Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 32

Chapter 3221 wordsPublic domain

Τις σεβόμενος τον μέγαν και ιερόν αγώνα και την ιστορικήν ακρίβειαν να μη γογγύση βλέπων ιστορικά ονόματα μεταποιούμενα οίον το Καρπενήσι εις Ναλληδόμην, το Βραχώρι εις Αγρίνιον, τα Σάλωνα εις Άμφισσαν· το Πατρατσίκι εις Υπάτην· το Ζητούνι εις Λαμίαν· την Βοστίτσαν εις Αίγιον· την Τριπολιτσάν εις Τρίπολιν· την Καλαμάταν εις Καλάμας· την Τσίμοβαν εις Αρεόπολιν, το Μαραθωνήσι εις Γύθειον και άλλα παρόμοια; Ως και την Σύραν, εν τη μετονομασία των, μετωνόμασαν Σύρον ως αν δεν ήσαν αμφότερα τα ονόματα επίσης αρχαία· και μήπως αν δεν αντέλεγαν οι φιλότιμοι Σπετσιώται δεν εγίνετο θύμα και το λαμπρόν όνομα της πατρίδος των; καλόν αν η κυβέρνησις ή η Βουλή επί τη προτάσει ενός των μελών της έδιδε την προσοχήν της εις το μέγα τούτο ατόπημα και εφιλοτιμείτο να ικανοποιήση τον εξυβρισθέντα αγώνα επαναφέρουσα εις την κοινήν χρήσιν τα ονόματα της ιστορίας του, άλλως αυτοί οι παθόντες τόποι ας τα αναζωοποιήσωσιν αυθόρμητοι. Μετονομασία τόπων διακριθέντων επί του αγώνος είναι ασέβεια. Παιδαριώδης δε και ο νους των μετονομαστών και λιθίνη η καρδία των.

(δ.)

Ιδού η συνθήκη αυτολεξεί.

«Οι Τούρκοι, όσοι ευρέθησαν εις το κάστρον της Κόρθος, βιασμένοι από την έλλειψιν της ζωοτροφίας και από την πείνα, και απελπισμένοι από ιμιντάτι καταναγκάζονται να παραδώσουν το άνωθεν κάστρο εις την εξουσίαν της ελληνικής διοικήσεως· διά τούτο οι άνωθεν και οι πληρεξούσιοι της ελληνικής διοικήσεως ομού εσυμφώνησαν ως ακολούθως.

«Αον. Η ελληνική διοίκησις υπόσχεται εις αυτούς να φυλάξη την ζωήν και τιμήν όλων των Τούρκων, και να τους στείλη σίγουρα με καράβι εις την Θεσσαλονίκην.

«Βον. Οι Τούρκοι υπόσχονται να αφήσουν το κάστρο με όλα τα άρματα και με όλους τους τζιπχανέδες του, να αφήσουν και όλα τους τα πράγματα και τους παράδες τους, έξω από τα φορέματά τους, και να εύγουν με τα άρματά τους να δώσουν ρεέμια και να πάρουν ρεέμια διά την σιγουριά τους, και ευγαίνοντες να ψαχθούν, και όποιος πιασθή ότι έκρυψε τίποτε να παιδεύεται χωρίς να διαυθεντεύεται από τους άλλους,

«Γον. Τα ρεέμια να αλλαχθούν, όταν οι Τούρκοι εμβαρκαρισθούν εις το καράβι.

«Δον. Ο ναύλος του καραβιού και ο ζαερές του δρόμου να είναι εις βάρος της ελληνικής διοικήσεως.

«Εον. Όσοι χριστιανοί ευρεθούν εις το κάστρον, είτε άνδρες, είτε γυναίκες, να είναι ελεύθεροι και να εμποδισθούν.

«ΣΤον. Υπόσχονται οι Τούρκοι να δώσουν εις τον καπιτάνον του καραβίου ένα αποδεικτικόν (ιλάμι) από την τοπικήν εξουσίαν και κρίσιν της Θεσσαλονίκης διά το κατευόδιόν τους διά να το φέρη εις απόδειξιν.

«Και διά βέβαιον της συμφωνίας αυτής έγειναν δύο όμοια, και υπογράφονται και από τα δύο συμφωνούντα μέρη διά να λάβη κάθε μέρος από έν, και διά να έχουν το κύρος και την ισχύν εν παντί κριτηρίω δικαιοσύνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

(α.)

Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, πολιτάρχης του Άργους και γυναικάδελφος του Νικήτα, αφήρπασεν επιτηδείως των χειρών αυτού τα αρχεία και τα απέδωκεν εις την βουλήν, ήτις ευγνωμονούσα τω προσήνεγκε μίαν σπάθην.

(β.)

«Συνεργούς θέλετε έχει» (έγραφαν προς τους βουλευτάς οι πρόκριτοι της Ύδρας) «εις το επιχείρημά σας τούτο πρώτον τον Θεόν, δεύτερον τον λαόν της Ελλάδος, και τρίτον ημάς αυτούς, οίτινες θυσιάσαντες την κατάστασίν μας υπέρ της φίλης πατρίδος κατά του εχθρού θέλομεν υπερασπίσει διά της χύσεως και αυτής της τελευταίας ρανίδος του αίματός μας το απαραβίαστον της βουλής, εις την οποίαν ενεπιστεύθη η πατρίς τα ιερά δικαιώματά της. Αλλ' ανάγκη να κινήσωμεν κατά του εχθρού δυνάμεις κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, και δυνάμεις δεν κινούνται εν όσω αι πρόσοδοι της πατρίδος είναι εις χείρας αχορτάστων πλεονεκτών, εν όσω οι άρπαγες ούτοι κατέχουσι τα εθνικά φρούρια, και εν όσοι δεν έχομεν νόμιμον εκτελεστικόν».

«Ανδρίζου ω μήτερ» (έγραφαν προς την βουλήν οι πρόκριτοι των Σπετσών), «μη προκαταλαβέτω σε δισταγμός και δειλία, διότι θέλεις ίδει περί σε συνηγμένα τ' αγαπητά σου τέκνα εν αποφάσει αμεταθέτω να ζήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν. Εν τη ολιγομελεία σου είσαι το καθ' αυτό έθνος· αι χείρες ημών είναι χείρες σου».

(γ.)

Προ της καταπατήσεως του βουλευτηρίου εγίνετο απόπειρα συμβιβασμού, συνελθόντων των αντιφερρομένων εις Μέρπακα, αλλ' ανωφελής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.

(α.)

Άλλως πως διηγείται ο κύριος Κρητοβουλίδης εν τοις υπομνήμασί του το συμβάν τούτο, και καθάπτεται καί τινων άλλων, εξ ών αναφέρω εν τη ιστορία περί Κρήτης. Εις φωτισμόν δε των αναγνωστών μου και τράνωσιν της αληθείας, δέον έκρινα να προσαρτήσω ενταύθα ην εξέδωκεν η Πανδώρα εν τω αριθμώ 218 προς τον εκδότην αυτής επιστολήν μου, και να προσθέσω επί τέλους καί τινας άλλας διασαφήσεις.

«Μ' ερωτάτε αν ανέγνωσα τα νεωστί εκδοθέντα υπομνήματα του κ. Κρητοβουλίδου, και πώς τα θεωρώ καθ' όσον καθάπτονταί τινων των εν τη Ιστορία μου περί Κρήτης.

«Αποκρίνομαι, ότι ανέγνωσα αυτά εν μέρει, και ιδού πώς θεωρώ όσα των εν αυτοίς μ' εφάνησαν λόγου τινός άξια.

«Περιπαθώς διηγηθείς εν τω ΙΒ' της Ιστορίας μου κεφαλαίω, εις ο σας παραπέμπω· όσα υπέφεραν προ της επαναστάσεως δεινά οι Κρήτες χριστιανοί ως πολύ δεινότερα όσων υπέφεραν οι αλλαχού της Ελλάδος, και περιπαθέστερον ιστορήσας τα, αρχομένης της επαναστάσεως, μεγάλα παθήματά των, απορώ πώς ο κ. Κρητοβουλίδης παρενόησε τας προς τους δεινοπαθούντας τούτους ομογενείς θερμάς και προφανείς συμπαθείας μου, και αλλ' αντ' άλλων παραναγνώσας έγραψεν αγωνιζόμενος, αγνοώ διατί, να μετατρέψη επί κακού όσα είπα επί καλού, καθώς εναργώς αποδεικνύεται εξ ών αναφέρω εν τω ρηθέντι κεφαλαίω και εκ των εξής.

«Άδικος, λέγει ο κ. Κρητοβουλίδης, η προς τους Κρήτας μομφή μου λέγοντος, ότι «αν και εξηκολούθει η επανάστασις καθ' όλην την Πελοπόννησον, και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής χριστιανοί δεν εσείσθησαν παντάπασι». Δεν αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης την ακινησίαν των Κρητών, αλλά την δικαιόνει λέγων, ότι «η Κρήτη περιείλεν ανδρείους Τούρκους και αρειτόλμους πολεμιστάς». Αλλά μήπως και εγώ δεν δικαιόνω την ακινησίαν ταύτην, λέγων εν τω ΙΒ' της ιστορίας μου κεφαλαίω, ότι οι αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδόσαντες εγκυκλίους, διότι έβλεπαν ό τ ι - π α ν - κ ί ν η μ α - ε π α ν α σ τ ά σ ε ω ς - έ τ ε ι ν ε ν - ε ι ς - ε ξ ο λ ό θ ρ ε υ σ ι ν - τ ω ν - χ ρ ι σ τ ι α ν ώ ν; *

«Διηγούμενος όσα κακά υπέστη η Κρήτη υπό την μακράν Σαρακηνήν εξουσίαν, λέγω την ιστορικήν αλήθειαν, ότι «πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των, αφ' ού επανήλθεν η πατρίς των εις την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν». Ο κ. Κρητοβουλίδης ομολογεί ότι ηλλαξοπίστησάν τινες, «αλλ' άδικον», προσθέτει, «να κατακρίνεται διά τους ολίγους το όλον». Αλλ' εγώ δεν είπα όλοι, είπα πάμπολλοι· επρόσθεσα μάλιστα, ότι πολλοί επίστευαν εις Χριστόν εν τω κρυπτώ, αποδεικνύων, ότι ερριζωμένη εν ταις καρδίαις των ήτον η πατρώα πίστις των.

«Παραλληλίζων την διαγωγήν των κατά τας βορείους Σποράδας Ολυμπίων και την των εν Γραμβούση επί της εξαλείψεως της πειρατείας εν έτει 1838, λέγει, ότι διέστρεψα την αλήθειαν ειπών ότι· «ο κατά τας βορείους νήσους αποσταλείς Μιαούλης εις εξάλειψιν της εκεί πειρατείας δεν εδοκίμασεν όσα οι κατά την Γραμβούσαν πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοίων, τα παρέδωκεν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν». Ποίαν δε εναντιότητα, ερωτά, επέφεραν οι Κρήτες; Ουδεμίαν, αποκρίνομαι. Λέγω μάλιστα εν τω ΟΒ' κεφαλαίω, ότι οι εν Γραμβούση υπεσχέθησαν να παραδώσωσιν εις τον Άγγλον μοίραρχον και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ' απεποιούντο την παράδοσιν των δώδεκα, ους εζήτει ο μοίραρχος ως ενόχους, επί λόγω ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εν τω φρουρίω. Δεν αρκούμαι εις τούτο, αλλά μέμφομαι και τον Άγγλον μοίραρχον, ως μη δεχθέντα την πρότασιν ταύτην, ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της Συμμαχίας, και αποκαλώ αυτόν, διά την κατ' εμέ σφαλεράν ταύτην ερμηνείαν, άνθρωπον του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των οδηγιών του.

«Ο κ. Κρητοβουλίδης λέγει ότι, κατ' εμέ, οι εν Γραμβούση Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής. Εγώ λέγω εν τω αυτώ κεφαλαίω, ότι ο - μ ο ί ρ α ρ χ ο ς - Ά γ γ λ ο ς - ε ι δ ο π ο ι ή θ η ότι οι επί της ξηράς Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής, και ότι ε π ί - τ η - ε ι δ ο π ο ι ή σ ε ι - τ α ύ τ η έτρεξεν ο αρχηγός αυτών Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον της υπονόμου. Αυτά ταύτα λέγει ως έγγιστα και ο κ. Κρητοβουλίδης εν τοις εξής· «ο δε φρούραρχος Στραγκουαίης διέδωκεν από δυσμένειαν, ότι οι Έλληνες εμελέτων να βάλωσι πυρ διά να καύσωσι τους αξιωματικούς Γάλλους τους ενοικούντας εις το οίκημα».

«Διηγούμαι εν τω ΜΣΤ' κεφαλαίω ότι οι περί το Κάνδακον, παραβάντες τας σπονδάς εδολοφόνησαν τους Σεληνιώτας Τούρκους, προκαταλαβόντες τα στενά επί της εις Χανιά διαβάσεώς των· αλλ' ο κ. Κρητοβουλίδης αρνείται, ότι οι Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, ως εγώ διηγούμαι, και λέγει ότι «μόνος εγώ αναφέρω τούτο, και ουδείς των Κρητών το γνωρίζει».

(*) Διατί ο κατήγορος απέκρυψε την περίοδον ταύτην της Ιστορίας;

«Αν ανοίξετε την Ιστορίαν του Γόρδωνος, θα εύρετε ότι αναφέρει αυτός το γεγονός λεπτομερέστερον, λέγων προς τοις άλλοις, ότι οι παρά τω αρμοστή Τομπάζη φιλέλληνες, Χάστιγξ και Χαν, κατεταράχθησαν επί τη απιστία ταύτη, και δεν συνηκολούθησαν· συνενοχοποιεί δε και αυτόν τον Τομπάζην ως ενδόσαντα, εν ώ εγώ επί τη μαρτυρία του παρ' αυτώ Σπανιωλάκη, τον αθωόνω ως μη ενδόσαντα. Ιδού ότι δεν αναφέρω μόνος εγώ τούτο. Λανθάνεται επίσης ο κ. Κρητοβουλίδης λέγων ότι ουδείς των Κρητών γνωρίζει ότι οι εν Κανδάκω Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες. Έχω προ πολλού εις χείρας μου υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, ενός των πρωτίστων της Κρήτης οπλαρχηγών, ον πολλάκις και ο κ. Κρητοβουλίδης αναφέρει εν ευφημίαις· λέγει δε ο διακεκριμένος ούτος ανήρ εν τω υπομνήματί του τα εξής αυτολεξεί.»

«Ο δε αρμοστής, διορίσας επιστάτην του Καστελίου (της Κισάμου), μετέβη εις Κάνδακον, όπου και αυτού ευρίσκοντο συγκεντρωμένοι Τούρκοι. Π α ρ ε δ ό θ η σ α ν - δ ε - κ α ι - ο ύ τ ο ι - ω ς - κ α ι - ο ι - τ η ς - Κ ι σ ά μ ο υ, και επέρασαν διά ξηράς και ήλθαν εις το φρούριον των Χανιών». «Ιδού και αξιoπίστου Κρητός μαρτυρία ότι παρεδόθησαν οι του Κανδάκου, ως και οι της Κισάμου. Ότι δε οι της Κισάμου παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, και απήλθαν αβλαβείς εις Χανιά, δεν το αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης. Και εσχάτως ερωτηθείς παρ' υμών, επί τη αιτήσει μου, ο παρά τω Τομπάζη τον καιρόν εκείνον κ. Νικόλαος Καλλέργης περί της κατά τον Γόρδωνα διαγωγής αυτού επί της παραδόσεως των εν Κανδάκω, απήντησε διά της προς υμάς εκ Σύρας γαλλιστί επιστολής του της 18 ιανουαρίου 1859, ην μοι διεβιβάσατε, τα εξής.

«Ω ς - π ρ ο ς - τ η ν - π α ρ ά δ ο σ ι ν δε (reddition) του Κανδάκου, ήτις παρηκολούθησε την της Κισάμου, εγένετο τω όντι λόγος περί τινος παρεννοήσεως, καθ' ήν το όνομα του Τομπάζη παρεισήχθη υπό των εχθρών του, αλλ' οφείλω εν συνειδήσει να σας βεβαιώσω ότι ούτ' εγώ, ούτ' άλλοι πολλοί, επίσης αμερόληπτοι, δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν τω Τομπάζη την παραμικράν ενοχήν εις τ ο ι α ύ τ η ν - σ κ α ν δ α λ ώ δ η πράξιν».

«Θεωρήσας την εν Κρήτη δόξαν του αγώνος ελληνικήν δόξαν, αποδίδω πολλάκις εν τη Ιστορία μου τον οφειλόμενον έπαινον εις τον πατριωτισμόν, την ανδρίαν, και την εν τοις δεινοίς καρτερίαν των εν Κρήτη Χριστιανών, τόσον ανίσως προς τους εχθρούς αγωνιζομένων, και συχνάκις αναφέρω εν ευφημίαις τους οπλαρχηγούς Τσελέπην, Αναγνώστην, Σήφακαν, Μελιδώνην, Πρωτοπαπαδάκην και άλλους· αλλ' επαινών τα αξιέπαινα, κατέκρινα και τα αξιοκατάκριτα, όπως και όπου της Ελλάδος τα απήντησα.

«Ικανά νομίζω ταύτα εις φανέρωσιν της αληθείας, ην απαιτεί προ παντός άλλου η ιστορία, και εις απόδειξιν της αξίας των περί ων ο λόγος υπομνημάτων. Συνάγεται δε εκ τούτων, ότι ο κ. Κρητοβουλίδης, προθέμενος την αναίρεσιν όσων ανωτέρω μνείαν ποιώ, τα επικυροί δι' ων διηγείται, εκτός ενός και μόνου περιστατικού, της εκ Κανδάκου εις Χανιά μεταβάσεως των Σεληνιωτών· αλλ' επεθύμουν να είχε κατά τούτο αυτός μάλλον δίκαιον ή εγώ.

«Εν Λονδίνω 13/25 μαρτίου 1859».

Μετά την έκδοσιν των υπομνημάτων του κυρίου Κρητοβουλίδου και της εν τη Πανδώρα επιστολής μου, εξεδόθη το συγγραμμάτιον του κυρίου Σπυρίδωνος Αντωνιάδου, «Ο ελληνικός αγών». Ιδού πώς ο συγγραφεύς αυτού, Κρης την πατρίδα, διηγείται το περί ου ο λόγος συμβάν.

«Οι Σελινιώται Τούρκοι μεταβαίνουσιν υ π ό σ π ο ν δ ο ι μετά των οικογενειών, ζώων και πραγμάτων αυτών εις το φρούριον των Χανίων· καθ' οδόν δε φονεύονται πολλοί εξ αυτών παρά των Ελλήνων προς εκδίκησιν διά την σκληρότητά των».

(β.)

Περί του διοργανισμού της Κρήτης όρα φυλλάδιον γ' συλλογής ελληνικών πολιτευμάτων και νόμων υπό Μάμουκα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

(α.)

Μέγιστος και τρισμέγιστος φιλέλλην ανεδείχθη και ο συμπολίτης του ενδόξου τούτου ποιητού Φρεδερίκος Νορθ, Κόμης Γυιλφόρδος· πολλά των ετησίων εισοδημάτων του εδαπάνα προς εκπαίδευσιν Ελλήνων, ων οι πλείστοι, καθηγηταί γενόμενοι εν τω ιονίω πανεπιστημίω, τω επ' αγαθώ της Ελλάδος διά της αόκνου αυτού επιμελείας συστηθέντι και διατηρηθέντι, διέδωκαν επί των παραμονών του εθνικού αγώνος τας ωφελίμους γνώσεις των.

Ο ανήρ ούτος, ον η Ελλάς ευγνωμονούσα τάττει προσηκόντως εν τω χορώ των ευεργετών της, διέπρεπε και διά την προς τους ξένους φιλοφροσύνην του, και ετιμάτο παρά πάντων διά τας κοινωνικάς αρετάς του.

(β.)

Ιδού το προς την κυβέρνησιν γράμμα του Βύρωνος.

«Έφθασαν εδώ διάφοροι εναντίαι φήμαι νέων ταραχών και διχονοιών εις την ελληνικήν διοίκησιν, μάλιστα αρχής τινος εμφυλίου πολέμου. Επιθυμώ εξ όλης καρδίας να ήναι ψευδείς, ή τουλάχιστον ολίγον αληθείς, επειδή δεν ημπορώ να φαντασθώ άλλην δυστυχίαν φοβερωτέραν διά την Ελλάδα παρ' αυτήν. Πρέπει να σας είπω ειλικρινώς την γνώμην μου ότι εάν μία οποιαδήποτε ευταξία και ένωσις δεν στερεωθή, όλαι περί δανείου ελπίδες θέλουν ματαιωθή, και όλαι αι βοήθειαι, τας οποίας ημπορούσεν η Ελλάς να ελπίση από τους αλλογενείς, και αι οποίαι τωόντι δεν ήθελον είσθαι ούτε ολίγαι, ούτε ευκαταφρόνητοι, θέλουν αναβληθή και ίσως θέλουν εμποδισθή διόλου· το δε χειρότερον είναι, ότι αι μεγάλαι Δυνάμεις της Ευρώπης, από τας οποίας καμμία δεν είναι εχθρά της Ελλάδος εις την στερέωσιν μιας ανεξαρτήτου αποκαταστάσεως αυτής, θέλουν πληροφορηθή ότι οι Έλληνες δεν είναι ικανοί να διοικηθώσιν αφ' εαυτών, και θέλουν ευρεί συμφώνως κανέν μέσον διά να δώσουν τέλος εις τας αταξίας σας, το οποίον θέλει κόψει όλας τας πλέον χρηστάς ελπίδας τας οποίας έχετε σεις και οι φίλοι της Ελλάδος.

«Συγχωρήσατέ με να σας προσθέσω μίαν φοράν διά πάντα, ότι εγώ δεν επιθυμώ άλλο ειμή το καλόν της Ελλάδος, και θέλω προσπαθήσει με κάθε δυνατόν μέσον να το βεβαιώσω. Αλλά δεν στέργω ούτε θέλω στέρξει ποτέ, ώστε το δημόσιον και το μερικόν των Άγγλων να ήναι εις άγνοιαν της αληθούς καταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων. Το επίλοιπον, κύριοι, εξαρτάται από υμάς. Σεις επολεμήσατε ενδόξως, φερθήτε και με τιμήν προς τους συμπατριώτας σας και προς τον κόσμον, και τότε δεν θέλει πλέον ημπορεί τις να λέγη, καθώς εις δύο χιλιάδων χρόνων διάστημα πολλάκις ερρέθη με τους Ρωμαίους ιστορικούς, ότι «Ο Φιλοποίμην εστάθη ο τελευταίος των Ελλήνων».

«Μη θελήσετε να συγχωρήσετε μηδέ αυτήν την συκοφαντίαν (και ποίος ημπορεί να την αποφύγη μάλιστα εις τοιούτον δεινόν αγώνα) να ημπορέση τις να συγκρίνη τον Οθωμανόν σατράπην με τον Έλληνα πατριώτην εν ειρήνη, αφ' ού αυτός τον κατέστρεψεν εν πολέμω.

«Παρακαλώ να δεχθήτε την ειλικρινή μου ταύτην γνώμην ως σημείον της προσηλώσεώς μου εις τα αληθή σας συμφέροντα».

(γ.)

Δύο ή τρία φύλλα μόνον εφημερίδος υπό το όνομα ε λ λ η ν ι κ ή ς - σ ά λ π ι γ κ ο ς είχαν εκδοθή εν Καλαμάτα το πρώτον έτος του αγώνος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.

(α.)

Επτά μίλια μακράν του Μεσολογγίου έπεσε την 5 του αυτού μηνός εις τα ρηχά δικάταρτον τουρκικόν πολεμικόν αλλά προτού κινηθώσιν εις κυρίευσιν αυτού οι Έλληνες, ήλθαν δύο εχθρικά πλοία εκ Πατρών, το αφώπλισαν, και το έκαυσαν.

(β.)

Τρεις μήνας προ της τελευτής του, ήτοι την 10/22 Ιανουαρίου ημέραν των γενεθλίων του, απεχαιρέτησε την Μούσαν γράψας εν Μεσολογγίω το τελευταίον των ποιημάτων του· είπε δε προς ους το απήγγειλεν αυθημερόν ότι το εθεώρει ως έν των δοκιμωτέρων του. Εξελληνίσαντες ημείς αυτό τω καιρώ εκείνω το εξεδώκαμεν διά των Ελληνικών Χρονικών, αλλά δέον κρίνομεν σκιαγραφούντες ήδη τον εν Ελλάδι βίον του να το εκδώσωμεν εκ νέου, επιθεωρηθέν εις πασιφανή απόδειξιν προς τους Έλληνας ειλικρινούς αγάπης του και της εις τον αγώνα παντελούς αφοσιώσεώς του, και τω όντι εν ώ διά του επιθανατίου τούτου και ενθουσιώδους άσματος εξεικονίζει την γηράσκουσαν, κατά το λέγειν του, εν τη ακμή της νεότητός του και σχεδόν νεκρωθείσαν αλλ' εισέτι αιχμάλωτον των παθών καρδίαν του, ανακηρύττει και τον διακαή πόθον του ν' αποθάνη μαχόμενος υπέρ της Ελλάδος.

Η καρδιά μου καιρός είναι ανερώτευτη να ζη· αφού έπαυσε ν' ανάφτη 'ς' άλλους φλόγα ερωτική. Πλην κι' αν έπαυσε ν' ανάφτη 'ς άλλους φλόγα ερωτική η καρδιά μου πάντα θέλει με τον έρωτα να ζη. Μου εμαράθηκαν τα νειάτα πάνε τ' άνθη κι' οι καρποί των ερώτων το σαράκι κι' ο καϋμός με καρτερεί φλογοβόλο νησί μοιάζει αυτή η μαύρη μου η καρδιά φλέγεται και δεν φλογίζει είνε νεκρική πυρά. Φόβοι, ελπίδες, ζήλιαις, πόνοι την καρδιά μου δεν κινούν ουδ' ο έρως την κινάει στον ζυγόν πλην με κρατούν. Μακρυά τώρα απ' την ψυχήν μου μακρυά τέτοιοι στοχασμοί εις τον τάφον τώρα η δόξα τον ανδρείον προβοδεί και του κλει τα μάτια αν πέση θύμα της ελευθεριάς, κύττα γύρω μας τουφέκια, λάβαρα, δόξα, Ελλάς. Ο Σπαρτιάτης βαστασμένος στην ασπίδα έναν καιρόν πλειο ελεύθερος δεν ήτον απ' τον τωρινόν Γραικόν. Ξύπνησε ψυχή μου, ξύπνα την Ελλάδα δεν ξυπνώ έξυπν' είναι, να, η Ελλάς μου, ψυχή ξύπνα απ' τον βυθό πόθεν έρρευσε το αίμα εις ταις φλέβαις σου ενθυμού γόνε ενδόξων προπατόρων γόνος ένδοξος φανού. Πάθη όπου ξανανειόνουν καταπάτατα ψυχή άχρηστο για σε το γέλοιο είν' του κάλλους και η οργή. Αν τα νειάτα σου λυπάσαι γιατί θέλεις πλειο να ζης της τιμής εδώ 'ναι ο τόπος άξιος δείξου μαχητής· ζήτα κ' εύρε ανδρείου μνήμα κι' αν ζητήσης θα τ' ευρής, κύττα γύρω, πιάσε θέσι, στάσ' εκεί ν' αναπαυθής,

(γ)

Ιδού η απόφασις της επιτροπής.

«Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης επειδή απ' αρχής ευρέθη σύντροφος των αρμάτων εις τον ιερόν όπερ της ελευθερίας αγώνα, η πατρίς τον ετίμησε με αξιώματα· πώς εφέρθη έως την εκστρατείαν του Σκόνδρα είναι γνωστόν εις όλους. Μ' όλον τούτο η πατρίς παρέβλεψε τα σφάλματά του διά να τον τραβήξη εις μεταμέλειαν. Ήλθεν εις τας δύο χώρας επί προφάσει της ασθενείας του και τον υπεδέχθησαν φιλοφρόνως· αλλ' αυτός δεν εφέρθη ως πατριώτης και ως χριστιανός· αυθαδίασε να πιάση άρματα εναντίον της πατρίδος· έκαμεν εκστρατείαν εναντίον του Μεσολογγίου· έπιασε το φρούριον του Βασιλαδίου διώξας εκείθεν την φρουράν· οι στρατιώται του έλαβαν δύο εκ των προκρίτων της πόλεως ως αιχμαλώτους υπό τους οφθαλμούς της διοικήσεως, και έφεραν τούτους προς αυτόν την νύκτα ευρισκόμενον εις το Ανατολικόν· εξηγήθη δε και εις πολλούς ότι θέλει εμβάσει Τούρκους εις την πατρίδα.

«Διά ταύτα υποπτευθείσα η διοίκησις έλαβε τα ανήκοντα μέτρα και διώρισεν επιτροπήν τόπον επέχουσαν στρατιωτικού δικαστηρίου, συνθεμένην από στρατηγούς και χιλιάρχους, οίτινες εξετάσαντες αυτόν τε και όλα τα αίτια, τα όποια καθ' ημέραν ηύξαναν τας υποψίας εναντίον του ευρήκαν, ότι ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν ανταπόκρισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· ότι από τον Ομέρπασαν εζήτησε μπουγιουρτί διά να γίνη καπιτάνος των Αγράφων· ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να πιάση την Τατάραιναν με χιλίους στρατιώτας, και εσυμβούλευε να εύγη ο αποστάτης Βαρνακιώτης με χιλίους εις το Ξηρόμερον· ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να τραβήξη προς εαυτόν στρατηγούς και χιλιάρχους Έλληνας εναντίον της πατρίδος· ότι, εν ώ εγένοντο αυτά εις Μεσολόγγιον, συγχρόνως ευγήκεν ο εχθρικός στόλος από Π. Πάτρας και άραξεν εις το Βασιλάδι, και έγινε μυστική εκστρατεία Τούρκων από Καστέλια και Ναύπακτον εναντίον του Μεσολογγίου, η οποία δεν ευδοκίμησε, διότι ολίγοι σταθεροί Έλληνες τους εκτύπησαν εις την Κακήν Σκάλαν και τους εγύρισαν οπίσω. Η επιτροπή έλαβε τέλος πάντων πολλά διδόμενα διά να γνωρίση αυτόν επίβουλον της πατρίδος και προδότην.

«Επειδή όμως η πατρίς αγαπά τα τέκνα της και μακροθυμεί διά να τα ελευθερώση από την απάτην, και να τα φέρη εις μετάνοιαν να γνωρίσουν τα χριστιανικά χρέη των, απεφασίσθη παρά της διορισθείσης επιτροπής τη συναινέσει όλων των παρευρεθέντων αρχηγών των αρμάτων και πολιτικών, και εδόθη προσταγή προς τον αυτόν Καραϊσκάκη να αναχωρήση αμέσως απ' εδώ, μ' όλον όπου είναι και ασθενής, όστις και ανεχώρησε σήμερον.

«Αν μετανοήση αληθώς και αν επιστρέψη εις τα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδισεν· ειδέ επιμείνη εις την κακίαν του, ας όψεται.

«Σεις δε, αδελφοί, ειδοποιείσθε διά του παθόντος, ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα, και δεν έχει καμμίαν εξουσίαν παρά της διοικήσεως, μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και αξιωμάτων ως αμαρτήσας. Όσοι δε απατηθέντες ηκολούθησαν αυτόν προσκαλούνται να γυρίσουν εις τα οπίσω και να ενωθούν με τους αρχηγούς τους υπερασπιστάς της πατρίδος· πάντες δε οι λοιποί Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον στοχασθούν ως εχθρόν ενόσω να μετανοήση και να προσπέση εις το έλεος του έθνους και να ζητήση συγχώρησιν.

Στρατηγοί Χιλίαρχοι. Ν. Μπότσαρης Γ. Λιακατάς. Μ. Στουρνάρης Α. Καραγιάννης. Γ. Τσόγκας Σ. Κατσαρός. Α. Σκαλτσάς Α. Βλαχόπουλος Καπητάνοι. Δ. Μακρής Κ. Βλαχόπουλος Γ. Γιολδάσης Γ. Σουλτάνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ΄.

(α.)

Ο νυν κόμης &Hardwicke&, παρ' ού ήκουσα το φρικτόν τούτο διήγημα.

(β.)

Λέγεται Καβο-Κολόνναις διά τας σωζoμένας εκεί στήλας του ναού της Ήρας.

(γ.)

Μεσούντος του μηνός τούτου, οι Υδραίοι εβύθισαν περάματά τινα εν τω πορθμώ της Ευβοίας.

(δ.)

Επειδή ο κύριος Ανάργυρος Ανδρέου Χ. Αναργύρου λέγει εν τοις Σπετσιωτικοίς, ότι εσφαλμένως ιστόρησα τα των εις σωτηρίαν της Σάμου ναυμαχιών, συμπεριλαμβανομένης και της κατά τον Γέροντα, ειδοποιώ τον αναγνώστην, ότι ηρύσθην την ύλην και άλλοθεν μεν αλλ' ιδίως εκ των σωζομένων ημερολογίων του Σαχτούρη και του Σαχίνη, αμφοτέρων παρόντων εν ταις ναυμαχίαις ταύταις. Είναι αληθές, κατά το λέγειν του κυρίου Αναργύρου, ότι τα έμπροσθεν της Σάμου σπετσιωτικά πλοία ήσαν 28· αλλ' εν τη τυπώσει του μέρους τούτου του συγγράμματός μου παρελείφθη κατ' απροσεξίαν ο πρώτος των δύο αριθμών, και απέμεινεν ο αριθμός 8· τοιαύτη παράλειψις είναι ευκατάληπτος, ανεπληρώθη δε εν τη β' εκδόσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'

(α.)

Ο κύριος Ανάργυρος, συγγραφεύς των Σπετσιωτικών, δυσφορεί ότι περιορίζω τον αριθμόν των κατά την Αλικαρνασόν πλοίων της πατρίδος του εις 14· λανθάνεται. Ιδού τι λέγω· «συνηνώθησαν την 14 και τα πλοία των Σπετσών, και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την Λειψόν» (όρα Τόμον Γ' σελίδα 121), ώστε ο κύριος Ανάργυρος εξέλαβε την απλήν ημερομηνίαν αριθμόν των πλοίων.

(β.)

Τον μοίραρχον τούτον κατ' αρχάς οι Έλληνες επεριποιήθησαν· αλλά μετά ταύτα τον εσκότωσαν, υποπτεύσαντες ότι υπενήργει την δραπέτευσίν του

(γ.)

Τα συμπλέοντα ψαριανά πλοία είχαν ήδη αποχωρήσει του στόλου· μόνον απελείφθη το του Νικοδήμου. Ερωτηθείς δε ούτος διατί, απήντησεν, ότι υπήκουεν εις την φωνήν της πατρίδος του μάλλον ή του ναυάρχου του.

(δ.)

Δικαίως δυσφορών ο Γουβερνάτης απήλθεν εις Αίγυπτον, όπου ανεδέχθη υπηρεσίαν, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήση τους Έλληνας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'.

(α.)

Ιδού η απρεπής αύτη επιστολή ταυτολεξεί.

«Γενναιότατοι Καπηταναίοι Ρουμελιώται·

Ημείς με το να έχωμεν δικαίωμα και ιντερέσα της πατρίδος μας Πελοποννήσου εκινήθημεν εναντίον της τυραννίας μερικών ατόμων· και επειδή είμεθα πατριώται δεν επιθυμούμεν να κινηθώμεν μεταξύ μας εις εμφύλιον πόλεμον. Όθεν αν ήσθε Έλληνες και πατριώται δεν πρέπει ν' ανακατωθήτε εις τα της Πελοποννήσου πράγματα, αλλά να σταθήτε αδιάφοροι και αν έχετε κανένα δίκαιον θέλει το λάβετε εν καιρώ τω δέοντι· ειδέ και θελήσετε να ανακατωθήτε εις τα της Πελοποννήσου πράγματά μας, ό,τι σας ακολουθήσει όψεσθε, και ημείς μένομεν ανεύθυνοι.

Αναγνώστης Δηληγιάννης· Θ. Κολοκοτρώνης.»

(β.)