Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 34
Με μέμφεται ο συγγραφεύς ούτος εν σελίδι 69 του β' τόμου ως μηδεμίαν ποιήσαντα μνείαν του κόμητος Σανταρόζα εν τω επ' εκκλησίας επικηδείω μου λόγω εις τους εν Σφακτηρία πεσόντας· ωρμήθη δε εις την μομφήν ταύτην έκ τινων των εν τω ημερολογίω του Ιταλού κυρίου Κολλενίου λόγων.
Ουδέποτε απήγγειλα επικήδειον λόγον εις τους εν Σφακτηρία πεσόντας. Ο λόγος, ον αινίττονται και ο κύριος Κολλένιος και ο κύριος Φινλάης, είναι ον απήγγειλα την 10 μαΐου 1825, καθ' ήν ημέραν εκηρύχθη γενική αμνηστεία· είχε δε ο λόγος θέμα την ομόνοιαν· παρενείρεται δε το εν Σφακτηρία πάθημα εν παρόδω, αλλ' ουδείς των εκεί πεσόντων Ελλήνων η φιλελλήνων μνημονεύεται ονομαστί· εύφημον όμως και δικαίαν μνήμην εποίησα του αρίστου ανδρός και θερμού φιλέλληνος Σανταρόζα εν τω κειμένω του ανά χείρας κεφαλαίου της Ιστορίας μου προ πολλών ετών.
Λέγει ο κύριος Φινλάης εν σελίδι 180 του α' τόμου ότι, επειδή σπανίως αναφέρω τας πηγάς, όθεν αρύομαι, λαμβάνω την ελευθερίαν ν' αντιγράφω τους συγγραφείς, οσάκις είναι Έλληνες, και να τους μεταφράζω κατά γράμμα, οσάκις είναι ξένοι· φέρει δε και παράδειγμα φράσιν τινά δίστιχον εκ των υπομνημάτων του αοιδίμου Γερμανού λέγουσαν· «Συγχρόνως άλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύο σπαχήδας Τριπολιτσώτας εις το χωρίον του Λιβαρτσίου, και πάλιν άλλοι εις τον Φενεόν τους γυφτοχαρατσήδας».
Οι προ εμού συγγράψαντες διηγήθησαν τα εν τη φράσει ταύτη συμβάντα· γνωστά δε τοις πάσι και αναμφισβήτητα, και ουδεμία χρεία μαρτυρίας εις επιβεβαίωσιν πασιγνώστων και πανθομολογήτων συμβάντων. Σημειωτέον δε, ότι ο κύριος Φινλάης παρενόησε την σημασίαν της λέξεως γ υ φ τ ο χ α ρ α τ σ ή δ α ς. Δεν εννοεί η εν τη ανωτέρω φράσει λέξις αύτη, ως αυτός και εν τω χωρίω τούτω και εν το προλόγω του συγγράμματός του ημαρτημένως υπολαμβάνει, ότι οι χαρατσήδες εκαλούντο ούτω προς χλευασμόν, αλλ' ότι εχαράτσοναν τους τήδε κακείσε περιφερομένους φερεοίκους γύφτους· εκ της τάξεως δε ταύτης ήσαν οι φονευθέντες· χαρατσήδες δε απλώς εκαλούντο οι χαρατσόνοντες τους κατοίκους των πόλεων και χωρίων.
Ποιών λόγον ο κύριος Φινλάης εν σελίδι 335 του α' τόμου περί των κατά τον Βαρνακιώτην, και διψών να εύρη αιτίαν μομφής κατά του Μαυροκορδάτου και κατ' εμού, λέγει· «Εγνώριζαν και ο Μαυροκορδάτος και ο Τρικούπης (ανάγνωθι Ιωάννης Τρικούπης, ο πατήρ μου, ως αυτός ο κύριος Φινλάης επιδιορθόνει τούτο εν τω τέλει του τόμου ως ημαρτημένον) «τας ραδιουργίας του Βαρνακιώτου και τας ενεθάρρυναν επί ματαία ελπίδι ωφελείας εξ επιπλάστου προδοσίας, αλλ' ηττήθησαν εν τω ατίμω τεχνάσματί των.
Παράδοξον πώς ο κύριος Φινλάης δεν συστέλλεται αποκαλών άτιμον τέχνασμα το εις αναβολήν της εις την Αιτωλοακαρνανίαν επικειμένης εχθρικής εισβολής εν τη δεινή εκείνη ώρα στρατήγημα τούτο. Αν ούτως έχη, άτιμον τέχνασμα είναι και το του Μάρκου Μπότσαρη επί της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου προς τον Άγον Βασιάρην και μυρία άλλα· ατιμότερον δε τούτων, κατά τον κύριον Φινλάην, είναι και το του Θεμιστοκλέους προς τους Λακεδαιμονίους επί της κατασκευής των Μακρών τειχών.
Εξ όσων απηντήσαμεν επί των ανωτέρων επικρίσεων του κυρίου Φινλάη αποδεικνύεται σαφέστατα, ότι και τα του λόγου μου περί των εν Σφακτηρία πεσόντων, ων την αποσιώπησιν καλεί ο κύριος Φινλάης τρανόν δείγμα της εθνικής των Ελλήνων προς τους ξένους αχαριστίας είναι τρανόν ψεύδος, και η επανόρθωσίς του περί των γυφτοχαρατσήδων φανερά παραδιόρθωσις, και οι περί των επί Βαρνακιώτου λόγοι του αυτόχρημα παραλογισμοί.
Ηρανίσθην βεβαίως ή, αν θέλη ο κύριος Φινλάης, μετέφρασα κατά γράμμα τεμάχια της Ιστορίας του Γόρδωνος· δεν ηθέλησα δε να τα παραφράσω, ως άλλοι τινές ιστοριογράφοι, διότι εθεώρησα τούτο παιδαριώδες. Ιδού δε ο λόγος, δι' ον απεσιώπησα εκ προμελέτης πόθεν τα παρέλαβα.
Άλλο το συγγράφειν τα προγενέστερα συμβάντα, και άλλο το συγγράφειν τα σύγχρονα. Εν εκείνοις η μαρτυρία όθεν πορίζεται η ύλη είναι απαραίτητος, αλλ' εν τούτοις είναι αδύνατος, διότι πορίζεται εκ πολλών στομάτων, και η αξιοπιστία καταντά ανεξέλεγκτος, διότι οι λόγοι είναι πτερόεντες· εγγύησις δε της ακριβείας των ιστορουμένων είναι κυρίως ο χαρακτήρ του ιστορικού. Αλλ' οσάκις ο σύγχρονος ιστορικός παραλαμβάνει τι παρά συγχρόνου ιστορικού, οφείλει να μη το παραλαμβάνη ειμή υπό την εξέλεγξιν αυτοπτών και αυτηκόων, καθ' όσον είναι τούτο εφικτόν, ή υπό το κύρος ανεκδότων ημερολογίων ή αξιοπίστων εγγράφων· τούτο εγώ έπραξα συνήθως· ηρύσθην δε συχνάκις και εκ των αυτών πηγών όθεν ηκούσθησαν και οι σύγχρονοί μου συγγραφείς.
Αρκούντα νομίζω ταύτα εις ορθήν εκτίμησιν και τινων άλλων μικρολογιών του κυρίου Φινλάη περί της ιστορίας μου· λέγω μικρολογιών, διότι ουδέν οπωσούν ουσιώδες των εν τη ιστορία μου προσβάλλει, αν και φαίνεται μικροσκοπικώς καταγινόμενος εις ανεύρεσιν ημαρτημένων. Τούτο μόνον λυπούμενος προσθέτω, ότι ο διερχόμενος την βίβλον του αδύνατον να μη την θεωρήση αποκύημα ακρισίας, δυστροπίας και αγενούς πάθους προς τους άνδρας του Αγώνος.
(β.)
Ο επίσκοπος Μοθώνης, καταμηνυθείς ως υποκινήσας τας αδίκους σφαγάς των εν Νεοκάστρω επί της πτώσεώς του εβασανίσθη και ετελείωσε τας ημέρας του εν σκοτεινή φυλακή πανωλόβλητος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.
(α·)
«Το στρατιωτικόν μας (έγραφε το νομοτελεστικόν τη εν Λονδίνω επιτροπή την 11 ιουνίου) κατήντησεν όχι πλέον ανοικονόμητον, αλλά και ο λυμεών της πατρίδος· αι καταχρήσεις του είναι απερίγραπτοι· διά να λάβετε μίαν ιδέαν αυτών αρκεί να σας είπωμεν ότι πολλάκις χάνομεν την νίκην και κινδυνεύει η πατρίς, διότι εν ώ η διοίκησις νομίζει ότι έχει εις μίαν θέσιν πέντε χιλιάδας στρατιωτών, όταν πρέπη ν' αντιπαραταχθώσι, δεν ευρίσκονται ούτε χίλιοι, και αυτοί σπανιώτατα ευρίσκονται σύμφωνοι και πολλάκις χαρίζουν διά της διαιρέσεως των την νίκην εις τον εχθρόν. Αλλά τας κατανοήσεις αυτάς ποίος να τας εμποδίση; οποίους και αν μεταχειρισθή η κυβέρνησις είναι της αυτής ζύμης, και αν κάμουν καμμίαν δούλευσιν εις αυτήν, αφ' ού διά μέσου των ταπεινώση η διοίκησις τους εναντίους της, αυτοί γίνονται χειρότεροι και θέλουν να δώσουν νόμους, η δε διοίκησις αναγκάζεται να τους οικονομή. Αυτού του στρατιωτικού η κακοήθεια εξήντλησε το μεγαλήτερον μέρος του δανείου χωρίς να ωφεληθή παντελώς η πατρίς, και εις τον παρόντα κίνδυνον δεν έχει ούτε μέσα ούτε στρατιώτας να αντιτάξη».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.
(α.)
«Το δε άντρον το Κωρύκιον μεγέθει τε υπερβάλλει τα ειρημένα, και έστιν επί πλείστον οδεύσαι δι' αυτού και άνευ λαμπτήρων· ό τε όροφος ες αύταρκες από του εδάφους ανέστηκε, και ύδωρ το μεν ανερχόμενον εκ πηγών, πλέον δε έτι από του ορόφου στάζει, ώστε και δήλα εν τω εδάφει σταλαγμών τα ίχνη διά παντός εστι του άντρου . . . . . . Από δε του Κωρυκίου χαλεπόν ήδη και ανδρί ευζώνω προς τα άκρα αφικέσθαι του Παρνασού . . . . . .Σπηλαίων δε ων είδον θέας άξιον μάλιστα εφαίνετο είναι μοι». — Εκ των του Παυσανίου.
«Ιεροπρεπής δ' εστί πας ο Παρνασός, έχων άντρα τε και άλλα χωρία τιμώμενά τε και αγιστευόμενα, ων εστι γνωριμώτατόν τε και κάλλιστον το Κωρύκιον, νυμφών άντρον». — Εκ των του Στράβωνος.
«Σέβω δε νύμφας, ένθα Κωρυκίς πέτρα κοίλη, φίλορνις, δαιμόνων αναστροφή».
— Εκ των του Αισχύλου.
(β.)
Επειδή ο κύριος Κρητοβουλίδης λέγει εν σελίδι 331 των υπομνημάτων του, ότι παρεμόρφωσα τα περί ης ο λόγος καταλήψεως της Γραμβούσης, δηλοποιώ εις πίστωσιν ων διηγήθην, ότι είχα προς τοις άλλοις υπ' όψιν, γράφων ταύτα, και το περί ου προανέφερα και εισέτι ανά χείρας μου ιδιόγραφον υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, όχι κατά τον κύριον Κρητοβουλίδην απόντος αλλά παρόντος επί τη καταλήψει του φρουρίου τούτου και πρωταγωνισθέντος. Το υπόμνημα τούτο διηγείται και τα της επί Τομπάζη αποτυχούσης εφόδου της Γραμβούσης και αλλά συμβάντα. Των δύο τούτων συμπολιτών και υπομνηματιστών η διήγησις εν πολλοίς διαφέρει· προτιμοτέρα δε βεβαίως η του αυτόπτου, του και ως πολιτικού και ως πολεμικού διακριθέντος.
(γ.)
Θέλων ο αντιναύαρχος Δεριγνής να βεβαιωθή περί της σκανδαλώδους διαγωγής του πλοιάρχου τούτου, έστειλε την κορβέτταν &Victorieuse& εις Ύδραν, και την γολέτταν &Estafette& εις Αίγιναν, και έμαθε παρά του Τομπάζη, του Κριεζή και του Κανάρη, ότι το περί ου ο λόγος γαλλικόν βρίκι έρριψε τω όντι επί την λέμβον του Κανάρη τέσσαρας κανονίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.
(α.)
Το αυτό έτος απεστάλη παρά του Μαυροκορδάτου ιδιαιτέρως εις Βαυαρίαν και ο Ρεϊνέκος επί παραγγελία να μάθη παρά του εκεί διατρίβοντος και αξίως διά τον χαρακτήρα και τας αρετάς του τιμωμένου Ευγενίου Βωαρναίσου, αν εδέχετο τον θρόνον της Ελλάδος· αλλ' ο ανήρ ούτος απέθανε προ της αφίξεως του απεσταλμένου.
(β.)
Καθ' όν καιρόν επεριμένετο ο Μεττερνίχος εις Παρισίους, ηρώτησεν ο εκεί πρέσβυς της Αγγλίας, Γραμβίλλος, τον επί των εξωτερικών υπουργόν Κάνιγγα τι να τω είπη. «Μάθε πρώτον», απήντησεν ο Κάννιγγ, ότι θεωρώ τον Μεττερνίχον ως τον αχρειέστατον και τον ψευδέστατον των εν Ευρώπη και καθ' όλον ίσως τον πολιτισμένον κόσμον ανθρώπων. — &George Canning and his Times.&
(γ.)
Ιδού το έγγραφον ολόκληρον.
«Ο κλήρος, οι παραστάται, οι αρχηγοί πολιτικοί και στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης του ελληνικού έθνους Αον· παρατηρούντες ότι, διά τα ανεξάλειπτα δικαιώματα, της ιδιοκτησίας και κυριότητος, διά τας επικρατούσας αρχάς της θρησκείας και ελευθερίας και διά το εκ φύσεως έμφυτον του να διατηρή και διασφαλίζη έκαστος την ιδίαν ύπαρξιν, οι Έλληνες ενωπλίσθησαν με τα όπλα της δικαιοσύνης, και εις διάστημα πλέον τεσσάρων ετών υπέστησαν αποφασιστικώς και σταθερώς κατά των δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής και της Αιγύπτου πεζών τε και ναυτικών, και εις όλους τούτους τους κινδύνους· τώρα, ηφάνησαν και τώρα άμπωσαν τας κολοσσαίας δυνάμεις του εχθρού, και τελευταίοι στερημένοι παντός μέσου ανήκοντος εις τοιούτον υψηλόν εγχείρημα καθιέρωσαν ούτοι διά του αίματός των τα πολύτιμα αυτών δικαιώματα, και έδωκαν εις τον εκπεπληγμένον κόσμον όχι τόσον κοινάς αποδείξεις δι' όσον είναι ικανός ένας λαός εκ φύσεως γεννημένος διά να ζη ελεύθερος, και όστις ήδη εδυνήθη να διασπάση τους βρόχους μιας ικανώς πολυχρονίου καταθλιπτικής δουλείας· Βον· παρατηρούντες ότι εκ των αποτελεσμάτων μιας πάλης ούτως ανομοίου απέκτησαν οι Έλληνες την απαράμιλλον απόφασιν της πολιτικής αυτών καταστάσεως· Γον· σκεπτόμενοι ότι πράκτορές τινων ηπειρωτικών Δυνάμεων, αν και χριστιανών, δεν διεφύλαξαν οδηγίαν συνεχομένην με τας αρχάς τας οποίας αυτοί εστερέωσαν, αλλ' από μέρους των αυτών δεν έλειψαν να εκβώσι συνεχώς αντιρρήσεις πολιτικαί πολυμόρφου ουσίας και χαρακτήρος· Δον· παρατηρούντες ότι τινές των πρακτόρων τούτων παίζουν διά των απεσταλμένων των εντός της Ελλάδος, ώστε να εισχωρήση είς τινας Έλληνας η κλίσις του να συστήσουν νέους σχηματισμούς πολιτικούς αρμοδίους προς το πνεύμα και τα τέλη των τοιούτων παρακινητών· Εον· παρατηρούντες ότι όχι ολίγους κατατρεγμούς και παραβάσεις υποφέρει η νόμιμος και τακτική κίνησις του ελληνικού ναυτικού από τους αρχηγούς των θαλασσίων δυνάμεων τινων βασιλειών, οίτινες κατά πάντα τρόπον πειράζουν τα καθήκοντα της διακηρυχθείσης ουδετερότητος από τας αυλάς των εις τας συνελεύσεις του Λαϋβάχ και της Βερώνης· ΣΤον· παρατηρούντες με μεγάλην θλίψιν αυτούς τους χριστιανούς οπλιζομένους εναντίον των οπαδών του Ευαγγελίου και εις βοήθειαν εκείνων του Κορανίου, εις τρόπον ώστε στρατιώται Ευρωπαίοι, εναντίον πάσης αρχής αληθούς πολιτικής και ηθικής, σπεύδουν να διδάξουν διορίσουν και οδηγήσουν τα στίφη των βαρβάρων διευρυνόμενα να λεηλατήσουν την ιεράν εκείνην γην, ήτις σκεπάζει ανάμικτα και συγκεχυμένα τα αθάνατα κόκκαλα των Κιμώνων, των Τσαμαδών, των Λεωνιδών, των Μποτσάρων, των Φιλοποιμένων, των Νικηταραίων και Κολιαίων, όπερ εμποδίζει τας προόδους της ιεράς υποθέσεως της Ελλάδος· Ζον· παοατηρούντες ότι η διοίκησις της μεγάλης Βρεττανίας, ευτυχής εις το να διευθύνη λαόν ελεύθερον, είναι η μόνη ήτις διετήρησε μέχρι λεπτού καθαράν την ουδετερότητα περιφρονούσα να μιμηθή τας αναφανδόν βίας ή τας νεφώδεις διαχειρήσεις αι οποίαι από άλλους αδιακόπως επράχθησαν και πράττονται εις την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολιν και Αίγυπτον· Ηον· σκεπτόμενοι ότι η Βρεττανική αδιαφορία δεν αρκεί ν' αντιρροπήση τον ήδη επηυξημένον εξωτερικόν κατατρεγμόν προς βλάβην της Ελλάδος. Θον· παρατηρούντες ότι η Ελλάς όχι από χαύνωσιν δυνάμεων ούτε από αδυνατισμένην απόφασιν δεν εδυνήθη μέχρι τούδε να προεπιχειρή, αλλά διά τα προρρηθέντα αίτια και μάλιστα την πηγάζουσαν από του να μην έλαβε ποτέ διοίκησιν υπερτέραν των παθών και σχέσεων· Ιον· παρατηρούντες ότι οι Έλληνες εις τοιαύτην γενναίαν μάχην ή πρέπει να εκβώσιν από ταύτην νικηταί, ή θέλουν είσθαι τελείως αφανισμένοι, επειδή ουδέν μέσον είναι το οποίον να δύναται να τους αποσπάση από ταύτην την απόφασιν ήτις ήδη κατήντησεν από την φοράν τον πολέμου και του χρόνου άφευκτος· ΙΑον· παρατηρούντες τέλος πάντων ότι, αν από υπερτάτην χάριν της Προνοίας ευρίσκονται στερεωμέναι πλησίον μας αι Βρεττανικαί Δυνάμεις, χρεωστεί η Ελλάς εις την παρούσαν αυτής κατάστασιν να ωφεληθή από τούτο εγκαίρως ως και να ελπίση από την ευθύτητα και φιλανθρωπίαν της ισχυράς αυτής διοικήσεως· όθεν προς ασφάλειαν των ιερών δικαιωμάτων της του κράτους ελευθερίας και ικανώς στερεάς πολιτικής υπάρξεως η Ελλάς διά της παρούσης δημοσίου πράξεως προσδιορίζει, αποφασίζει, θεσπίζει, και βούλεται τον επόμενον Νόμον.
«Αον. Το ελληνικόν έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.
«Βον. Η παρούσα αυτή οργανική πράξις του ελληνικού έθνους συνοδεύεται με επί τούτου διπλούν υπόμνημα προς την σεβασμίαν διοίκησιν της αυτού Βρεττανικής μεγαλειότητος κατ' ευθείαν εις Λονδίνον, και συγχρόνως αποστέλλεται εμμέσως διά της αυτού εξοχότητος του λόρδου μεγάλου Αρμοστού της Α. Μ. εις τας ηνωμένας επαρχίας των Ιονικών νήσων.
«Γον. Οι πρόεδροι των εκτάκτων βουλευτηρίων του κράτους ξηράς και θαλάσσης θέλουν ετοίμως εκπληρώσει τον παρόντα νόμον. Εν . . . . την λ' αωκε'».
(δ.)
Ο Κωλέττης λέγει τα αίτια, δι' α δεν συνυπέγραψε το έγγραφον, εν μια των προς τον θείον του, Τουρτούρην, επιστολών του καταχωρισθείση εν τω περί της ελληνικής επαναστάσεως συγγράμματι του πρωτοσυγγέλου Φραντσή. Ο δε Κουντουριώτης δεν συνυπέγραψε, διότι υπεγράφη το έγγραφον υπό την προεδρίαν του Μιαούλη και του Κολοκοτρώνη και όχι αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.
(α.)
Όροι Κεφαλαίου Μ'
(β.)
Το μηνοειδές τούτο πρόφραγμα κατεσκευάσθη δαπάνη του λόρδου Καρόλου Μουράη, υιού του δουκός του Αθόλλου, αξιοτίμου νέου, ελθόντος εις Ελλάδα ίν' αγωνισθή, και αποθανόντος εν Γαστούνη την 30 ιουλίου 1824.
Ο τειχοποιός Κοκκίνης ωνόμασε κατ' αρέσκειαν τα διάφορα οχυρά μέρη του τείχους· εις ακριβή δε κατάληψιν των ονομασιών, άς παρεδέχθην εκ της εφημερίδος των ελληνικών χρονικών του Μεσολογγίου, σημειώ ενταύθα τας αντιστοίχους γαλλικάς.
Τετραγωνική τάφρος . . . . . Redoute Κανονοθυρίς. . . . . . . . . Embrasure Προμαχών . . . . . . . . . . Rempart Ευθύβολος φωτία. . . . . . . Feu rasant Καρκινοειδές πρόφραγμα . . . Tenaille Πρόχωμα. . . . . . . . . . . Cavalier Κανονοστάσιον. . . . . . . . Batterie Προτείχισμα. . . . . . . . . Bastion Αντιχαράκωμα . . . . . . . . Contrevallation Μηνοειδές πρόφραγμα. . . . . Lunette Μεσότειχον . . . . . . . . . Traverse Πρόταφρος. . . . . . . . . . Avant fossé.
(γ.)
Όρα εφημερίδος τον Φίλου του Νόμου Αριθ. 121, 122, 125, 126.
ΚΕΦΑΛΑΙOΝ ΝΗ'.
(α.)
Παρόμοιον ανδραγάθημα διηγείται η εφημερίς του Μεσολογγίου υπ' αριθ. 88.
«Τα από τον κόλπον των Π. Πατρών χθες (31 οκτωβρίου) εκπλεύσαντα επτά εχθρικά καράβια απηντήθησαν σήμερον απέναντι του ακρωτηρίου του Πάπα με τρία μικρά ένοπλα εδικά μας πλοία, διοικούμενα παρά των κυβερνητών Κωνσταντή Τρικούπη, Χρυσάνθου Μωραϊτάκη και Δημητρίου Παναγιώτη. Ήλθαν λοιπόν εις ναυμαχίαν, ήτις επεκράτησε δύο περίπου ώρας. Απίθανον ήθελε φανή ίσως να διακηρύξωμεν ότι η νίκη της ανίσου ταύτης ναυμαχίας έκλινεν εις τον ολιγάριθμον στολίσκον μας, και ότι τα εχθρικά καράβια συνιστάμενα από μίαν κορβέταν, δύο βρίκια και τέσσαρας γολέττας διέλυσαν την γραμμήν των και ηναγκάσθησαν με καταισχύνην των να εισέλθωσι πάλιν υπό την σκέπην των φρουρίων των Π. Πατρών πυροβολούντα από την πρύμνην».
(β.)
Ιδού η τελευταία αύτη ανταπόκρισις απαράλλακτος.
«Ιμπραήμ Πάσας Βαλής Τσεδά | «Μεχμέτ Ρεσήτ Πασάς Βαλής και Μωρέως και Σερασκέρης | της Ρούμελης και Σερασκέρης (Τ. Σ.)» | (Τ. Σ.)»
«Σε σας όπου βρισκόσασθε στην πολιορκίαν του Μεσολογγίου μικροί μεγάλοι σας φανερόνομεν διά ομιλίας του ράγι οπού ζητήσατε άνθρωπον από μέρους μας εστάλθη, και με αυτόν τον τρόπον ωμιλήθησαν μερικά και σε αυτό απάνω απέρασαν μερικαίς ημέραις. Όμως το ράγι όπου ζητείτε θέλει άλλον, με αυτόν τον τρόπον όπου σας φανερόνομεν άνωθεν· πρώτον να δώστε τα άρματα με αυτόν τον τρόπον οπού να μην έχη κανένας μικρό μαχαίρι· δεύτερον από μέρος της Τουρκιάς σε ό,τι τόπον θέλετε να κατοικήσετε· και οι καθαυτοί Μεσολογγίταις αν θέλουν να μισεύσουν σε άλλο μέρος σαν και σας τους δίνομεν την άδειαν· όχι και αν θέλουν να καθίσουν στον τόπον τους, γενήτε μοσάδες να καθίσουν στα σπήτια τους και στα υποστατικά τους, και όλον σας το έχει και ίρζι και ζωήν σας ως τον παραμικρόν δεν θέλει πειραχθήτε· σε αυτό σας βεβαιόνομεν· και αν κλίνετε σε αυτά, σας δίνομεν το ράγι, και αύτη είναι η τελεία απόκρισίς μας και τόσον· τη 21 μαρτίου 1826 από το στρατόπεδον».
Η επιστολή αύτη υποθέτει ότι οι έγκλειστοι εζήτησαν πρώτοι συμβιβασμόν, αλλ' η υπόθεσις αύτη αποδεικνύεται ψευδής εκ της εξής απαντήσεως.
«Προς τους υψηλοτάτους Βεζηράδες Μώρα Βαλεσήν και Ρούμελη Βαλεσήν.
«Έχετε λάθος· ημείς δεν σας εζητήσαμεν προτήτερα κουβέντα, του λόγου σας μας εζητήσατε.
«Είδαμεν το έγγραφον τσεβάπι σας και ευχαριστούμεν όπου μας γράφετε την αλήθειαν γυμνήν, διότι από τους ανθρώπους σας δεν ημπορέσαμεν να πληροφορηθούμεν έως τώρα, διότι μας τα έλεγαν μπερδευμένα. Δεν ηλπίζαμεν ποτέ να σας απεράση μια τέτοια φαντασία οπού οκτώ χιλιάδες άρματα αιματωμένα να τα ζητήσητε και να σας τα δώσωμεν με τα χέρια μας, τα οποία άρματα συμφωνούν με την ζωήν. Όθεν, καθώς βλέπομεν τον σκοπόν σας και την απόστασιν οπού έχομεν ημείς, θα γίνει εκείνο ό,τι απεφάσισεν ο Θεός, το οποίον δεν το ηξεύρετε ούτε η υψηλότης σας, ούτε ημείς, και ας γίνη το θέλημα του Θεού.
«1826, μαρτίου 21, Μεσολόγγι». | «Οι αρχηγοί του Μεσολογγίου».
(γ.)
Η κοπείσα εις δύο αύτη σπάθη ανετέθη μετά την απελευθέρωσιν του Μεσολογγίου εις τον κατά την Κλείσοβαν ναόν.
(δ.)
Εκ των δύο άλλων μελών της διευθυνούσης τα της δυτικής Ελλάδος επιτροπής, ο μεν Θέμελης απέθανεν εν Μεσολογγίω επί της πολιορκίας, ο δε Καναβός δεν συνεπολιορκήθη.
(ε.)
Ο λόρδος Παλμερστών αγορεύων εν τη βουλή την 4 Ιουνίου/20 Μαΐου 1829 περί της τότε υπό συζήτησιν οροθεσίας του νέου Ελληνικού κράτους ανύψωσε την πόλιν του Μεσολογγίου εις τον υπέρτατον σταθμόν της προγονικής μας δόξης ως προς τους υπέρ πατρίδος αγώνας αποδοκιμάζων πάσαν οροθετικήν γραμμήν μη περιλαμβάνουσαν δι' οποιονδήποτε λόγον τας Αθήνας, τας Θήβας, τον Μαραθώνα, την Σαλαμίνα, τας Πλαταιάς, τας Θερμοπύλας συνάμα δε και το Μεσολόγγι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'.
(α.)
Ιδού εν περιλήψει ο λόγος ον ο αρχιβεζίρης απήγγειλεν εν τη συνελεύσει ταύτη των μεγιστάνων. Εκδίδω δε αυτόν ως δεικνύοντα πόσον κατετάραττε και εταπείνονε την αλαζόνα Πύλην ο αγών των Ελλήνων.
«Χάρις εις την προστασίαν του Υψίστου και εις την ανδρίαν των ημετέρων στρατιωτών η οθωμανική αυτοκρατορία ανεδείχθη εν τοις αρχαίοις χρόνοις παντού νικήτρια και κατέπληξε τους εχθρούς της· αλλ' οι καιροί δεν είναι πλέον οι αυτοί· οι στρατιώται εξετράπησαν του καθήκοντός των, εξεφαυλίσθησαν, και οδηγούμενοι υπό αναξίων ή ανάνδρων διασκορπίζονται ενώπιον των εχθρών. Οποίων λυπηρών σκέψεων παραίτιον είναι το θέαμα των σημερινών Ελλήνων! Οι αντάρται ούτοι, οι ως κάλαμοι ασθενείς, εματαίωσαν τους μέχρι τούδε αγώνας μας· εν ακαρεί έπρεπεν η ακάθεκτος ορμή των ανδρείων Μουσουλμάνων να τους καταστρέψη, και όμως δεν εδυνήθημεν εισέτι να σβέσωμεν την φλόγα της ανταρσίας των! Η ιστορία διηγείται τίνι τρόπω κατεφρόνουν άλλοτε οι Μουσουλμάνοι και ζωήν και περιουσίαν διά την πίστιν, και πόσον διέπρεπαν εν τω πεδίω της μάχης, κατ' εξοχήν δε οι γενίτσαροι· αλλά τα τάγματα τούτων δεν είναι πλέον ό,τι ήσαν· παρεισέδυσαν ανεπαισθήτως τυχοδιώκται και κατέστρεψαν το οικοδόμημά των· πλήθουν τα στρατολόγια ονομάτων υπομισθίων γενιτσάρων, αλλά ζητεί τις εν αυτοίς μαχητάς και σχεδόν δεν ευρίσκει· αν διαταχθή τάγμα τι να εκστρατεύση, καθάρματα στρατολογούνται και κατάσκοποι των εχθρών παρεισδύουν και μάλιστα Έλληνες μίσος άσπονδον τρέφοντες κατά του ισλαμισμού, και διαφόρως μετασχηματιζόμενοι αναμιγνύονται εξάπτοντες τα πάθη εις παράλυσιν του στρατού. Ανεπιτήδειοι δε οι γενίτσαροι να διακρίνωσι το ψεύδος της αληθείας, και εκτρεπόμενοι του ορθού λόγου διατείνονται ότι ο κατά των Ελλήνων πόλεμος δεν ήτον αναγκαίος, ότι σκοπόν είχε την καταστροφήν των γενιτσάρων, και ότι δωροδοκούμενοι οι υπουργοί του σουλτάνου παρέδιδαν τας επαρχίας του κράτους εις τους εχθρούς. Πόσον άτοπον να υποθέση τις ότι κυβέρνησις αναδέχεται πόλεμον επί σκοπώ καταστροφής του ιδίου στρατού της, ήτοι των μελών του ιδίου σώματός της, και ότι διασκορπίζει τους θησαυρούς της επί σκοπώ να παραδώση τας επαρχίας της εις τους εχθρούς της! Η τοιαύτη συκοφαντία είναι αληθής παραφροσύνη. Η ελάττωσις του θρησκευτικού ζήλου και η παράβασις των στρατιωτικών κανονισμών είναι τα κύρια αίτια της παρακμής του στρατού· δεν αισθάνεται σήμερον ο στρατιώτης τα θρησκευτικά καθήκοντά του, αγνοεί ότι είναι αθλητής της πίστεως, και ότι οφείλει κατά τον θείον νόμον τελείαν υπακοήν εις την φωνήν των αρχηγών του. Ας παρατηρήση όστις θέλει τους οργανισμούς του στρατού των γενιτσάρων υπό τους πρώτους σουλτάνους και θα ιδή ότι την σήμερον δεν τηρούνται. Εξησκούντο οι γενίτσαροι επί του σουλτάνου Σουλεημάνη του α' εις παν είδος όπλου εν χρήσει τότε, και τα τάγματά των δεν συνεπληρούντο υπό τυχόντων. Πόθεν η τοιαύτη μεταβολή αν ο μισθός και το σιτηρέσιόν των δεν επαρκώσιν, η Πύλη αφθόνους έχουσα πόρους ετοίμη είναι να επιχορηγήση. Ηξεύρετε πόση η δύναμις και ποίος ο σκοπός των εχθρών του ισλαμισμού· ηξεύρετε οποία η επικρατούσα εν τω στρατώ των γενιτσάρων αταξία, ην ιλιγγιά τις πιστώς να περιγράψη· εις σας λοιπόν απόκειται ν' αποφασίσετε σήμερον τι ποιητέον εις διάρθωσιν του κακού. Πρόκειται να ταπεινώσωμεν την οφρύν των εχθρών, ν' απονίψωμεν το όνειδος των εν πολέμω συμφορών μας· λαλήσατε παρρησία, δείξατε την οδόν, και έτοιμοι είμεθα να την οδεύσωμεν· στενώς συνδεδεμένοι διά του δεσμού του ιερού νόμου όλοι ας συνεργασθώμεν εκ συμφώνου διά την δόξαν και την ευημερίαν της αυτοκρατορίας».
Εκ των του ιστοριογράφου της οθωμανικής αυτοκρατορίας Ασαάδ Εφένδη.