Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 30

Chapter 3017 wordsPublic domain

Πατήσαντες δε οι εχθροί την πόλιν έστρεψαν εν πρώτοις το πυρ του τείχους κατά των οικιών, και έπειτα διεσπάρησαν εις λεηλασίαν, εις σφαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Πυροβολισμοί, κραυγαί, ολολυγμοί, μαχαιροκτυπήματα και εκπυρσοκροτήσεις ηκούοντο όλην την νύκτα. Η υπό το προτείχισμα του Μπότσαρη μεγάλη πυριτοθήκη, εξαφθείσα πρώτη διά χειρός Ελλήνων, διέρρηξε το προτείχισμα και κατέστρεψε πολλούς εχθρούς· εξήφθη ωσαύτως και η προς το δυτικόν παράλιον και ανέτρεψεν εκ βάθρων την παρακειμένην οικίαν, όπου εξέπνευσεν ο Βύρων· διερράγησαν υπό πυρός επίσης Ελλήνων και αι οικίαι, εν αις συνεσωρεύθησαν οι πάσχοντες· επί δε τη διαρραγή εξετινάσσοντο συμμίγδην εις τον αέρα οι εν αυταίς Έλληνες και οι πατούντες αυτάς εχθροί. Όλη η πόλις εκυριεύθη την νύκτα εκείνην πλην ο εν τω παρακειμένω νησιδίω Ανεμόμυλος, όπου εφυλάττετο πολλή πυρίτις· διέμεινε δε σώος ο Ανεμόμυλος μέχρι της 12, καθ' ήν διερράγη και αυτός υπό πυρός Ελλήνων. Παθόντες οι περί τον Κιουταχήν και τον Ιβραήμην υπό των Ελλήνων, αν και ψυχορραγούντων, έπαθαν και αφ' εαυτών αλληλοφονευόμενοι χάριν των λαφύρων, έως ου υπερισχύσαντες οι περί τον Ιβραήμην εκράτησαν αυτοί μόνοι την πόλιν και απεδίωξαν τους περί τον Κιουταχήν. Οι γνωστότεροι δε των επί της εξόδου θανατωθέντων ήσαν εκ μεν των εντοπίων ο Αναστάσιος Παλαμάς, ο Πάνος Παπαλουκάς, ο Πέτρος Γουλημής, ο Γεώργιος Ψαράντος, ο Κωνσταντίνος Καρπούνης, ο Κωνσταντίνος Τρικούπης, και ο Αθανάσιος Ραζοκίτσικας, γενικός αρχηγός των συμπολιτών του, και τα μέγιστα διαπρέψας διά την πολλήν ικανότητά του, την ακλόνητον καρτερίαν του και τον ακάματον ζήλον του· εκ δε των λοιπών οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης και Σαδήμας, ο τειχοποιός Κοκκίνης, ο συντάκτης των ελληνικών χρονικών Ελβετός Μέγερος, οι φιλέλληνες Γερμανοί, Στιτσεμβέργης, Διττμάρης, Δελωνέης, Λουτσόφφης, Κλέμπης, Σίπανος, Πολωνός τις, και ο επίσκοπος Ρογών Ιωσήφ. Ο αρχιερεύς ούτος, ο καθ' όλην την πολιορκίαν διακριθείς διά τον ένθερμον πατριωτισμόν του, δεν επρόφθασε να εξέλθη, και φθάσας επί του τείχους καθ' ήν ώραν εισήρχοντο οι εχθροί έρριψε δαυλόν είς τινα παρακείμενον φυσεκοφόρον πίθον, ερρίφθη εις αυτόν καιόμενον, ημιεκάη, και ημίκαυστος απεκεφαλίσθη. Εφονεύθη επί της εξόδου και ο Παπαδιαμαντόπουλος (δ). Καθ' όν καιρόν εκινδύνευεν η πόλις, διεβιβάσθη ούτος εις Ζάκυνθον επί προμηθεία τροφών· ο κίνδυνος εκορυφώθη μετ' ολίγον και οι φίλοι του τον εσυμβούλευσαν να μη επανέλθη· αλλ' ούτος επανήλθεν εν μέσω των συναγωνιστών του, ειπών προς τους αποτρέποντας αυτόν, «ή θα σωθώ ή θ' αποθάνω μετ' αυτών». Αξιοθαύμαστος είναι και η επί της εξόδου διαγωγή και τελευτή του Χρήστου Καψάλη, ενός των προκρίτων της πόλεως. Είδε το πρωί της ημέρας εκείνης την προ πολλού πάσχουσαν σύμβιόν του εκπνεύσασαν, την ησπάσθη ακλαυστεί, και στραφείς προς τον υιόν του Αποστόλην παρόντα και κλαίοντα, «Μη κλαίε, υιέ μου», είπε· «μάλλον χαίρε, διότι απέθανεν η μήτηρ σου και δεν έπαθε τα δεινά της τουρκικής αιχμαλωσίας· άκουσε τώρα τους τελευταίους λόγους του πατρός σου· διέξελθε μετά των λοιπών την εσπέραν ταύτην, προσπάθησε να σωθής, και μη φροντίσης περί εμού· εγώ είμαι ασθενής και προβεβηκώς, ουδεμίαν ελπίδα έχω συνδιεξερχόμενος να σωθώ, και προτιμώ ν' αποθάνω εντός της πόλεως ή να αιχμαλωτισθώ επί της διεξόδου». Ταύτα είπε, τον ενηγκαλίσθη και τον απεχαιρέτησε. Και ο μεν υιός απεχωρίσθη του πατρός κλαίων, και διεξελθών εσώθη· ο δε πατήρ, στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, περιήλθε τας οδούς καλών ασθενείς και γέροντας να τον συνακολουθήσωσι· πολλοί υπήκουσαν, και συνελθόντες εις το φυσεκοδετείον εκλείσθησαν, και ψάλλοντες οι μεν εξοδίους, οι δε πατριωτικούς ύμνους, προσήνεγκαν εαυτούς ολοκαυτώματα επί τη εισβολή των εχθρών.

Αλλ' η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήση και πεσούσα· διότι αποδείξασα πασιφανώς, ότι Έλληνες και Τούρκοι ήσαν εις το εξής ασυμβίωτοι και αδιάλλακτοι, επετάχυνε διά της σωτηριώδους παρεμβάσεως των τριών Δυνάμεων το ευτυχές τέρμα της επαναστάσεως.

Χίλιοι εννεακόσιοι ηριθμήθησαν οι κατά διαφόρους τρόπους αποθανόντες επί της πολιορκίας Έλληνες· άδηλον πόσοι οι αποθανόντες εκ των υπό τον Κιουταχήν, διότι ως και άλλοτε είπαμεν, δεν διατηρούνται παρά τοις ατάκτοις στρατολογία, και άλλοι μεν αυτογνωμόνως έρχονται, άλλοι δε άνευ αδείας απέρχονται· αλλ' οι υπό τον Ιβραήμην οπλοφορούντες τακτικοί, απαριθμηθέντες μετά την άλωσιν της πόλεως, ευρέθησαν 3500, εν ώ οι υπ' αυτόν ελθόντες εις πολιορκίαν ήσαν κατά μέν τινας 8000, κατ' άλλους δε 10,000. Εντεύθεν καταφαίνεται επί ποία τιμή ηγοράσθησαν τα ερείπια της πόλεως και οποίοι εφάνησαν οι υπέρμαχοί της.

Ερχόμεθα τώρα να συγκεφαλαιώσωμεν τα γεγονότα.

Εισβαλόντος του Κιουταχή εις την Δυτικήν Ελλάδα, το παν έκλινε γόνυ ενώπιόν του· μόνοι οι εν Μεσολογγίω ήραν ακλινή την κεφαλήν των υπεράνω ασθενούς τείχους, προκαλούντες μάλλον ή φοβούμενοι τον εχθρόν. Παμπληθή και εμπειροπόλεμα στρατεύματα συνέρρευσαν πανταχόθεν έξω της πόλεως· πολυειδείς και πολυμόχθους επιχειρήσεις εις άλωσίν της επεχείρησαν· όρος υψηλόν προς τον σκοπόν τούτον εχειροποίησαν· απτόητοι το τείχος πολλάκις πανορμεί προσέβαλαν, και εις αυτήν την κορυφήν του ξιφοφορούντες ανέβησαν· αλλ' ευρίσκοντες πάντοτε ακαταμάχητον την φρουράν ουδέν κατώρθωσαν, και μετά μακρούς και δεινούς αγώνας και αφειδείς αιματοχυσίας κατησχυμένοι ανεστρατοπέδευσαν. Απελπισθείσα η Πύλη να εκτελέση διά μόνων των υπό τον Κιουταχήν δυνάμεών της το σκοπούμενον, εκάλεσε τον Ιβραήμην εις αντίληψιν. Επαιρόμενος ούτος εφ' οις εν Πελοποννήσου διά του τακτικού στρατού του διεπράξατο και επί τη οχυρωτική επιστήμη των περί αυτόν ερειδόμενος, έτρεξε πρόθυμος μετά πολλής δυνάμεως όπου εκλήθη, και ολιγωρών εν τη υπεροψία του και πολιορκούντας και πολιορκουμένους και φράκτην χλευαστικώς επονομάζων το τείχος, το ευτυχώς εις τας επανειλημμένας προσβολάς του αντιζήλου του Κιουταχή ανθέξαν, ανεδέχθη να το κυριεύση μόνος δεκαπενθήμερος· αλλά και αυτός, πολλά πειραθείς, πολλά τολμήσας και πολλά παθών, ηύρε την υπό τοιούτους φρουρούς φράκτην απόρθητον. Συνηνώθησαν τότε οι δύο στρατάρχαι, και συνήνωσαν και τους στρατούς των, αφήσαντες ενώπιον του κοινού εχθρού τας αντιζηλίας των· απελπισθέντες δε του να κατισχύσωσι των φρουρούντων το τείχος και συνηνωμένοι, έστρεψαν όλην την προσοχήν των εις κυρίευσιν της λίμνης και εν πολλοίς ευδοκίμησαν, στόλον πολυάρμενον έχοντες και στολίσκον αυτάρκη εξ ελαφρών πλοιαρίων κατασκευάσαντες. Αλλά 140 άνδρες, κατέχοντες νησίδιόν τι εν τη λίμνη, ατείχιστον, ανώχυρον και ανεφοδίαστον, κατήσχυναν όλας τας επιπεσούσας δυνάμεις, και τα παράλιά του πτωμάτων εσκέπασαν. Υπεραίρεται ο Έλλην διανοούμενος, ότι οσάκις η δεινοπαθούσα φρουρά εκλήθη να παραδώση τα όπλα απήντησεν, «αποθνήσκω, αλλά δεν παραδίδω τα αιματωμένα όπλα μου», και απέδειξε, δι' ων επί τέλους έπραξεν, ότι ήσθάνετο ό,τι έλεγεν. Επήλθεν, εν τούτοις, άλλος δεινότατος εχθρός, η πανδαμάτειρα πείνα· αλλ ουδ' αυτή ίσχυσε να ταπεινώση το φρόνημά των και να τους φέρη εις υποταγήν. Προς αποφυγήν δε του προφανούς εντεύθεν ολέθρου και αμόλυντον διατήρησιν της τιμής των, επεχείρησαν επιχείρημα κινδυνωδέστατον και ενδοξότατον· άνδρες, γυναίκες, παιδία διήλθαν ξιφήρεις υπό το πανσέληνον φως και εν μέσω ακοιμήτου πυρός ταφρεύματα, χαρακώματα, πυροβολοστάσια, τακτικά και άτακτα στρατεύματα ειδότα την έξοδόν των και γρηγορούντα εις καταστροφήν των.

Η καθ' όλην την δωδεκάμηνον πολιορκίαν ακλόνητος εν τοις δεινοίς καρτερία των ανδρών τούτων, η ακάθεκτος εν ταις εκδρομαίς ορμή, η εν ταις μάχαις ανυπέρβλητος ανδρία, και η απόφασις του ν' αποθάνωσι μάλλον ή να παραδοθώσιν, εξεθάμβησαν και εφόβησαν και αυτούς τους εχθρούς των ομολογήσαντας, ότι θα διελύοντο κακώς έχοντες οι στρατοί των, αν παρετείνετο τρεις έτι εβδομάδας η πολιορκία. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ων τους άθλους, τους καθ' όλον τον ελληνικόν αγώνα παντός άθλου λαμπροτέρους, και ουδενός των εν ταις αρχαίαις και μεταγενεστέραις πολιορκίαις φημιζομένων υποδεεστέρους (ε), ετίμησαν επαξίως η ωδή των ποιητών, η ευγλωττία των ρητόρων, και η ευφημία των λαών.

1825-26

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'

&Αποτυχία των εις άλωσιν της Τριπολιτσάς και της Καρύστου και λεηλασίαν της Βηρυτού κινημάτων Ελλήνων. — Εκστρατεία των υπό τον Φαβιέρον τακτικών εις Εύβοιαν και αποτυχία αυτής. Καταστροφή των γενιτσάρων και πράξις της ευρωπαϊκής τακτικής εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του οθωμανικού κράτους.&

ΕΝ ώ ο Ιβραήμης ηγωνίζετο εις άλωσιν του Μεσολογγίου, ηγωνίζετο και ο Κολοκοτρώνης εις την της Τριπολιτσάς, όπου απέμεινεν ολίγη φρουρά. Εις κατασκοπήν δε της αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθε, ριψοκινδύνως, λήγοντος του νοεμβρίου του 1825, ο Ιωάννης Φιλήμων υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφρονήθη, ενδιέμεινε δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε. Μεγάλη δε στρατιωτική κίνησις κατέλαβεν όλην την Πελοπόννησον προς ευόδωσιν του σκοπού τούτου, και λήγοντος του έτους συνήχθησαν έξωθεν της Τριπολιτσάς πεντακισχίλιοι Πελοποννήσιοι, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα ώδευσαν περί το μεσονύκτιον της 27 δεκεμβρίου προς την πόλιν, φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν· ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν απροσδόκητοι, αλλ' ηπατήθησαν, διότι οι Τούρκοι προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι, εν ώ προσηγγίζετο υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν πρώτον σώμα, και κραυγάσαντες, «σας είδαμεν, Ρωμαίοι», τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνοι οι Τριπολιτσιώται, ως 250 επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον της πόλεως· αλλ' επεξήλθαν 300 ιππείς και πεζοί και τους έτρεψαν φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3. Οι ευτυχείς καταδιώκται επροχώρησαν μέχρι του χωρίου Μαντσαρά, όπου ήσαν τινες του δευτέρου σώματος υπό τον Γενναίον και τον Τσόκρην, και έτρεψαν και αυτούς· παρ' ολίγον δε συνέλαβαν ζώντα και τον συν αυτοίς Αγαλόπουλον πεσόντα εκ του ίππου του. Μετά την αποτυχίαν ταύτην δισχίλιοι Πελοποννήσιοι, υπό τον Νικήταν και άλλους, κατέλαβαν το Μακρυπλάγι εις παρεμπόδισιν των μετακομιζομένων εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Τριπολιτσάν τροφών.

Πρό τινος καιρού ήλθε τις απεσταλμένος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν παρά του κατά το Λιβάνιον όρος Εμήρ-Μπεσίρη εις σύνδεσιν σχέσεων μετά της Ελλάδος, αλλά δεν είχε πώς ν' αποδείξη την αποστολήν του, διότι πολλά παθών καθ' οδόν απώλεσεν, ως έλεγε, τα εφοδιαστικά του. Λαβούσα εντεύθεν αφορμήν η κυβέρνησις απέστειλε προς τον εμήρην τον αρχιερέα Ευδοκιάδος Γρηγόριον, ίνα πληροφορηθή περί της αποστολής ταύτης, και τον θαρρύνη εις αποστασίαν κατά του κυριάρχου του. Ο εμήρης εδέχθη φιλικώς τον πρέσβυν και υπεσχέθη να εκστρατεύση, αν έστελλεν η ελληνική κυβέρνησις ναυτικήν δύναμιν προς τα παράλια της Συρίας· αλλ', εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων της Ελλάδος, δύναμις δεν εστάλη, και το σχέδιον δεν ενηργήθη.

Αρχομένου δε του μαρτίου του 1820, εναύλωσεν ο Χατσή- Μιχάλης πλοία τινα εξ ιδίων, συμπαρέλαβεν ως συναγωνιστάς τον Βάσσον και τον Κριεζώτην, και συναποπλεύσαντες οι τρεις μετά 800 προς τα παράλια της Συρίας, όχι επί συμμαχία αλλ' επί λεηλασία, επάτησαν απροσδοκήτως την Βηρυτόν· αλλ' απεκρούσθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσιν άπρακτοι και κακώς έχοντες. Εν ώ δε ήσαν εκτός της πόλεως εστρατοπεδευμένοι και εσχεδίαζαν να δοκιμάσωσιν αλλού την τύχην των, κατέβη αίφνης πολλή δύναμις του εμήρη επί σκοπώ ή να τους απομακρύνη, αν ήλθαν ως άρπαγες, ή να τους δεξιωθή, αν ήλθαν ως σύμμαχοι κατά το άλλοτε σχέδιον. Οι περί τον Χατσή-Μιχάλην υπεκρίθησαν ότι ήλθαν ως σύμμαχοι, αλλ', εξ όσων έπραξαν, δεν επιστεύθησαν, και ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσιν ως κακά μελετώντες· κατήραν δε εις Κύπρον, και βλάψαντες τον τόπον εκείνον επανήλθαν εις Σύραν.

Εν τούτοις, το τακτικόν της Ελλάδος ηύξανε και εβελτιούτο χάρις εις την συνδρομήν της κυβερνήσεως και εις τον ακάματον ζήλον του νέου αρχηγού Φαβιέρου. Ο φιλέλλην ούτος και δι' άλλους λόγους και διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω ασθένειαν μετέφερε το σώμα τούτο εις Αθήνας την 5 οκτωβρίου του 1825 προς εξάσκησιν, αφήσας έν τάγμα εν Ναυπλίω ως φρουράν της κυβερνήσεως.