Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 26
Ουδέν ήττον των Τούρκων ειργάζοντο και οι Έλληνες εις τελειοποίησιν των εσωτερικών χαρακωμάτων, και έστησαν κανονοστάσιον αφανές προς τα Κουτσονέικα, επιθέσαντες τρία κανόνια και μίαν βομβοβόλον· ειργάζοντο δε και οι έσωθεν και οι έξωθεν υπό αδιάκοπον πυροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθη ο Παντολέων Πλατύκας. Ιδόντες δε οι Έλληνες, ότι κυλίοντες οι εχθροί χώματα έφθασαν εις το χείλος της τάφρου, εφεύραν τρόπον εις υφελκυσμόν αυτών, ώστε οι εχθροί, όσον και αν ειργάζοντο, ήντλουν εις τετριμμένον πίθον· υφέλκοντες οι Έλληνες το χώμα ητοίμασαν εν ταυτώ και υπόνομον υπό την οδηγίαν του περί τα τοιαύτα επιτηδειοτάτου Παναγιώτη Σωτηροπούλου και ενέθεσαν τρεις ογκώδεις βόμβας· άναψαν δε την υπόνομον περί την μεσημβρίαν της 19, και εν ροπή οφθαλμού κατεστράφησαν αι πολυήμεροι εκείναι εργασίαι, απεμακρύνθησαν οι εχθροί έντρομοι, και καταφυγόντες εις τα απωτέρω χαρακώματά των έρριπταν εκείθεν ως χάλαζαν επί τους Έλληνας εξορμήσαντας μετά την εκραγήν της υπονόμου σιδηράς και υαλίνους βομβίδας. Οι Έλληνες εν τοσούτω εγένοντο κύριοι όλων των έσω του προτειχίσματος του Φραγκλίνου εχθρικών χαρακωμάτων και ηγωνίζοντο να κυριεύσωσι και αυτό το προτείχισμα. Τούτο ιδών ο Κιουταχής και φοβηθείς μήπως ευδοκιμήσαντες ματαιώσωσι διά μιας όλα τα πολύμοχθα έργα του, έτρεξεν επί του υψώματος της ενώσεως εις εμψύχωσιν των μαχητών του, και εις ένδειξιν της παρουσίας του έστησεν επ' αυτού την στατραπικήν του σημαίαν, αλλ' υπό κακούς οιωνούς· διότι μόλις υψώθη, και ελληνική τουφεκοβολή έρριψε την επί του σφαιριδίου εξέχουσαν του σημαιοφόρου ξύλου ακωκήν. Τόσον δε εγγύς αλλήλων ήσαν Έλληνες και Τούρκοι, ώστε εμάχοντο και διά πετρών και ξύλων, οι δε Τούρκοι εχειροβόλουν και υαλίνους βομβίδας ας ήρπαζαν οι Έλληνες και έσπων κατά γης προ της εκραγής των. Εν τοσούτω απώθησαν οι Έλληνες τους εχθρούς και από του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και καταστρέψαντες τας επ' αυτού εργασίας των και επιπεδώσαντές το, ώρμησαν και επάτησαν το άκρον και αυτού του υψώματος της ενώσεως. Οι Τούρκοι εκλείσθησαν τότε εντός των επ' αυτού απωτέρω προμαχώνων, και κρύπτοντες τας κεφαλάς των εκίνουν υπεράνω αυτών γυμνάς τας μαχαίρας των απειλούντες αλλά μη βλάπτοντες. Οι δε Έλληνες, μη βλέποντές τους, επέρριπταν πέτρας και ξύλα· τους επετροβόλουν δε και αυτά τα παιδία. Διήρκεσεν η μάχη μέχρι του μεσονυκτίου, καθ' ήν ώραν οι μεν Τούρκοι ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν όπισθεν του υψώματος της ενώσεως, οι δε Έλληνες έμειναν κύριοι αδιαφιλονείκητοι του προτειχίσματος και της άκρας του υψώματος της ενώσεως της συνδεούσης αυτό μετά του προτειχίσματος· 20 Έλληνες εφονεύθησαν, και 45 επληγώθησαν, εν οίς και ο Γεώργης Τσαβέλλας, ο Ντάγκας, και ο Γιαννάκης Ραζοκότσικας, 8 δ' εκ των φονευθέντων και 14 εκ των πληγωθέντων ήσαν Μεσολογγίται· 100 δε ζώα εφόρτωσαν οι Τούρκοι πτωμάτων και μετεκόμισαν και άλλα πτώματα επί των ώμων.
Πληγήν θανάσιμον εθεώρησεν ο Κιουταχής την στέρησιν του προτειχίσματος, υπέρ ου τόσον εμόχθησεν. Η κατήφεια εκάλυψε το πρόσωπόν του, και ο θυμός εξηγρίωσε την καρδίαν του· εφοβείτο δε και την αγανάκτησιν του σουλτάνου, προς ον υπεσχέθη να υποτάξει το Μεσολόγγι προ του μπαϊραμίου, τουτέστι προ του καιρού εκείνου. Έναυλος ήτον εν ταις άκραις του και ο λόγος του σουλτάνου επί τω διορισμώ του· «το Μεσολόγγι ή την κεφαλήν σου»· εσυλλογίζετο προς τοις άλλοις ότι και τα πολεμεφόδιά του ωλιγόστευσαν, και ο χειμών επλησίαζεν· ανησύχει δε μανθάνων ότι αποσπάσματα Ελλήνων, περιφερόμενα εις Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν, ήρπαζαν συχνάκις τας στελλομένας εις χρήσιν του στρατού του τροφάς, και εφοβείτο μη απεκλείετο διά ξηράς και θαλάσσης· δεν έπαυαν δε και οι στρατιώται του καθ' ημέραν λειποτακτούντες και γογγύζοντες, ότι και μισθούς δεν ελάμβαναν, και κρίθινον ψωμίον αντί σιτίνου έτρωγαν· εν ενί λόγω τα πάντα προεμήνυαν ότι και το στρατόπεδον ήτον εν τω διαλύεσθαι, και η κεφαλή του αρχηγού εκινδύνευεν. Εν ώ δε τα τοιαύτα ετάρατταν και τον νουν και την καρδίαν του Κιουταχή, έπεσαν δύο βόμβαι πλησίον της σκηνής του· και η μεν, εκραγείσα, έρριψε το ακροσκήνιον και έσχισε και τον επενδύτην ενός των περί αυτόν· η δε δεν εξερράγη, και ιδών ο Κιουταχής ότι ήτον εκ του χυτείου της Κωνσταντινουπόλεως «χάρις», εκραύγασεν, «εις τον Τοπάλην, με πολεμούν οι άπιστοι διά των σταλέντων μοι πυροβόλων παρά της υψηλής Πύλης ίνα πολεμήσω εγώ αυτούς». Η βόμβα ήτον εξ όσων επήραν οι Έλληνες επί της ναυμαχίας του Καφηρέως, εξ ών πολλαί εστάλησαν εις τους πολιορκούντας την πόλιν.
Μετά δε την μάχην ταύτην ο μεν Κιουταχής ηγωνίζετο να οχυρωθή πάλιν εν τω μέσω του υψώματος της ενώσεως 40 οργυιάς μακράν του υπό των Ελλήνων κρατουμένου μέρους, και να εγείρη και κανονοστάσιον 150 οργυιάς απέχον του αντιτειχίσματος κατέμπροσθεν του φράγματος του μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Κοραή, οι δε Έλληνες, πολεμούντες και εργαζόμενοι οι αυτοί, ητοίμασαν υπό το ύψωμα της ενώσεως άλλην υπόνομον, την άναψαν την νύκτα της 22, κατέστρεψαν τα εμπροσθινά χαρακώματα των εχθρών και τους ηνάγκασαν εκτεθέντας υπό το πυρ αυτών να οχυρωθώσιν απώτερον· διακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες επί της εκρήξεως της υπονόμου· ήσαν δε ούτοι εξ ών ο Κιουταχής εξέλεξεν εις ανάκτησιν του προτειχίσματος.
Μεγάλην βλάβην επροξένει το υπό τον εύστοχον πυροβολιστήν, τον και πολλάς άλλας υπηρεσίας προσενεγκόντα, Κωνσταντίνον Τσιριγώτην, κατά τα Κουτσονέικα αφανές κανονοστάσιον διά των επ' αυτώ τριών κανονίων και της βομβοβόλου. Το παν έβαλεν ο Κιουταχής εις χρήσιν ίνα το κατασιγάση, και αφ' ού είδεν ότι εις μάτην εκοπίαζε, και ότι αι εκείθεν ριπτόμεναι βόμβαι έπιπταν πολλάκις και εις αυτό το στρατόπεδον, μετέφερε πάλιν τας πλείστας των σκηνών του εις τας υπωρείας.
Οι δε περιφερόμενοι οπλαρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος, αφ' ού ηνάγκασαν τους εν Πετροχωρίω υπό τον Άγον Βασιάρην εχθρούς, μόνον φανέντες, να καταφύγωσιν εις το γενικόν των στρατόπεδον, μετέβησαν εις Ακαρνανίαν. Σεπτέμβριος Την δε 2 σεπτεμβρίου έλαβεν η διευθύνουσα τα της Δυτικής Ελλάδος επιτροπή επιστολήν αυτών λέγουσαν, ότι την 28 αυγούστου έφθασαν εις Μαχαλάν, προσέβαλαν τους εκεί εχθρούς, εφόνευσαν και εζώγρησαν πολλούς, επήραν πολλά λάφυρα, και ότι οι εναπομείναντες επί της εχθρικής εισβολής κάτοικοι της Ακαρνανίας και του Βάλτου συνηνώθησαν. Λαβούσα την χαροποιάν ταύτην είδησιν η επιτροπή, και προθεμένη να ενισχύση και αυξήση το αρτιγενές τούτο στρατόπεδον, έστειλεν εις Δραγαμέστον τροφάς, πολεμεφόδια και θαλάσσιον δύναμιν, και εξέδωκεν εγκύκλιον προς όλους τους Δυτικοελλαδίτας τους εις ξένην γην καταφυγόντας, προτρέπουσα αυτούς να επανέλθωσιν εις την πατρίδα και συναγωνισθώσι κατά του κοινού εχθρού, ως και πρότερον.
Εκείναις ταις ημέραις διώρισεν η κυβέρνησις αρχηγόν των κατά την Δυτικήν Ελλάδα δυνάμεων τον Καραϊσκάκην· τούτο μαθούσα η εν Μεσολογγίω επιτροπή έσπευσε να το αναγγείλη τοις Δυτικοελλαδίταις, αναμιμνήσκουσα τα προς την πατρίδα καθήκοντά των, καλούσα εις τον εθνικόν αγώνα τους απόντας, θαρρύνουσα τους περί τον Καραϊσκάκην εις νέους κινδύνους, και αποδίδουσα τον οφειλόμενον έπαινον εις την φρουράν της πόλεως.
Ο δε Κιουταχής, αισθανόμενος ότι των μεν Ελλήνων η κατάστασις καθ' ημέραν εβελτιούτο, των δε Τούρκων εχειροτέρευεν, έβαλε κατά νουν να δοκιμάση νέαν έφοδον. Αλλά τόσον απρόθυμος ήτον ο στρατός, ώστε μόλις ευρέθησαν ευδιάθετοι δισχίλιοι. Ειδοποιήθησαν εν καιρώ οι Έλληνες περί των μελετωμένων, και πλήρεις χαράς ανέμεναν την πραγματοποίησιν βλέποντες δε ότι παρήρχοντο αι ημέραι, και πάντοτε μεν ητοιμάζοντο οι εχθροί εις έφοδον, αλλά δεν εκινούντο, τοις είπαν χλευαστική τη φωνή άνωθεν των επάλξεων να παύσωσιν εργαζόμενοι ανωφελώς και να εφορμήσωσιν όσον τάχιον· κωφευόντων δε των Τούρκων, απεφάσισαν οι Έλληνες να επισπεύσωσιν άλλως πως την μελετωμένην έφοδον.
Πρό τινων ημερών είχαν σκάψει μεγάλην υπόνομον υπό το πρόχωμα του προτειχίσματος του Φραγκλίνου παρατεινομένην υπό το ύψωμα της ενώσεως· έσκαψαν προ ολίγου και άλλην μικροτέραν, δι' ης εσκόπευαν να προοιμιάσωσι την μάχην αναγκάζοντες τους Τούρκους να συσσωρευθώσιν επί του προχώματος. Τα δειλινόν της 9 εξερράγη η μικρά υπόνομος· βαρύς κανονοβολισμός και τουφεκισμός ήρχισεν εν τω άμα καθ' όλην την μεταξύ του πυργώματος του Κοτσιούκου και του προτειχίσματος του Μπότσαρη γραμμήν του τείχους· ανταπεκρίθησαν μανιωδώς δι Τούρκοι έξωθεν σμήνη Αλβανών και Ασιανών εξήλθαν διά μιας εκ των εν ταις υπωρείαις σκηνωμάτων, και ωθούντο προς τα κάτω υπό την μάστιγα των ιππέων· και αυτός ο Κιουταχής, αφήσας την σκηνήν του, και παρακολουθούμενος υπό της φρουράς του, κατέβη είς τι των πλησιεστέρων του τείχους κανονοστασίων. Εξήφθη η μάχη υπό τους ιδίους οφθαλμούς του, και εν τη ακμή της μάχης εφώρμησαν οι εκλεχθέντες Αλβανοί και Γκέγκαι επί το τείχος, αλλά πολλά παθόντες απεκρούσθησαν. Μετά την απόκρουσιν έπαυσεν έσωθεν ο πυροβολισμός επί του μετώπου του τείχους, πλην του επί του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και ουδείς εφαίνετο ουδ' ηκούετο κατ' εκείνο το μέρος. Ο Κιουταχής, υποθέσας ότι όλη η φρουρά συνέρρευσεν εις το προτείχισμα εκείνο και άφησε τας άλλας θέσεις κενάς, διέταξε τους έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μακρή, του κανονοστασίου του Ρήγα και του καρκινοειδούς προφράγματος ν' αναβώσι τα τείχη. Υπήκουσαν. Αλλ' οι Έλληνες, οι εξ επίτηδες καθήμενοι αφανείς και σιωπηλοί όπισθεν του τείχους εκείνου του μέρους, αφ' ού τους άφησαν και επλησίασαν, ανηγέρθησαν διά μιας όλοι, τους κατεπληξαν φανέντες αιφνιδίως, τους αντέκρουσαν τολμηρώς, και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι και καταφύγωσιν εις τα χαρακώματά των. Εν τω μεταξύ δε τούτω ακατάπαυστος διετηρείτο ο πυροβολισμός έσωθεν και έξωθεν του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και πάμπολλοι Τούρκοι, ιστάμενοι επί του υψώματος της ενώσεως, υφ' ο παρετείνετο η μεγάλη υπόνομος, εμάχοντο. Ανάπτει εν τούτοις η μεγάλη αυτή υπόνομος, σείεται αίφνης το έδαφος, διαρρήγνυται η γη, εκθρώσκει ζοφώδες νέφος εκ των κόλπων αυτής κατασκοτίζον την ατμοσφαίραν, πίπτουν μετ' ολίγον άνωθεν πέτραι, χώματα, κεφαλαί, σκέλη, χείρες, πόδες, καταβαίνει το ζοφώδες εκείνο νέφος, σκεπάζει και πνίγει όσους η υπόνομος επί της εκρήξεως δεν διεμέλισεν, οι μύδροι, αι κανονόσφαιραι και αι τουφεκόσφαιραι διαχέονται τήδε κακείσε, διασκορπίζονται οι Τούρκοι κακήν κακώς, το ξίφος των Ελλήνων τους καταδιώκει και εις αυτά τα ανατετραμμένα χαρακώματά των, και μόνα όσα χάσματα ήνοιξεν η εκπυρσοκρότησις, και μόνα όσα χώματα αύτη συνεσώρευσεν αναχαιτίζουν την επί τα πρόσω ορμήν των Ελλήνων. Οι Τούρκοι, πολλά παθόντες, επανήλθαν εις τα ερείπια του υψώματος της ενώσεως εγκαταλειφθέντα υπό των Ελλήνων, και εκίνουν γυμνά τα ξίφη, κομπορρημονούντες και απειλούντες τους μακράν ισταμένους νικητάς. Εγέλων ούτοι επί τη κομπορρημοσύνη και τη απειλή των, και μη θέλοντες να τους τουφεκίζωσιν ελεούντες δήθεν αυτούς ως δειλούς και απειροπολέμους, επέρριπταν μόνον ξύλα, πέτρας, βώλους, και κατεγίνοντο λαφυραγωγούντες. Αφ' ού δε έπαυσεν η λαφυραγωγία, κατέβησαν οι εργάται εις την υπόνομον και κυλίοντες χώματα προς επιπέδωσιν χασμάτων και υψωμάτων, εξώρυξαν μεταξύ πολλών νεκρών δύο ζώντας Χριστιανούς εργάτας. Πεντακόσιοι και επέκεινα εθανατώθησαν την ημέραν εκείνην, εν οίς και πολλοί αξιωματικοί ως εικάζετο εκ των λαφυραγωγηθέντων όπλων και φορεμάτων· άδηλος δε ο αριθμός των πληγωθέντων, εν οίς και ο Σέβρανης και ο Ασλάμπεης· εθανατώθησαν και 15 εκ της φρουράς και επληγώθησαν 35, εν οίς και ο Κωσταντής Τσαβέλλας, ο Θανάσης Ζέρβας και ο δεκαεξαετής ανδρόπαις Αντώνης Μπάκας, αριστεύσας και κατά την έφοδον της 21 ιουλίου, καθ' ήν αφήρπασε δύο τουφέκια εκ των χειρών των εχθρών.
Τα μεγάλα παθήματα των Τούρκων κατ' εκείνην την ημέραν εθεωρήθησαν ως η καταστροφή όλης της εκστρατείας, διά τούτο έπαυσαν οι συνήθεις αλαλαγμοί, υπερεπερίσσευσεν η λειποταξία και η αθυμία του στρατοπέδου, οι πλείστοι των κατά το Ανατολικόν και τας όχθας του Αχελώου καί τινες των εκτός του Μεσολογγίου έκαυσαν τας καλύβας των καί ανεχώρησαν, οι δε εναπομείναντες ούτε προχώματα εφρόντιζαν να υψώσωσιν, ούτε κανονοστάσια να εγείρωσιν· αποστρεφόμενοι δε παντός είδους κίνημα κατά του τείχους κατέπαυσαν διά μιας όλας τας προς βλάβην αυτού εργασίας, και καταγινόμενοι μόνον εις τας προς ιδίαν υπεράσπισιν, επεχείρησαν να μετασχηματίσωσιν εις μικρόν φρούριον το επί της εκκλησίας του αγίου Αθανασίου κανονοστάσιον· ήσαν δε και αι τροφαί και τα πολεμοφόδια αυτών εν τω τελειούσθαι· αι Πάτραι και η Ναύπακτος, όθεν άλλοτε επρομηθεύοντο, έπασχαν έλλειψιν αυτών διά την επικρατούσαν θαλάσσιον πολιορκίαν· αι επί της ξηράς δίοδοι, δι' ων τοις εστέλλοντο εκ Πρεβέζης και άλλοθεν, ουδ' αυταί ήσαν ασφαλείς· εστήριζαν δε οι πολιορκηταί όλας τας ελπίδας των επί τη συνδρομή του στόλου, αλλ' ο στόλος δεν εφαίνετο· την δε εκ των επανειλημμένων αποτυχιών και της ολίγης και κακής τροφής αθυμίαν του στρατοπέδου ηύξανεν έτι μάλλον η επικρατούσα νόσος και η ταλαιπωρία.
Εν ώ δε τα των Τούρκων ήσαν τοιαύτα, τα της ελληνικής φρουράς είχαν κάλλιστα. Την 7 αυγούστου είχαν μεταβιβασθή εκ Κρυονερίου διά θαλάσσης εις την πολιορκουμένην πόλιν ο Κίτσος Τσαβέλλας, ο Γεωργάκης Βαλτινός και ο Κώστας Φωτομάρας μετά των περί αυτούς προς ενδυνάμωσιν της φρουράς· ήλθαν την 13 σεπτεμβρίου και οι περί τον Σαδήμαν, Πάτσην, Χατσή Πέτρον και Γιαννάκην Στράτον, ώστε η εξ αιτίας των φόνων, των ασθενειών, των ταλαιπωριών και των φυσικών θανάτων εντός της πόλεως λειψανδρία ανεπληρώθη. Η δε θάλασσα ηνεωγμένη επρομήθευε την φρουράν παντός αναγκαίου. Την 21 αυγούστου είχε φθάσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου το πλοίον του Μπρούσκου· την 25 σεπτεμβρίου έφθασε το του Λαλεχού, και μετ' ολίγας ημέρας το του Μισεγιάννη, φέροντα και τα τρία τρόφιμα και πολεμεφόδια· η δε ενώπιον της φρουράς τροπή του οθωμανικού στόλου επί τω εμφανισμώ του ελληνικού ελπιδοποίει ότι, και αν εφαίνετο εκ δευτέρου ο εχθρικός στόλος, και εκ δευτέρου θ' απεπέμπετο άπρακτος.
Αλλ' όσον κακή και αν ήτον η θέσις τον τουρκικού στρατοπέδου, ο αρχηγός αυτού, ο μηδαμώς τον προκάτοχόν του Βρυώνην, τον άλλοτε πολιορκήσαντα το Μεσολόγγι ομοιάζων, ηγωνίζετο πολυειδώς και πολυτρόπως να εμποδίση την διάλυσίν του, και επειδή όχι μόνον ανωφελή αλλά και επικίνδυνον εθεώρει την διατήρησιν των πλησίον του τείχους θέσεών του, διενοήθη να αναστρατοπεδεύση προς τας υπωρείας και επαναλάβη τους εις βλάβην της φρουράς αγώνας του, φανέντος του στόλου. Σεπτέμβριος Οι Έλληνες έμαθαν ό,τι εμελέτα ο εχθρός, και την 10 Σεπτεμβρίου συνήλθαν πολιτικοί και πολεμικοί εις την εκκλησίαν του αγίου Παντελεήμονος προς σύσκεψιν περί του πρακτέου, αν επέμενεν ο Κιουταχής εις την πολιορκίαν, διαρκούντος του χειμώνος· όλοι δε ομοθυμαδόν απεφάσισαν να επιμείνωσι μέχρι τέλους. Τα πράγματα απέδειξαν ότι δεν είχαν να φοβηθώσιν ειμή την πείναν· αλλ' ο επίφοβος ούτος εχθρός ηπείλει την ώραν εκείνην τους εχθρούς μάλλον ή αυτούς.
Την δε 21 ερρίφθη έξωθεν επιστολή εις το καρκινοειδές πρόφραγμα, δι' ης εζήτουν οι Τούρκοι συνομιλίαν. Η επιστολή αύτη αντερρίφθη εις τα εχθρικά χαρακώματα και ερρέθη εις απάντησιν ότι «οι Έλληνες δεν είχαν άλλην συνομιλίαν μετά των Τούρκων, ειμή την διά των όπλων». Την τρίτην δε ημέραν μετά την απάντησιν ταύτην άναψαν οι Έλληνες υπόνομον υπό του Σωτηροπούλου παρασκευασθείσαν, αρχομένην από της διαρρωγής του προτειχίσματος του Μπότσαρη και παρατεινομένην μέχρι των εχθρικών χαρακωμάτων, και κατέστρεψαν δι' αυτής τα εφιστάμενα χαρακώματα και πολλούς των φυλαττόντων αυτά· εφόνευσαν δε καί τινας των εντός των παρά την υπόνομον χαρακωμάτων μετά την έκρηξιν αυτής μυδροβολούντες και τουφεκίζοντες. Οι δε Τούρκοι, έχοντες υπ' όψιν το επί της προτέρας μάχης τέχνασμα των Ελλήνων και φοβούμενοι μη πάθωσιν ό,τι τότε έπαθαν, ωπισθοδρόμησαν φονεύσαντες δύο Έλληνας και πληγώσαντες τρεις.
Τα κατορθώματα της φρουράς του Μεσολογγίου εφιλοτιμήθη να μιμηθή εν μέρει το νεοσύστατον και ημέρα τη ημέρα αυξάνον στρατόπεδον εν Ακαρνανία. Εκτός μικρών τινων άλλων ευτυχών επιδρομών, έπεσαν οι συγκροτούντες αυτό την 28 αίφνης επί τους εν Καρβασαρά εστρατοπεδευμένους Τούρκους. Τριακόσιοι εχθροί, κατά την προς την φρουράν του Μεσολογγίου επιστολήν των, εφονεύθησαν, οι δε διασωθέντες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, εξ ών καί τινες επνίγησαν· 200 κάμηλοι ήσαν εν τω εχθρικώ εκείνω στρατοπέδω εις μεταβίβασιν των εκ Πρεβέζης και Άρτης στελλομένων τροφών· εξ αυτών 70 εσκοτώθησαν, αι δε λοιπαί και 80 σκευοφόροι ημίονοι και ίπποι και 30 κέλητες έπεσαν εις χείρας των νικητών.
Η δε ακάματος φρουρά ητοίμασεν άλλην υπόνομον υπό το εναπομείναν μέρος του περιφήμου υψώματος της ενώσεως διά των εντέχνων εργασιών του γνωστού υπονομοποιού Κώστα ελθόντος πρό τινων ημερών εις την πόλιν. Οκτώβριος Επιφωσκούσης της 1 οκτωβρίου, ήρχισεν η φρουρά να τουφεκίζη και κανονοβολή καθ' όλην την δεξιάν πτέρυγα του τείχους· απέβλεπε δε ο πυροβολισμός εις το να επαναφέρη τους εχθρούς εις τας θέσεις των. Μετ' ολίγον έπαυσεν ο πυροβολισμός και, ανατείλαντος του ηλίου, άναψαν οι Έλληνες την υπόνομον· μικρόν κρότον επροξένησεν η έκρηξίς της όντων των επικειμένων χωμάτων φερτών· αλλ' επέφερε μεγάλην βλάβην, διότι το σχήμα της ήτον επίμηκες, και παρετείνετο μέχρι τουρκικού τινος καφφενείου, όπου ήσαν πολλοί εχθροί. Ανετράπη δε και το ήμισυ της εξ αριστερών πλευράς του υψώματος, της μόνης ήτις εσώζετο, διεμελίσθησαν οι επ' αυτής, και πολλοί εκαλύφθησαν υπό την ανυψωθείσαν και καταπεσούσαν του πηλού νεφέλην. Μετά δε την έκρηξιν οι Έλληνες ήρχισαν να κανονοβολώσι, να βομβοβολώσι, και να τουφεκίζωσιν· ιδόντες δε ότι οι Τούρκοι εγκατέλιπαν τα χαρακώματά των και έτρεχαν εις τα άνω, εξεπήδησαν του τείχους, τους κατεδίωξαν μέχρι 300 οργυιών και επανήλθαν φέροντες κεφαλάς, όπλα, φορέματα και σημαίας· 3 Έλληνες εφονεύθησαν και 16 επληγώθησαν· εφονεύθησαν και 4 γυναίκες εν τη πόλει, εμπεσούσης σφαίρας 60 λιτρών. Την δε νύκτα της 5, καθ' ήν ραγδαία βροχή έπιπτε και βαθεία σιωπή επεκράτει καθ' όλον το εχθρικόν στρατόπεδον, ερρίφθησαν έσωθεν επί τους εχθρικούς προμαχώνας βομβίδες· και κατά μεν την έκρηξιν της πρώτης ηκούσθησαν κραυγαί, αλλά κατά την της δευτέρας και της τρίτης ουδεμία. Απορούντες οι Έλληνες διά την ασυνήθη σιγήν επήδησαν έξω, ηύραν τα εχθρικά οχυρώματα παρά πάσαν προσδοκίαν κενά, έκαυσαν τα ξύλινα παραπετάσματα, κατέστρεψαν τους προμαχώνας και εισέφεραν την ευρεθείσαν ξύλινον ύλην.
Φαίνεται ότι εξ αιτίας των κατά την 1 συμβάντων απηλπίσθησαν οι εχθροί, και κατέλιπαν τους προμαχώνας, τα χαρακώματα, τα απέναντι των δύο άκρων του προτειχίσματος δύο κανονοστάσια και ανεστρατοπέδευσαν εις τας υπωρείας· ολίγοι δε, προφυλακή του στρατοπέδου, έμειναν φρουροί των αφισταμένων 300 έως 400 οργυιάς του τείχους κανονοστασίων. Τοιουτοτρόπως ήρθη η στενή εξάμηνος πολιορκία, και οι Έλληνες, περιφερόμενοι έκτοτε ελευθέρως έξω του τείχους, έβοσκαν τα κτήνη των υπό τους οφθαλμούς του αλαζόνος Κιουταχή, κατηδάφιζαν τα έργα του, ανώρυτταν την τάφρον και επεσκεύαζαν το τείχος. Αθλία ήτον η κατάστασις του τείχους επί της απομακρύνσεως του εχθρού. Ιδού τι ανέφερεν ο τειχοποιός Κοκκίνης περί αυτού προς την διευθύνουσαν τα της Δυτικής Ελλάδος επιτροπήν την ακόλουθον ημέραν της αναστρατοπεδείας.
«Εξήλθον σήμερον κατά το απαραίτητον χρέος μου διά να εξετάσω την κατάστασιν του προτειχίσματος και να δώσω ορθήν και ακριβή ιδέαν των μηχανημάτων, διά των οποίων ο εχθρός καταφρονών πάσαν αντίστασιν έκαμε τοσάκις απόπειραν του να κυριεύση δι εφόδου το τείχος μας. Εις το περιτείχισμα λοιπόν του Μπότσαρη επροξένησεν ο εχθρός χαλάστραν βατήν (brèche practicable). Εις την αυτήν ευρίσκονται κατηγορίαν και τα περιενδεδυμένα κανονοστάσια του Κοραή, του Ιγνατίου, του Κοκκίνη και του Μακρή· το μεταξύ των κανονοστασίων φράγμα (courtine) υπέφερεν ωσαύτως άκραν φθοράν, εξ ου εναργώς φαίνεται ότι το μέτωπον του περιτειχίσματος έπαθε την μεγαλειτέραν βλάβην· από δε της δυτικής πλευράς όλα των εχθρών τα κινήματα διευθύνθησαν κατά του κανονοστασίου του Φραγκλίνου, επονομαζομένου κεραυνοβόλος, διά του κολοσσαίου εκείνου έργου του υψώματος της ενώσεως. Ομοίως και από της ανατολικής πλευράς η δίοδος της γενικής εφόδου (la descente) κατεσκευάσθη διά του πληρώματος των τάφρων έμπροσθεν των κανονοστασίων του Μακρή, Ρήγα και Μονταλεμπέρτου».