους Τσαβέλλας, τον Γιολδάσην και τον Σαδήμαν, διέμειναν εν τη επαρχία του Καρπενησίου και κατέλαβαν την θέσιν της Καλιακούδας. Εν τούτοις συνήλθεν όλον το οθωμανικόν στρατόπεδον εις Καρπενήσι, και εκρίθη εύλογον να μη προχωρήση πριν διαλύση το κατά την Καλιακούδαν. Είχαν ήδη φθάσει εις το στρατόπεδον τούτο και άλλοι 300 υπό τον Ροδόπουλον σταλέντες παρά του Λόντου· είχε φθάσει και ο Νικολός Κοντογιάννης μετά 1000, ώστε ήσαν όλοι οι εν Καλιακούδα 2000. Δυσπρόσιτον και κρημνώδες είναι το νότιον μέρος της θέσεως εκείνης· διά τούτο ετοποθετήθησαν όλοι κατά το βόρειον, το και ομαλώτερον, απέναντι του εχθρού· μόνον δε 100 κατέλαβαν τα νότιον υπό τον Σαδήμαν.
Την 28 αυγούστου τετράκις επέπεσεν ο εχθρός πανστρατιά, αλλ' απεκρούσθη και εβλάφθη· εν ουδεμία δε των προσβολών εδυνήθη ουδ' ένα Έλληνα να μετατοπίση· αλλά, διαρκούσης της μάχης, εξεκόπησαν 400 εχθροί, και πλήρεις τόλμης κατέλαβαν διά του νοτίου μέρους τα οπίσθια των Ελλήνων, έτρεψαν φανέντες αίφνης τους εκεί και εκυρίευσαν την θέσιν των. Έμπροσθεν και όπισθεν οι Έλληνες τότε πολεμούμενοι ερρίφθησαν εις το μέσον του εχθρικού στρατού επ' ελπίδι φυγής, διότι δεν υπήρχεν άλλη διέξοδος· 150 εφονεύθησαν, εν οίς και οι οπλαρχηγοί Ζηγούρης Τσαβέλλας και Νικολός Κοντογιάννης διακριθέντες διά τας ανδραγαθίας των. Μετά δε την φθοράν ταύτην διεσκορπίσθησαν οι ηττηθέντες· φόβος και τρόμος κατέλαβεν όλους τους άλλους· ουδαμού έκτοτε στρατόπεδον εσυστήθη, και το υπό τον πασάν της Σκύδρας στράτευμα κατέβαινε προς το Μεσολόγγι ανεμπόδιστον.
Εν τούτοις εισεχώρησε και το υπό τον Βρυώνην διά της Λάσπης και ετοποθετήθη κατά την Λεπενούν, μηδενός αντισταθέντος, αν και ολιγάριθμον· οι δε κάτοικοι των μερών, όθεν διήρχοντο οι εχθροί, οι μεν ανέβαιναν τα όρη, οι δε διεσκορπίζοντο, και άλλοι, κυρίως δε γυναίκες και παιδία, κατέφευγαν εις τα εν ταις λίμναις του Βραχωρίου και του Λεσινίου νησίδια· οι πλείστοι δε εις Ανατολικόν και Μεσολόγγι.
Ενωθέντες δε όλοι οι υπό τον πασάν της Σκύδρας και τον Βρυώνην καθ' οδόν, κατέβησαν προς τα παράλια της Αιτωλίας, μηδενός εναντιουμένου, και κατέλαβαν την 20 σεπτεμβρίου την τρεις ώρας μακράν του Ανατολικού Παληοσάλτσεναν, όπου και εστρατοπέδευσαν. Η στρατοπέδευσις αύτη έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσιν οι Έλληνες, ότι ο εχθρός εσκόπευε να πολιορκήση το Ανατολικόν. Τω όντι εξ αιτίας της αποτυχίας της περυσινής κατά του Μεσολογγίου εκστρατείας, και της ήδη ενυπαρχούσης πολυαρίθμου φρουράς, διότι τα πλείστα των φυγόντων απέμπροσθεν του εχθρού ταγμάτων συνέρρευσαν εκεί, η πόλις αύτη εθεωρείτο απόρθητος.
Η μικρά πόλις του Ανατολικού κείται επί νησιδίου εντός της λίμνης του Μεσολογγίου (γ) Αλιτενές είναι το νησίδιον τούτο και απέχει της γης, μεθ' ης εκοινώνει τότε διά των λεγομένων περαταριών, κατά μεν ανατολάς έν τέταρτον του μιλίου, κατά δε δυσμάς ήμισυ, απέχει δε και του Μεσολογγίου έξ. Δισχίλιοι ήσαν οι εν τη πόλει, εξ ών 500 ένοπλοι, εν οίς και 150 στρατιώται υπό τον Κίτσον Κώσταν και τον Αποστόλην Κουσουρήν ήτο δε ανόχυρος και πάντη ανέτοιμος εις πολιορκίαν, και ούτε πηγήν είχεν ούτε δεξαμενήν, αλλ' ελάμβανεν όλον το εις χρήσιν των κατοίκων νερόν έξωθεν.
Οι Τούρκοι, αφ' ού εστρατοπέδευσαν κατά την Παληοσάλτσεναν, κατέλαβαν διά νυκτός τα χωρία Μποχώρι και Γαλατάν, τα απέναντι των Πατρών, προς μεταφοράν εκ της πόλεως ταύτης υπό στρατιωτικήν συνοδίαν των εις το στρατόπεδον αναγκαίων. Εν όσω διέμεναν οι Τούρκοι όπου εστρατοπέδευσαν, αβέβαιοι ήσαν οι Έλληνες ποίαν των δύο πόλεων εμελέτων να πολιορκήσωσιν επιθυμούντες δε να μάθωσιν ακριβώς τα μελετώμενα, και ιδόντες ότι ήρχοντο εχθροί καθ' ημέραν αντικρύ του Ανατολικού και παρετήρουν τας θέσεις, Οκτώβριος απέβησάν τινες των εν αυτώ την νύκτα της 2 Οκτωβρίου εις την αντικρύ παραλίαν και ενέδρευσαν. Την επαύριον ελθόντες 200 ιππείς, εν οίς καί τινες μηχανικοί, έπεσαν ανυπόπτως εις την ενέδραν, εσκοτώθησαν και επληγώθησάν τινες αυτών, επληγώθη και ο αρχηγός Αβδουλάχμπεης και ηχμαλωτίσθησαν 7· επληγώθησαν και 3 Έλληνες και εσκοτώθη και ο αξιωματικός Βασίλης Σουλιώτης. Οι Έλληνες, βεβαιωθέντες παρά των αιχμαλωτισθέντων ότι οι εχθροί εμελέτων να πολιορκήσωσι το Ανατολικόν, έσπευσαν ν' ανεγείρωσιν εν αυτώ κανονοστάσια επιστασία του μηχανικού Έλληνος Κοκκίνη και τινος Άγγλου πυροβολιτού, Μαρτίνου, και να επιθέσωσιν έξ κανόνια εκ Μεσολογγίου μετακομισθέντα. Ανήγειρε και ο πολιορκητής επί της παραλίας τρία πυροβολοστάσια θέσας επί μεν του ενός δύο βομβοβόλους, επί δε των δύο άλλων τέσσαρα κανόνια, και την 5 ήρχισε να κανονοβολή και βομβοβολή, την πόλιν· επειδή δε ανάγκη ήτο να κόψη και την διά θαλάσσης κοινωνίαν του Ανατολικού, ανήγειρεν επί αρμοδίας θέσεως τέταρτον κανονοστάσιον επιθέσας δύο κανόνια. Αλλ' οι Έλληνες, κανοναβολούντες ευστοχώτερον των Τούρκων, τοις ηνάγκασαν μετά τρεις ημέρας να το εγκαταλείψωσι, και ούτως η διά θαλάσσης κοινωνία δεν διεκόπη. Μικρού μεγέθους ήσαν αρξαμένης της πολιορκίας τα κανόνια των Ελλήνων, δι' ο και ολιγοβλαβή· αλλ' έλαβαν μετ' ολίγον έν 48 λιτρών σταλέν παρά τον εν Πίση, αρχιερέως Ιγνατίου, και δι' αυτού απεμάκρυναν τους εχθρούς του παραθαλασσίου.
Μετά τινας δε ημέρας επρόβαλαν οι πολιορκηταί συμβιβασμόν, αλλ' οι πολιορκούμενοι τον απέρριψαν. Βλέποντες οι εχθροί ότι αδύνατον ήτο να κυριεύσωσι την πόλιν άνευ θαλασσίου δυνάμεως, εζήτησαν την συνδρομήν των εν Πάτραις οθωμανικών πλοίων· αλλ' εξ αιτίας των ρηχών νερών έλαβαν εκείθεν μόνον ύλην εις κατασκευήν πλοιαρίων· μόλις δε κατεσκεύασαν δύο, και ιδού δέκα ένοπλα ελληνικά κατέμπροσθέν των. Εφοβήθησαν οι Αλβανοί ιδόντες τον απροσδόκητον ελληνικόν στολίσκον, έκαυσαν την νύκτα τα κατασκευασθέντα πλοιάριά των, και ούτως εματαιώθη η τοιαύτη επιχείρησις.
Εν τοσούτω η πολιορκία διήρκει, και οι πολιορκούμενοι, αν δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών, διότι τοις εστέλλοντο διά θαλάσσης, έπασχαν λειψυδρίαν, διότι μετακομιζόμενον το νερόν έξωθεν ήτο πάντοτε ολίγον· αλλ' εν μια των ημερών έπεσεν εχθρική βόμβα επί της εκκλησίας του αρχαγγέλου Μιχαήλ, έσπασε την σκέπην της, εκτύπησε το πλακόστρωτον έδαφός της και ανέβλυσε πόσιμον νερόν εις έκπληξιν και χαράν των πολιορκουμένων και εις στηριγμόν των πιστών εκλαβόντων την ανάβλυσιν ως θεοσημείαν. Εν τούτοις, παρατηρήσεως γενομένης ότι αι εις χρήσιν του εχθρικού στρατοπέδου τροφαί και παν άλλο αναγκαίον εστέλλοντο κυρίως εκ Πατρών εις Μποχώρι και εκείθεν μετεκομίζοντο εις το στρατόπεδον, Νοέμβριος 300 στρατιώται και 50 εντόπιοι εξήλθαν του Μεσολογγίου υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν την νύκτα της 17 νοεμβρίου και κατέλαβαν το Σκαλί εις αρπαγήν των μετακομισθησομένων την επαύριον τροφών, διότι μεταξύ του λόφου τούτου και τόπου τινός ελώδους διέρχεται η άγουσα εκ Μποχωρίου εις Ανατολικόν· αλλ' ειδοποιηθέντες παρά των εφισταμένων σκοπών, ότι πλήθος ιππέων και πεζών ήρχετο όχι από του Μποχωρίου, αλλ' από του εκτός του Ανατολικού στρατοπέδου, εστράφησαν προς τα εκεί, διέμειναν αφανείς, και φθάσαντες τους εχθρούς ανυπόπτους και απροσέκτους εις την υποκειμένην οδόν τους εκτύπησαν αίφνης, εφόνευσαν πολλούς, και διασκορπίσαντες τους λοιπούς, εξ ών τινες έπεσαν εις το έλος, επανήλθαν αυθήμερον εις την πόλιν φέροντες ίππους, λάφυρα, μίαν σημαίαν και τας κεφαλάς των φονευθέντων.
Βλέπων δε ο πασάς, ότι απήντα πολλά προσκόμματα εις εκτέλεσιν του σκοπού του, και ότι επροχώρει και ο χειμών, απεφάσισε να λύση την πολιορκίαν, και καύσας τας σκηνάς του και αποστείλας τα κανόνια και τας βομβοβόλους εις τα αποκλείοντα τον λιμένα του Μεσολογγίου πλοία, όθεν εστάλησαν επί της ενάρξεως της πολιορκίας, έφυγεν εν βία πανστρατιά την νύκτα της 30, νύκτα βροχεράν και ανεμώδη ως αν εφοβείτο καταδίωξιν· και οι μεν διά της οδού της Βονίτσης οι δε διά των στενών του Μακρυνόρους επανήλθαν εις τα ίδια και ούτως ηλευθερώθη και το ενεστώς έτος η Δυτική Ελλάς. 2000 εχθροί απωλέσθησαν καθ' όλην την εκστρατείαν ταύτην, αλλ' οι πλείστοι εξ ασθενειών, ηχμαλωτίσθησαν δε 190· απωλέσθησαν και 200 Έλληνες, εξ ών οι 23 εθανατώθησαν επί της πολιορκίας, ηχμαλωτίσθησαν δε 9· το δε Ανατολικόν ολίγον εβλάφθη, αν και επερρίφθησαν 2000 βόμβαι.
Προ της λύσεως δε της πολιορκίας εζήτησαν οι Αιτωλοακαρνάνες τον Μαυροκορδάτον ως διευθυντήν και θαλάσσιον δύναμιν εις λύσιν της πολιορκίας. Ο Μαυροκορδάτος εδέχθη την αίτησίν των, και η κυβέρνησις συνήνεσεν· αλλ' εδυσκολεύετο ο έκπλους της δυνάμεως, διότι εδυσκολεύετο η σύναξις των αναγκαίων χρημάτων. Επί τέλους απέπλευσαν 14 πλοία Ύδρας και Σπετσών· αλλά δεν έφθασαν εις τον λιμένα του Μεσολογγίου ει μη την 30, ό εστι μετά τον κίνδυνον. Τα πλοία ταύτα έφεραν εις Μεσολόγγι τον νέον διευθυντήν. Επί δε τω διάπλω συνέβη το εξής.
Μεταξύ Σκροφών και Ιθάκης απήντησαν τα πλοία ταύτα εχθρικόν δικάταρτον πολεμικόν αναπλέον από Πρεβέζης εις Πάτρας και κομίζον χρήματα εις μισθοδοσίαν. Τινά εξ αυτών το επολέμησαν και το έβλαψαν, αλλ' ούτε να το βυθίσωσιν ούτε να το συλλάβωσιν εδυνήθησαν· ο δε κυβερνήτης του απελπισθείς το έρριψεν είς τινα βράχον της Ιθάκης, και όσοι του πληρώματος επρόφθασαν, εξερρίφθησαν. Επέδραμαν τότε και οι Έλληνες εις κυρίευσίν του· αλλά τινές των επί της γης διασωθέντων ετουφέκισαν τους αναβαίνοντας εις το πλοίον, εσκότωσαν ένα και επλήγωσαν δύο. Τότε επάτησαν οι Έλληνες την ουδετέραν γην, μη εισακουσθέντων των πλοιάρχων, και κατέκοψαν όσους των εχθρών επρόφθασαν φεύγοντας, έως ου, ελθούσης επιτοπίου δυνάμεως, επανήλθαν εις τα πλοία των, αρπάσαντες τα εν τω συντριβέντι πλοίω χρήματα· και επειδή δεν εσυμβιβάζοντο περί της διανομής, έφυγαν αιφνιδίως τα έχοντα τα χρήματα υδραϊκά και κατόπιν και τα άλλα, ώστε ο λιμήν του Μεσολογγίου έμεινε πάλιν απροστάτευτος.
Δύο δε ημέρας πριν πατηθή η ουδετέρα γη της Ιθάκης, επατήθη και η ουδετέρα γη της Λευκάδος.
Πλοίον υπό σημαίαν ελληνικήν, συναντήσαν παρά την Λευκάδα εχθρικόν, φέρον επιβάτας, το κατεδίωξε και ηνάγκασε τους εν αυτώ να καταφύγωσι προς ασφάλειάν των εις την ξηράν, όπου απέβησαν και οι καταδιώκοντες, και τους μεν εφόνευσαν τους δε ηχμαλώτευσαν.
Μετά δε την εν Άστρει συνέλευσιν εδόθη η αρχηγία της επαρχίας Κορίνθου και η φροντίς της πολιορκίας της ακροκορίνθου τω Ιωάννη Νοταρά. Αλλ' η δι' εχθρικών πλοίων της Ακροκορίνθου και των Πατρών συγκοινωνία δεν διεκόπη· διά τούτο οι εν τη ακροπόλει δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών. Μεσούντος του Ιουνίου έστειλεν η κυβέρνησις εις ενίσχυσιν της πολιορκίας τον Στάικον Σταϊκόπουλον. Ιούλιος Αρχομένου δε του ιουλίου μαθούσα ότι ο εν Πάτραις διατριβών Χουσρέφης εμελέτα να στείλη υπό την προστασίαν πολεμικών πλοίων πολλά τροφοφόρα εις προμήθειαν της ακροκορίνθου, προσαπέστειλεν εις Κόρινθον προς ματαίωσιν του σχεδίου τούτου 450 στρατιώτας υπό τον Γενναίον, τον Χελιώτην και τον Χατσή-Γιάννην, οίτινες κατέλαβαν τας εν τω παραθαλασσίω αποθήκας και ωχυρώθησαν εις εμπόδιον της αποβιβάσεως των τροφών. Οι δε υπό τον Στάικον και Νοταράν, ως 800, κατέσχαν τας θέσεις, Ράχιαν και Λόγκον, εις εμπόδιον και ούτοι της εξόδου των εχθρών από του φρουρίου. Την 11 ήλθαν τα προσδοκώμενα πλοία, ηύραν το παράλιον κατεχόμενον και ήρχισαν να κανονοβολώσιν, αλλά δεν εδυνήθησαν να μετατοπίσωσι τους φυλάσσοντας αυτό· επεξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω Τούρκοι, αλλά και ούτοι απέτυχαν αποκρουσθέντες. Μετά διημέρους δε ανωφελείς δοκιμάς τα πλοία απέπλευσαν επαναφέροντα τα φορτία. Ματαιωθέντων των εχθρικών σχεδίων, οι πολιορκηταί έλαβαν τόσον θάρρος, ώστε ουδείς των πολιορκουμένων ετόλμα να προκύψη της πύλης. Τοιουτοτρόπως οι έγκλειστοι στενοχωρηθέντες, και από πάσης έξωθεν βοηθείας απελπισθέντες επρόβαλαν συμβιβασμόν. Ειδοποιηθείσα η κυβέρνησις έσπευσε να στείλη επιτρόπους εν οίς και τον Κολοκοτρώνην, εσυμβιβάσθη δι' αυτών και παρέλαβε το φρούριον την 20 Οκτωβρίου επί μετακομίσει των πολιορκουμένων εις Θεσσαλονίκην φερόντων τα ιδιαίτερα των όπλα και ενδύματα· οι όροι δε ούτοι πιστώς ετηρήθησαν χάρις εις την επαγρύπνησιν των αρχηγών και του παρευρεθέντος Νικήτα συνοδεύσαντος εις Καλαμάκι αβλαβείς τους παραδοθέντας, 300 άνδρας και 60 γυναίκας, οίτινες επιβιβασθέντες εις δύο υπό αυστριακήν και εις έν υπό ιονικήν σημαίαν πλοία απεβιβάσθησαν εις Θεσσαλονίκην (δ). Διωρίσθη δε προσωρινός φρούραρχος ακροκορίνθου ο Χελιώτης.
Η δε εν Σαλαμίνι διαταχθείσα εις Εύβοιαν εκστρατεία υπό τον Οδυσσέα εχρειάζετο θαλάσσιον δύναμιν. Η υπηρεσία αύτη ανετέθη εις τους Ψαριανούς επί συμφωνία ν' αποζημιωθώσιν από των εισοδημάτων της αυτής νήσου, και να τοις χαρισθή και η περί την Ερέτριαν εθνική γη εις συνοικισμόν. Έπαρχος της Ευβοίας επί της περί ης ο λόγος εκστρατείας ήτον ο Κωλέττης. Ούτος συνάξας ένθεν κακείθεν 500 στρατιώτας, τους έφερεν εις Αθήνας, και παραδώσας αυτούς εις τον Οδυσσέα μετέβη εις Κέαν επί νέα στρατολογία, και εκείθεν εις Ψαρά προς επίσπευσιν του έκπλου του στολίσκου. Έξ πλοία ψαριανά φέροντα αυτόν και όσους εδυνήθη να στρατολογήση κατέπλευσαν αρχομένου του νοεμβρίου εις τον λιμένα των Πρασιών (Πόρτο Ράφτη), όπου ανεμένετο ο Οδυσσεύς, διότι εκεί έμελλε να συγκεντρωθή η στρατιωτική και η ναυτική δύναμις της περί ης ο λόγος εκστρατείας. Την 7 νοεμβρίου κατέπλευσε και ο Οδυσσεύς εκ Πειραιώς εις τον αυτόν λιμένα φέρων επί 20 ενόπλων πλοιαρίων 1000 στρατιώτας· ήλθαν μετά ταύτα και άλλοι στρατιώται εξ Αθηνών διά ξηράς· εστάλησαν και εκ Ναυπλίου 8 κανόνια, μία βομβοβόλος, 150 βόμβαι και κανονόσφαιραι, και ικανή ποσότης μολύβδου και πυρίτιδος. Την δε 16 ανήχθη ο στολίσκος και απεβίβασεν υπό την οδηγίαν του αρχηγού της εκστρατείας 3000 στρατιώτας εις Αλιβέρι· εκεί ήλθαν και 600 Ευβοείς υπό τον περιφερόμενον εις τα όρη Κριεζώτην. Ο στρατός ούτος διηρέθη, και οι μεν κατέλαβαν τα προάστεια και τους κήπους της Καρύστου, οι δε την μεταξύ βράχων και θαλάσσης Κακήν Σκάλαν. Την 23 έπεσαν επί τους κατέχοντας την θέσιν ταύτην 700 Τούρκοι εκ των εν τη Χαλκίδι και απεκρούσθησαν κανονοβολούμενοι και υπό των πλοίων· επέπεσαν 500 υπό τον Ομέρπασαν και την 25, αλλ' απεκρούσθησαν και ούτοι μετά σφοδράν και πολύωρον μάχην· εσκοτώθησαν δε 40 εχθροί και ηχμαλωτίσθησαν 5· εσκοτώθησαν και 5 Έλληνες και επληγώθησαν 2. Μετά δε την περί ης ο λόγος μάχην οι κατέχοντες την θέσιν εκείνην Έλληνες μετέβησαν εις Βρυσάκια, όπου και εστρατοπέδευσαν· οι δε πολιορκούντες την Κάρυστον απεκρούσθησαν οσάκις εφώρμησαν. Μετέφεραν εξ Αθηνών ο Οδυσσεύς 20 υπονομείς, αλλά και δι' αυτών κατώρθωσεν ουδέν και ηναγκάσθη να περιορισθή εις στενήν πολιορκίαν του φρουρίου.
1823
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'
&Στρατόπεδον Πατρών. — Ρήξις νομοτελεστικού και βουλευτικού. — Καθαίρεσις του υπουργού Περούκα και του νομοτελεστού Μεταξά. — Εμφύλιοι ταραχαί και συγκρούσεις. — Το βουλευτήριον πατείται υπό στρατιωτικής δυνάμεως εν Άργει και οι βουλευταί μεταβαίνουν εις Κρανίδι, — Νέον νομοτελεστικόν. — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας καθ' όλον το έτος.&