Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 4
Ανώμαλα, άτακτα και επίφοβα ήσαν τα πάντα εν τη παρούση συνελεύσει. Πριν συγκρουσθώσι τα κόμματα εντός αυτής, είχαν συγκρουσθή εν ταις επαρχίαις επί των εκλογών, μη διατηρηθέντος του εκλογικού νόμου. Διπλούς βουλευτάς έστειλαν τα αντιφερόμενα κόμματα· παρευρέθησαν καί τινες των δυνατών εν τη συνελεύσει αντιπρόσωποι αυτοχειροτόνητοι και αυτονομιμοποίητοι· παρήσαν και απεσταλμένοι επαρχιών δι' άλλας υποθέσεις· πολλοί αντιπροσώπευαν όχι λαούς αλλ' οπλοφορούντας («τα άρματα»)· δεκτοί εγένοντο και οι παύσαντες βουλευταί, δεκτοί και οι παύσαντες νομοτελεσταί· ώστε οι εκ των διαφόρων τούτων τάξεων συγκροτήσαντες την δευτέραν συνέλευσιν ήσαν τριπλάσιοι των συγκροτησάντων την πρώτην· αλλά ψήφον είχαν μόνοι οι βουλευταί και οι απεσταλμένοι των επαρχιών, όσαι τυχόν δεν έστειλαν βουλευτάς, ως αντικαθιστώντες αυτούς. Όσον δε ήσυχος ήτον η πρώτη συνέλευσις, τόσον θορυβώδης εγένετο η δευτέρα. Πάντη ανίσχυρον ήτον εν τη πρώτη των πολεμικών το κόμμα· τα μεταξύ όμως εκείνης και ταύτης κατορθώματα αυτών κατά των εχθρών το ισχυροποίησαν. Αλλ' οι πολεμικοί δεν ήσαν επί της παρούσης ηνωμένοι ως ούτ' επί της πρώτης, διότι οι της Δυτικής Ελλάδος, οι υπό την επιρροήν εν γένει του Μαυροκορδάτου, έκλιναν, ως και τότε, προς τους πολιτικούς· πρός τινας δε αυτών, ως τον Ζαήμην και Λόντον, είχαν οι επισημότεροι και στενάς σχέσεις. Του κόμματος των πολιτικών ήσαν καί τινες πολεμικοί της Πελοποννήσου, ως ο Πετμεζάς, ο Αναγνωσταράς και οι Γιατράκοι. Εξάρχοντες δε του κόμματος των πολεμικών ήσαν εν μεν τη Πελοποννήσω ο Κολοκοτρώνης, εν δε τη Ανατολική Ελλάδι ο Οδυσσεύς· του κόμματος τούτου ήτο πάντοτε και ο Υψηλάντης.
Και ούτοι μεν αφίχθησαν εν πρώτοις εις Ναύπλιον οι δε του κόμματος των πολιτικών εις Άστρος κατά την κλήσιν της κυβερνήσεως. Πολλών δε λογοτριβών γενομένων περί του τόπου των συνεδριάσεων, συνήλθαν επί τέλους όλοι εις Άστρος διά της ισχυράς μεσολαβήσεως των αντιπροσώπων των ναυτικών νήσων κλινόντων, ως και επί της πρώτης συνελεύσεως, προς τους πολιτικούς· αλλά συνήλθαν ως δύο στρατόπεδα επί λόγω ασφαλείας, διότι εθρυλλούντο επιβουλαί και συνωμοσίαι του ενός κόμματος κατά του άλλου. Αφ' ού δε συνήλθαν όλοι εις Άστρος, οι μεν πολιτικοί προφυλάξεως χάριν κατέλαβαν τα Αγιαννήτικα καλύβια, οι δε πολεμικοί τα Μελιγγιώτικα· διεχωρίζοντο δε αι θέσεις αύται διά τινος ρύακος. Επειδή οι πολιτικοί ήσαν και πολυαριθμότεροι και ισχυρότεροι, αι εργασίαι της συνελεύσεως εγίνοντο προς το μέρος όπου διέτριβαν, εκοινοποιούντο δε τοις άλλοις δι' επιτρόπων. Λόγος περί πολιτικών αρχών δεν εγένετο επί της συνελεύσεως ταύτης ως ουδ' επί της εν Επιδαύρω· λόγος πολύς εγένετο περί προσωπικών ή μάλλον ειπείν κομματικών συμφερόντων. Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύματα διά των εισοδημάτων των επαρχιών· επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ' ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των.
Αφ' ού δε άπαντες παρεδέχθησαν επί των προκαταρκτικών συνεδριάσεων ως οργανικόν νόμον τον της Επιδαύρου υπό τινας μόνον όρους ως προς την πολεμικήν υπηρεσίαν, και αφ' ού εκανόνισαν τα περί των συνεδριάσεων ως και εν Επιδαύρω, ωρκίσθησαν την 30 μαρτίου ενώπιον του επί των εκκλησιαστικών αρχιερέως, και αναλαβόντες τας τακτικάς των εργασίας των θυρών κεκλεισμένων κατέστησαν πρόεδρον τον Πετρόμπεην, αντιπρόεδρον τον επίσκοπον Βρεσθένης Θεοδώρητον, αρχιγραμματέα τον Νέγρην, και φρούραρχον τον Γιατράκον, και τους τέσσαρας εκ του κόμματος των πολιτικών· ώστε εξ αυτών των προοιμίων εφάνη η υπεροχή του κόμματος τούτου. Τούτων δε γενομένων, κατήργησεν η συνέλευσις τας κεντρικάς Αρχάς της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Ελλάδος και της Δυτικής· κατήργησε τον του αρχιστρατήγου τίτλον ον έφερεν ο Κολοκοτρώνης, διώρισεν επιτροπάς προς επιθεώρησιν του συντάγματος και των άλλων νομών, προς σύνταξιν ποινικών και κατάστρωσιν του ετησίου προϋπολογισμού, και διέταξε τον Κολοκοτρώνην να παραδώση το Ναύπλιον καί τινα έγγραφα σταλέντα έξωθεν προς τας ελληνικάς Αρχάς και κρατούμενα παρ' αυτού. Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ' απεποιήθη την παράδοσιν του φρουρίου επί λόγω, ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις, και ότι επί τη προσεχεί συστάσει ταύτης το παρέδιδε. Απρίλιος Την 11 απριλίου εισήχθη ο προϋπολογισμός. Την 13 επεκυρώθη το επιθεωρηθέν σύνταγμα της Επιδαύρου γενομένων μικρών τινων μεταβολών, και εψηφίσθη ατόπως να εγκαθιστώνται οι έπαρχοι ή ν' αποβάλλονται κοινή γνώμη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού. Την 14 εξεδόθη ψήφισμα περί εκποιήοεως των εθνικών κτιρίων· εγένετο λόγος και περί εκποιήσεως γης, αλλά δεν ενεκρίθη, καταθορυβηθέντων των στρατιωτών πιστευόντων ότι θα εγίνετο επ' ωφελεία των πολιτικών και των δυνατών· εις πασιφανές δε δείγμα δυσαρεσκείας, τινές αυτών ετουφέκισαν επί παρουσία των αντιπροσώπων τεμάχιον χαρτίου, όπου ήτο γεγραμμένον, «εκποίησις γης». Την δε 17 εκανονίσθη το περί αποζημιώσεων των ναυτικών νήσων, υπεβλήθη απάνθισμα ποινικών νόμων και ανετέθη εις την επιθεώρησιν της βουλής· προσανετέθη δε και η επιθεώρησις του περί δικαστηρίων νόμου· και ούτως η συνέλευσις έπαυσε τας εργασίας της την 18, ορίσασα να συγκαλεσθή τρίτη μετά διετίαν εις αναθεώρησιν του συντάγματος, ευφημήσασα τα επί τριετίας κατορθώματα των Ελλήνων, διασαλπίσασα κατ' επανάληψιν την πολιτικήν του έθνους ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν και την σταθεράν του απόφασιν να χαθή ελεύθερον παρά να ζήση δούλον, και ευχαριστήσασα πανδήμως το στρατιωτικόν, το ναυτικόν και τα μέλη της παυσάσης κυβερνήσεως, των δύο γερουσιών, και του πλανήτου αρείου πάγου· έπαυσε δε, όπως ήρχισεν, ό εστι υπό την επιρροήν του κόμματος των πολιτικών, διά τούτο και τα μέλη του νέου νομοτελεστικού εξελέχθησαν εκ του κόμματος τούτου, ήγουν, ο Χαραλάμπης, ο Ζαήμης και ο Μεταξάς υπό την προεδρίαν του Πετρόμπεη, αρχιγραμματεύοντος του Μαυροκορδάτου, ον τιμώσα η συνέλευσις διά την εν Μεσολογγίω διαγωγήν του υπήντησε προσερχόμενον· η δε εκλογή του ελλείποντος μέλους εις συμπλήρωσιν του πενταμελούς νομοτελεστικού αφέθη εις τας τρεις ναυτικάς νήσους. Τούτου γενομένου, μετέβη η νέα κυβέρνησις εις Τριπολιτσάν κατ' απόφασιν της συνελεύσεως.
Δοθείσης όλης της εξουσίας εις τους πολιτικούς, ηγανάκτησαν οι αποτυχόντες στρατιωτικοί και εμελέτησαν την ανατροπήν των ψηφισθέντων διά θεμιτών και αθεμίτων τρόπων. Ο χαρακτήρ τοιαύτης συνελεύσεως παρείχεν οίκοθεν ικανάς λαβάς διενέξεων, και εντεύθεν ορμώμενοι οι αποτυχόντες εβόων, ότι οι υπερισχύοντες εδέχθησαν ως μέλη όσους δεν έπρεπε να δεχθώσι, και απέβαλαν όσους δεν έπρεπε ν' αποβάλωσιν. Έμεινε δε εκτός των πραγμάτων παρά πάσαν ελπίδα και ο Νέγρης, αν και ως αρχιγραμματεύς της συνελεύσεως συνέπραξε μετά των υπερισχυσάντων πολιτικών. Δεν υπέφερεν ο φιλοπράγμων και φιλότιμος ούτος ανήρ την απραγμοσύνην και ολιγώρησιν εις ας κατεδικάσθη υπό των φίλων του, ηνώθη μετά των αντιπολιτευομένων, ωργάνισε τακτικώτερον την αντιπολίτευσιν ως σοφώτερος αυτών και δεν εσυστάλη να κηρύξη άτακτα και άνομα όσα χθες οικειοθελώς έγραψε και υπέγραψεν ως τακτικά και έννομα. Υπό την διδασκαλίαν δε αυτού, προσδοκώντος ευμενεστέραν τύχην παρά των χθες αντιπάλων του, και υπό την οδηγίαν του Κολοκοτρώνη, συνήλθαν οι αντιπολιτευόμενοι εις το χωρίον Καρυταίνης, Σελήμναν, προς συγκρότησιν άλλης συνελεύσεως· παρηκολούθησαν δε και πάμπολλοι των συγκροτησάντων την εν Άστρει ψευσθέντες και ούτοι των ελπίδων των. Αλλ' η νέα κυβέρνησις, επιδεξίως πολιτευθείσα, διεσκέδασε το εν Σιλήμνη νέφος πριν φθάση να εκραγή. Κενή ήτον εισέτι η πέμπτη θέσις του νομοτελεστικού· την θέσιν ταύτην επλήρωσεν αναδείξασα τον Κολοκοτρώνην μέλος και αντιπρόεδρον αυτού, και ούτως αφήρπασεν εκ μέσου των εναντίων της τον κομματάρχην των.
Ολίγαις δε ημέραις πρότερον εφιλιώθησαν και οι μέχρι τούδε διαφερόμενοι Δηληγιάνναι και Κολοκοτρώναι, και εις βεβαίωσιν της φιλιώσεώς των εσυγγένευσαν αρραβωνίσαντος του μόλις εννεαετούς υιού του Κολοκοτρώνη, Κωνσταντίνου, την ομήλικόν του μονογενή θυγατέρα του Κανέλλου Δηληγιάννη. Διά του πολιτικού τούτου συνοικεσίου, διαλυθέντος μετά ταύτα, ο μεν Κολοκοτρώνης εσκόπευε να διαρρήξη το αρχοντολόγιον της Πελοποννήσου, οι δε Δηληγιάνναι να ενδυναμωθώσιν επαμφοτερίζοντες.
Εν τούτοις η Πύλη παρεσκευάζετο εις καταστροφήν των Ελλήνων. Ανεπιτήδεια εις μάχην διά τον στενόχωρον πλουν εντός της ελληνικής θαλάσσης απέδειξεν η πείρα τα υπερμεγέθη πλοία· διά τούτο η Πύλη ητοίμασεν εις έκπλουν όχι πλέον δίκροτα αλλά φρεγάτας και άλλα μικροτέρου μεγέθους· καθαιρέσασα δε και από της αρχιναυαρχίας τον ανάξιον Μεχμέτπασαν αντικατέστησε τον Χουσρέφ- Μεχμέτπασαν τον και Τοπάλην (χωλόν)· διέταξε δε και πάμπολλα στρατεύματα να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον τα μεν διά της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ισούφπασαν Περκόφτσαλην, τον άλλοτε πασάν της Βραΐλας τον κυριεύσαντα το πρώτον έτος της επαναστάσεως το Γαλάτσι και το Ιάσι, τα δε διά της Δυτικής Ελλάδος υπό τον Μουσταήμπασαν, ηγεμόνα της Σκόδρας· παρήγγειλε και τον εν Πάτραις Ισούφπασαν να στρατολογήση και ούτος εν τη Αλβανία και μεταφέρη τους στρατολογηθέντας, διά θαλάσσης εις Πελοπόννησον· τα δε της Κρήτης ανέθεσεν εις τον ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλήν.
Η δε ελληνική κυβέρνησις απεφάσισε προς ματαίωσιν των εκστρατειών τούτων να συστήση δύο στρατόπεδα, το μεν εν Μεγαρίδι προς απόκρουσιν της εχθρικής εισβολής εις Ανατολικήν Ελλάδα, το δε περί τας Πάτρας εις πολιορκίαν αυτών, εις προφύλαξιν των αρκτικών παραλίων της Πελοποννήσου και εις αποστολήν στρατιωτικής βοηθείας χρείας τυχούσης κατά την δυτικήν Ελλάδα· προς ευόδωσιν δε του σχεδίου απεφάσισε ν' αναθέση την αρχηγίαν των στρατοπέδων εις τους νομοτελεστάς, του μεν κατά την Μεγαρίδα εις τον πρόεδρον, τον αντιπρόεδρον και τον Χαραλάμπην συμπαραλαμβάνοντας και τον γενικόν γραμματέα εις τακτικήν ενέργειαν της νομοτελεστικής δυνάμεως, του δε περί τας Πάτρας εις τον Ζαήμην και τον Μεταξάν· να διαμείνωσι δε εν Τριπολιτσά παρά τω βουλευτικώ τα υπουργεία· δύο δε μέλη μόνον του επί των πολεμικών τριμελούς υπουργείου να παρακολουθήσωσι το μεν την μίαν εκστρατείαν, το δε την άλλην. Εψηφίσθη δε και έρανος καθ' όλην την επικράτειαν ενός εκατομμυρίου γροσίων εις συντήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν πλοίων. Μάιος Εν ώ δε η ελληνική κυβέρνησις κατεγίνετο σχεδιάζουσα τα της εκστρατείας, ο εχθρικός στόλος εκ 15 φρεγατών, 13 κορβεττών, 12 βρικίων και 40 φορτηγών, εξέπλευσε του Ελλησπόντου υπό τον Χουσρέφην την 11 μαΐου, και παραλαβών κατά τα Μοσχονήσια και τον Τσεσμέν δεκακισχιλίους ασιανούς, και ακολουθούμενος υπό του αλγερινού στολίσκου, ον συνήντησεν έξωθεν Χίου και Μιτυλήνης, έρριψε την 23 άγκυραν έμπροσθεν της Καρύστου.
Οι κάτοικοι της Ευβοίας χριστιανοί, αφ' ού ανεχώρησαν εκείθεν οι Αρειοπαγίται, εσύστησαν τοπικήν διοίκησιν και διετήρουν και δύο στρατόπεδα, οι μεν του βορείου μέρους υπό τον Διαμαντήν εις πολιορκίαν της Χαλκίδος, οι δε του ανατολικού υπό τον Κριεζώτην εις πολιορκίαν της Καρύστου. Ο οπλαρχηγός ούτος εμπόδισε τας συχνάς και ακωλύτους των εν τω φρουρίω της Καρύστου εξόδους, συνήψε την 5 μαΐου μάχην τρεις ώρας μακράν αυτής κατά το Βατίσι, ενίκησε, και έστειλε 50 κεφαλάς εις Αθήνας και 3 αιχμαλώτους, ους οι Αθηναίοι λιθοβολούντες εθανάτωσαν. Έκτοτε οι εχθροί εκλείσθησαν εν τω φρουρίω, και πάσχοντες σιτοδείαν εκινδύνευαν να παραδοθώσιν. Αλλ' ο φανείς στόλος απήλλαξεν αυτούς των δεινών και εματαίωσε τους αγώνας του Κριεζώτη· διότι τετρακισχίλιοι αποβιβασθέντες διέλυσαν διά της συνδρομής των εν τω φρουρίω το ελληνικόν στρατόπεδον, έδωκαν τοις εν αυτώ τροφάς, και οι μεν διεσπάρησαν διά ξηράς εις τα χωρία, οι δε περιέπλεαν τα παράλια καίοντες, φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες. Εστάλησαν δε και επί 14 φορτηγών προς τους εν τη Χαλκίδι τροφαί και πολεμεφόδια, αλλά το υπό τον Διαμαντήν στρατόπεδον διέμεινεν αδιάλυτον.
Ο δε στόλος, εκτελέσας ό,τι εσκόπευε, διέπλευσεν ησύχως τον μεταξύ Ύδρας και Πελοποννήσου πορθμόν, ανεκώχευσεν έξωθεν της Κορώνης και Μοθώνης, επεσίτισε τα φρούρια εκείνα, και αφ' ού απεκόπη μία μοίρα και έπλευσε προς την Κρήτην, Ιούνιος ο λοιπός εκ 46 πολεμικών και πολλών φορτηγών ηγκυροβόλησε την 6 Ιουνίου έμπροσθεν των Πατρών· καθ' όλον δε τον πλουν δεν συνήντησε τον ελληνικόν, διότι ούτος επί υποθέσει ότι ο τουρκικός εσκόπευε να προσβάλη την Σάμον ή τα Ψαρά, έπλεε προς εκείνα τα μέρη· μαθών δε ότι αφίχθη εις Πελοπόννησον, επανέπλευσεν εις τα ίδια.
Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, λυθείσης της υπό τον Κολοκοτρώνην πολιορκίας, περιέτρεχαν όλην την επαρχίαν αφόβως και επάτουν και τας γειτνιαζούσας Καλαβρύτων και Γαστούνης· ανενόχλητοι δε ήσαν και διά θαλάσσης και ελάμβαναν ανεμποδίστως έξωθεν όσα εχρειάζοντο· διά τούτο ο καταπλεύσας εκεί στόλος δεν εφαίνετο ελθών εις βοήθειαν αυτών ως μηδεμίαν χρείαν εχόντων βοηθείας, αλλ' εις διαβίβασιν στρατευμάτων εις Πελοπόννησον, των μεν από της Δυτικής Ελλάδος των δε από της Ανατολικής.
Καθ' όν δε καιρόν κατέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Πάτρας, 3800 ναύται και στρατιώται επιβάντες εις 110 πλοία ψαριανά, μικρά μεγάλα, εξ ών 15 ένοπλα, απέβησαν εις τα αντικρύ της Σάμου παράλια της Ιωνίας, επάτησαν το Αράπη-τσεφτλήκι, και το Αλήμπεη-τσεφτλήκι, παραθαλάσσια χωρία, έχοντα και τα δύο 2000 κατοίκους και 1000 στρατιώτας, τα διήρπασαν, έπλευσαν έπειτα προς την παραλίαν την αντικρύ της δυτικής άκρας της Μιτυλήνης, όπου κείται η πόλις του Σανταρλή 4500 περιέχουσα ψυχάς και 2000 φρουρούς, επάτησαν και αυτήν, την έκαυσαν, εσκότωσαν, αιχμαλώτισαν, ελαφυραγώγησαν, εκυρίευσαν τον εν αυτή πύργον όπου συνέλαβαν την γυναίκα του διοικητού Καραοσμάνογλου, ην εξηγόρασαν μετά ταύτα οι συγγενείς της διά γροσίων 90,000, επήραν εννέα κανόνια, μετέβησαν εις Μοσχονήσια, επήραν και εκείθεν δύο, παρέπλευσαν τα παράλια της Μιτυλήνης, εκυρίευσαν πέντε τουρκικάς σακολέβας, ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν της Ερισού, ανείλκυσαν αγκύρας και άλλα τινά του καυθέντος εκεί το πρώτον έτος της επαναστάσεως δικρότου και μετά ταύτα επανήλθαν εις τα ίδια. Τόσον δε φόβον διέσπειραν εις όλα εκείνα τα παράλια, ώστε οι εν Σμύρνη πρόξενοι τους παρεκάλεσαν ν' απέχωσι πάσης εχθροπραξίας εν τω κόλπω εκείνω χάριν αυτών, του εμπορίου και των ενοικούντων χριστιανών. «Αφίνομεν τον τόπον ήσυχον αλλ' υπόφορον» απεκρίθησαν υπερηφάνως οι Ψαριανοί· 17 Έλληνες επί της εκστρατείας ταύτης εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· οι δε Τούρκοι, ανίκανοι να παιδεύσωσι τους βλάψαντας αυτούς, εξεθύμαναν κατά των αθώων χριστιανών κατοίκων της Μαγνησίας και της Περγάμου, ανδραποδίζοντες και φονεύοντες.
Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο κατά της ελευθέρας Ελλάδος ο στόλος του σουλτάνου, εκινούντο κατ' αυτής και τα διά ξηράς στρατεύματά του. Προϋπήρχεν ο ψευδοσυμβιβασμός του Μεχμέτπασα και του Οδυσσέως, και επί τω συμβιβασμώ τούτω ανακωχή. Ελθούσης δε της προθεσμίας και μη εκπληρώσαντος του Οδυσσέως όσα υπεσχέθη, εξεστράτευσαν 6000 Τούρκοι υπό τον Περκόφτσαλην, πριν φθάσωσιν οι Έλληνες να οργανίσωσι τα στρατεύματά των εξ αιτίας της εν Άστρει συνελεύσεως, ήτις είλκυσεν εις τα πολιτικά την εις τα στρατιωτικά οφειλομένην προσοχήν αυτών. Παρηκολούθησε δε τον Περκόφτσαλην και ο Σελήχπασας, ηγεμών της Αδριανουπόλεως, μετά 4000. Τα στρατεύματα ταύτα, ευρόντα τας επί της στερεάς Ελλάδος δυσδιαβάτους θέσεις απροφυλάκτους, επροχώρησαν τα μεν προς τας Θήβας τα δε προς τα Σάλωνα. Τα προς τα Σάλωνα εσκήνωσαν κατά το παρά τας όχθας του Κηφισσού χωρίον Μάνεσι· την δε 7 Ιουνίου εκίνησαν προς το κατά τους πρόποδας του Παρνασσού μοναστήριον της Ιερουσαλήμ· εκεί ήσαν 150 στρατιώται του Οδυσσέως υπό τον Γιάννην Κομποταδίτην, ους αντισταθέντας κατ' αρχάς έτρεψαν επί τέλους, εκυρίευσαν το μοναστήριον, το έκαυσαν και επανήλθαν εις Μάνεσι. Την δε 10 εστράτευσαν κατά της Αράχωβας όπου ηύραν αντίστασιν, αλλ' υπερίσχυσαν, εξουσίασαν το χωρίον και το έκαυσαν. Την επαύριον έκαυσαν το Καστρί και τα καλύβια της Αράχωβας, έπεσαν και εις το Χρυσόν, αλλ' απεκρούσθησαν, και μόνον δύο τρεις οικίας έκαυσαν· την δε 12 κατέβησαν εις Δεσφίναν επί του παραλίου του κορινθιακού κόλπου, και εκείθεν επανήλθαν εις Μάνεσι και ησύχασαν.
Το δε άλλο τουρκικόν στράτευμα, το εις Βοιωτίαν πεσόν, ουδ' αυτό απήντησεν εχθρόν. Τα τήδε κακείσε ελληνικά τάγματα, ανίκανα διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσιν, υπεχώρησαν· τινά μόνον αυτών υπό τον Παπά Ανδρέαν και άλλους κατέλαβαν τα στενά της Φοντάνας εις εμπόδιον της των εν Ζητουνίω και Λεβαδεία εχθρών συγκοινωνίας. Εν τοσούτω, όλος ο τόπος, δι' ου διέβαιναν οι Τούρκοι, ερημούτο, οι κάτοικοι κατέφευγαν οι μεν εις Πελοπόννησον, οι δε εις τας νήσους του Αιγαίου, και άλλοι εις τας κορυφάς των ορέων. Φόβος κατέλαβε και αυτούς τους κατοίκους των Αθηνών. Υποπτεύοντες ούτοι, ότι ήρχετο το στράτευμα εις πολιορκίαν της πόλεως, μετεκόμισαν τας οικογενείας και τα πράγματά των εις Σαλαμίνα και Αίγιναν. Ο δε Οδυσσεύς, εις ον ήλπιζεν η Ανατολική Ελλάς, ευρισκόμενος επί της εισβολής ταύτης εν Αθήναις, εξεστράτευσεν εις Βοιωτίαν την 11 Ιουνίου, αφ' ού ηνάγκασε τους Αθηναίους να τω πληρώσωσι χάριν της εκστρατείας ταύτης ενός μηνός πεντακοσίους μισθούς· αλλ' ουδέν κατώρθωσεν ουδ' αυτός. Πολυάριθμα στρατεύματα πελοποννησιακά διετάχθησαν να στρατεύσωσιν εκτός του ισθμού· αλλά μόνος ο πάντοτε πρόθυμος εις τας επί της στερεάς Ελλάδος εκστρατείας Νικήτας εφάνη προς τα Μέγαρα, ανίκανος και ούτος διά την ολιγότητα των οπαδών του να τρέξη κατά των εχθρών.
Μετά την ερήμωσιν της Ανατολικής Ελλάδος, τα τουρκικά στρατεύματα σκοπόν είχαν να πέσωσι διά του κορινθιακού κόλπου εις Πελοπόννησον συνεργεία του στόλου, παραπλέοντος επ' αυτώ τούτω τα αρκτικά παράλια της· αλλ' επί τη προτάσει του Καρυστίου Ομέρμπεη, μεταβάντος εκ της πατρίδος του αντίπεραν, ανέβαλεν ο Περκόφτσαλης ό,τι εσκόπευε, Ιούλιος και παραλαβών το πλείστον μέρος του στρατεύματος και συνοδευόμενος υπό του Ομέρμπεη μετέβη εις Εύβοιαν μεσούντος του Ιουλίου προς τελείαν καθυπόταξιν της νήσου· άφησε δε το υπόλοιπον του στρατεύματός του περί τας Θήβας υπό τον Σελήχπασαν.
Μετά την διάλυσιν του εις πολιορκίαν της Καρύστου στρατοπέδου, διέμεινεν, ως είπαμεν, αδιάλυτον το εις πολιορκίαν της Χαλκίδος εν Βρυσακίοις υπό τον Διαμαντήν εξ οκτασίων εκλεκτών· αλλά το στρατόπεδον τούτο ήτο σχεδόν παραλελυμένον. Οι πρώην έφοροι κατέτρεχαν την τοπικήν διοίκησιν υφ' ην διετέλει· ο δε Οδυσσεύς, αντιφερόμενος προς τον Διαμαντήν και υποβλέπων την αρχηγίαν του, υπεκίνει μακρόθεν κατ' αυτού τους εντοπίους οπλαρχηγούς, τον Τομαράν, τον Χαλκιάν και τον Βερούσην. Τόσον δε ευδοκίμησεν εν ταις ραδιουργίαις του, ώστε οι οπλαρχηγοί ούτοι έπραξαν ό,τι μόνοι οι Τούρκοι εδύναντο να πράξωσιν· επάτησαν εχθρικώς το Ξηροχώρι επί σκοπώ ν' αρπάσωσι την εκεί γυναίκα του Διαμαντή, ην προλαβών ούτος έσωσεν.
Εν τοσούτω, οι αποβάντες Τούρκοι, αφ' ού ηνώθησαν μετά των εντοπίων, άραντες την επί του πορθμού γέφυραν μετέφεραν προς τα Βρυσάκια επτά τουρκικά πλοία. Επί τη θέα ταύτη έφυγαν τα πολιορκούντα την Χαλκίδα τρία ελληνικά, και επί τη φυγή αυτών άφησε το στρατόπεδον την θέσιν των Βρυσακίων και απεχώρησε προς το άνωθεν όρος, Παγώντα. Οι Τούρκοι βλέποντες τους Έλληνας φεύγοντας μηδενός αυτούς καταδιώκοντος, έκαυσαν τα καλύβια των Βρυσακίων, ώρμησαν την 22 πανστρατιά κατά των εις το όρος αποχωρησάντων, και συνήψαν πολύωρον μάχην. Οι Έλληνες, κατέχοντες οχυράν θέσιν, ενίκησαν λαμπράν νίκην και ηνάγκασαν τους εχθρούς να καταβώσιν εις Βρυσάκια κατησχυμένοι. Αλλά την νύκτα, αν και νικηταί, ελειποτάκτησαν εξ αιτίας της επικρατούσης μεταξύ του αρχηγού αυτών και των εντοπίων υποπλαρχηγών διχονοίας, και φεύγοντες συνήλθαν την επαύριον εις το μεταξύ Παγώντα και Μαντουδίου μεγάλον Δερβένι· αποφασίσαντες δε ν' ανθέξωσιν ετοποθετήθησαν οι μεν εντός των στενών, οι δε δεξιά, καί τινες αριστερά· αλλά, βλέποντες τους Τούρκους επερχομένους, διεσκορπίσθησαν· μόνοι οι δεξιά των στενών αντέστησαν· φονευθέντος δε του αρχηγού αυτών Λιάκου υπεχώρησαν και ούτοι.