Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 28
Τρία μόνον εξ αυτών απαντήσαντα τα υπό τον Μιαούλην επέστρεψαν προθύμως. Ιανουάριος Μεγάλη τρικυμία επήλθε την νύκτα της 5 Ιανουαρίου, πλέοντος του ελληνικού στόλου έξωθεν της Ζακύνθου, και εβυθίσθη το πυρπολικόν του Πιπίνου, αλλ' όλοι οι εν αυτώ διεσώθησαν. Εχάρη χαράν μεγάλην η φρουρά του Μεσολογγίου λαβούσα γράμμα του Μιαούλη λέγον, ότι ο ελληνικός στόλος έφθασεν εις Σκρόφας, και ότι έφερε τροφάς και πολεμεφόδια προς χρήσιν αυτής. Έπασχαν δε οι της φρουράς κατ' εκείνας τας ημέρας τόσην έλλειψιν τροφών, ώστε, αφ' ού έφαγαν όλα τα εντός της πόλεως ζώα, εμοίραζαν το καθημερινόν ψωμίον προς 50· και μετά ταύτα προς 30 δράμια τον άνθρωπον. Την 9 ηγκυροβόλησεν ο ελληνικός στόλος εν τω λιμένι του Μεσολογγίου· αλλ', εν ώ κατεγίνετο εις αποβίβασιν των τροφών και των πολεμεφοδίων, και τα πλοία εσάλευαν επί δύο αγκυρών εξ αιτίας της διαρκούσης δεινής τρικυμίας, εφάνησαν εξερχόμεναι του κόλπου και ιστιοδρομούσαι επί τα εν τω λιμένι του Μεσολογγίου πλοία υπό ούριον άνεμον 14 φρεγάται και κορβέτται και 2 βρίκια. Ο Μιαούλης, συλλογισθείς ότι ο εχθρός επροσπάθει ν' απομακρύνη τα ελληνικά πλοία και εμποδίση την εισαγωγήν των τροφών, απεφάσισε να ναυμαχήση επ' αγκύρας. Δύο εχθρικαί φρεγάται επλησίασαν περί την μεσημβρίαν της 10 την μικράν ελληνικήν ναυαρχίδα μέχρι βολής πιστόλας, επέρριψαν τους κεραυνούς των, και οι ναύται της φοβηθέντες έκοψαν εν αγνοία του ναυάρχου τας δύο αγκύρας· κατά το παράδειγμα τούτο έκοψαν και των άλλων πλοίων τας αγκύρας οι ναύται αυτών, και ούτως ο ελληνικός στόλος ανήχθη όλος, διέρρηξε την εχθρικήν γραμμήν υπό τον σφοδρόν αυτής κανονοβολισμόν και έπλευσε προς τας Σκρόφας φεύγων· διάφορα ελληνικά πλοία εβλάφθησαν, ενός δε έσπασε και το κατάρτιον. Αφ' ού δε απεμακρύνθησαν, έμαθεν ο Μιαούλης ότι εκάθησεν εις τα ρηχά του Προκοπανίστου μία βυζαντινή κορβέττα 26 κανονίων, έπλευσε προς εκείνα τα νερά, και την νύκτα της 15 ο πυρπολητής Πολίτης την έκαυσεν, οι δε εν αυτή 300 Τούρκοι, και 30 ναυτολογηθέντες κατά το σύνηθες διά της βίας Χριστιανοί, οι μεν εκάησαν οι δε επνίγησαν, τινές δε εμβάντες εις τας λέμβους των διεπέρασαν ως απηλπισμένοι ανάμεσον του ελληνικού στόλου, και εξ αυτών ολίγοι διεσώθησαν. Η θέα εν τοσούτω της πυρκαϊάς και η βροντή της εκραγής τόσον εφόβησαν τον εχθρόν, ώστε 20 πλοία, υπό το ακρωτήριον του Πάπα πλέοντα, αντί να δράμωσι κατά των Ελλήνων, ετράπησαν εις αισχράν φυγήν εντός του κόλπου. Την δε 16 το πρωί 60 εχθρικά πλοία απέπλευσαν εκ νέου εκ Πατρών και Κρυονερίου. Ο ελληνικός στόλος, πλέων έξωθεν του Μεσολογγίου επ' ελπίδι να εύρη ευκαιρίαν εις εισαγωγήν των τροφών, έδραμεν εις συνάντησίν των, και μεσουρανούντος του ηλίου ήρχισεν ο κανονοβολισμός· δυο εχθρικά πυρπολικά επλησίασαν τον ελληνικόν στόλον· απέδραμαν οι Έλληνες εμβάντες εις τας λέμβους· έντρομοι οι ναύται του ενός το παρήτησαν εις χείρας των Ελλήνων σώον και έφυγαν, το δε άλλο ελυτρώθη φεύγον. Το δειλινόν διεχωρίσθησαν οι στόλοι, και ο μεν τουρκικός επανέπλευσεν εις τον λιμένα των Πατρών, ο δε ελληνικός εις τον του Μεσολογγίου, ανείλκυσε τας αγκύρας του και έστειλεν εις την πόλιν όσα έφερεν εις χρήσιν της φρουράς τρόφιμα και πολεμεφόδια και επτακισχίλια κοιλά αραβοσίτου, άτινα παρέλαβεν εν τω νησιδίω του Πεταλά. Τοιουτοτρόπως προμηθεύθη η φρουρά μόλις διμήνου τροφής. Καθ' ήν δε ημέραν έτοιμος ήτον ο ελληνικός στόλος να επαναπλεύση, εις τα ίδια ως αποπερατώσας ευτυχώς το έργον της αποστολής του, ό εστι την 23, εξέπλευσεν ο εχθρικός. Ανήχθη και ο ελληνικός και αντιπαρετάχθη. Ολίγον διήρκεσεν η ναυμαχία, οι στόλοι διεχωρίσθησαν, και ο ελληνικός επανέπλευσεν εις Ύδραν, ως εσκόπευε, φέρων τους οπλαρχηγούς Ίσκον, Βέικον, Ζέρβαν, Μήλιον και Κουσουρήν, αποστελλομένους προς την κυβέρνησιν παρά της φρουράς του Μεσολογγίου διά τας χρείας αυτής και του τόπου. Πέντε Έλληνες εφονεύθησαν και δεκατέσσαρες επληγώθησαν εν ταις επί της ναυτικής ταύτης εκστρατείας μάχαις. Οι τέσσαρες δε εκ των φονευθέντων και οι εννέα εκ των πληγωθέντων ήσαν εκ του πληρώματος της κορβέττας Θεμιστοκλέους παθόντες εκ της εκ δευτέρου εκραγής ενός των κανονίων της, διαρκούσης της μάχης. Την δε 30 ανεχώρησαν εκ Πατρών 45 εχθρικά πλοία εις Μοθώνην και απεβίβασαν ασθενείς και πληγωμένους.
Ο δε Ιβραήμης ησχολείτο εις ανέγερσιν πυροβολοστασίων εις επισκευήν και κατασκευήν πλοιαρίων και εις μετακόμισιν πολεμεφοδίων· εν ελλείψει δε αμαξών και αμαξιτών οδών, οι Άραβες μετεκόμιζαν εκ Κρυονερίου επί των χειρών τας σφαίρας· και επειδή διεπέρων τον Φίδαρην και ώδευαν οδόν αλλού μεν πετρώδη άλλου δε βαλτώδη, ήτο δε και ο καιρός βροχερός και η απόστασις 12 μιλίων, οι δυστυχείς μετακομισταί κοπιώντες και κακοπαθούντες ηρρώστουν καί τινες απέθνησκαν· εγίνοντο δε και αίτιοι ακουσίως συχνών πυρκαϊών εν τω στρατοπέδω ανάπτοντες εις θέρμανσιν πολλά και μεγάλα πυρά. Φεβρουάριος Εν τούτοις, εργαζόμενοι οι περί τον Ιβραήμην αδιακόπως ύψωσαν την 6 φεβρουαρίου εντός 400 βημάτων από του τείχους τρία κανονοστάσια αντικρύ το μεν της δεξιάς πλευράς, το δε της αριστεράς, το δε έμπροσθεν του μετώπου του τείχους. Επτά κανονοθυρίδας είχεν έκαστον κανονοστάσιον· μεταξύ δε αυτών ανηγέρθησαν προμαχώνες. Τούτων δε τελειωθέντων, κατεσκευάσθη κυκλοειδές οχύρωμα εκ χωμάτων όπισθεν του κανονοστασίου του επί του μετώπου 600 οργυιάς μακράν του προτειχίσματος του Μπότσαρη εις επίθεσιν βομβοβόλων· και επειδή διά των νέων τούτων πυροβολοστασίων και προμαχώνων οι εχθροί ήλθαν πολλά πλησίον του τείχους, συνέβαιναν συχνοί αλλά μικρού λόγου ακροβολισμοί. Οι εχθροί κατεσκεύασαν μετά ταύτα και άλλο κανονοστάσιον προς τα παράλια της Άσπρης Αλικής αντικρύ του νησιδίου της Σκύλας· κατεσκεύασαν δε τα κανονοστάσια ταύτα ογκώδη, ώστε να μη τα διαπερώσιν αι μικραί σφαίραι των Ελλήνων. Αφ' ού δε τα ώπλισαν, ήρχισεν, ανατείλαντος του ηλίου της 13, βαρύς πυροβολισμός κατά του τείχους και της πόλεως, και διήρκεσε μέχρι της 15 ακατάπαυστος και σφοδρότατος ημέραν και νύκτα. 40 κανόνια και βομβοβόλοι ήσαν εν χρήσει την 14 και 8000 σφαίραι, βόμβαι, και βομβίδες ερρίφθησαν· 60 λιτρών ήσαν αι σφαίραι και υπερμεγέθεις αι βόμβαι και αι βομβίδες· προσεβάλλετο δε συγχρόνως και το επί του νησιδίου της Μαρμαρούς κανονοστάσιον. Απτόητοι και καρτερικοί οι της φρουράς απέδειξαν, κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες αδιακόπως, ότι δεν εφοβούντο τους νέους πολιορκητάς, αν και οι κανονοβολισταί των ήσαν επιδεξιώτεροι των άλλων και επροξένουν μεγάλην φθοράν, όχι όμως και μεγάλην αιματοχυσίαν, διότι οι έγκλειστοι έμαθαν εξ ών έπαθαν πώς να προφυλάττωνται. Την δε 15 εμετρίασαν οι εχθροί τον πυροβολισμόν και ησχολήθησαν εις ανέγερσιν προμαχώνων πλησιέστερον του τείχους μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του μηνοειδούς προφράγματος. Τόσον δε επλησίασαν, ώστε πρός τινα μέρη έστησάν τινας 20 μόνον βήματα μακράν του τείχους· αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ητοιμάσθησαν, επεχείρησαν ην εμελέτων έφοδον.
Δευτέραν ώραν μετά το μεσονύκτιον της 16, διαρκούντος σφοδρού κανονοβολισμού και τουφεκισμού, και ασελήνου ούσης της νυκτός, οι πλησιέστεροι εχθροί ώρμησαν επί το προτείχισμα του Μπότσαρη, ρίπτοντες βομβίδας διά χειρός έσω του τείχους· κατέλαβαν και το ως προφυλακτήριον αυτού υψωθέν πρόχωμα, και ήρχισαν εκείθεν μανιωδώς να τουφεκίζωσιν· ήτο δε και το πυρ των πυροβολοστασίων ακοίμητον. Ήρχισε τότε έσωθεν επίσης σφοδρός κανονοβολισμός και τουφεκισμός, και υπό το σκότος της νυκτός και το μέγα και παχύ νέφος του καπνού της πυρίτιδος δεν διεκρίνετο ειμή λάμψις ασβέστου πυροβολής και εκρηγνυομένων βομβών και βομβίδων· συνεστώσης δε της μάχης, οκτώ λόχοι Αράβων ήλθαν εις βοήθειαν των επί του προχώματος μαχομένων, και ο πόλεμος διήρκεσεν όλην την νύκτα· ανατείλαντος δε του ηλίου, ήλλαξεν η θέσις των μαχομένων. Ενθουσιώσα η φρουρά εξήλθε του φρουρίου, έπεσε ξιφίρης επί τους εχθρικούς προμαχώνας και τους όπισθεν του προχώματος συσσωρευμένους εχθρούς, εσκέπασε το μέρος εκείνο εχθρικών πτωμάτων, εζώγρησέ τινας, επήρε σημαίας, άπειρα οχυρωτικά εργαλεία, πάμπολλα όπλα και άλλα είδη, απεμάκρυνεν όλους τους εχθρούς, εκυρίευσε το πρόχωμα και επέστρεψε τροπαιούχος και λαφυροφόρος. Ο δε Ιβραήμης, ιδών τα γινόμενα, άφησε την προς τας υπωρείας σκηνήν του και κατέβη εις το πεδίον της μάχης θαρρύνων τα δειλιάσαντα στρατεύματά του να εφορμήσωσι και εκ δευτέρου· εφώρμησαν και κατέλαβαν το πρόχωμα· αλλ' οι Έλληνες άναψαν μικράν υπόνομον προπαρασκευασμένην, και έφθειραν πολλούς, οι δε διασωθέντες επτοήθησαν και ετράπησαν. Αλλ' η φρουρά του σατράπου, όχι μόνον τους φεύγοντας ηνάγκασε διά της μάστιγος να επιστρέψωσιν αλλά και άλλους άλλοθεν εις το πεδίον της μάχης έφερε. Τοιουτοτρόπως επεσωρεύθησαν και εκ τρίτου οι εχθροί επί το πρόχωμα· αλλά, δύσαντος του ηλίου, εξώρμησαν πάλιν οι Έλληνες και έπεσαν εις τον σωρόν θύοντες, διασκορπίζοντες και καταδιώκοντες τους εχθρούς μέχρι των χαρακωμάτων αυτών· και άλλοι μεν υπό το σκότος της νυκτός συνήλθαν επί της δευτέρας παραλλήλου τουφεκίζοντες, άλλοι δε ανέτρεπαν τα πλησιέστερα του φρουρίου έργα των εχθρών συνάξαντες δε πάλιν πολλά λογχοφόρα όπλα και πολεμεφόδια και άλλα πολυειδή λάφυρα επανήλθαν εις την πόλιν. Έντρομος ο εχθρός δι' όσα έπαθεν, έπαυσε κανονοβολών, εν ώ απ' εναντίας τα ελληνικά πυροβολοστάσια εκανονοβόλουν παννύχια. Οι Άραβες, ως δούλοι και ως τακτικοί, έδειξαν άκραν υπακοήν εις τους αρχηγούς των, αλλά πολεμούντες εφάνησαν ανανδρότατοι· πολλάκις πτοούμενοι εκ μόνων των κραυγών των Ελλήνων επιπιπτόντων παρέδιδαν τα λογχοφόρα όπλα των φωνάζοντες Α μ ά ν - κ α π η τ ά ν. Άδηλος αλλά πολύς ο αριθμός των παθόντων εχθρών. Εκ δε των Ελλήνων 17 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν, εν οίς και ο οπλαρχηγός Σουλτάνης.
Τελειωθείσης δε της μάχης, ο Κιουταχής, όστις μακρόθεν ιστάμενος εθεώρει εν αγαλλιάσει τα γενόμενα, επεσκέφθη τον Ιβραήμην· «φρονείς», τω είπε, «και σήμερον ό,τι χθες εφρόνεις περί της φράκτης;» «Σήμερον έμαθα», απεκρίθη ο Ιβραήμης, «ότι όσα είπες ήσαν αληθή, και εύχομαι να δυνηθώμεν ηνωμένοι να κατορθώσωμεν ό,τι ούτε συ χωρίς εμού, ούτ' εγώ χωρίς σου δυνάμεθα». «Έτοιμος είμαι να συμπράξω», επανέλαβεν ο Κιουταχής, «αν γράψης εις Κωνσταντινούπολιν ότι ανάγκην έχεις της συμπράξεώς μου». Υπήκουσε προθύμως ο Ιβραήμης, και έκτοτε τα δύο στρατόπεδα συνέπραξαν εις άλωσιν της πόλεως. Συνέτρεξαν δε εις την συνδιαλλαγήν και δύο επίσημοι άνδρες, σταλέντες επί τούτω εκ Κωνσταντινουπόλεως, γνωσθείσης της διαφωνίας.
Εν τοσούτω, η αποτυχία των κατά ξηράν πολεμικών κινημάτων ηνάγκασε τον Ιβραήμην να στρέψη την προσοχήν του όλην εις την λίμνην, και επί τω σκοπώ τούτω ερρίφθησαν την 17 εν αύτη 32 πολύκωπα και ανίστια πλοιάρια ελαφράς όλα κατασκευής ένεκα των αβαθών νερών της λίμνης, και ο στολίσκος ούτος ωρμίσθη παρά το νησίδιον Σκύλαν προστατευόμενος υπό του επί της αντικρύ ξηράς κανονοστασίου. Την αυτήν δε ημέραν τα εις Μοθώνην αποπλεύσαντα προ ολίγων ημερών πλοία επανέπλευσαν εις Πάτρας φέροντα στρατεύματα και τροφάς. Την δε 19 έπλευσεν ο εν τη λίμνη στολίσκος κατά τον Προκοπάνιστον και επανήλθεν αυθημερόν εις Σκύλαν. Την δ' επαύριον τα μεν των πλοιαρίων εκανονοβόλησαν το Βασιλάδι, τα δε εβόλισαν τα νερά της Κλείσοβας. Την δε 22 εξέπλευσε του κόλπου των Πατρών το ατμόπλουν του εχθρού, σύρον σχεδίας και λανσόνια, και την εσπέραν της αυτής ημέρας εμβήκαν διά του Κ ό μ μ α τ ο ς του Προκοπκνίστου πέντε σχεδίαι και εννέα λανσόνια. Εισέπλευσαν την επιούσαν και άλλαι τρεις σχεδίαι και εννέα λανσόνια και δι' αυτών απεκλείσθησαν στενώς όλα τα περάματα της λίμνης, εν ή διέμενε και ο εχθρικός στολίσκος.
Αφ' ού δε ο Ιβραήμης διέθεσε τοιουτοτρόπως τα κατά θαλασσαν διέταξε τον προ ολίγου ελθόντα εις το εκτός του Μεσολογγίου εχθρικόν στρατόπεδον εκ της επαρχίας της Γαστούνης Χουσεήμπεην να κινηθή εις άλωσιν του Βασιλαδίου. Επ' αυτού έκειντο 14 κανόνια, εξ ών τα 2 των 18 λιτρών, τα δε λοιπά των 12· ήσαν δε οι υπερασπισταί του 80, οι μεν 60 τουφεκοφόροι υπό τον Σπύρον Πεταλούδην, οι δε 20 κανονοβολισταί υπό τον Αναστάσην Παπαλουκάν και τον Ιταλόν Γιακουμούτσην. 40 πλοιάρια παρέλαβαν διά νυκτός την 25 κατά την Άσπρην Αλικήν στρατεύματα και εξημερώθησαν έμπροσθεν του Βασιλαδίου συνοδευόμενα υπό δύο σχεδιών· και έκαστον μεν των πλοιαρίων έφερεν έν κανόνι ελαφρόν και 30 μαχητάς Άραβας, εκάστη δε των σχεδιών μίαν βομβοβόλον· συγχρόνως έπλευσαν προς το Βασιλάδι και έξωθεν της λίμνης 18 λέμβοι του στόλου καί τις σαλούπα φέρουσα μίαν βομβοβόλον. Ήρχισεν η μάχη και διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν πεσούσης μιας βόμβας επί του Βασιλαδίου, άναψεν ο σάκκος των κανονοφυσεκίων· κατεταράχθη η φρουρά, και οι Άραβες ευρόντες καιρόν, και ωθούμενοι υπό των αξιωματικών, επάτησαν σωρηδόν το νησίδιον, και οι φρουρούντες αυτό οι μεν εφονεύθησαν εν οίς και ο Πεταλούδης, ο Σπύρος Ραζής και ο Ασημάκης Ζορπάς, οι δε ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, τέσσαρες δε ηχμαλωτίσθησαν· εφονεύθησαν και πολλοί Τούρκοι.
Μετά την κυρίευσιν του Βασιλαδίου ο εχθρός έστρεψε την προσοχήν του εις το Ανατολικόν.
Η πόλις αύτη επολεμείτο συχνάκις, διαρκούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Αφ' ού δε απεφάσισεν ο εχθρός να κυριεύση την λίμνην, ο πόλεμος κατά του Ανατολικού εγένετο σφοδρότερος, και στρατεύματα εχθρικά κατέλαβαν διαφόρους θέσεις παρ' αυτό. Την δε 28 εκίνησεν ο εχθρός διά ξηράς και θαλάσσης εις κυρίευσιν του μίαν ώραν απέχοντος του Ανατολικού και ημιώριον της Φοινικιάς νησιδίου Ντολμά, περιφερείας ενός μιλίου. Αντικρύ αυτού κατ' ανατολάς προς την θέσιν της Φοινικιάς ύψωσαν οι εχθροί τρία κανονοστάσια και επέθεσαν 18 κανόνια και βομβοβόλους, δι' ων εκανονοβολείτο και εβομβοβολείτο ο Ντολμάς. Συνήλθαν επί της θέσεως εκείνης δισχίλιοι εις απόβασιν επί του νησιδίου, διότι και η απόστασις είναι μόλις είκοσι βημάτων, και τα νερά ρηχά. Επί δε του Ντολμά ήτο μόνον έν κανονοστάσιον και 200 μαχηταί υπό τον Λιακατάν, Εν ώ δ' επολεμείτο το νησίδιον υπό των εν Φοινικιά, εκανονοβολείτο και υπό των εχθρικών πλοιαρίων. Μεγάλην καρτερίαν και γενναιότητα έδειξαν οι υπερασπισταί πολεμούντες πανήμεροι, και αποκρούοντες τας κατά θάλασσαν και ξηράν προσβολάς των εχθρών· τριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες εχθροί· εφονεύθη και ο γνωστός Σέβρανης. Αλλ' οι Έλληνες όλοι σχεδόν εφονεύθησαν πολεμούντες, και οι εχθροί εκυρίευσαν το νησίδιον την νύκτα. Καθ' ήν δε ημέραν επολεμείτο ο Ντολμάς, εξώρμησαν εις αντιπερισπασμόν 500 της φρουράς του Μεσολογγίου, υπό τον Τσαβέλλαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την πόλιν φέροντες τας κεφαλάς ενός Ευρωπαίου αρχιπυροβολιστού και ενός χιλιάρχου Τούρκου.
Πεσόντος του Ντολμά, δεν απελείπετο ελπίς σωτηρίας του Ανατολικού. Καλή τύχη, οι εχθροί ενόμιζαν ότι η πόλις αύτη είχεν ως άλλοτε ικανήν φρουράν, εν ώ είχεν ολίγην. Εμβάντων δε των πλοιαρίων έσωθεν του Ντολμά, οι εχθροί εκινήθησαν την επαύριον προς το Ανατολικόν, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Εν ώ δε επλησίαζαν, είδαν πλέοντάς τινας εκ της πόλεως και φέροντας λευκήν σημαίαν· μαθόντες δε ότι ήρχοντο επί συμβιβασμώ τους ωδήγησαν εις τον Ιβραήμην και δεν επροχώρησαν. Ο Ιβραήμης κατ' αρχάς υπεσχέθη μόνον ασφάλειαν ζωής και τιμής εκάστου εκτός ενός, χωρίς να τον ονομάση, αλλ' επί τέλους συγκατετέθη να διατηρήση έκαστος εκ της περιουσίας του 100 γρόσια και την πολυτιμοτέραν ενδυμασίαν του. Επεκύρωσε και ο Κιουταχής τους όρους τούτους συναινέσας να μεταβώσιν οι εν τω Ανατολικώ εις Άρταν, και υποσχεθείς να τους θρέψη ένα μήνα. Υπό τους όρους τούτους τους και διατηρηθέντας, παρεδόθη το Ανατολικόν. Επί δε της εξόδου των υποσπόνδων, οι εχθροί, κατέχοντες την αποβάθραν, εψηλάφουν τους διαβιβαζομένους και τους αφήρουν ό,τι επέκεινα των συμφωνηθέντων έφεραν. Εν ώ δε εξήρχοντο άνδρες και γυναίκες ανεπηρέαστοι, όλοι τρισχίλιοι, περιεκαλύφθη αίφνης ωραία τις νεάνις, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να εξέλθη, και μετεκομίσθη εις την σκηνήν του Ιβραήμη. Η νεάνις αύτη ήτον ο εξαιρεθείς του συμβιβασμού άνθρωπος. Εκράτησε δε παρ' αυτώ και ο Κιουταχής τινας των προεστώτων των μερών εκείνων περιποιούμενος αυτούς.
Η πτώσις του Βασιλαδίου, του δι' όλης της επαναστάσεως ευτυχώς ανθέξαντος, προεμήνυε το θλιβερόν μέλλον του Μεσολογγίου. Ο καπητάμπασας εζήτησεν άλλοτε, ως είδαμεν, την μεσιτείαν πλοιάρχου Άγγλου προς την φρουράν του Μεσολογγίου επί συμβιβασμώ. Υποθέτων ο μέγας αρμοστής των Ιονίων νήσων Αδάμ, ότι ο καπητάμπασας είχε και τότε την αυτήν διάθεσιν, και βέβαιος ότι πάσα ελπίς ευτυχούς αντιφάσεως της φρουράς ήτον εις το εξής ματαία, και ότι έντιμός τις συμβιβασμός ήτον ο μόνος τρόπος της σωτηρίας της, κατέπλευσεν αυθόρμητος εις Κρυονέρι μετά την πτώσιν του Ανατολικού, αλλά δεν ηύρε τον καπητάμπασαν ως άλλοτε ευδιάθετον, βλέποντα ότι, διακοπείσης πάσης κοινωνίας της λίμνης και της θαλάσσης, η πτώσις της πόλεως ήτον εγγύς. Αναχωρήσαντος δε απράκτου του μεγάλου αρμοστού, ο Κιουταχής και ο Ιβραήμης, οι πάσαν συνέντευξιν μετ' αυτού αποφυγόντες, έστειλαν άνθρωπον προς τους πολιορκουμένους προτρέπονντες αυτούς διά λόγου να προσκυνήσωσιν. «Αποθνήσκομεν, αλλά δεν προσκυνούμεν», απήντησαν ούτοι. Μάρτιος Λαβόντες οι πασάδες προφορικήν την απάντησιν ταύτην, τοις επρότειναν εκ νέου εγγράφως την 21 μαρτίου να παραδώσωσι το φρούριον, και ή ν' αναχωρήσωσιν όλοι άοπλοι, ή να μείνωσιν οι εντόπιοι, αν ήθελαν, κατέχοντες και την περιουσίαν των. «Οκτακισχίλια αιματωμένα όπλα δεν παραδίδονται» απεκρίθησαν και τότε εγγράφως οι πολιορκούμενοι (β).
Πεσόντος του Ανατολικού, έστρεψαν οι εχθροί τας δυνάμεις των κατά της Κλείσοβας.
Το νησίδιον τούτο, 300 βημάτων περιφερείας, απέχει ημιώριον του Μεσολογγίου μεσημβρινώς· έχει εκκλησίαν επ' ονόματι της Αγίας Τριάδος, γύρωθεν δε της οροφής αυτής ανήγειραν οι Έλληνες προμαχώνας, ύψωσαν επί του νησιδίου πρόχωμα και επέθηκαν τέσσαρα κανόνια. Εκατόν τουφεκοβολισταί και είκοσι κανονοβολισταί ήσαν οι υπερασπισταί του και καθήκοντα φρουράρχου ετέλει ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος· υπεράσπιζε δε το νησίδιον καί τις πάσαρα υπό τον Κωνσταντίνον Τρικούπην. Αφ' ού δε συνωμίλησαν οι δύο πασάδες περί του μελετωμένου κινήματος κατά της Κλείσοβας, ανεδέχθη τον αγώνα ο Κιουταχής, και την 25 μαρτίου πρωί έφερεν αυτοπροσώπως επί λέμβων έμπροσθεν του νησιδίου δισχιλίους Οσμανλίδας και Αλβανούς. Πριν δε φθάσωσιν ούτοι επρόφθασεν ο Κίτσος Τσαβέλλας μετά 11 στρατιωτών· ώστε όλοι οι επί της ξηράς υπερασπισταί της Κλείσοβας ήσαν 131, οι δε διά θαλάσσης το πλήρωμα της πάσαρας του Τρικούπη. Μετά την άφιξιν του Τσαβέλλα εκόπη πάσα κοινωνία της πόλεως και του νησιδίου· αλλ' η τόλμη των ολίγων υπερασπιστών αυτού ανεπλήρονε την ολιγότητα του αριθμού. Οι εχθροί, αφ' ού επλησίασαν όπου τα ρηχά δεν ήσαν πλωτά, έπεσαν εις την θάλασσαν, και προφυλαττόμενοι όπισθεν των πλοιαρίων τα ώθουν εις τα έμπροσθεν κανονοβολούμενοι και τουφεκιζόμενοι. Τοιουτοτρόπως επάτησαν το νησίδιον και μαχόμενοι ηνάγκασαν τους επί του προχώματος να το εγκαταλείψωσι και συγκεντρωθώσι και ούτοι εντός και επί της οροφής της εκκλησίας· αλλ' ο τουφεκισμός εκείθεν κατά του εχθρού ήτο τόσον φθοροποιός, ώστε εβιάσθησαν οι αποβάντες και το υπό το πυρ της οροφής της εκκλησίας πρόχωμα να εγκαταλείψωσι, και εις την θάλασσαν να πέσωσιν. Εις μάτην επροσπάθουν οι αξιωματικοί να πειθαναγκάσωσι τους στρατιώτας εις εγκαρτέρησιν και επάνοδον επί του νησιδίου· ριψοκινδυνεύων και ο φιλότιμος Κιουταχής προς εμψύχωσιν αυτών επληγώθη εις τον πόδα· αλλ' οι στρατιώται του, κωφοί εις την φωνήν και τυφλοί εις το παράδειγμά του, εμβήκαν εις τα πλοιάριά των, απεμακρύνθησαν και επανήλθαν εις το στρατόπεδον.