Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 25

Chapter 2527 wordsPublic domain

Μετά δε τον κατάπλουν του εχθρικού στόλου, η πολιορκία έλαβε σοβαρώτερον χαρακτήρα. Πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εδιπλασίασαν τας συνήθεις εργασίας των, οι μεν εις έφοδον οι δε εις ματαίωσιν αυτής. Ύψωσεν ο εχθρός απέναντι της ανατολικής πλευράς του τείχους κανονοστάσιον, το ώπλισε διά κανονίων 80 λιτρών, και μετ' ολίγας ημέρας επροχώρησε πλησιέστερον του τείχους όπου έκειτο τα προτείχισμα του Φραγκλίνου· ο δε ανυψούμενος όχθος των χωμάτων εκυλίσθη εντός δέκα οργυιών, και ήρχισεν ο εχθρός να ρίπτη χώμα και κλάδους ελαιών εις την πρόταφρον αριστερόθεν του όχθου· δεν ειργάσθησαν δε ολιγώτερον και οι εντός του τείχους εις υπεράσπισιν, εγείραντες νέον κανονοστάσιον, όθεν ρίπτοντες εις το παραπέτασμα των πλησιεστέρων εχθρικών χαρακωμάτων της εμπροσθινής γραμμής πεπυρωμένας σφαίρας και μύδρους κατέστρεψαν αυτό, διεσκόρπισαν και έκαυσαν τους φρακτήρας, και ηνάγκασαν τον εχθρόν να οπισθοδρομήση εις την δευτέραν των χαρακωμάτων του παράλληλον. Το κανονοστάσιον τούτο δι' α κατωρθώθησαν δι' αυτού επωνομάσθη «ο - Κ ε ρ α υ ν ο φ ό ρ ο ς».

Ιούλιος Οι δε εχθροί, ετοιμαζόμενοι εις την έφοδον και προθέμενοι να χώσωσι προς τοις άλλοις και την έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη τάφρον, ανέτρεψαν το δειλινόν της 2 ιουλίου δι' υπονόμου το αντικρύ του προτειχίσματος έδαφος, και έπεσεν εις την τάφρον εξ αιτίας της ανατροπής ταύτης πολλή ύλη. Την έκρηξιν ταύτην παρηκολούθησαν πολεμικαί κραυγαί και βαρύς πυροβολισμός έσωθεν και έξωθεν ως αν επρόκειτο έφοδος, και μετά τον πυροβολισμόν ήρχισε πετροπόλεμος, πετροβολούντων και αυτών των εν τη πόλει παιδίων.

Πολεμούντες οι Τούρκοι την πόλιν διά ξηράς, επεχείρησαν, ελθόντος του στόλου, να την πολεμήσωσι και διά θαλάσσης. Εκτός του εις την λίμνην του Μεσολογγίου συνήθους είσπλου διά του Βασιλαδίου, υπάρχει ρηχότερός τις και ασυνήθης κατά τον Προσπάνιστον, νησίδιον δυτικώτερον κείμενον του Βασιλαδίου. Οι Τούρκοι, αφ' ού δις και τρις επειράθησαν να κυριεύσωσι το Βασιλάδι και απέτυχαν, αφ' ού απεκρούσθησαν επίσης κινηθέντες εις κυρίευσιν του Προκοπανίστου, όπου εστάθμευεν ελληνική φρουρά, απεβίβασαν εργάτας και ύλας χρησίμους εις κατασκευήν κανονοστασίου επί του νησιδίου Αϊ-σώστη (αγίου Σώζοντος) μεταξύ Βασιλαδίου και Προκοπανίστου, και δύο ώρας και τέταρτον απέχοντος της πόλεως· άραντες δ' επί των ώμων την 8 ελαφρά πλοιάρια και θαλασσοβατούντες, τα μετέφεραν διά του κ ό μ μ α τ ο ς του Βασιλαδίου εις την λίμνην. Ανόχυροι και απρομήθευτοι οι επί του Προκοπανίστου και φοβηθέντες μη διά της εισκομιδής των εχθρικών τούτων πλοιαρίων διακοπή η κοινωνία αυτών και των εν τη πόλει, όθεν ελάμβαναν τα προς το ζην, έφυγαν αυθημερόν, και οι εχθροί κυριεύσαντες την θέσιν εισεβίβασαν διά του κατ' εκείνο το μέρος είσπλου άλλα ογκωδέστερα πλοιάρια, εν οίς και σαλούπας και μίστικα. Ηριθμούντο δε όλα τα εντός της λίμνης εχθρικά πλοιάρια 36 ένοπλα, εν οίς καί τινα φέροντα βομβοβόλους· ήσαν δε υπό την οδηγίαν του Μαχμούτη. Ιδόντες οι εν τη πόλει, ότι η λίμνη επατήθη, κατεσκεύασαν εν τάχει επί διαφόρων μερών της πόλεως προς την θάλασσαν 7 κανονοστάσια, και έβαλαν εις κίνησιν και 6 κανονοφόρα πλοιάρια, άτινα δις και τρις εναυμάχησαν, αν και δυσανάλογος ο αριθμός των. Αφ' ού δε έζωσαν οι Τούρκοι την πόλιν διά ξηράς και θαλάσσης, έστειλαν προς τους πολιορκουμένους πρεσβευτάς, εν οίς και τον Ταχήρ-Αμπάζην, λέγοντας, ότι επειδή τα πάντα ήσαν έτοιμα εις έφοδον, και η άλωσις της πόλεως και η καταστροφή των εν αυτή βεβαία, ωρμήθησαν υπό της παλαιάς προς αυτούς φιλίας και έπεισαν τον αρχιστράτηγον να κλίνη εις συμβιβασμόν, ελπίζοντες ότι και ούτοι, λυπούμενοι τουλάχιστον τα εν τη πόλει, αδύνατα μέλη, δεν θα εκώφευαν· τοις επρόβαλαν, δε αισχρούς όρους· αλλ' οι πολιουρκούμενοι απορρίψαντές τους εξ ενός στόματος άνευ ουδεμιάς συζητήσεως αντεπρόβαλαν «πόλεμον». Μετά δύο ημέρας επανέλαβεν ο αρχηγός του εχθρικού στολίσκου την περί συμβιβασμού πρότασιν· «Ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συμβιβασμός», απεκρίθη και τότε η φρουρά, «είναι τα όπλα». Οι Τούρκοι, αφ' ού δις απέτυχαν, απεφάσισαν να εφορμήσωσιν. Είχαν ήδη χώσει την έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη τάφρον, υφ' ήν προετοιμάσαντες υπόνομον την άναψαν την 16 μετά μεσημβρίαν. Εσείσθη το έδαφος, εξήλθε καταχθόνιος βοή, και διερράγη το προτείχισμα του Μπότσαρη. Τούτου γενομένου, ώρμησαν οι Τούρκοι πολλαχόθεν εις το τείχος αλαλάζοντες, εισεπήδησαν διά της διαρραγής και έστησαν επί του τείχους σημαίας. Ακλόνητοι οι φυλάσσοντες την θέσιν εκείνην Έλληνες αντεστάθησαν γενναίως, τους αντέκρουσαν, έρριψαν τας σημαίας των, εσυσσώρευσαν πολλούς εξ αυτών νεκρούς, και έκλεισαν εκ του προχείρου την διαρραγήν διά στρωμάτων και προσκεφαλαίων. Διακόσιοι εχθροί εφονεύθησαν επί της εφόδου ταύτης, και όχι ολιγώτεροι επληγώθησαν. Εφονεύθησαν και 5 Έλληνες, εξ ών οι 3 ήσαν εργάται σκάπτοντες εις εύρεσιν της εχθρικής υπονόμου και πλακωθέντες επί της ανατροπής. Επληγώθησαν δε και ο Γιώτης Γκιώνης και ο Δήμος Ρινιάσας, όστις και απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι, μη δειλιάσαντες διά την αποτυχίαν και φθοράν των, εφώρμησαν την επιούσαν επί το αυτό μέρος, και έστησαν ως και την προτεραίαν σημαίας, αλλά και τότε αντεκρούσθησαν και έπαθαν· έβαλαν πυρ εις τα στρώματα και προσκεφάλαια θέλοντες να ανοίξωσι την δι' αυτών εκ του προχείρου κλεισθείσαν διαρραγήν, αλλ' ουδέ και κατά τούτο ευδοκίμησαν, διότι οι Έλληνες έσβεσαν αμέσως την φλόγα ρίψαντες χώμα και νερόν. Εφονεύθη δε την ημέραν εκείνην ο στρατηγός Γιάννης Σούκας. Ηττηθείς ο Κιουταχής, δις επρόβαλε την 18 εκ νέου συνθήκην υπό μετριωτέρους όρους. Επανάλαβε την πρότασίν του και την εφεξής περιορίσας τας απαιτήσεις του εις μόνην την παράδοσιν της πόλεως· και επειδή οι Έλληνες ανέβαλαν την απάντησιν εις την αύριον, υπέλαβεν ότι συγκατετίθεντο, και τοις έγραψε περί το μεσονύκτιον να τω παραδώσωσιν επί του παρόντος δύο κανονοστάσια και μίαν των πυλών, έως ου υπογραφώσιν αι συνθήκαι· αλλ' εις απάντησιν ήκουσεν ότι ούτε το Μεσολόγγι διά συνθήκης απεκτάτο, ούτε κανονοστάσια και πύλαι αναιμωτί εκυριεύοντο· τη συγκαταθέσει δε της φρουράς απέστειλε και ο Λάμπρος Βέικος προς τον Ταχήρ-Αμπάζην, συμβουλεύοντα φιλικώς την παράδοσίν των, επιστολήν λέγουσαν, ότι και ο Θεός θα τους ωργίζετο, και ο κόσμος όλος θα τους κατέκρινε, και αυτός ως φίλος των θα τους εμέμφετο, αν παρέδιδαν φρούριον εφωδιασμένον παντός αναγκαίου· τον παρεκίνει δε να είπη προς τον αρχιστράτηγόν του, ότι το Μεσολόγγι δεν εκυριεύετο ειμή διά ξίφους, και τω έστειλε και ποτά εις χρήσιν των σημαιοφόρων επί της εφορμής. Ωργίσθησαν οι Τούρκοι λαβόντες την απάντησιν της φρουράς και την επιστολήν του Λάμπρου· αλλ' αφ' ού είδαν και τα εις έφοδον ποτά, εξεμάνησαν ως χλευαζόμενοι, και επυροβόλησαν διά ξηράς και διά θαλάσσης όσον ουδέποτε. Περί δε το δειλινόν ήρχισαν να φέρωσι πολλάς κλίμακας εις τας προφυλακάς των και εφαίνοντο προετοιμαζόμενοι εις έφοδον. Εγρηγόρησεν εύθυμος όλην την νύκτα η φρουρά· καθ' ήν δε ώραν ήρχισε να φέγγη, οι επί των προτειχισμάτων του Φραγκλίνου, του Μπότσαρη και του Μακρή, και οι επί του καρκινοειδούς προφράγματος είδαν τους εχθρούς κινουμένους και εις έφοδον προπαρασκευαζομένους, και ητοιμάσθησαν, ηχούσης της σάλπιγγος το πολεμιστήριον. Αφ' ού δε εξημέρωσεν, οι υπό το προτείχισμα του Φραγκλίνου εχθροί έβαλαν πυρ εις προετοιμασθείσαν υπόνομον, και μετά την εκπυρσοκρότησιν ανέβησαν αλαλάζοντες οι σημαιοφόροι, οι μεν επί του προτειχίσματος εκείνου, οι δε επί των του Μπότσαρη και του Μακρή και του καρκινοειδούς προφράγματος και έστησαν τας σημαίας των. Η θέα τόσων εχθρικών σημαιών επί του τείχους εδείκνυεν ότι η πόλις εκυριεύθη, και δεν ηκούετο καθ' όλην την γραμμήν του περιτειχίσματος έσωθεν και έξωθεν ειμή βαρύς κανονοβολισμός, βομβοβολισμός και τουφεκισμός.

Μετά δε την ανύψωσιν των σημαιών ηγωνίζοντο οι εχθροί να κρατήσωσι τας θέσεις εφ' ών τας ανύψωσαν. Αλλ' οι Έλληνες, οι υποπτεύοντες το γεγονός και ανεγείραντες έσωθεν άλλους αντιπρομαχώνας, επολέμησαν καρτερικώτατα όπισθεν αυτών και άνωθεν του τείχους εκ των πλαγίων των κινδυνευόντων μερών· δύο ήμισυ ώρας η μάχη εφαίνετο αμφιρρεπής, αλλ' επί τέλους οι εχθροί ενέδωκαν, και αι επί του τείχους υψωθείσαι σημαίαι ηφανίσθησαν. Πεντακόσια εχθρικά πτώματα ερρίφθησαν εις την τάφρον και αλλού, γόοι των πληγωθέντων και αποθνησκόντων εν τω εχθρικώ στρατοπέδω ηκούοντο, και άφωνα έμειναν δι' όλης εκείνης της ημέρας όλα τα κανονοστάσια του εχθρού και ακίνητα όλα τα στρατεύματά του. Ο δε Κιουταχής, γενόμενος έξω φρενών διά την αποτυχίαν του, απεκεφάλισε την αυτήν ημέραν τον Ρούτσον καί τινας άλλους αιχμαλώτους μηδέν πταίσαντας.

Εν ώ δε διήρκει η κατά ξηράν μάχη, ώρμησεν ο εχθρικός στολίσκος κατά της πόλεως· προπορεύετο δε αυτού πλοιάριον καιόμενον και καπνίζον ίνα προχωρή ο στολίσκος προς την πόλιν υπό τον καπνόν αόρατος. Αλλ' ο καπνός ήτον ολίγος, τα δε πλοιάρια πολλά, ώστε δεν απεκρύβησαν και ηναγκάσθησαν υπό του πυροβολισμού των παραθαλασσίων κανονοστασίων ν' απομακρυνθώσι της πόλεως, αφ' ού επλησίασαν εντός δέκα οργυιών. Είκοσιν εφονεύθησαν και επληγώθησαν εκ της φρουράς την ημέραν εκείνην.

Και κατ' αυτήν και κατ' άλλας προτέρας περιστάσεις απέδειξεν η φρουρά ότι ούτε τον αριθμόν ούτε την ανδρίαν των εχθρών εφοβείτο· εφοβείτο μόνον την έλλειψιν των αναγκαίων· η έλλειψις δε υπήρχε και δεν εθεραπεύετο ειμή διά θαλάσσης. Καλή τύχη την τρίτην ημέραν της περί ης ο λόγος νίκης 40 πλοία υπό τον Μιαούλην, τον Σαχτούρην, τον Κόλανδρούτσον και τον Αποστόλη εφάνησαν έξωθεν του Μεσολογγίου· τέσσαρα δε μικρά τουρκικά εν τω λιμένι, άμα ιδόντα την ελληνικήν προφυλακήν, ανήχθησαν και έτρεξαν προς τον Κορινθιακόν κόλπον· έτρεξε κατόπιν των και η ελληνική προφυλακή· δύο εκ των τεσσάρων επρόφθασαν και εφυλάχθησαν υπό την Ναύπακτον, το τρίτον απέφυγε και αυτό τον κίνδυνον, αλλά το τέταρτον, εγγύς να πέση εις χείρας των εχθρών του, ερρίφθη επί της ξηράς· οι δε εν αυτώ, εμβάντες εις τας λέμβους των, κατέφυγαν εις το μη κινδυνεύον τρίτον πλοίον. Ένδεκα μόνοι έμειναν επί του ριφθέντος εις την ξηράν, διότι αι λέμβοι δεν εχώρησαν όλους. Ούτοι, αφ' ού επλησίασαν οι Έλληνες, κατεβίβασαν την οθωμανικήν σημαίαν, παρεδόθησαν και δεν έπαθαν. Κυριεύσαντες δε οι Έλληνες το πλοίον, το εγύμνωσαν ως μη δυνάμενοι να το ανελκύσωσι, το έκαυσαν και επανήλθαν εις τα νερά του Μεσολογγίου, όπου ηύραν και τα άλλα ελληνικά πλοία. Την ημέραν δ' εκείνην έπλεεν όλος ο εχθρικός στόλος έξωθεν της Κεφαλληνίας, την δε επιούσαν εκινήθη κατά του ελληνικού, και ηλίου μεσουρανούντος επλησίασε προετοιμασμένος εις μάχην. Δώδεκα κορβέτται υπό τον Ριαλέμπεην συνίστων την δεξιάν πτέρυγά του, τα δικάταρτα την αριστεράν, εννέα δε φρεγάται καί τινες γολέτται το κέντρον, όπου ήτο και ο καπητάμπασας. Οι Έλληνες, βλέποντες τους εχθρούς επερχομένους, εφώρμησαν πλήρεις τόλμης, εναυμάχησαν μεταξύ Μεσολογγίου και Πάπα και έρριψαν κατά της τουρκικής ναυαρχίδας τρία πυρπολικά. Εδειλίασεν ο Τοπάλης, εστράφη προς νότον και ετράπη όλος ο στόλος εις αισχράν φυγήν θεωρών τον αρχηγόν του φεύγοντα. Μία κορβέττα, τέσσαρα βρίκια, τέσσαρες γολέτται και πέντε φορτηγά κατέφυγαν εις τον κόλπον· όλα δε τα άλλα ακλούθησαν τον φυγόμαχον καπητάμπασαν, καταδιωκόμενα αισχρώς μέχρι της Κεφαλληνίας. Ουδέποτε, κατά την μαρτυρίαν των Ελλήνων, οι διά παντός δειλοί και ανίκανοι κατά θάλασσαν Τούρκοι εφάνησαν ενώπιον των εχθρών των τόσον ανίκανοι και τόσον δειλοί.

Διαρκούσης δε της καταδιώξεως, πέντε πλοία σπετσιωτικά υπό τον Κυριακόν απεκόπησαν του λοιπού στόλου, ηγκυροβόλησαν προς το εσπέρας έμπροσθεν της πολιορκουμένης πόλεως και απεβίβασαν όσα έφεραν εις χρήσιν της φρουράς τρόφιμα και πολεμεφόδια· την δε επαύριον επανήλθεν όλος ο στόλος εις τον λιμένα, και εισήγαγεν 20 πλοιάρια ένοπλα εις την λίμνην διά του Βασιλαδίου προς καταστροφήν του εχθρικού στολίσκου συνεργεία και των εντοπίων πλοιαρίων. Ο στολίσκος ούτος, αφ' ης ημέρας εφάνη ο ελληνικός στόλος, επλησίασεν εις την ξηράν κατά το μέρος όπου ήσαν οι εχθροί εστρατοπεδευμένοι· την ημέραν δε του κινδύνου ήλθαν επί του παραλίου εκείνου χίλιοι ιππείς και πεζοί προς υπεράσπισίν του· αλλά τα ελληνικά πλοιάρια, επέπεσαν τόσον ορμητικώς, ώστε εντός ενός τετάρτου ώρας εκυρίευσαν επτά, τα δε λοιπά απέφυγαν τον κίνδυνον, καταφυγόντα υπό την σκέπην του επί της αντικρύ ξηράς εχθρικού κανοναστασίου. Κατά την πλοιαριομαχίαν ταύτην εφονεύθησαν επτά Έλληνες και επληγώθησαν τέσσαρες. Επληγώθη θανατηφόρως, θλασθέντος του ποδός υπό κανονοβολής και απέθανε την επαύριον και ο δεκαοκτωετής Μάνθος Τρικούπης, συναγωνιστήν έχων επί του αυτού πλοιαρίου τον έτι νεώτερον αυτού αδελφόν Θεμιστοκλή. Μετά δύο ημέρας επεσκέφθη ο Μιαούλης την φρουράν, και την επαύριον απέπλευσεν, αφήσας 8 πλοία εις διατήρησιν της πολιορκίας του κορινθιακού κόλπου, του αμβρακικού, και της θεσπρωτικής παραλίας μέχρι των Συβώτων.

Η επανειλημμένη αποτυχία των εφορμών του εχθρού εθάρρυνε τους πολιορκουμένους να αντεφορμήσωσι. Πρό τινων ημερών περιεφέροντο έξωθεν του Μεσολογγίου εις ενόχλησιν του εχθρού οι μετά την εν Διστόμω μάχην κατά την 9 Ιουνίου αποσπασθέντες του στρατοπέδου της Ανατολικής Ελλάδος, και μεταβάντες εις την Δυτικήν οπλαρχηγοί, Καραϊσκάκης, Τσαβέλλας και άλλοι. Μετ' αυτών συνενοήθησαν οι εν τη πόλει πότε να πέσωσιν οι μεν έσωθεν οι δε έξωθεν επί τους πολιορκητάς, και καθ' ήν ημέραν κατεστράφη ο εχθρικός στολίσκος, περί την γ' ώραν της νυκτός, δοθέντος του σημείου, έπεσαν 500 επί τους εν ταις υπωρείαις του Ζυγού εσκηνωμένους εχθρούς, εξώρμησαν μετ' ολίγον και 1000 εκλεκτοί της φρουράς οι μεν εκ της ανατολικής πλευράς οι δε εκ του κέντρου, και η προφυλακή αυτών, μη έχουσα άλλο όπλον ειμή το ξίφος, έπεσεν αιφνιδίως εις τα εχθρικά χαρακώματα· οι δε όπισθεν της προφυλακής ερχόμενοι, δις κενώσαντες τα τουφέκια, ώρμησαν και εκείνοι ξιφήρεις, εκυρίευσαν τέσσαρα κανονοστάσια καί τινα των επί της αυτής γραμμής χαρακωμάτων. Πτοηθέντες οι εχθροί εγκατέλειψαν τους προμαχώνας της ανατολικής πλευράς και συνεσωματώθησαν προς την δυτικήν και την βόρειον· οι δε Έλληνες περιφερόμενοι εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου εξιφοκτόνουν, επήραν πολλάς σημαίας και πολλά όπλα και επανήλθαν εις την πόλιν απάγοντες καί τινας των εργαζομένων παρά τοις Τούρκοις Χριστιανών. Υπερτριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες εχθροί· εφονεύθησαν και εκ των ημετέρων 17 και επληγώθησαν 13. Μετά την μάχην ταύτην μετέφεραν οι Τούρκοι τας εν ταις υπωρείαις σκηνάς των επί της πεδιάδος πλησιέστερον του τείχους και τας έστησαν γύρωθεν της σκηνής του Κιουταχή, ήτις διεκρίνετο των άλλων ως η μόνη πρασινόχρους.

Αι αλλεπάλληλοι ήτται και ζημίαι δεν κατεδάμασαν το καρτερόψυχον τούτον άνδρα, αν και ο αριθμός του στρατού του και κατ' εξοχήν των εργατών ωλιγόστευσε μεγάλως. Αποτυχών καθ' όλα τα επιχειρήματά του προσήλωσεν όλην την προσοχήν του και περιώρισε σχεδόν όλας τας πολεμικάς του εργασίας εις ανύψωσιν του όχθου υπεράνω του προτειχίσματος του Φραγκλίνου. Εις μάτην ηγωνίσθησαν οι Έλληνες, σφαιροβολούντες και μυδροβολούντες τους εργαζομένους, να καταστρέψωσι το καινοφανές τούτο και χειροποίητον όρος, το εν είδει προχώματος μηκυνόμενον, πλατυνόμενον και δι' επιθέσεως χωματοφόρων σακκίων και καλαθίων αδιακόπως ανυψούμενον· εις μάτην ώρμησαν την 27 επ' ελπίδι να τρέψωσιν αυτούς εις φυγήν οι φυλάσσοντες το προτείχισμα του Φραγκλίνου, εξ ών εφονεύθησαν 7 και επληγώθησαν 9· η επιμονή του Κιουταχή υπερίσχυσεν όλων των προσκομμάτων, και την 29 υπερυψώθη του προτειχίσματος το τεχνητόν τούτο όρος αναμιμνήσκον το του Αρχιδάμου επί της πολιορκίας των Πλαταιών, και το εις άλωσιν της Τύρου επί Αλεξάνδρου. Αύγουστος Υψώθησαν δ' επί του μετώπου και επί των πλευρών αυτού παραπετάσματα, δι' ων κυριεύσας ο εχθρός την 11 αυγούστου το προτείχισμα του Φραγκλίνου, ήλπιζε να πατήση την πόλιν, αλλ' εψεύσθη των ελπίδων του. Οι Έλληνες, αφ' ης ώρας υπώπτευσαν ότι προς τοιούτον σκοπόν ανηγείρετο το όρος τούτο, όπερ καλούμεν και ημείς εις το εξής κατά τον τειχοποιόν Ύ ψ ω μ α - τ η ς - ε ν ώ σ ε ω ς, απέκοψαν το κινδύνευον εκείνο μέρος εξορύξαντες άλλην τάφρον υπέρ τα 200 βήματα ενδότερον, αρχομένην από της θαλάσσης, εκτεινομένην παραλλήλως προς την παλαιάν τάφρον και συνενουμένην πλησίον του μηνοειδούς προφράγματος. Όπισθεν δε της νέας ταύτης τάφρου κατεσκεύασαν αντιτείχισμα, και έστησαν επ' αυτού άλλα κανονοστάσια, ώστε ο εχθρός, αντί να ευρεθή μετά την άλωσιν του περί ου ο λόγος προτειχίσματος εντός της πόλεως, ως ήλπιζεν, ευρέθη εκτός αυτής, ως και πρότερον, και πολιορκούμενος μάλλον ή παλιορκών, ως τεθείς εν μέσω του πυρός των επί του αντιτειχίσματος και των άλλων των εκ πλαγίου του προτειχίσματος του Φραγκλίνου κανονίων. Όσον δε ανυψούτο υπό των εχθρών το επί της κορυφής του υψώματος της ενώσεως παραπέτασμα, τόσον αντανυψούτο και υπό των Ελλήνων το του αντιτειχίσματος. Αλλ' ο επίμονος και ακάματος Κιουταχής, ιδών ότι δεν κατώρθωσεν ό,τι ήλπιζεν, επεχείρησε ν' ανεγείρη και έσωθεν του προτειχίσματος του Φραγκλίνου άλλο ύψωμα ενώσεως όμοιόν του έξω εις κυρίευσιν του αντιτειχίσματος, και ήνοιξεν υπό το προτείχισμα τρεις λάκκους και τρεις θυρίδας, και δι' αυτών εισεκόμιζε χώματα· εκύλιε δε τα χώματα προς την δεξιάν πλευράν του εσωτερικού περιταφρεύματος, διότι ταύτην εσκόπευε να χώση· καταγινόμενος δε εις τας εργασίας ταύτας κατεσκεύασε και επί της αριστεράς πλευράς του υψώματος της ενώσεως κανονοστάσιον, επιθέσας δύο κανόνια εις προσβολήν του πυργώματος του Κοραή του εις άκρον ενοχλούντος και βλάπτοντος τους εις μετακομιδήν χωμάτων εργαζομένους· αλλ' αι εσωτερικαί του εργασίαι δεν προώδευαν ως άλλοτε αι εξωτερικαί, διότι οι εις ανύψωσιν του νέου προχώματος εργαζόμενοι έκειντο υπό το πυρ των εκ πλαγίου ελληνικών κανονοστασίων. Εις καταστροφήν δε των εργασιών του ώρμησαν 30 της φρουράς του αντιτειχίσματος επί τους προμαχώνας του υψώματος της ενώσεως, ανέτρεψαν μέρος αυτών, εσκόρπισαν τον σωρόν των εισκομιζομένων χωμάτων, και καταπλήξαντες τους φύλακας διά της τόλμης των τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· αλλά δεν εδυνήθησαν να κρατήσωσι την εγκαταλειφθείσαν θέσιν, και μετά ημίωρον πετροπόλεμον επανήλθαν εις τας θέσεις των, οι δε Τούρκοι ανέκτησαν τους προμαχώνας των, και ήρχισαν πάλιν να κυλίωσι χώματα. Κατά την μάχην ταύτην εφονεύθησαν 4 εκ των εξορμησάντων, εν οίς και ο Σπύρος Κοντογιάννης και ο φιλέλλην Ροσνέρος· επληγώθησαν δε 6.