Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 31
Καλλίστην υποδοχήν ηύρεν ο Φαβιέρος και παρά τοις Αθηναίοις και παρά τω αρχηγώ Γκούρα, και πολλοί των εντοπίων κατετάχθησαν ως νεοσύλλεκτοι· και αυτός ο Γκούρας έλαβε προγυμναστήν, και ενεδύθη ένδυμα απλού τακτικού. Το παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν και άλλοι ευρισκόμενοι εκεί οπλαρχηγοί, ως ο Μακρυγιάννης, ο Μαμούρης και ο Ρούκης· καθ' ημέραν δε συνέρρεαν και άλλοθεν νεοσύλλεκτοι και κυρίως εκ των νήσων του Αιγαίου, ους επροτίμα ο Φαβιέρος των φερόντων ήδη όπλα λέγων, ότι επιθυμητότερον να γράφη τις επί καθαρού ή μελανωμένου χάρτου· αλλά δεν παρήλθαν τρεις εβδομάδες μετά την μετάβασίν του εις Αθήνας, και κατ' έντονον διαταγήν της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας, όπου ελέγετο ότι ο Ιβραήμης εμελέτα απόβασιν. Εκεί 40 ημέρας διέτριψεν και αφ' ού εξέλειψε πάσα υποψία αποβάσεως, επανήλθεν εις Αθήνας. Τόσον δε ηυξήθη ο στρατός του, ώστε, λήγοντος του 1825, συνίστατο εις 3700. Εκτός του τακτικού σώματος, ωργάνισεν ο Φαβιέρος υπό την οδηγίαν του Μαμούρη, του Δημήτρη Λέκκα και του Στέφου Σέρβου ελαφρά τινα σώματα, λεγόμενα σταυροφορικά, διότι έφεραν οι στρατιώται επί του στήθους πάνινον σταυρόν· ώφειλαν δε να παρευρίσκωνται μόνον εις την γενικήν επιθεώρησιν του τακτικού. Εν όσω εσώζοντο λείψανα του αγγλικού δανείου, η κυβέρνησις εχορήγει προθύμως τα εις ύπαρξιν και διατήρησίν των υπό τον Φαβιέρον· αλλ', αφ' ού εξηντλήθησαν, ο στρατός ούτος εκινδύνευε να διαλυθή, ή ν' ατακτήση. Εις αποφυγήν του κακού και εις ωφέλειαν της πατρίδος απεφάσισεν ο αρχηγός του να εκστρατεύση ποριζόμενος άλλοθεν τα προς το ζην· Φεβρουάριος και μετά μακράν σκέψιν περί του καταλληλοτέρου μέρους εξεστράτευσε την 12 Φεβρουαρίου εις Εύβοιαν, διατεινομένων πολλών ότι και τα προς διατροφήν ήσαν εκεί ευπόριστα, και η νήσος ευάλωτος· συνεκροτείτο δε η ακολουθούσα αυτόν δύναμις εκ του πρώτου τάγματος, δύο ιλών του ιππικού, 80 ιππέων ανίππων, μιας κανονοστοιχίας εχούσης τέσσαρα ορεινά κανόνια και 120 κανονοβολιστάς, και 700 σταυροφόρων, ώστε όλοι οι συνεκστρατεύοντες ήσαν 2750. Το στράτευμα τούτο ηυλίσθη την 14 εις Ανηφορίτην· ο δε αρχηγός του υπήγε το εσπέρας εις κατασκοπήν του Καραμπαμπά επ' ελπίδι να τον κυριεύση εξ απροόπτου· αλλά πεισθείς ότι δεν επραγματοποιείτο ό,τι ήλπιζε, παρητήθη του σχεδίου του, μετέφερε την επαύριον το στράτευμά του εις Ωρωπόν, την μεθαύριον εις Καπανδρίτι, και την εφεξής εις Μαραθώνα και Βρανάν, όπου διέμεινε 15 ημέρας αναμένων τα εις μεταβίβασιν του στρατεύματος του πλοία. Εκεί διατριβών, εξέδωκε την 20 κήρυγμα εις αποκλεισμόν των παραλίων Ευβοίας και Βώλου, και έστειλε προς ενίσχυσιν αυτού την εν υπηρεσία του τακτικού γολέτταν, ήτις έφερε μετ' ολίγον πλουσίαν λείαν. Διαρκούσης δε της δεκαπενθημέρου ταύτης διατριβής του, το στράτευμα έπαθε και φυσικώς και ηθικώς δι' έλλειψιν καταλυμάτων και άλλων αναγκαίων εν καιρώ χειμώνος και διά το νοσώδες του μέρους εκείνου· πολλοί ηρρώστησαν, τινές απέθαναν και ικανοί ελειποτάκτησαν. Ο δε Φαβιέρος μετέφερεν άλλους προς αναπλήρωσιν εξ Αθηνών· και επειδή τα αναμενόμενα πλοία δεν εφαίνοντο, και πάσα περαιτέρω χρονοτριβή έβλαπτεν, επεβίβασε το στράτευμά του εις όσα ηύρε παραπλέοντα τα παράλια της Αττικής πλοιάρια, Μάρτιος και τα απεβίβασε την 2 μαρτίου εις Στούρα, όπου και διενυκτέρευσεν, αλλά δεν ηύρεν ην ήλπιζεν υποδοχήν. Πολλά παθόντες οι χωρικοί εκείνων των μερών επί των μέχρι τούδε εκστρατειών, και φοβούμενοι μη πάθωσι τα αυτά, διεσκορπίσθησαν. Την δε επαύριον, αφήσας εκεί δύο λόχους, εξεστράτευσεν εις Κάρυστον φρουρουμένην υπό 600 Τούρκων, και κατέλαβε τους κήπους έν τέταρτον της ώρας απέχοντας του φρουρίου· και το μεν πρώτον τάγμα ετοποθετήθη προς το μεσημβρινόν μέρος του φρουρίου, το δε υπόλοιπον στράτευμα προς το δυτικόν του προαστείου· Την 5 τέσσαρες λόχοι του πεζικού και τα ελαφρά σώματα επλησίασαν την πύλην του φρουρίου και την εκανονοβόλουν· αλλ' έσπασαν μετ' ολίγον οι άξονες των υποστατών, και ο αρχηγός διέταξε την υποχώρησιν. Εκ τούτου θαρρυνθέντες οι εχθροί ώρμησαν εις κυρίευσιν των κανονίων και έβαλαν εις αταξίαν τους στρατιώτας· αλλά χάρις εις την ετοιμότητα του λοχαγού Βερεντιέρου απέτυχαν και έπαθαν. Εν τοσούτω, ο Φαβιέρος, παρατηρήσας ότι το φρούριον δεν ήτον, ως ήλπιζεν, ευάλωτον, και ότι χρεία ήτο τακτικής πολιορκίας, ανήγειρεν αντικρύ του επί τινος ακρολοφίας προς το μεσημβρινόν μέρος κανονοστάσιον, και μη έχων κανόνια πολιορκίας, έστησε δύο ανήκοντα είς τι πλοίον ανεπιτήδεια προς τον σκοπόν του· και το μεν πρώτον τάγμα έμεινεν όπου ήτο, το δε λοιπόν του στράτευμα ωχυρώθη πλησιέστερον του προαστείου· δύο δε λόχοι ετοποθετήθησαν προς το αρκτικόν μέρος του φρουρίου, ώστε το φρούριον επολιορκείτο πανταχόθεν· εκόπη και το εισρέον νερόν· εις στενοτέραν δε πολιορκίαν, ο Φαβιέρος διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του προαστείου, και την 12, όρθρου βαθέως, ο δ' λόχος υπό τον Ανδριέτην, ο ς' υπό τον Βερεντιέρον, και ο των ευζώνων υπό τον Κάρπον, προσβαλόντες το προάστειον, εκυρίευσαν τας εν αυτώ οικίας εκτός των πλησίον του φρουρίου· ημέρας δε γενομένης, έστειλεν ο Φαβιέρος και τα λοιπά σώματα εις κυρίευσιν όλου του προαστείου· αλλά δίωροι αλλεπάλληλοι προσβολαί κατά των υπό των εχθρών κρατουμένων οικιών και υπό την προστασίαν του πυρός του φρουρίου κειμένων όχι μόνον απέβησαν εις μάτην, αλλ' επέφεραν και βαρείαν βλάβην. Οι δύο πρώτοι λόχοι απώλεσαν το ήμισυ της δυνάμεώς των και σχεδόν όλους τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των· επληγώθησαν οι λοχαγοί Ανδριέτης, Βερεντιέρος και ο ανθυπολοχαγός Καρατσάς, και εσκοτώθη ο λοχαγός Πίσσας· βαρείαν βλάβην υπέφεραν και τα σώματα των σταυροφόρων και επληγώθη ο αρχηγός αυτών Στέφος· πολλά υπέφεραν και οι ως επίκουροι ελθόντες λόχοι. Μετά τα παθήματα ταύτα οι μεν ασθενείς και τραυματίαι εστάλησαν εις τας νήσους προς ίασιν, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Λυκόρρεμα, παραλίαν θέσιν αντικρύ των νησιδίων Πεταλιών, όπου ήσαν παλαιά χαρακώματα, κοινώς λεγόμενα ταμπούρια του Κριεζώτη, χρησιμεύσαντα πολλάκις ως καταφύγιον. Αλλ' η επίπονος πορεία εν μέσω δυσβάτων τόπων και η στέρησις των αναγκαίων ηύξησαν τα κατά την 12 παραλύσαντα τον στρατόν δεινά ασυνείθιστον εις τα τοιαύτα διά την νεοσυλλεξίαν του. Φθάσαν δε περί το μεσονύκτιον το στράτευμα εις Λυκόρρεμα ήρχισε να επισκευάζη τα παλαιά εκείνα χαρακώματα· ο δε ακάματος αρχηγός του, τοποθετήσας διαφόρους φυλακάς, περιήρχετο φαιδρός εν μέσω των σκυθρωπαζώντων στρατιωτών θαρρύνων αυτούς και συνεργαζόμενος· αλλά μόλις ανέτειλεν ο ήλιος της 13, εφάνη αίφνης το εχθρικό ιππικόν, και προσβαλόν την προφυλακήν κοιμωμένην κατέκοψεν επτά λογχίτας και τον υπαξιωματικόν, και επροχώρησε προς το ελληνικόν στρατόπεδον βοηθόν έχον και ολίγον πεζικόν. Ο Φαβιέρος, παρατηρήσας την ολιγότητα του εχθρικού τούτου σώματος, διέταξε τρεις λόχους και τα ελαφρά σώματα να εφορμήσωσι και να προσποιηθώσι μετά μικρόν πυροβολισμόν ότι υπεχώρουν· διέταξε δε και το ιππικόν να ενεδρεύη όπισθεν λοφίσκου τινός και να μη επιπέση προτού φθάσωσιν οι εχθροί είς τινα μικράν κοιλάδα διώκοντες τους υποχωρούντας. Και το μεν πεζικόν ενήργησεν ακριβώς τα διαταχθέντα, αλλά τινες του ιππικού επέπεσαν, πριν καταβώσιν οι εχθροί εις την κοιλάδα. Το παράκαιρον τούτο κίνημα ανεκάλυψε το στρατήγημα, και οι εχθροί δεν επροχώρησαν, αλλά, μείναντες επί υψώματός τινος λόφου εγκαταλειφθέντος υπό των Ελλήνων, ωχυρώθησαν· μετ' ολίγον έφθασε και ο Ομέρπασας πανστρατιά. Δισχίλιοι ήσαν οι πεζοί και τετρακόσιοι οι ιππείς. Οι πεζοί εστρατοπέδευσαν αντικρύ των ελληνικών χαρακωμάτων και μετ' ολίγον εφώρμησαν, αλλ' εβλάφθησαν και απεκρούσθησαν υπό των πεζικών σωμάτων εξελθόντων, κατά διαταγήν του αρχηγού, των χαρακωμάτων, και προσβαλόντων γενναίως και ευτυχώς τον εχθρόν· το δε ιππικόν, ως μη αξιόμαχον διά την ολιγότητά του, διετάχθη να μη κινηθή· αλλ' αυτό, ιδόν ότι οι εχθροί απεκρούσθησαν και υπεχώρουν, επέπεσεν ατάκτως, και οδηγούμενον υπό του αξιωματικού Ιμπροχώρη, απόντος την ώραν εκείνην του ιππάρχου, δεν έπαυε καταδιώκον αυτούς. Οι Τούρκοι, παρατηρήσαντες ότι οι καταδιώκοντες ιππείς ήσαν μόλις 100, εστράφησαν και τους εκύκλωσαν. Τότε συνήφθη κρατερά ιππομαχία. Επανελθών δ' εν τούτοις ο ίππαρχος, και ιδών ότι οι υπ' αυτόν εκινδύνευαν, διέσχισεν ορμήσας το εχθρικόν ιππικόν και ήλθεν όπου η μάχη προς εμψύχωσιν των ολίγων ιππέων του· και επειδή το εχθρικόν ιππικόν ήτο κατά πάντα ανώτερον, διέταξε την υποχώρησίν των, και διά της στρατηγικής επιδεξιότητος και αφοβίας του την έφερεν εις ευτυχές πέρας εν μέσω του επιλειμένου κινδύνου. Είκοσιν ιππείς Έλληνες έπεσαν, και έπεσεν εις χείρας των εχθρών και λαμπρά τις σημαία, ην κεντήσασαι Παρίσιαι νεανίδες επρόσφεραν εις χρήσιν του ιππικού της Ελλάδος. Εν τούτοις, το εχθρικόν πεζικόν, το μη συμμεθέξαν της ιππομαχίας ειμή δι' ακροβολισμών, κατεγίνετο να κυκλώση διά χαρακωμάτων το ελληνικόν στρατόπεδον· τούτο ιδών ο Φαβιέρος διέταξε να επανέλθωσιν όλα τα σώματα εις τα οχυρώματά των προς ενδυνάμωσιν.
Εν όσω η διά θαλάσσης κοινωνία ήτον ελευθέρα, ο στρατός, αν και πολιορκούμενος διά ξηράς, δεν εστερείτο τροφών· αλλά την 20 εφάνησαν έμπροσθεν του Λυκορρέματος 11 ένοπλα πλοία τουρκικά εκ Χαλκίδος και ηνάγκασαν ελληνικά τινα πλοιάρια ελλιμενίζοντα εκεί και έχοντα τροφάς ν' αναχωρήσωσι πριν τας αποβιβάσωσι· προσορμήσαντα δε τα εχθρικά απεβίβασαν κανόνια, άτινα ετέθησαν επί διαφόρων υψηλών και καταλλήλων θέσεων. Τοιουτοτρόπως το τακτικόν, στερούμενον τροφών, πολιορκούμενον και κανονοβολούμενον διά ξηράς και θαλάσσης, έπεσεν εις άκραν αθυμίαν και απελπισίαν· οι στρατιώται δεν υπήκουαν τους αξιωματικούς, και οι αξιωματικοί εξετέλουν τα κοινά έργα των στρατιωτών· μόνη η παρουσία του αρχηγού τους εθάρρυνεν οπωσούν εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτούς δεινών· αλλ' η έλλειψις της τροφής εγίνετο ημέρα τη ημέρα μάλλον επαισθητή· αι σάρκες των ίππων και τα λάχανα ήσαν η τροφή των, και ελάμβαναν και αυτό το νερόν πολλάκις ώνιον αίματος. Καλή τύχη, γενομένου γνωστού του επικειμένου κινδύνου, έσπευσεν η εν Αιγίνη επιτροπή των Ψαριανών να στείλη τέσσαρα πλοία εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων· ήλθαν κατόπιν και δύο υδραϊκά, επροθυμήθησαν και έστειλαν οι εν Σύρα έμποροι τροφάς, και ούτως απεμακρύνθησαν τα εχθρικά πλοία, και εδόθησαν αι τροφαί. Έφθασαν μετ' ολίγον και άλλα τρία πλοία φέροντα 500 στρατιώτας υπό τον Κριεζώτην και τον Βάσσον μαθόντας εν Σύρα επί τη επανόδω των εκ Βηρυτού την δεινήν θέσιν των τακτικών, και τότε απεμακρύνθησαν ολοτελώς του παραθαλασσίου οι εχθροί, ήνοιξεν η του ελληνικού στρατού και των πλοίων κοινωνία, και την νύκτα της 21 εμβήκαν οι περί τον Φαβιέρον εις τα πλοία, και τα μεν ελαφρά σώματα απεβιβάσθησαν εις Αττικήν, τα δε τακτικά εις Κέαν, Άνδρον και Τήνον δεινώς πάσχοντα. Οι δε εν Ναυπλίω απομείναντες τακτικοί, πληροφορηθέντες τα δεινά των συστρατιωτών και του αρχηγού των, έτρεξαν αυθόρμητοι εις τον στρατώνα, και δράξαντες τα όπλα παρετάχθησαν εν τη έξωθεν αυτού πλατεία αξιούντες μεγάλη τη φωνή να τους οδηγήσωσιν οι αξιωματικοί εις Πεταλίους προς λύτρωσιν των συναδέλφων των· και επειδή δεν εισηκούσθησαν, εξήλθαν του Ναυπλίου υπό την διοίκησιν δεκανέως· αλλά, μαθόντες αυθημερόν την διάσωσιν των κινδυνευόντων συστρατιωτών, επανήλθαν εις τον εν Ναυπλίω στρατώνα.
Το έτος τούτο (1826) ηλλοιώθη η στρατιωτική κατάστασις της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Προ πολλού υπερεπεθύμει ο σουλτάν Μαχμούτης, ως άλλοτε διελάβαμεν, να μεταρρυθμίση τα της επικρατείας του επί το ευρωπαϊκώτερον, και προ πάντων να εισάξη την τακτικήν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του, θεήλατον μάστιγα θεωρών εκ νεότητός του τον γενιτσαρισμόν, και έχων έκτοτε κατά νουν την καταστροφήν του· αλλά τα παθήματα του προκατόχου του Σελήμη, και αι προλήψεις του έθνους του, τον ηνάγκαζαν να κρύπτη μέχρι πολλού τα φρονήματά του και να προσποιήται τον φιλογενίτσαρην. Αποφασίσας δε να βάλη εις πράξιν το κινδυνώδες σχέδιόν του το έτος τούτο εκέρδισεν εν πρώτοις το τάγμα των πυροβολιστών, και μετά ταύτα έφερεν έξωθεν και ετοποθέτησεν επί της μιας και της άλλης όχθης του Βοσπόρου πάμπολλα επαρχιακά στρατεύματα, τα μεν υπό τον Χουσεήμπασαν τα δε υπό τον Μεχμέτπασαν, προς ασφάλειαν δήθεν της βασιλευούσης και αποστολήν αυτών κατά των αποστατών· και ταύτα πράξας εκάλεσε παρά τω Σεχουλησλάμη τους μεγιστάνας εις συμβούλιον (α), όπου εθεωρήθη αναγκαία η εισαγωγή της εν χρήσει παρά τοις Ευρωπαίοις στρατιωτικής τάξεως, ως της μόνης ικανής εις υπεράσπισιν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας. Τούτου δε γενομένου, ανεγνώσθη βασιλικόν διάταγμα νομιμοποιούν την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν, και μακρά διάταξις εξηγούσα τας εκ της ευρωπαϊκής τάξεως ωφελείας, κανονίζουσα τα περαιτέρω, οικονομούσα ευμενώς τα συμφέροντα των γενιτσάρων, και διατάττουσα να εγγραφώσιν ως τακτικοί 7500 γενίτσαροι, ανά 150 εξ εκάστου των εν Κωνσταντινουπόλει λόχων· εις δικαιολογίαν δε και ενίσχυσιν της εισαγωγής της τακτικής και θρησκευτικώς, ανέγνωσεν ο μουφτής φετφάν λέγοντα, ότι η μελέτη της στρατιωτικής επιστήμης ήτο χρέος ιερόν παρά τοις πιστοίς. Επευφημησάντων δε των παρεστώτων, καθυπεβλήθησαν εις βαρείας ποινάς οι απειθείς και φιλοτάραχοι και εδημοσιεύθησαν τα ορισθέντα. Αγογγύστως ενηργήθη η εγγραφή· αλλά μέγας γογγυσμός ηγέρθη καθ' ήν ώραν ήρχισεν η άσκησις του τακτικού βήματος και η χρήσις του λογχοφόρου όπλου. Ιούνιος Την εσπέραν της 2 ιουνίου συνήλθαν πολλοί γενίτσαροι εις τους στρατώνας καταβοώντες παρρησία, και καλούντες την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν παράβασιν των θείων εντολών· κατηγόρουν δε ως πρωταιτίους αυτής τον αρχιβεζίρην, τον γενιτσάραγαν, τον Νεσδτσίτ-φέντην, επίτροπον του Μεχμέτ-Αλή, καί τινας άλλους· περί δε το μεσονύκτιον ώρμησαν εις τας κατοικίας των, και μηδένα ευρόντες τας διήρπασαν· και ο μεν αρχιβεζίρης, ο γενιτσάραγας και ο Νεσδτσίπης κατέφυγαν εις το Γιαλί- κιόσκι, όπου συνήλθαν, πρωίας γενομένης, και άλλοι μεγιστάνες του κράτους, και εκείθεν μετέβησαν όλοι εις Αρσλάν-Χανέν. Οι δε γενίτσαροι, αφέντες τους στρατώνας, συνέρρευσαν, ως είκοσι χιλιάδες, εις το ιπποδρόμιον, μετέφεραν εκεί κατά την επί των στάσεων συνήθειαν τα κακκάβιά των, και εξηρεύγοντο στασιώδεις λόγους και κατ' αυτού του σουλτάνου, όστις μαθών τα συμβάντα επανήλθεν εκ Μπεσίκ-τασίου εις τα ανάκτορα. Εν ώ δε οι γενίτσαροι κατεβόων, η Πύλη έφερεν εκ του κανονοστάθμου τους πιστούς κανονοβολιστάς, απεβίβασε και τους ναυμάχους, έφερεν εις την πόλιν και τα επί του Βοσπόρου στρατεύματα, μετεκόμισε και την ιεράν σημαίαν εις το ζαμίον του σουλτάν-Αχμέτη, και εκάλεσε περί αυτήν όλους τους πιστούς, ως αν εκινδύνευεν η αυτοκρατορία· παρηκολούθησαν δε την ιεράν σημαίαν εις το ρηθέν ζαμίον ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί μεγιστάνες, όπου και διέμειναν. Τρις εκλήθησαν οι στασιασταί κατά διαταγήν του σουλτάνου υπό την ιεράν σημαίαν και τον αρχηγόν των, και τρις παρήκουσαν απαιτούντες μεγάλη φωνή την κατάργησιν του τακτικού συστήματος και τας κεφαλάς του γενιτσάραγα, του αρχιβεζίρη, του Καπητάμπασα, του Νεσδτσίπη, και άλλων. Πλήρης τότε αγανακτήσεως ο σουλτάνος ως περιφρονούμενος ανέκραξεν «ε ξ ο λ ο θ ρ ε ύ σ α τ ε - τ ο υ ς - α σ ε β ε ί ς», και ευθύς ώρμησαν επί τους εν τω ιπποδρομίω ασεβείς οι μεν κανονοβολισταί και ναυμάχοι από τον καπητάμπασαν, τα δε λοιπά στρατεύματα υπό τους αρχηγούς των Χουσεήμπασαν και Μεχμέτπασαν· συνέρρευσεν επί τη θέα της ιεράς σημαίας και μέγα πλήθος κατά των γενιτσάρων, και το αίμα επλημμύρησε, και οι γενίτσαροι ηττηθέντες εγκατέλειψαν το ιπποδρόμιον και κατέφυγαν εις τους στρατώνας· αλλά και εκεί κατεδιώχθησαν, πάμπολλοι εφονεύθησαν, και οι στρατώνες εκάησαν. Την δε επαύριον, ημέραν παρασκευήν, ο αρχιβεζίρης, ο μουφτής και άλλοι μεγιστάνες, καθήμενοι εν τη μεγάλη αιθούση της αριστεράς πτέρυγος του ρηθέντος ζαμίου, εξέδιδαν εντάλματα συλλήψεως δικάζοντες και καταδικάζοντες. Την αυτήν ημέραν υπήγεν ο σουλτάνος εις το ζαμίον συνοδευόμενος όχι, ως πάντοτε, υπό γενιτσάρων, αλλ' υπό των κανυνοβολιστών, και φορών κατά πρώτην φοράν ευρωπαΐζοντα ιματισμόν. Εξέδωκε δε την επιούσαν και διάταγμα καταργούν το σώμα, το όνομα, και την στολήν των γενιτσάρων, ασφαλίζον όμως τον μισθόν όσων η διαγωγή και εντός και εκτός της βασιλευούσης δεν ήτον επιλήψιμος· διέταξε δε συγχρόνως και την εκ βάθρων ανατροπήν των στρατώνων και την συντριβήν των κακκαβίων. Τούτων γενομένων, μετέβησαν ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί το δειλινόν της αυτής ημέρας εις τα ανάκτορα, και εσκήνωσαν εν τη μεταξύ του Μπάμπι-χουμαγιούν και του Ορτά-καπού αυλή, αμείλικτοι πάντοτε προς τους καταδιωκομένους γενιτσάρους· ανεστήλωσαν δ' εκεί την ιεράν σημαίαν και διέταξαν τον έντρομον και επί τρεις ημέρας αφανή της Κωνσταντινουπόλεως λαόν να επαναλάβη άφοβος τα έργα του. Αύγουστος Αλλ', εν ώ εφαίνετο ότι επανήλθεν η ησυχία, αίφνης ανεφάνη την 19 αυγούστου πυρκαϊά κατά το Μπαγτσέ- καπουσού, διήρκεσε 36 ώρας, και τόσον διεδόθη εξ αιτίας του πνέοντος σφοδρού βορέου, ώστε κατεφλέχθησαν, ως ελέγετο, εξακισχίλιαι οικίαι. Η πυρκαϊά αύτη, ήτις κατά πρώτον ανεφάνη έν τινι ψωμοπωλείω, αποδοθείσα εις τους γενιτσάρους και εκληφθείσα ως σημείον ταραχών, εκίνησεν εκ νέου την φονικήν οργήν του σουλτάνου, και αι καταδιώξεις και αι εξορίαι και οι πνιγμοί και αι σφαγαί διήρκεσαν μέχρι της 20, καθ' ήν, μη υπάρχοντος κινδύνου, απετέθη η ιερά σημαία εν τω σκευοφυλακίω και το εν τη αυλή των ανακτόρων στρατοπεδαρχείον διελύθη. Ο σουλτάνος υπώπτευσε και τον οκτώβριον ότι εμηχανουργείτο αποστασία εις κατάργησιν του νέου συστήματός του, και ότι πάμπολλοι γενίτσαροι εισέφρησαν άγνωστοι εις τα σώματα των συντεχνιών υποκινούμενοι υπό των ουλεμάδων και σοφτάδων μετανοησάντων διά την εις κατάργησιν του γενιτσαρισμού συνέργειάν των. Η υποψία αύτη, αληθής ή ψευδής, έγεινεν αφορμή νέας και αφειδούς αιματοχυσίας· συνεμίγη δε την φοράν ταύτην και το αίμα των υπηρετών του νόμου.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.
(α.)
Στυγερόν κακούργημα επράχθη την 16 του αυτού μηνός εν Πελοποννήσω. Ο Κραββατάς, προεστώς του Μιστρά, απερχόμενος εις Καστρί, εδολοφονήθη κατά την Κακήν Σκάλαν της επαρχίας του. Δύο κοινοί άνθρωποι, εξ ών ο είς υπηρέτης του, εφωράθησαν φονείς και υπελήφθησαν ως άλλοθεν υποκινηθέντες. Αλλ' ουδέν τοιούτον ανακριθέντες ωμολόγησαν· είς δε αυτών κατεδικάσθη εις θάνατον.
(β.)
Ο Οδυσσεύς ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρως μετά των εχθρών αδεία των συνοδιτών του και κατηγορήθη ως υπενεργήσας επί της συνεντεύξεώς του διά ζηλοτυπίαν προς τους Πελοποννησίους την μη παράδοσιν αυτών· παρέλαβε δε διά νυκτός δύο εξ αυτών και τους μετέφερεν αυτεξουσίως εις Λεβαδίαν· και τον μεν απέλυσεν επί εξαγορά, τον δε εφόνευσεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.
(α.)
Κατά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν εχαρίσθη τω Μάρκω το λεγόμενον σαράι του Μεσολογγίου, όπου κατέλυαν προς της επαναστάσεως οι κατά καιρούς διοικηταί.
(β.)
Ό εστιν έβαλαν κατά την συνήθη φράσιν κ α π ά κ ι· τούτο εγίνετο συχνάκις επί της επαναστάσεως.
(γ.)
Περί της λίμνης όρα κεφάλαιον Μ'.
Μετωνόμασέ τις των ημάς το Ανατολικόν Αιτωλικόν και οι πλείστοι ασκέπτως παρηκολούθησαν. Αγνοείται πόθεν ωρμήθη εις την μετωνυμίαν ταύτην· πάντη ανίσχυρος φαίνεται ο υποτιθέμενος λόγος ότι κείται εν τη Αιτωλία, διότι και τα λοιπά μέρη της επαρχίας ταύτης κείνται υπό την αυτήν κατηγορίαν· ούτε πόλις ούτε κώμη υπήρξε το πάλαι υπ' αυτήν την ονομασίαν, αλλ' ούτε γίνεται πούποτε μνεία του νησιδίου τούτου. Ο Μελέτιος εν τη κατά το 1728 έτος εν Βενετία εκδοθείση Γεωγραφία του καλεί το νησίδιον Αιτωλικόν ή κοινότερον Ανατολικόν. Αδικαιολόγητος και αδέσποτος η κλήσις αύτη· ο αυτός θέλει και το Μεσολόγγι Μεσολόγιον· οι συγγράψαντες προ αυτού Βενιαμίν ο εκ Τολέδης και ο Πέτρος Γαρζώνης, εκείνος μεν το 1153 ούτος δε το 1684, ως ανεφέραμεν εν τη περιγραφή του Μεσολογγίου, καλούν Νατολικόν εν τη ιδία αυτών διαλέκτω το νησίδιον τούτο· πασίγνωστον δε ότι και επί Τουρκοκρατίας και επί του αγώνος Ανατολικόν αείποτε εκαλείτο· χυδαϊστί δε και τότε και νυν Ανατολικόν. Ίσως ωνομάσθη Ανατολικόν ως κείμενον ανατολικώς ως προς τον Αχελώον, τον διαχωρίζοντα την Αιτωλίαν και την Ακαρνανίαν. Ο Μελέτιος λέγει παράδοξόν τι δηλ. ότι προ ολίγου χρόνου εξήρχετο εκ της γης ανακοχλάζον αίμα, και εγειρόμενον πολλή βία πλείον ενός πήχεως.