Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 3

Chapter 36 wordsPublic domain

«Η ελληνική κυβέρνησις μαρτυρεί προς την υμετέραν αγιότητα την ευγνωμοσύνην της διά την οποίαν εδείξατε αγάπην εις τα τέκνα της Ελλάδος. Πολλοί συμπατριώται μας καταδιωγμένοι υπό των ασεβών και καταφυγόντες εις την επικράτειαν της υμετέρας αγιότητος μας εβεβαίωσαν ότι ηξιώσατε να τους υποδεχθήτε μ' ευαγγελικήν ευσπλαγχνίαν και προστασίαν όλως πατρικήν· αι αρεταί αύται της υμετέρας αγιότητος είναι συνήθεις· ο αποστολικός χαρακτήρ, τον οποίον εδείξατε εις τοιαύτην δεινήν περίστασιν, είναι γνωστός εις όλον τον χριστιανικόν κόσμον· και μ' όλον ότι τα έθνη της Ευρώπης διαιρούνται κατά διαφόρους λατρείας, όλα ηνώθησαν διά να θαυμάσωσι και εκθειάσωσι τας αρετάς ταύτας, αι οποίαι προξενούσι δόξαν εις την θρησκείαν και εις τον θείον αυτής θεμελιωτήν. Εκ τούτων δε θαρρυνόμεθα να διευθύνωμεν προς την υμετέραν αγιότητα την ταπεινήν μας ταύτην παράκλησιν. Εμάθαμεν ότι οι χριστιανοί μονάρχαι, εξ ών οι πλειότεροι υπάγονται εις την εκκλησίαν της οποίας η υμετέρα αγιότης είναι ο αρχηγός, θα συνέλθωσι διά να αποφασίσωσι περί των συμφερόντων της Ευρώπης. Αξιώσατε, αγιώτατε πάτερ, να μεσολαβήσητε υπέρ ημών διά ν' απαλλαγώμεν τέλος πάντων από την αθλίαν κατάστασιν εις την οποίαν μας κατεβύθησαν οι εχθροί του χριστιανικού ονόματος, βοηθούμενοι από τους βασιλείς της χριστιανωσύνης ότε αγωνιζόμεθα ν' αποσείσωμεν τον βάρβαρον και αισχρόν ζυγόν του ασεβούς· υπηνέγκαμεν ήδη πολύν καιρόν το μαρτύριον διά την πίστιν του Ιησού Χριστού. Τέσσαρας ήδη αιώνας εβαπτίσθημεν εις δάκρυα και εις αδικίας. Ας επιλάμψη τέλος και εις ημάς η ημέρα της ευτυχίας υπό την προστασίαν της υμετέρας αγιότητος. Η ημέρα αύτη θα χαραποιήσει όλους τους πιστούς και θα επισφραγίσει την δόξαν του Πίου. Η ευαίσθητος και γενναία ψυχή σας, αγιώτατε πάτερ, θα σας εμπνεύσει φωνάς πολύ παραπονετικάς υπέρ ημών, αι οποίαι θα κατανύξωσι τας καρδίας των χριστιανών βασιλέων, οίτινες άλλως τε είναι διατεθειμένοι ν' ανακουφίσωσι τα δεινά μας.

«Θαρρούντες εις την αγαθότητα και εις τα φώτα της υμετέρας αγιότητος σας παρακαλούμεν, αγιώτατε πάτερ, να δεχθήτε το σέβας μας και την ευγνωμοσύνην μας και να μας χαρίσητε τας ευλογίας σας».

«Εν Άργει τη 29 αυγούστου 1822, και β' της ανεξαρτησίας».

Αναγνώσας ο Πάπας την επιστολήν ταύτην, απεποιήθη να δεχθή εν τη καθέδρα του τους απεσταλμένους, όχι εκ θελήσεως, αλλ' εξ αιτίας της αυστριακής επιρροής, εις ην υπέκειτο. Εσκόπευε δε ο Π. Πατρών να παρενείρη, κατ' εισήγησίν τινων των εν τοις πράγμασι, προς ευόδωσιν του πολιτικού σκοπού, την ένωσιν των εκκλησιών· αλλ' απαγορευθείσης της εις Ρώμην αναβάσεώς του, ουδέν είπε τοιούτον ουδ' ενήργησεν.

Εξ αιτίας δε της κακής διαγωγής της Πύλης προς την Ρωσσίαν η υποψία του μεταξύ των δύο τούτων Δυνάμεων πολέμου ανησύχαζε πάντοτε τας άλλας. Επροσπάθουν αύται να εμβατεύσωσι τους διαλογισμούς του Αλεξάνδρου προ της ενάρξεως των συνεδριάσεων της συνελεύσεως. Ο Αλέξανδρος, όστις εθεώρει την διατήρησιν των αρχών της ιεράς συμμαχίας αξίαν πάσης πολιτικής θυσίας, και ήξευρεν ότι επί των ελληνικών πραγμάτων πολλοί δεν τον επίστευαν ειλικρινή προς αυτάς, δεν έκρυπτε τους διαλογισμούς του· και διατριβών εν Βιέννη επί της εις Βερώνην μεταβάσεώς του προς συγκρότησιν της συνελεύσεως, είπε τω πρώτω πληρεξουσίω της Γαλλίας Μοντμορενσή τα εξής· «Ούτ' άλλο ωφελιμώτερον, ούτ' άλλο καθ' όλην την Ρωσσίαν επιθυμητότερον είναι παρά τον κατά της Τουρκίας θρησκευτικόν πόλεμον. Παρέχει την ευκαιρίαν η επανάστασις της Ελλάδος· αλλ' ενόμισα ότι εν μέσω των ταραχών της Πελοποννήσου εφαίνετο το ανατρεπτικόν των κοινωνιών σημείον, και διά τούτο παρητήθην· τι δεν ενήργησάν τινες προς διάλυσιν της συμμαχίας; επροσπάθησαν να πειράξωσι την φιλοτιμίαν μου· με ύβρισαν παρρησία· δεν μ' εγνώριζαν βεβαίως αν υπέθεταν ότι κινούμαι υπό κενοδοξίας ή πάθους· όχι· ποτέ δεν θ' αποχωρισθώ των ανάκτων μεθ' ων συνεδέθην. Ας έχωσι και οι άνακτες την άδειαν να συμμαχώσι φανερά υπερασπίζοντες εαυτούς κατά των μυστικών εταιριών».

Ταύτα είπεν ο Αλέξανδρος εν Βιέννη. Αλλ', αν και ακριβή φύλακα των όρων της ιεράς συμμαχίας τον απεδείκνυαν οι λόγοι του, γνώμη επεκράτει, ότι επροτίθετο ν' απαιτήση επί της προκειμένης συνελεύσεως την συνδρομήν των συμμάχων παρά τη Πύλη εις ημιαυτόνομον αποκατάστασιν της Ελλάδος. Η δε Αγγλία, θέλουσα να προλάβη την πρόθεσιν της Ρωσσίας, διέταξε τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της λόρδον Στραγγφόρδον ν' ασχοληθή εκ νέου εις ειρήνευσιν της Ελλάδος προς καθησύχασιν της Ρωσσίας. Ειρήνευσιν δε ενόουν τω καιρώ εκείνω και η Αγγλία και αι άλλαι αυλαί απλήν αμνηστείαν υπό την εγγύησιν ή επίβλεψιν αυτών. Απήντησεν η Πύλη επί τη προτάσει ταύτη, ότι δεν έπαυσε διατάττουσα τους υπαλλήλους της να πολιτεύονται φιλανθρώπως προς τους Έλληνας, και ότι εν διαστήματι τριών μηνών χιλιάδας των εν Κωνσταντινουπόλει Τούρκων, παρηκόων της διαταγής ταύτης, εξώρισε και πεντακοσίους εθανάτωσεν, αλλά κατ' ουδένα τρόπον και υπ' ουδένα τύπον εδέχετο ξένην παρέμβασιν μεταξύ αυτής και των υπηκόων της· κατέκρινε δε εις επήκοον του πρέσβεως της Αγγλίας την ρωσσικήν κυβέρνησιν ως πρωταίτιον των ταραχών. Ηγανάκτησεν ο Αλέξανδρος μαθών ότι δεν έπαυεν η Πύλη ενοχοποιούσα την κυβέρνησίν του δώσασαν τόσας εναργείς αποδείξεις της από του ελληνικού αγώνος αποστροφής της· εμέμφθη δε πικρώς και τον πρέσβυν της Αγγλίας, μεταβάντα εκ Κωνσταντινουπόλεως εις την συνέλευσιν, ως μη αποκρούσαντα την φανεράν ταύτην συκοφαντίαν· αλλά και εν τη περιστάσει ταύτη η μακροθυμία του Αλεξάνδρου ενίκησε την αγανάκτησίν του.

Μεταβάντων δε των ανάκτων και των πληρεξουσίων εκ Βιέννης, όπου πρώτον συνήχθησαν, εις Βερώνην, και αρξαμένων εκεί των συνεδριάσεων, εγένετο λόγος και περί των μεταξύ της Πύλης και της Ρωσσίας διαφορών, και την 9 νοεμβρίου ωρίσθη διά πρωτοκόλλου η παντελής και ανυπέρθετος από των τουρκικών στρατευμάτων κένωσις των ηγεμονειών, η κατ' ευθείαν κοινοποίησις της Πύλης προς την Ρωσσίαν του διορισμού των ηγεμόνων, ο μεταξύ των δύο κυβερνήσεων συμβιβασμός πάσης εμπορικής διαφοράς, ο ακώλυτος πλους παντός υπό πάσαν εμπορικήν σημαίαν πλοίου διά του Βοσπόρου, και η διά της φιλικής μεσολαβήσεως και υπό την εγγύησιν των αυλών απλή ειρήνευσις της Ελλάδος· συναπεφασίσθη δε να συνδεθώσιν εκ νέου αι μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας διπλωματικαί σχέσεις πληρωθέντων των όρων τούτων· παραβλέψας δε και ο Αλέξανδρος το προς αυτόν πλημμέλημα του λόρδου Στραγγφόρδου, τον εδέχθη ευμενώς και τω ενεπιστεύθη την εν Κωνσταντινουπόλει διαπραγμάτευσιν των διαφορών του ειπών αυτώ, ότι τον εθεώρει ως ένα των υπουργών του.

Αλλ' αρκούντα δεν εθεώρει ο Αλέξανδρος όσα ωρίσθησαν περί της ελληνοτουρκικής διαφοράς, και εν τοις εξής λόγοις του προς τον λόρδον Στραγγφόρδον, επανερχόμενον εις Κωνσταντινούπολιν, ανεκάλυψε τι διελογίζετο καθ' εαυτόν. «Είμαι πεπεισμένος»(είπεν) «ότι η κοινή γνώμη της Αγγλίας θ' αναγκάσει την κυβέρνησίν της ν' ασχοληθή σπουδαίως εις τα της Ελλάδος, και ότι το ελληνικόν ζήτημα θα θεωρηθή παρά του αγγλικού λαού όπως και το της ανθρωποεμπορίας· ένεκα τούτου, αντί να προβάλω εγώ τοις συμμάχοις μου σχέδιον εις βελτίωσιν της πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, προτιμώ ν' αναμείνω το της αγγλικής αυλής. Χιμαιρική είναι η περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος ιδέα· ο έσχατος όρος της επιθυμίας μου είναι ν' απολαύση ο τόπος εκείνος κυβερνητικόν σύστημα όποιον επικρατεί εν Σερβία η εν Μολδοβλαχία».

Η δε συνέλευσις τελειώσασα τας εργασίας της εξέδωκε την 2 δεκεμβρίου εγκύκλιον περί ων εβουλεύθη, και εις μόνας τας αρχάς της ιεράς συμμαχίας αποβλέπουσα παρεμόρφωσεν ως προς τον ελληνικόν αγώνα την αληθή φύσιν των πραγμάτων κηρύξασα τα εξής.

«Μέγα πολιτικόν συμβάν εξερράγη περί τα τέλη της τελευταίας συνελεύσεως [της εν Λαϋβάχη]. Ό,τι το ανατρεπτικόν των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εν τη δυτική χερσονήσω, ό,τι εδοκίμασε να πράξη εν Ιταλία το κατώρθωσεν εν ταις ανατολικαίς εσχατιαίς της Ευρώπης. Καθ' ον καιρόν κατευνάσθησαν αι εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικάί επαναστάσεις διά της δυνάμεως, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός εν μέσω της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σύμπτωσις των συμβάντων απέδειξεν ότι μία και η αυτή ήτον η αρχή των. Το αυτό κακόν, αναφαινόμενον πολλαχού, άλλα πάντοτε υπό τους αυτούς τύπους, αν και υπό διάφορα προσχήματα, επρόδιδε την κοινήν εστίαν όθεν προήχθη. Οι διευθύνοντες τα περί ων ο λόγος ήλπιζαν να εύρωσι την ευκαιρίαν να διασπείρωσι την διχόνοιαν εις τα συμβούλια των Δυνάμεων και ουδετερώσωσιν αυτάς, ας νέοι κίνδυνοι εκάλουν προς άλλα μέρη της Ευρώπης, αλλ' ηπατήθησαν. Οι άνακτες, έχοντες σταθεράν απόφασιν ν' απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως καθ' οποίον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαίνετο, έσπευσαν να την καταδικάσωσιν εκ συμφώνου· ασχολούμενοι δε αμεταθέτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των αντέκρουσαν παν ό,τι εδύνατο να τους παρεκτρέψη της οδού των· αλλ' ακούοντες εν ταυτώ και την φωνήν της συνειδήσεως και του ιερού χρέους συνηγόρησαν υπέρ των θυμάτων ασυνέτου και εγκληματικού επιχειρήματος. Αι πολλαί και φιλικαί των πέντε αυλών προς αλλήλας διακοινώσεις διαρκούσης της εποχής ταύτης, μιας των σημαντικοτέρων της συμμαχίας των, έφεραν εις σύμπνοιαν όλας ως προς το ζήτημα της Ανατολής· απέκειτο δε εις την εν Βερώνη συνέλευσιν να καθιερώση και επιβεβαιώση τα ορισθέντα. Αι δε σύμμαχοι της Ρωσσίας αυλαί ελπίζουν ότι διά των κοινών προσπαθειών θα εξομαλυνθούν τα μέχρι τούδε εμπόδια εις ευόδωσιν των ευχών αυτών».

Επικρατούσης δε της δυσμενεστάτης ταύτης προς τον ελληνικόν αγώνα διαθέσεως των συμμάχων, μέγιστον ευτύχημα εφάνη η μετά την αυτοχειρίαν του Λονδονδερρή απροσδόκητος ανύψωσις του Γεωργίου Κάννιγγος εις την υπουργικήν έδραν των εξωτερικών υποθέσεων της Αγγλίας. Η Αγγλία δεν ήτο μέλος της ιεράς συμμαχίας ουδ' ησπάζετο τας αρχάς της· αλλά το υπουργείον της, και ιδίως ο Λονδονδερρής, εν πολλοίς συνεταυτίζετο διά της πολιτικής του. Βροντώδη φωνήν αφήκεν επί του υπουργείου τούτου ο λόρδος Ερσκίνος έν τινι προς τον πρωθυπουργόν Λιβερπούλην επιστολή του υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων· θεσμοί συνήγοροί των εφάνησαν ταυτοχρόνως καί τινες των βουλευτών· πολλαί των εφημερίδων εφιλελλήνιζαν, αλλ' ουδείς ουδέν κατώρθωσε κωφευόντων των υπουργών. Ο δε Κάνιγγ, ούτινος το πολιτικόν δόγμα ήτο «πολιτική και θρησκευτική όλων των λαών ελευθερία», εδήλωσε κατ' αυτήν την ημέραν του διορισμού του, ότι επροτίθετο να τροπολογήση την εξωτερικήν πολιτικήν της πατρίδος του, διότι ερωτηθείς παρά του βασιλέως επί της πρώτης συνεντεύξεώς των, αν εσκόπευε να βαδίση την οδόν του προκατόχου του, απεκρίθη, «ο προκάτοχος μου αυτοχειρίσθη». Μόλις έφηβος και μαθητής του λυκείου εμυρολόγησε την δούλην Ελλάδα· η ωδή αύτη επιγραφομένη «η δουλεία της Ελλάδος» έδειξεν έκτοτε τον φιλελληνισμόν του. «Ω εξαισία μεταβολή» (έλεγαν οι τελευταίοι στίχοι της)· «τα τέκνα σου, ω Ελλάς, στενάζουν σήμερον υπό επονείδιστον ζυγόν· ουδείς τα παρηγορεί μοχθούντα, ουδείς τα κλαίει αποθνήσκοντα· καταναλίσκεται η αθλία ζωή των υπό τα έλκη της βαρείας κωπηλασίας, ή εν τοις σκοτεινοίς λατομείοις· η καταπληκτική τυραννία των Μωαμεθανών και η φρικώδης πομπή η περιστοιχούσα τον θρόνον αυτών κατέθλιψαν διά της φρίκης τα πνεύματά των· τα τέκνα σου, ω Ελλάς, γονυπετούν τρέμοντα ενώπιον των πτερνιζόντων αυτά· οι κόποι της ημέρας, αι πικραί και άυπνοι ώραι της νυκτός, η βαρεία μάστιξ αυθαιρέτου εξουσίας, η αιμοχαρής φρίκη της οξείας μαχαίρας, το βδελυρόν σουβλίον, ο κατασπαράττων τας σάρκας τροχός, ο βρόχος, το δηλητήριον, όλα εξασθενούν τον νουν των και χαυνόνουν την καρδίαν των· φρικτή ειμαρμένη! Οι οφθαλμοί ημών, ω Ελλάς, είναι πάντοτε πλήρεις δακρύων· πικροί στεναγμοί αναβαίνουν πάντοτε εκ βάθους των καρδιών, όταν ανακαλώμεν την αρχαίαν σου δόξαν και βλέπωμεν την σημερινήν σου αδοξίαν· ομοιάζεις, ω Ελλάς, τον υπερήφανον βράχον, ούτινος η γυμνή κορυφή, υπερυψουμένη της γης, μυκτηρίζει τας καταιγίδας· τα σκυθρωπά νέφη χύνουν επί της μεγάλης κορυφής του τα ραγδαία ρεύματά των· βρέμεται προ των ποδών του ο παταγώδης ωκεανός· ο γιγαντιαίος και ογκώδης ούτος κολοσσός ρίπτει γύρω εν τη δικαία υπεροψία του ηγεμονικόν βλέμμα και ολιγωρεί πάσαν καταιγίδα· αλλά φθείρεται υπό του χρόνου, το δόλιον κύμα υποτρίβει την βάσιν του, και τότε πίπτει και πίπτων διαρρηγνύει την κλονουμένην γην και διαχέει πέριξ θύελλαν καταστροφής».

Τοιαύτα φρονήματα εφανέρωσεν ο Κάννιγγ περί Ελλάδος επί της νεαράς του ηλικίας· επί δε της υπουργίας του είδεν ό,τι δεν ήθελαν να ίδωσιν οι πολιτικοί της ιεράς συμμαχίας· είδεν ότι το παρακμάζον οθωμανικόν κράτος ανίκανον ήτον εξ αυτής του της φύσεως ν' ανορθωθή, και ότι έτρεχεν ανεπιστρεπτί εις την απώλειάν του επ' ωφελεία άλλης κραταιάς Δυνάμεως και επί βλάβη της ευρωπαϊκής ισορροπίας· είδεν ότι εις θεραπείαν των δεινών τούτων ανεφύετο προνοητικώς πως εκ των κόλπων του πίπτοντος τούτου κράτους νέον κράτος, άξιον να το διαδεχθή εν καιρώ διά τας προγονικάς του αναμνήσεις, διά την ευφυίαν του, διά την φιλομάθειάν του και διά την προς τον ευρωπαϊσμόν ροπήν του. Ευτύχημα ενόμισε το συμβάν τούτο, και ηθέλησε, παρά την επικρατούσαν πολιτικήν και τας κοινάς προλήψεις των αυλών, να επιβλέψη ιλαρώς επί τον από του μη όντος εις το είναι παραγόμενον τούτον λαόν και να τον θαρρύνη. Διά τούτο, καθ' όν καιρόν η ιερά συμμαχία κατηράτο τον ελληνικόν αγώνα, ανεγνώρισε τους παρά της Ελλάδος αποκλεισμούς των υπό τουρκικήν σημαίαν τόπων· ό εστιν ανεγνώρισε την Ελλάδα Δ ύ ν α μ ι ν - ε μ π ό λ ε μ ο ν. Η ελληνική κυβέρνησις είχε κηρύξει την 13 μαρτίου του έτους τούτου, ότι απέκλειεν όλους τους τουρκικούς λιμένας του Αιγαίου, της Κρήτης και τους μεταξύ Επιδάμνου και Θεσσαλονίκης· αλλά το κήρυγμά της εις ουδέν ελογίσθη υπό των Δυνάμεων, ώστε μέχρι της σήμερον όσα πλοία υφ' οποιανδήποτε χριστιανικήν σημαίαν, φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια εις τα αποκλειόμενα φρούρια, συνελαμβάνοντο υπό των Ελλήνων, απελύοντο· οσάκις δε οι Έλληνες ελάμβαναν τα φορτία εις χρήσιν των, απεζημίοναν πάντοτε τους ιδιοκτήτας επί τη απαιτήσει και πολλάκις επί τη απειλή των διοικούντων τας εν τω Αιγαίω ναυτικάς μοίρας. Τοιαύτα πλοία συνελήφθησαν εν τω κορινθιακώ κόλπω, έμπροσθεν της Χαλκίδος, του Ναυπλίου, και άλλων αποκλειομένων φρουρίων και εξεφορτώθησαν, αλλά μέχρι λεπτού απεζημιώθησαν, ενίοτε δε και οι συλλαβόντες ετιμωρήθησαν. Από του νυν δε, χάρις εις την πολιτικήν του Κάννιγγος, έμελλαν να καταδικάζονται και να δημεύωνται τα υπό αγγλικήν σημαίαν συλλαμβανόμενα και τοιούτον εμπόριον μετερχόμενα πλοία οιουδήποτε και αν ήσαν τα εμπορεύματα ιδιοκτησία. Αλλ' η ελληνική κυβέρνησις εις δείγμα ευγνωμοσύνης διέταξε να μη δημεύωνται τα τοιαύτα πλοία, αλλά μόνον η εν αυτοίς εχθρική ιδιοκτησία. Ιδού δε πώς ο Κάννιγγ εδικαιολόγει την προς την Ελλάδα πολιτικήν του. «Η αγγλική κυβέρνησις» (έλεγεν) «ώφειλε να θεωρήση τους εξοπλίσαντας τα πλοιά των Έλληνας ή ως πειρατάς ή ως εμπολέμους· και επειδή ολόκληρον έθνος, εξανιστάμενον κατά της Αρχής του, δεν ημπορεί να θεωρηθή ως πειρατικόν, ανάγκη πάσα να θεωρηθή ως εμπόλεμον εφ' όσον φυλάττει τους κανόνας, και ενεργεί εντός των εν τοιαύτη περιστάσει παραδεδεγμένων όρων».

Πολιτευόμενος δε τοιουτοτρόπως ο Κάνιγγ προς την Ελλάδα ηγωνίζετο ταυτοχρόνως την μεν εις τον πόλεμον ρέπουσαν Ρωσσίαν να καταπραΰνει, την δε ασύνετον Πύλην εις την οδόν της μετριότητος να επαναφέρη, αλλ' εν πνεύματι πάντοτε φιλειρηνικώ και άνευ ενόπλου παρεμβάσεως. Τρία δε ήσαν κατ' αυτόν αναγκαία εις δικαιολογίαν ενόπλου παρεμβάσεως· «να ήναι ο πόλεμος δίκαιος· να δύναται η Αγγλία ν' αναμιχθή εις τον δίκαιον τούτον πόλεμον δικαίως· να μη βλάπτη ο δίκαιος ούτος και δικαίως γινόμενος πόλεμος τα συμφέροντα της πατρίδος του»· ονειροπόλον δε απεκάλει τον πολιτικόν τον παραβλέποντα τον τελευταίον τούτον όρον. Ηρέσκετο δε ο Κάννιγγ εις την ευόδωσιν του αγώνος της Ελλάδος, αν ο αγών αυτής ευωδούτο διά των όπλων της, και πρόθυμος ήτο να προσενέγκη πάσαν ειρηνικήν συνδρομήν εις ευόδωσίν του· αλλά δεν ήθελεν ουδ' η πατρίς του ουδ' άλλη τις Δύναμις ν' αναμιχθή υπέρ αυτού ενόπλως επ' ουδενί λόγω. Τοιαύτη ήτον η πολιτική της Αγγλίας ως προς τον ελληνικόν αγώνα υπουργούντος του Κάννιγγος.

Η δε της Ρωσσίας ήτον τον αυτόν καιρόν οποία και πρότερον· ούτε τον παντελή θρίαμβον του ελληνικού αγώνος επεθύμει, ούτε την παντελή ανείχετο υποδούλωσιν των Ελλήνων. Την πολιτικήν δε ταύτην της Ρωσσίας παρεδέχοντο και η Γαλλία και η Πρωσσία· αλλ' όσον μετρία και αν ήτον η πολιτική αυτών, απραγματοποίητος εφαίνετο και αύτη ειρηνικώ τω τρόπω.

Η δε Αυστρία ήθελε την παντελή αναδούλωσιν της Ελλάδος· συντελεστικήν δε προς επίτευξιν του ποθουμένου εθεώρει την παράτασιν του ελληνοτουρκικού αγώνος· διότι και οι ολίγοι πόροι των Ελλήνων διά της παρατάσεως εξηντλούντο, και αι μικραί των δυνάμεις εν μέσω μεγάλων παθημάτων εμηδενίζοντο, και οι σκοποί της Τουρκίας επί τέλους επληρούντο. Αλλ', αναγκαζομένη να οικονομή την Ρωσσίαν, δεν εφαίνετο αποποιουμένη ό,τι επροτείνετο παρ' αυτής υπέρ της Ελλάδος, αν, δυνάμενον να φέρη αναβολήν, δεν εδύνατο να φέρη αποτέλεσμα. Τοιαύτα ήσαν τα της Ελλάδος εσωτερικώς και εξωτερικώς καθ' όν καιρόν συνήρχοντο οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων εις Άστρος κατά την επαναληφθείσαν πρόσκλησιν της κυβερνήσεως.

Φθάσαντες ήδη εις το τέλος της πρώτης κυβερνητικής περιόδου, ερχόμεθα να επιθεωρήσωμεν τροχάδην όσα διήλθομεν μέχρι τούδε εν εκτάσει.

Ούτε στρατεύματα, ούτε στόλους, ούτε πολεμικάς ή οικονομικάς προετοιμασίας είχεν η Ελλάς ότε ήρχισε τον αγώνα της· μία δε μεγάλη αυτοκρατορία, ως η οθωμανική, κατέχουσα όλα τα φρούρια της Ελλάδος εκίνησε κατ' αυτής αναλόγους του μεγαλείου της δυνάμεις και διά ξηράς και διά θαλάσσης· και ως αν δεν ήρκουν αι δυνάμεις αύται εις αφανισμόν των Ελλήνων, έσπευσαν οι σύμμαχοι να δώσωσιν ομοθυμαδόν τη αυτοκρατορία ταύτη πάσαν ηθικήν αντίληψιν καταρώμενοι και αναθεματίζοντες τον ελληνικόν αγώνα· τινές δε αυτών δεν εδίστασαν να τη δώσωσι και πραγματικάς βοηθείας· και όμως ο αδύνατος, ο εγκαταλελειμμένος, ο μικρός ούτος λαός, διελθών διά πυρός και αίματος, ενίοτε δε και διά παντελούς καταστροφής καθ' όλην την παρελθούσαν διετίαν, και στόλους χιλιαρμένους παρά πάσαν προσδοκίαν κατήσχυνε, και στρατεύματα πολυάριθμα κατέστρεψε, και φρούρια απόρθητα εκυρίευσε, και άτρωτος υπό των κατατοξευθέντων ιοβόλων βελών της ιεράς συμμαχίας διέμεινε, και τας βουλάς αυτής διεσκέδασε· και ταύτα πάντα εν μέσω παντελούς απορίας, αμηχανίας, αταξίας, διαιρέσεως και αναρχίας.

1823

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'

&Συγκρότησις της δευτέρας των Ελλήνων εθνικής συνελεύσεως. — Μετάβασις του νέου βουλευτικού εις Τριπολιτσάν. — Νέαι διαιρέσεις. — Έκπλους του Οθωμανικού στόλου. — Κατορθώματα των Ψαριανών κατά την μικράν Ασίαν. — Εισβολή εις την Ανατολικήν Ελλάδα υπό τον Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην. — Καταστροφή του κατά την Εύβοιαν και καθ' όλην την Θετταλομαγνησίαν ελληνικού αγώνος.

ΚΑΤΑ τα εν Επιδαύρω νομοθετηθέντα και την πολλάκις επαναληφθείσαν της κυβερνήσεως κλήσιν, επρόκειτο να συνέλθωσιν οι βουλευταί των επαρχιών εις έναρξιν της β' κυβερνητικής περιόδου· απεφασίσθη δε κοινή γνώμη να συγκροτηθή προ της ενάρξεως της β' περιόδου δευτέρα εθνική συνέλευσις προς επιθεώρησιν του συντάγματος και των εν ενεργεία νόμων.