Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 29

Chapter 2921 wordsPublic domain

Πλήρης χαράς ο Ιβραήμης διά την αποτυχίαν του αντιζήλου του, ανέλαβεν αυτός τον αγώνα, διέταξε και επέβησαν αμέσως εις πλοιάρια τρισχίλιοι Άραβες, και καλέσας τον αλωτήν του Βασιλαδίου Χουσεήμπεην, «ιδού», τω είπεν, «η ώρα να δείξωμεν πόσον ημείς υπερέχομεν των άλλων», και ταύτα ειπών, τον ενηγκαλίσθη και τον επροβόδησεν. Ο Χουσεήμπεης εκύκλωσε μετά των υπ' αυτόν όλον το νησίδιον, οι δε υπερασπισταί αυτού ηναγκάσθησαν ν' αφήσωσι πάλιν το πρόχωμα και συνασπισθώσιν όλοι εντός της εκκλησίας και επί της οροφής της. Εκινδύνευαν δε να γένωσιν όλοι ανάρπαστοι διά την ολιγότητά των· αλλά εύστοχος τουφεκοβολή του Σωτηροπούλου τους έσωσεν. Ούτος παρατηρήσας ότι οι εχθροί υπήκουαν και εφοβούντο κατ' εξοχήν ένα των αξιωματικών, ετουφέκισεν αυτόν δις και τον εφόνευσεν· ο δε φονευθείς ήτον ο Χουσεήμπεης, και τούτου πεσόντος, οι εχθροί κατεταράχθησαν, και οι μεν κατέφευγαν εις τα πλοιάρια, οι δε τα ώθουν εις τα έξω και τα εξεκάθιζαν στρέφοντες τα νώτα προς την Κλείσοβαν· εξώρμησαν τότε οι εν τη εκκλησία και οι επί της οροφής, και προπορευομένου του Τσαβέλλα, ούτινος την σπάθην έκοψεν εις δύο μετ' ολίγον εχθρική βολή (γ), κατέλαβαν το κανονοστάσιον· και οι μεν κανονοβολούντες, οι δε τουφεκίζοντες εις τον σωρόν κατέστρεφαν τους εχθρούς. Χίλια περίπου πτώματα εφέροντο επί των κυμάτων.

Ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας· η δε πάσαρα του Τρικούπη, φέρουσα έν και μόνον κανόνι τριών λιτρών και πολεμούσα εν μέσω τόσων εχθρικών κανονοφόρων, εβυθίσθη κανονοβολουμένη, αλλ' οι εν αυτή πεσόντες εις την θάλασσαν υπό την χάλαζαν των εχθρικών βολίων, διεκολύμβησαν εις το νησίδιον. Διαρκούσης δε της δεινής ταύτης πάλης, πολλοί των εν Μεσολογγίω εφιλοτιμήθησαν να δράμωσιν εις αντίληψιν της ολίγης φρουράς της Κλείσοβας, αλλ' εξ αιτίας του κυκλούντος το νησίδιον εχθρικού στολίσκου, δύο μόνον μονόξυλα, το του Ράπεση και το του Πέτρου Γαλιώτου, φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, εδυνήθησαν να διαπλεύσωσι· και το μεν του Τάπεση κατευωδώθη, το δε του Γαλιώτου εδιχοκόπη πλησίον του νησιδίου υπό κανονοβολής, αλλ' οι εν αυτώ, εν οις και ο Κώστας Δροσίνης και ο Γεώργης Κωνσταντίου Βαλτινός, πεσόντες εις την θάλασσαν διεσώθησαν· μόνος ο Γαλιώτος εφονεύθη επί του διάπλου.

Και επί της περί ης ο λόγος μάχης και επί πολλών, ως είδαμεν, άλλων, ακαταδάμαστος εδείχθη η ανδρία και η καρτερία της φρουράς του Μεσολογγίου, αλλ' η πείνα, η δαμάζουσα την ανδρίαν και την καρτερίαν, ήρχισε να δεικνύη όλα τα φόβητρά της. Ενατενίζοντες οι έγκλειστοι εις την θάλασσαν, δι' ης ανέμεναν, ως και άλλοτε, την θεραπείαν του κακού, δεν έβλεπαν ειμή εχθρικάς σημαίας και διά μόνης της προσδοκίας της ταχείας ελεύσεως του ελληνικού στόλου εζωογονούντο· αλλά τα εις κίνησιν του στόλου και εις αγοράν και αποστολήν τροφών και πολεμεφοδίων χρήματα έλειπαν· διά την κατεπείγουσαν δε ταύτην ανάγκην και επί τη αιτήσει των παρά της φρουράς του Μεσολογγίου αποσταλέντων οπλαρχηγών εξεδόθη νόμος την 10 φεβρουαρίου εις εκποίησιν εθνικών κτημάτων, δηλαδή γης καλλιεργησίμου και μη, σταφιδώνων, αμπελώνων, ελαιώνων, κήπων και παντός είδους δένδρων, αξίας ισπανικών ταλλήρων 800,000· αλλ' εχρειάζετο καιρός εις πραγματοποίησιν του νόμου τούτου, εν ώ ο κίνδυνος επέκειτο· δεν ευρίσκοντο δε πρόθυμοι αγορασταί διά τον γενικόν κίνδυνον της πατρίδος και το μη νόμιμον της πωλήσεως· δι' όλα ταύτα ολίγοι οι εντεύθεν πόροι, και εις προαιρετικήν συνεισφοράν κυβερνώντες και κυβερνώμενοι εκλήθησαν· εισηκούσθη η φωνή του κινδύνου, έδωκε και το εθνικόν ταμείον όσα είχε, και ούτως εξέπλευσαν την 10 μαρτίου υδραϊκά τινα πλοία υπό τον Μιαούλην και κατόπιν αυτών καί τινα σπετσιωτικά και ψαριανά. Η μοίρα αύτη εκ 30 πλοίων έφερε και τους απεσταλμένους της φρουράς, προς ους εδόθησαν διά τας ανάγκας αυτής γρόσια 230,000. Αλλ' ουδέποτε ελληνική μοίρα εξέπλευσε τόσον απαρασκεύαστος· πολλά πλοία δεν είχαν πλειοτέρους των 20 ναυτών. Εν τούτοις, ο εχθρικός στόλος, ειδοποιηθείς παρά των κατά την Ζάκυνθον προφυλακίδων του, ότι η ελληνική μοίρα εφάνη την 31 μαρτίου προς εκείνα τα μέρη, εξέπλευσε του κόλπου· και έπλεε μεταξύ των Εχινάδων και του Πάπα· η δε ελληνική έπλευσε την εφεξής ημέραν προς τον Πεταλάν.

Αν και οι εχθροί κατείχαν όλους τους γνωστούς διάπλους της λίμνης επαγρυπνούντες ημέραν και νύκτα, υπήρχε καί τις αφύλακτος, στενός και αφανής, δι' ου εισέπλεαν ενίοτε εκ του Πεταλά μικρά πλοιάρια· Απρίλιος δι' αυτού διεβιβάσθη την 1 απριλίου εκ της πόλεως εις την ναυαρχίδα ο πρώην φρούραρχος του Βασιλαδίου Παπαλουκάς, έφερε προς τον Μιαούλην γράμματα, δι' ων εξιστόρει η διοικητική επιτροπή την δεινήν θέσιν των πολιορκουμένων διά την έλλειψιν των τροφών, και τω επρόβαλε να στείλη όσας έφερε διά του διάπλου τούτου υπό την οδηγίαν του Παπαλουκά. Εφορτώθησαν ευθύς αι τροφαί, και αι τροχοφόροι λέμβοι εκίνησαν την εξής νύκτα· εκίνησαν και τα εν Πεταλά πλοία, τα μεν προς τον Πάπαν τα δε προς το Μεσολόγγι· αλλά, κακή τύχη, αι λέμβοι σενήντησαν επί του διάπλου απροσδοκήτως εχθρικήν φυλακήν, επολέμησαν, απέτυχαν, και επανήλθαν εις τα πλοία των επαναφέρουσαι τας τροφάς. Την δε 3, 20 των ελληνικών πλοίων υπό τον Μιαούλην, και 65 εχθρικά, εξ ών 15 φρεγάται και κορβέτται, εναυμάχησαν· εφονεύθησαν και επληγώθησαν 30 Έλληνες, και εκάη και έν πυρπολικόν· αλλά και η ναυμαχία και οι φονευθέντες Έλληνες και το πυρπολικόν εις μάτην. Ο Μιαούλης, έχων προ οφθαλμών την κρίσιμον περίστασιν της φρουράς, ούτ' εδειλίασε διά την ολιγότητα, την αδυναμίαν και την αποτυχίαν του στολίσκου του, ούτ' εμακρύνθη από του πεδίου της μάχης· αλλ' αι προσπάθειαί του δεν ετελεσφόρησαν· αν δε ήνοιγε και τον λιμένα, χρείαν είχε πολλών πλοιαρίων κανονοφόρων προς διασκορπισμόν των εν τη λίμνη περιφερομένων και παραφυλαττόντων 70 εχθρικών, εν ώ δεν είχεν ειμή τας λέμβους του στολίσκου του· ώστε στενά πανταχόθεν. Αλλά πώς να μη ελεεινολογήση ο ιστορικός την αξιοκατάκριτον απρονοησίαν των κυβερνώντων την Ελλάδα τον καιρόν εκείνον; δεν ήτον έλλειψις πόρων, ήτις έφερε την φρουράν του Μεσολογγίου εις την εσχάτην ταύτην απελπισίαν, αλλ' έλλειψις κυβερνητικής προνοίας. Διαρκούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου, τρεις θαλάσσιοι εκστρατείαι εγένοντο εις βοήθειαν αυτού, εν ώ μία ήρκει, και αύτη μόνον προς εισκομιδήν των αναγκαίων. Είδαμεν, ότι και ηνοίχθη και ανοικτός διέμεινε μέχρι πολλού ο λιμήν του Μεσολογγίου, ώστε όσα επί ματαίω εξωδεύθησαν επί της δευτέρας και της τρίτης ναυτικής εκστρατείας θα εξήρκουν ταύτα μόνα εις πολυχρόνιον προμήθειαν των αναγκαίων, αν εστέλλοντο επί της πρώτης, και όλη η κατά της Ελλάδος δύναμις θα εσυντρίβετο προ των πυλών της πόλεως, διότι η φρουρά της, χάρις εις την ακαταμάχητον καρτερίαν της, μόνην την πείναν εφοβείτο, και θα εγίνετο επί μόνου του αγώνος της πόλεως εκείνης η κρίσις όλου του εθνικού αγώνος, και θα κατεστρέφετο και αυτός ο καταστρέψας την Πελοπόννησον Ιβραήμης. Ηξεύρομεν ότι ο μεγαλότολμος ούτος σατράπης είπεν επί της μετά την πτώσιν του Μοσολογγίου επανόδου του εις Νεόκαστρον τω Δεριγνή ελθόντι εις επίσκεψιν του και ερωτήσαντι αυτόν περί της εκστρατείας του· «βλέπεις πώς λύεται η χιών εκείνη;» δακτυλοδεικτών χιονοσκεπή τινά ακρώρειαν, «κατά τον αυτόν τρόπον θα ελυόμεθα και ημείς όλοι, αν είχεν η φρουρά του Μεσολογγίου τροφάς τρεις έτι εβδομάδας». Τόσον κακόν έπαθαν οι εχθροί εν τη μάχη της Κλείσοβας, και τόσον απηλπίσθησαν του να κυριεύσωσιν άλλως ειμή διά της πείνας την πόλιν.

Ας ίδωμεν τώρα και την τελευταίαν σκηνήν του μεγάλου τούτου δράματος.

Η συνήθης τροφή προ ημερών έξέλειψε, και ευτυχείς ελογίζοντο όσοι των εν τη πόλει εύρισκαν κρέατα ακαθάρτων ζώων. Οι καρκίνοι και αι φυόμεναι εν τη λίμνη αλμύραι ηγοράζοντο πολλάκις δι' αίματος εξ αιτίας των περιφερομένων παρά την πόλιν εχθρικών πλοιαρίων. Οι πολιορκούμενοι, ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί και υπό της πείνας και κακουχίας κατεσκελετευμένοι, ήσαν δυσδιάγνωστοι και πολλοί φασματώδεις· συχνάκις διά την ακαθαρσίαν της τροφής ή την παντελή στέρησιν αυτής έπιπτάν τινες λειποθυμούντες κατά γης· ασθενείς και τραυματίαι εστερούντο πάσης θεραπείας· πτώματα έκειντο εν ταις οδοίς, και οι ζώντες ανέπνεαν την αποφοράν των. Αλλά και τοιαύτα πάσχοντες ανεκαρτέρουν, ελπίζοντες εις την αντίληψιν του ελληνικού στόλου ανοίξαντος και άλλοτε τον και ήδη κεκλεισμένον της πόλεως λιμένα. Αλλ', αφ' ού εβεβαιώθησαν, ότι όλοι οι αγώνες του εματαιώθησαν, και ότι και ο αφανής διάπλους της λίμνης, καταληφθείς και αυτός παρά των εχθρών, δεν ηνοίχθη, απηλπίσθησαν, και αποφασίσαντες να διεξέλθωσι ξιφήρεις έστειλαν δύο στρατιώτας αλβανοφορούντας και αλβανολαλούντας διά νυκτός προς τους έξω οπλαρχηγούς, τους διατρίβοντας τότε εν Πλατάνω των Κραββάρων, ειδοποιούντες αυτούς, ότι εμελέτων να διεξέλθωσι την νύκτα της 10, και τους εκάλουν εις αντίληψιν επί της διεξόδου. Πρόθυμοι οι εν Πλατάνω οπλαρχηγοί εις την αίτησιν των συναδέλφων των απεκρίθησαν, ότι εις ευόδωσιν του σκοπού αυτών πεντακόσιοι ήσαν έτοιμοι να πέσωσι την ορισθείσαν νύκτα εις το στρατόπεδον του Κιουταχή το προς τους Μύλους, πεντακόσιοι εις το του Ιβραήμη το προς τα Τριλάγκαδα, και πεντακόσιοι να ευρεθώσι κατά τα Χίλια σπήτια φέροντες πολλά ζώα εις χρήσιν των ασθενών, των τραυματιών, και των αδυνάτων· παρήγγειλαν δε να μη εξέλθη η φρουρά ειμή αφ' ού προσβάλωσιν εκείνοι πρώτοι τα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Λαβούσα η φρουρά την απάντησιν ταύτην προητοιμάζετο εις την διέξοδον, και κατασκευάσασα τρεις ξυλίνους και πλατείας γεφύρας ετρύπησε το τείχος και τας έθεσεν επί της τάφρου έμπροσθεν του καρκινοειδούς προφράγματος και των προτειχισμάτων του Μπότσαρη και του Μακρή· δεν τας έβλεπε δε ο εχθρός, διότι τας εκάλυπτεν η πρόταφρος. Υπερεννεακισχίλιαι ψυχαί ήσαν ταις ημέραις εκείναις εν τη πόλει, διότι μετά την απομάκρυνσιν του Κιουταχή εθεωρήθη η πολιορκία ως λελυμένη, και πολλαί καταφυγούσαι, αρξαμένης της πολιορκίας, εις Κάλαμον οικογένειαι επανήλθαν εις την πόλιν, και εκ της αιτίας ταύτης εφθάρησαν ταχύτερον αι εν αυτή τροφαί. Εξ όσων δε ευρίσκοντο εν τη πόλει, δισχίλιοι πεντακόσιοι ήσαν οι οπλοφόροι, εν οις και πολλοί πάσχοντες· οι δε λοιποί εργάται, γυναίκες, παιδία, γέροντες και ασθενείς· όλοι δε, οπλοφόροι και μη, έχοντες προ οφθαλμών τον θάνατον εξεπλήρωσαν όσα η θρησκεία προ της τελευτής κελεύει, και έκαυσαν και πολλά πράγματα εξ όσων δεν εδύναντο να μεταφέρωσιν.

Εν τούτοις ήλθεν η δεκάτη απριλίου· πάμπολλοι ήσαν οι κατάκοιτοι· εξ αυτών, οι μεν μη δυνάμενοι να κινηθώσιν ηναγκάζοντο να περιμείνωσι τον διά σφαγής θάνατον επί κλίνης, οι δε οπωσούν ευρωστότεροι μετετέθησαν εντός τινων των δυνατοτέρων οικιών, όπου ήσαν πολεμεφόδια, επί σκοπώ να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας πνοής και έπειτα να καώσιν· έμειναν δε παρ' αυτοίς και πολλοί στενοί συγγενείς των μη υποφέροντες ν' αποχωρισθώσι και προτιμήσαντες να συναποθάνωσι πολεμούντες· ήσαν δε καί τινες των εναπομεινάντων οίτινες, θαρρυνόμενοι υπό των επί της πολιορκίας συνήθων νικών, ήλπιζαν, ότι εξορμώσα όλη διά μιας η ατρόμητος εκείνη φρουρά θα διεσκόρπιζε τους πολιορκούντας και θ' απήλλαττε την πόλιν των επικειμένων δεινών.

Δύοντος του ηλίου, ηκούσθη τουφεκισμός προς την κορυφήν του Ζυγού κατά το μέρος του αγίου Συμεώνος. Ο τουφεκισμός ούτος, όστις εσήμαινεν ότι ήλθεν εκεί η έξωθεν βοήθεια, έβαλε μεν εις κίνησιν την φρουράν ως προς την έξοδον, αλλ' έβαλεν εν ταυτώ εις υποψίαν και τον εχθρόν μαθόντα συγχρόνως διά τινος λειποτάκτου αλλοδαπού όσα εμελετώντο. Περί δε την β' ώραν της νυκτός συνήχθησαν η φρουρά και το πλήθος, όσον ήτο δυνατόν αταράχως, δοθέντος του σημείου, όπου ετέθησαν αι γέφυραι προ ολίγου· αι πλείσται των γυναικών ενεδύθησαν και ωπλίσθησαν ως άνδρες· ωπλίσθησαν και όσα παιδία εδύναντο να οπλοφορώσι· λαμπρώς δ' εφώτιζε την νύκτα εκείνην η σελήνη τον ορίζοντα. Οι δε συναχθέντες διηρέθησαν εις τρία σώματα υπό την οδηγίαν το μεν του Νότη Μπότσαρη, το δε του Κίτσου Τσαβέλλα, το δε του Μακρή· εν τοσούτω εγίνετο και η υπηρεσία του φρουρίου ως σύνηθες προς απάτην του εχθρού. Και εν πρώτοις εξήλθαν χίλιοι της φρουράς και εκάθησαν σιωπηλοί υπό την πρόταφρον· εξήλθαν κατόπιν και τα αδύνατα μέλη, αλλά τόσον ατάκτως ωθούντα και ωθούμενα επί των γεφυρών, ώστε πολλά έπεσαν εντός της τάφρου· εξήλθαν επί τέλους και οι λοιποί οπλοφόροι· αλλά πολλοί των Μεσολογγιτών εξ αιτίας των διά τας βαρείας ασθενείας εναπομεινάντων συγγενών των εβράδυναν να εξέλθωσιν, αποχαιρετούντες οι πολυπαθείς του θανάτου τον αποχαιρετισμόν και αποχαιρετούμενοι· τινές δε αυτών ουδ' επρόφθασαν να εξέλθωσιν· ησύχαζαν δε οι εκτός του τείχους συνενωθέντες, και ανέμεναν την έναρξιν της έξωθεν προσβολής, ως προεσχεδιάσθη. Μετά τον επί της δύσεως του ηλίου τουφεκισμόν ουδεμία άλλη τουφεκία έπεσεν έξωθεν, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες, ότι οι Έλληνες εξήλθαν ήδη και ησύχαζαν όπισθεν της προτάφρου, ήρχισαν να κανονοβολώσι και τουφεκίζωσι. Πρηνείς έκειντο οι πυροβολούμενοι εις αποφυγήν του επιρριπτομένου πυρός· αλλ' αφ' ού, αναμείναντες ικανήν ώραν, είδαν ότι δεν επραγματοποίουντο όσα επροσδόκουν έξωθεν, και ότι επυροβολούντο θανατηφόρως, ανεγερθέντες όλοι, ε μ π ρ ό ς, ανέκραξαν, ε μ π ρ ό ς, και αλαλάζοντες, και θαρρύνοντες αλλήλους επροχώρουν· και το μεν υπό τον Μπότσαρην σώμα κατέλαβε την οδόν του Μποχωρίου, το δε υπό τον Μακρήν την του Ανατολικού, το δε υπό τον Τσαβέλλαν την μέσην· σκοπόν δε είχαν να ενωθώσι τα τρία ταύτα σώματα προς τους πρόποδας του Ζυγού κατά την άμπελον του Ραζοκότσικα την επί της οδού της επί του όρους μονής του αγίου Συμεώνος δύο ώρας μακράν του Μεσολογγίου. Αλλά μόλις επροχώρησαν, και αίφνης ηκούσθη φωνή λέγουσα «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και επί τη φωνή ταύτη οι όπισθεν ερχόμενοι Μεσολογγίται, άνδρες, γυναίκες, παιδία καί τινες μη εντόπιοι, εν οις και ο Γεώργος Τσαβέλλας, ανεστράφησαν· αλλ' οι λοιποί επροχώρουν ως και προτέρον, και ούτε τα διπλά και τριπλά χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών, ούτε το ακοίμητον κατ' αυτών πυρ ίσχυσαν ν' αναστείλωσι την ορμήν των. Ηναγκάζοντο δε οι Τούρκοι να υποχωρώσιν επί τη ορμή και ωρυγή των. Ημιώριον δε απομακρυνθέντες του φρουρίου, έπεσαν εν μέσω του ιππικού του εχθρού, οι μεν υπό τον Μακρήν και τον Τσαβέλλαν του υπό τον Κιουταχήν όπισθεν ισταμένου του στρατοπέδου αυτού, οι δε υπό τον Μπότσαρην του υπό τον Ιβραήμην ελθόντος επίτηδες από του Μποχωρίου· και οι μεν υπό τον Μπότσαρην και Τσαβέλλαν ολίγην βλάβην έπαθαν, οι δε υπό τον Μακρήν μεγίστην. Αφ' ού δε διεπορεύθησαν, έφθασαν, οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις τους πρόποδας του Ζυγού, ό εστιν εις ην εθεώρουν ως το τέρμα των κινδύνων των θέσιν και υπό το πυρ των έξωθεν εις αντίληψιν αναμενομένων Ελλήνων· αλλ' αντί φίλων ηύραν πολυαρίθμους Αλβανούς υπό τον Μουστάμπεην και έπαθαν τα πάνδεινα καταδιωχθέντες και επ' αυτού του όρους. Πεντακόσιοι απωλέσθησαν εκ της φρουράς επί της διεξόδου· όλαι δε αι συνακολουθούσαι γυναίκες, εκτός επτά, και όλοι οι παίδες, εκτός τριών ή τεσσάρων, εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν, τινές μεν επί της διά των εχθρικών χαρακωμάτων και της ανάμεσον του ιππικού πορείας των, οι δε πλειότεροι εν ταις υπωρείαις· διαρκούντος δε του κινδύνου ουδεμίαν ηύραν έξωθεν βοήθειαν· 50 μόνον στρατιώται υπό τον Δράκον και τον Πανομάραν τοις έφεραν το μεσονύκτιον ολίγην τροφήν. Νυκτοπορούντες οι περί τον Μπότσαρην, τον Τσαβέλλαν και τον Μακρήν εξημερώθησαν επί της κορυφής του όρους κακήν κακώς εξ αιτίας της ταλαιπωρίας, της πείνας και του κόπου. Την δε επαύριον έφθασαν οι πλείστοι εις Δερβέκισταν, χωρίον του Αποκούρου, όπου ουδένα ηύραν των κατοίκων, προς μικράν περίθαλψιν, αλλά μόνον ολιγάριθμά τινα σώματα του Κώστα Μπότσαρη και άλλων οπλαρχηγών δικαιολογουμένων, ότι διά την ολιγότητα των περί αυτούς και την μη εμφάνισιν των πολλών δεν εδυνήθησαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των. Έμειναν δε οι διασωθέντες εν τω χωρίω όλην την ημέραν· την δε επαύριον μετέβησαν εις Πλάτανον των Κραββάρων, όπου διέμειναν 8 ημέρας αναμένοντες τους τήδε κακείσε διασπαρέντας· εκείθεν υπήγαν εις Σάλωνα. Κακώς έχοντες προ της εξόδου τόσον εταλαιπωρήθησαν μετά την έξοδον, και τόσοι απέθαναν καθ' οδόν πεινώντες και κακουχούμενοι, ώστε απαριθμηθέντες, αφ' ού έφθασαν ει τα Σάλωνα, ευρέθησαν όλοι οι διασωθέντες 1300, εν ώ οι της φρουράς μόνοι ήσαν επί της εξόδου των 2500.

Δεινότερα δε και ολεθριώτερα ήσαν τα παθήματα των εν τη πόλει απομεινάντων και των επανελθόντων. Εν ώ η φρουρά και οι παρακολουθούντες εξήρχοντο της πόλεως, οι εχθροί εισήρχοντο· εισερχόμενοι δε απήντησαν τους συγχρόνως επανερχομένους επί τη ακουσθείση φωνή «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω» και τους μεν άνδρας εθανάτωσαν, τας δε γυναίκας και τα παιδία ηχμαλώτισαν· μόνοι οι υπό τον Γεώργον Τσαβέλλαν επρόλαβαν και εξήλθαν εκ δευτέρου διά της παραλίας οδού, και πεσόντες εν μέσω του εχθρικού ιππικού επιστρέφοντος εις Μποχώρι, οι μεν απωλέσθησαν, οι δε διεσώθησαν. Αλλ' η θανατηφόρος εκείνη προς τους στραφέντας εις τα οπίσω φωνή δεν ήτο φωνή επιβούλων χειλέων. Τινές των προπορευομένων επί της διεξόδου εθεώρησαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια της προόδου τα ελικοειδή χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών και ως τόσους τάφους ανεωγμένους· διά τούτο προτιμώντες τον επί των πυροβολοστασίων του τείχους θάνατον ως ενδοξότερον, έκραξαν «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και εστράφησαν και αυτοί οπίσω.