Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 24

Chapter 2456 wordsPublic domain

Η δε των Ελλήνων εντός των δύο πόλεων, αρξαμένης της πολιορκίας, ήτο περίπου τρισχίλιοι οπλοφόροι υπό τους αρχηγούς Στουρνάρην, Μακρήν, Νότην Μπότσαρην, Τσόγκαν, Δηληγεωργόπουλον, Γιαννάκην Ραζοκότσικαν, Ίσκον, Λιακατάν, Σούκαν και άλλους. Ευρέθη επί της ενάρξεως της πολιορκίας του Μεσολογγίου και διέμεινεν εν αυτώ μέχρι τέλους ιουλίου και ο Νικήτας. Η πόλις ήτον υπερασπίσιμος, και τρόφιμα και πολεμεφόδια ικανά είχε, και τα στρατεύματα ήσαν και εμπειροπόλεμα και πλήρη ζήλου· είχε και την θάλασσαν ανοικτήν και δι' αυτής ελάμβανεν έξωθεν ό,τι εχρειάζετο· ανοικτήν είχε την κοινωνίαν και ο Κιουταχής μετά της Ναυπάκτου και Πατρών και ελάμβανε και αυτός εκείθεν ό,τι εχρειάζετο.

Άμα δε στρατοπεδεύσαντες οι εχθροί ήρχισαν να εργάζωνται έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη· επί σκοπώ δε να προφυλάττωνται από των προσβολών των εντός του τείχους ήνοιξαν τάφρον αρχομένην από του καρκινοειδούς προφράγματος, τελευτώσαν εις το κανονοστάσιον του Κυριακούλη και απέχουσαν του τείχους 300 οργυιάς, και την 25 εμβήκαν εις αυτήν και έστησαν άνωθεν σημαίας. Αλλ' η τάφρος δεν εσκάφη όσον έπρεπε βαθεία, διά τούτο τινές αυτών εφονεύθησαν, κανονοβολησάντων των εντός, και πολλοί απεμακρύνθησαν. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας 36 των εν τω Ανατολικώ Σουλιωτών υπό τον Κίτσον Πάσχον και Γιάννην Μπέκαν εξήλθαν προς το μέρος του προφήτου Ηλίου έχοντες βοηθόν και μίαν κανονοφόρον, και ενεδρεύσαντες εφόνευσαν και επλήγωσαν έξ, και απέστειλαν εις Μεσολόγγι μίαν κεφαλήν. Την δε 20 κατασκεύασαν οι Τούρκοι διά νυκτός δύο τετραγωνικάς τάφρους 250 οργυιάς μακράν του τείχους προς το μέρος της κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου Δημητρίου, επί σκοπώ να προσβάλωσιν εκείθεν το προτείχισμα του Φραγκλίνου, τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη. Την αυτήν νύκτα κατεσκεύασαν και κανονοστάσιον πολλά πλατείας έχον κανονοθυρίδας επί του εδάφους της άλλης κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου Αθανασίου, και έν αντιχαράκωμα κατά μέτωπον του καρκινοειδούς προφράγματος. Την ακόλουθον νύκτα ήγειραν καταντικρύ του κανονοστασίου του Ρήγα πρόχωμα όπισθεν της τάφρου. Την 28 μετά μεσημβρίαν έστησαν αντικρύ του μηνοειδούς προφράγματος βομβοβόλον, και έρριψαν κατά πρώτην φοράν πέντε βόμβας, αλλ' ουδεμίαν επροξένησαν ζημίαν. Την νύκτα ήρχισεν εσωτερικός και εξωτερικός κανονοβολισμός διαρκέσας από της β' ώρας μέχρι της η', αλλά και τότε ουδεμίαν βλάβην έπαθαν οι εν τη πόλει. Ο κανονοπόλεμος επανελήφθη και την επιούσαν νύκτα από της β' ώρας μέχρι της στ', αλλ' επίσης και τότε αβλαβής· επανελήφθη και την 30 προ της ανατολής του ηλίου, καθ' ην εχύθη κατά πρώτην φοράν αίμα εντός της πόλεως, σκοτωθέντος ενός και πληγωθέντων πέντε· το εσπέρας ερρίφθησαν έσωθεν και έξωθεν πέντε βόμβαι· εκείνην δε την ημέραν ηυτομόλησεν ο παρά τω εχθρικώ στρατώ Μήτρος Βάγιας και οκτώ στρατιώται. Μάιος Κανονοβολούντες οι εχθροί την 1 μαΐου έβλαψαν τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου. Την αυτήν ημέραν κατεσκεύασαν μεταξύ του προτειχίσματος του Μακρή και του κανονοστασίου του Ρήγα άλλην τετραγωνικήν τάφρον έχουσαν και αυτήν κανονοθυρίδας, την δε νύκτα έρριψαν τέσσαρας βόμβας εις την πόλιν, αντέρριψαν και οι εν τη πόλει πλειοτέρας· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι εχθροί είχαν εις χρήσιν τρία μόνον κανόνια και μίαν 6 δακτύλων βομβοβόλον, ώστε η πυρομαχία ήτον ελαφρά· δεν έπαυαν δε εργαζόμενοι πάσαν νύκτα, και εξημερόνοντο έμπροσθεν του τείχους ποτέ μεν τάφροι, ποτέ δε αντιχαρακώματα, ή προμαχώνες. Εντεύθεν εφαίνετο ότι οι εχθροί ητοιμάζοντο εις στενήν πολιορκίαν, οι δε μετά πολλής φειδούς βομβοβολισμοί και κανονοβολισμοί των εδείκνυαν έλλειψιν εισέτι των εις πυροβολήν αναγκαίων. Την 3 ήρχισαν οι Έλληνες να κατασκευάζωσι μεσότειχα εις προφύλαξιν από των επιρριπτομένων βομβίδων (γρεναδών). Οι δε σημαντικώτεροι των εχθρών μετέφεραν τας σκηνάς των πέραν των ελαιών προς τους πρόποδας των βουνών εις αποφυγήν του ελληνικού πυρός. Εργαζόμενοι οι εχθροί αδιακόπως επροχώρησαν την επαύριον 40 οργυιάς πλησίον του μηνοειδούς προφράγματος διά μέσου τριγώνου τάφρου την νύκτα κατασκευασθείσης· μετά δε την μεσημβρίαν ήρχισε πάλιν ο κανονοβολισμός, καθ' όν εφονεύθη μία γυνή.

Ανοικτός ήτον ο λιμήν του Μεσολογγίου, αλλά συχνάκις εξέπλεαν των Πατρών δύο βρίκια, έν σαμπέκον και έν μίστικoν υπό τον Μαχμούτην και ηνόχλουν τα πλοιάρια των Μεσολογγιτών. Τα πλοία ταύτα εξέπλευσαν και προ ολίγου, υπήγαν μέχρι του Καλάμου εις καταδίωξιν των υπό ελληνικήν σημαίαν πλοιαρίων και επανελθόντα ελλιμένισαν την 4 έμπροσθεν του Μεσολογγίου· αλλά μετ' ολίγας ώρας απεμακρύνθησαν. Την 5 έφερεν ο εχθρός άλλην βομβοβόλον μικροτέραν της πρώτης και άλλο μεγάλον κανόνι· κατεσκεύασε δε και άλλας τριγώνους τάφρους και ήλθε πλησιέστερον του τείχους· κανονοβολών δε την νύκτα της 7 ευστοχώτερον διέρρηξε μέρος του μεγάλου προτειχίσματος· ανήγειρε την αυτήν νύκτα και άλλους προμαχώνας και προχώματα. Την αυτήν νύκτα εξήλθαν ολίγοι Έλληνες εις κατασκόπευσιν του εχθρικού στρατοπέδου, εν οίς και ο Μεσολογγίτης Ρούτσος, όστις εζωγρήθη. Την ακόλουθον ημέραν έβαλαν οι Έλληνες εις χρήσιν άλλο κανονοστάσιον κατασκευασθέν μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Γουλιέλμου Τέλλου, ονομάσαντές το Τοκέλ. Την 11 εξημερώθησαν νέα περιταφρεύματα και προμαχώνες πλησιέστερον του τείχους, και οι εχθροί, κανονοβολούντες επιδεξίως το προτείχισμα του Φραγκλίνου, έρριψαν μέρος της κανονοθυρίδος και επλησίασαν εις το τείχος κατ' εκείνο το μέρος εντός 80 οργυιών· κατεσκεύασαν εν τούτοις και οι Έλληνες άλλο κανονοστάσιον επ' ονόματι Νορμάνου μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Κοραή. Την νύκτα της 16 οι εχθροί επάτησαν την Πλώσταιναν, νησίδιον μεταξύ Μεσολογγίου και Ανατολικού, και επήραν ίππους. Την αυτήν νύκτα κατεσκευάσθη άλλο περιτάφρευμα εχθρικόν αντικρύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, όπου διενοείτο ο εχθρός να τοποθετήση τους σκοπούς του. Την 19 προσωρμίσθη εν τω λιμένι του Μεσολογγίου το ελληνικόν πλοίον, ο Λεωνίδας, φέρον τροφάς και πολεμεφόδια. Την επιούσαν νύκτα επάτησαν οι εχθροί ερημονήσιόν τι, και επήραν τα εκεί βόσκοντα πρόβατα φονεύσαντες τους φυλάσσοντας αυτά δύο ποιμένας, επροχώρησαν δ' εκείθεν και προς την Κλείσοβαν· άλλα δύο ελληνικά πλοιάρια παρευρεθέντα τους απεδίωξαν. Την δε 21 κανονοβολούντες έρριψαν κάτω μέρος του προτειχίσματος του Μπότσαρη· αλλ' οι Έλληνες κατεσκεύασαν διά νυκτός έσωθεν άλλο περίφραγμα και παρεγέμισαν και το πεσόν μέρος. Κατ' εκείνην την περίστασιν εχθρική σφαίρα κατέθραυσε την κεφαλήν του αρχιπυροβολιστού του προτειχίσματος και χρηστού πολίτου Δημήτρη Σιδερή. Την αυτήν ημέραν εξέπλευσαν πάλιν των Πατρών τα τέσσαρα εχθρικά πλοία και εφάνησαν προς τα παράλια του Μεσολογγίου. Ανήχθη και ο Λεωνίδας, αλλά δεν εναυμάχησαν επικρατούσης γαλήνης. Την 23 κατεσκεύασεν ο εχθρός αντικρύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου έτερον περιτάφρευμα 15 οργυιάς μόλις απέχον του τείχους. Την αυτήν ημέραν εξημερώθησαν πάλιν πλησίον του λιμένος τα εχθρικά πλοία. Επέπλευσεν ο Λεωνίδας, και τα ηνάγκασε να μεταπλεύσωσι προς την αντικρύ πελοποννησιακήν παραλίαν· εναυμάχησαν και την επαύριον, και τόσον εβλάφθησαν τα εχθρικά, ώστε ηναγκάσθησαν να επαναπλεύσωσιν εις Πάτρας και να μη εκπλεύσωσι πλέον. Την δε 25 τα κανόνια των εχθρών επετροβόλουν δι' έλλειψιν σφαιρών· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι εχθροί είχαν εν χρήσει οκτώ κανόνια και πέντε βομβοβόλους. Την δε 28 κατεσκευάσθη νέον εχθρικόν κανονοστάσιον αντικρύ του κανονοστασίου του Νορμάννου απέχον 80 οργυιάς. Την αυτήν ημέραν ελλιμένισεν έξωθεν του Μεσολογγίου η αγγλική κορβέττα, Ρόδον. Την δε επαύριον εχάρησαν χαράν μεγάλην οι εν τη πόλει ιδόντες επτά ελληνικά πλοία υπό τον Γεώργην Νέγκαν εντολήν έχοντα να επαναλάβη την πολιορκίαν του κορινθιακού κόλπου. Την αυτήν ημέραν επεσκέφθη ο πλοίαρχος της αγγλικής κορβέττας Άββοτος το τείχος και υπεδέχθη φιλικώς και εντίμως. Την 31 εξήλθαν 20 έλληνες εις σύλληψιν ταύρων πλησίον του ανατολικού μέρους του τείχους, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι. Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου εώρτασαν την ναυμαχίαν του Καφηρέως, και την επαύριον απετελείωσαν νέον κανονοστάσιον επί της δυτικής πλευράς του τείχους επ' ονόματι του Μιαούλη· την αυτήν ημέραν απετελείωσαν και οι εχθροί άλλο, 200 οργυιάς απέχον του κανονοστασίου του Ρήγα.

Την νύκτα δε της 6 ανεκάλυψαν το υδραγωγείον και το έκοψαν· αλλ' οι εν τη πόλει ανεπλήρωσαν την έλλειψιν του ρέοντος νερού ανοίξαντες πολλά πηγάδια ολιγοβαθή αναβλύζοντα πόσιμον νερόν. Την δε 7 περί την δύσιν του ηλίου έπεσεν εχθρική βομβίς εις το κανονοστάσιον του Νορμάννου, διήλθε την κανονοθυρίδα, εξήψε το επικείμενον κανόνι, και έπεσαν τα πέριξ της κανονοθυρίδος. Την 8 δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον ηκούσθησαν πατήματα επί του ρηχού παραθαλασσίου προς το δυτικόν μέρος του τείχους, και οι φυλάσσοντες τα κανονοστάσια του Κυριακούλη και του Σαχτούρη έδραξαν τα όπλα· 300 Τούρκοι πεζοί, πεσόντες εις την θάλασσαν, ήρχοντο προς τα ρηθέντα κανονοστάσια, αλλά φθάσαντες εντός βολής τουφεκίου ανενόχλητοι, τόσον επιδεξίως προσεβλήθησαν και υπό των κανονοστασίων και υπό της επί του νησιδίου της Μαρμαρούς φρουράς, ώστε έστρεψαν τα νώτα κακώς έχοντες. Πρωίας δε γενομένης, εξήλθαν τινες των επί των κανονοστασίων του Κυριακούλη και του Σαχτούρη εις την αντικρύ του νησιδίου ξηράν, και ηύραν όπλα και άλλα είδη ριφθέντα κατά γης υπό των εχθρών επί της φυγής των. Την ημέραν εκείνην ήλθαν εις την πόλιν ο αρχιπυροβολιστής Στιλτσιμβέργης καί τινες άλλοι φιλέλληνες· ήλθαν συγχρόνως μετά τινων οπαδών και ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, ο Μήτσος Κοντογιάννης και ο Γιαννάκης Ράγκος· ήλθε την επαύριον και ο Λάμπρος Βέικος. Οι δε εχθροί, σκοπεύοντες να εμποδίσωσιν εις το εξής πάσαν εκδρομήν των φυλασσόντων την Μαρμαρούν και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη, ανήγειραν την 17 αντικρύ αυτών κανονοστάσιον.

Ενισχυθέντες δε οι της φρουράς υπό των έξωθεν εισελθόντων μαχητών, απεφάσισαν να πέσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον· και ανάψαντες υπόνομον, πρό τινων ημερών υποσκαφείσαν μέχρι των εμπροσθινών του εχθρού οχυρωμάτων, εξώρμησαν την 20 και εκ του κέντρου και εκ των δύο πλευρών ταυτοχρόνως, μυδροβολούντων αδιακόπως των κανονίων· εκατόν εκ των φυλασσόντων τα χαρακώματα εκείνα εχθρών εφονεύθησαν, πέντε εζωγρήθησαν, οι λοιποί διεσκορπίσθησαν, επτά σημαίαι ηρπάγησαν και πολλά όπλα και σκεύη ελαφυραγωγήθησαν· εφονεύθησαν και τρεις Έλληνες και επληγώθησαν ακινδύνως τέσσαρες.

Και μέχρι μεν της ώρας εκείνης το ελικοειδές και λαβυρινθώδες σχήμα των εργασιών απέκρυπτε προς ποίον μέρος του τείχους εμελέτων να ορμήσωσιν οι εχθροί εν καιρώ· αλλ' έκτοτε εφάνησαν διευθύνοντες κυρίως τας εργασίας των προς το μέτωπον, το μεταξύ του κανονοστασίου του Ρήγα και του προτειχίσματος του Φραγκλίνου· διά τούτο ησχολούντο και οι Έλληνες εις ενδυνάμωσιν αυτού. Οι εχθροί συσσωρεύσαντες εν διαστήματι πολλών ημερών προς εκείνο το μέρος χώματα, τα εκύλισαν τόσον πλησίον του χείλους της τάφρου, ώστε και εντεύθεν έτι μάλλον εφάνη, και έκ τινων αυτομόλων εβεβαιώθη, ότι ο εχθρός εμελέτα να χώση δι' αυτών το μέρος εκείνο της τάφρου επί σκοπώ εφόδου. Την ακόλουθον ημέραν ήλθαν εις ενδυνάμωσιν της φρουράς εκ Πελοποννήσου ο Κίτσος και ο Γεώργης Βάγιας· συνεπληρώθη δε ο αριθμός των εντός της πόλεως οπλοφόρων, λήγοντος του ιουνίου, εις 4500. Ο δε Κιουταχής εκανονοβόλει και εβομβοβόλει καθ' ημέραν εκ διάλειμμάτων, αλλ' ουδέν άξιον λόγου εδύνατο να επιχειρήση διά την σπάνιν των εις πολιορκίαν και έφοδον αναγκαίων· θα ευπόρει δε τούτων μετά την άφιξιν του βυζαντινού στόλου. Ολίγην βλάβην επροξένησαν αι εξ αρχής της πολιορκίας μέχρι τέλους του Ιουνίου ριφθείσαι εις την πόλιν σφαίραι και βόμβαι· 40 μόλις ήσαν οι φονευθέντες και άλλοι τόσοι σχεδόν οι πληγωθέντες· έπαθαν δε τόσον ολίγοι, διότι αι βόμβαι, πίπτουσαι επί της απαλής γης της πόλεως, σπανίως έσπων· βαρυτέραν ζημίαν υπέφεραν οι Τούρκοι, και μόνη η ελληνική εφόρμησις της 20 έφθειρε και έβλαψεν υπερδιπλασίους. Αλλ' οι παθόντες υπέρ τους άλλους ήσαν οι δυστυχείς ταφρωρύχοι Χριστιανοί ως μάλλον των άλλων εκτεθειμένοι, αν και οι πολιοφύλακες επροσπάθουν όσον εδύναντο διά το ομογενές και ομόθρησκον να μη τούς βλάπτωσιν.

Ο δε βυζαντινός στόλος κατέπλευσεν, ως προείπαμεν, εις Σούδαν, όπου προκατέπλευσε και ο αιγύπτιος. Μαθόντες δε οι αρχηγοί των εν τω λιμένι της Μήλου ελληνικών μοιρών παρά του εις κατασκοπήν σταλέντος Ζάκα, ότι όλα τα εχθρικά πλοία έκειντο συσσωρευμένα όπισθεν του φρουρίου της Σούδας ατάκτως και απροφυλάκτως, βουλήν έβαλαν να τα καύσωσιν εντός του λιμένος, και επί τω σκοπώ τούτω απέπλευσαν την 29 μαΐου αι δύο ελληνικαί μοίραι. Συνέπλεε δε και ο συναγωνιστής των Ελλήνων Άγγλος, Ιάκωβος Εμερσών. Την εσπέραν της 31 έφθασαν αι δύο μοίραι έξωθεν της Σούδας, όπου απήντησαν, δεκαπέντε εχθρικάς προφυλακίδας, τας προσέβαλαν και τας ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις τον λιμένα· αλλ' ηύραν τα εχθρικά πλοία εν τάξει εις τεσσάρας μοίρας διηρημένα, εξ ών η μία εσάλευεν επί της άκρας του λιμένος του έσωθεν του φρουρίου, αι δύο επί της άκρας και της άλλης εισόδου του νησιδίου δεξιόθεν και αριστερόθεν, η δε τετάρτη εν τω έξωθεν του νησιδίου λιμένι. Ηπόρησαν οι Έλληνες ιδόντες απροσδοκήτως την τάξιν και μετατόπισιν των εχθρικών πλοίων, και την απέδωκαν εις την εξής μυστηριώδη αιτίαν.

Καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν ο ελληνικός στόλος εις Μήλον ευρέθη εκεί η γαλλική γολέττα, Αμάραντος. Ο πλοίαρχος αυτής, επισκεφθείς τον ναύαρχον Μιαούλην, τω είπεν ότι ηγκυροβόλησεν εις ύδρευσιν και ότι εσκόπευε να πλεύση εις Ύδραν ή Ναύπλιον. Ανήχθη, τω όντι, η γολέττα καθ' ήν ημέραν ανήχθη και ο ελληνικός στόλος, αλλ' ευρέθη παρά πάσαν προσδοκίαν, εντός του λιμένος της Σούδας ότε έφθασαν εκεί οι Έλληνες. Εντεύθεν εδόθη αφορμή σφοδράς υποψίας, ότι ο πλοίαρχός της, ανακαλύψας τα σχέδια του ελληνικού στόλου, έσπευσε να τα κοινώση τω καπητάμπασα. Έγεινε δε περί τούτου πολύς λόγος εν Ελλάδι· ένοχον εθεώρησε τον πλοίαρχον και η κυβέρνησις, ήτις, ομολογούσα πάντοτε την προς το γαλλικόν έθνος ευγνωμοσύνην της, παρεκάλεσε την ουδετέραν κυβέρνησιν του να εμποδίση εις το εξής τας τοιαύτας παρεκτροπάς (γ).

Οι δ' Έλληνες, αν και ηύραν τον εχθρόν παρεσκευασμένον, εισήλθαν, την 2 Ιουνίου εις τον έξω λιμένα της Σούδας, όπου ήσαν 40 πλοία και, εναυμάχησαν· διαρκούσης δε, της ναυμαχίας, έρριψαν τρία πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, εις μίαν και την αυτήν κορβέτταν, και το μεν πρώτον απέτυχε, τα δε άλλα δύο εκόλλησαν και την έκχυσαν· έρριψε μετ' ολίγον και ο Πολίτης το πυρπολικόν του, εις άλλην υπό το φρούριον κειμένην και απέτυχεν. Εν ώ δε οι εις το εφόλκιον εμβάντες πυρποληταί ηγωνίζοντο να εκπλεύσωσι, 30 εχθρικαί λέμβοι επέπεσαν και το εκύκλωσαν. Αλλά χάρις εις την ανδρίαν και εμπειρίαν του Πολίτη μία αυτών εβυθίσθη, αι άλλαι απεμακρύνθησαν, και όλοι οι συν αυτώ απέφυγαν τον κίνδυνον και εσώθησαν υπό των εν τω πλοίω του Σαχίνη, εκτεθέντων χάριν αυτών υπό το άσβεστον πυρ του φρουρίου. Μετά δε το συμβάν τούτο τα μεν εχθρικά πλοία έπλευσαν εις τον ενδότερον λιμένα, τα δε ελληνικά προς το ακρωτήριον Μελάχι, όπου διέμειναν όλην την νύκτα. Η δε καείσα κορβέττα είχεν 24 κανόνια και 200 ναύτας, εξ ών τρεις μόνοι εσώθησαν, οι δε λοιποί, οι μεν επνίγησαν ή εκάησαν, οι δε επί των κυμάτων εφονεύθησαν. Εφονεύθησαν και Έλληνες, και άλλοι τόσοι σχεδόν επληγώθησαν. Την επαύριον επανήλθαν τα εχθρικά εις τον έξω της Σούδας λιμένα· αλλ' ιδόντα τα ελληνικά πάλιν εφορμούντα εισέπλευσαν μετά μικρόν κανονοβολισμόν, καθ' όν έπεσεν εις την ξηράν έν εχθρικόν βρίκι. Την ακόλουθον ημέραν και την εφεξής έπνευσεν άνεμος τόσω σφοδρός, ώστε τα ελληνικά διεσκορπίσθησαν, και μόλις την 9 συνήλθαν, 18 εις Βάτικα υπό τον Μιαούλην. Την δε 12 άναψεν αίφνης η πυριτοθήκη του υπό τον Θανάσην Κριεζήν Υδραίον πλοίου, εκάη το πλοίον, και απωλέσθησαν ο πλοίαρχος, ο αδελφός του και 62 ναύται, ό εστιν όλοι οι εν αυτώ παρά δύο πεσόντας εις την θάλασσαν. Είς δε των διασωθέντων τούτων ανέφερεν, ότι ο πλοίαρχος είχεν ως υπηρέτην του νεανίαν τινα Τούρκον, όστις, αγανακτήσας διότι ερραπίσθη την ημέραν εκείνην ως παρήκοος, έρριψε πυρ εις την πυριτοθήκην. Η είδησις του συμβάντος τούτου έφθασεν εις Ύδραν την 13. Εξεμάνη το πλήθος, διότι πολλοί απώλεσαν συγγενείς και φίλους, ήνοιξαν τας εν τω μοναστηρίω φυλακάς όπου εφυλάττοντο οι νεωστί εν Σύρα συλληφθέντες Τούρκοι, και ως αν ήσαν εκείνοι ένοχοι, εσφάγησαν όλοι, μη δυνηθέντων των προκρίτων και των φρονίμων να εμποδίσωσι την απάνθρωπον και ανόσιον ταύτην πράξιν. Ανεπαρκούς δε φανέντος του αριθμού των εν φυλακαίς, συνήθροισεν ο λαός εις τον τόπον της σφαγής όσους άλλους αιχμαλώτους ηύρεν εις υπηρεσίαν οικιών ή πλοίων· διακοσίους δυστυχείς έσφαξεν εν αυτή τη περιπτώσει, δηλαδή όλους όσους είχεν υποχειρίους του· έκρυψε δε ολίγους η φιλανθρωπία τινών και τους παρέδωκε μετ' ολίγον εις αγγλικόν πλοίον σταλέν επί σωτηρία αυτών υπό του Χαμιλτώνος. Φοβηθέντες και οι πρόκριτοι των Σπετσών μη συμβή τοιούτον τι και εν τη νήσω των, παρέδωκαν και ούτοι αυθόρμητοι εις το αυτό πλοίον όλους τους εν αυτή αιχμαλώτους. Κατακρίνοντες, εν δικαία αγανακτήσει τας οχλικάς αθεμιτουργίας, οφείλομεν να σημειώσωμεν, ότι επαλγούσα η ελληνική κυβέρνησις επροσπάθει πάντοτε να διαθέση το κοινόν επί φιλανθρωπώτερον προς τους αιχμαλώτους όχι μόνον διά διαταγών και νουθεσιών, αλλά και δι' αξιοζήλων παραδειγμάτων, διότι τους μεν των αιχμαλώτων Αράβων έδιδεν ως υπηρέτας, τους δε ησχόλει εις εργασίας ανέτους, επιτρέπουσα να καταγίνωνται και εις στρατιωτικάς εξασκήσεις προς διάχυσιν του κοινού· αλλ' οι εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις Αιγύπτιοι, επιδοκιμάζοντας του Ιβραήμη, άλλως πως επολιτεύοντο προς τους αιχμαλώτους, και τους μεν ωνητούς νέους και νέας εδημοπράτουν πληθούσης αγοράς ως κτήνη, τους δε λοιπούς, εξαιρουμένων των επί ανταλλαγή ή εξαγορά κρατουμένων, κατείχαν σιδηροδεσμίους, καθ' ημέραν υπό μάστιγα εργοδιωκτών κοπιώντας και εν σκοτεινοίς και καθύγροις υπογείοις νυκτικήν άνεσιν ζητούντας, έως ου, αποκομιζόμενοι εις Αίγυπτον, ερρίπτοντο επί ζωής εις τα κάτεργα.

Ο δε εν Κρήτη εχθρικός στόλος παρέλαβε τετρακισχιλίους πεζούς, εξακοσίους ιππείς και χιλίους διακόσιους σκάπτας και εργάτας, και ανήχθη την 13 προς αποβίβασιν αυτών εις Νεόκαστρον· συνίστατο δε εις 80 πλοία διαφόρου μεγέθους βυζαντινά, αιγύπτια και αλγερινά. Ανήχθησαν την αυτήν ημέραν και τα 18 ελληνικά και εξημερώθησαν την επιούσαν έξωθεν του Μαλέα· ιδόντα δε τον εχθρόν προχωρούντα ητοιμάσθησαν εις πόλεμον, αν και τόσον ολίγα, προς τόσον πολλά, εναυμάχησαν το δειλινόν, και εβλάφθησαν. Ώρμησεν ο πυρπολητής Μπουντούρης εις μίαν εχθρικήν κορβέτταν, αλλ' άναψεν αίφνης η εν τω εφολκίω του πυρίτις, και εκάησαν όλοι οι ναύται· έφερε και ο Ματρόζος το πυρπολικόν του πλησίον άλλου εχθρικού πλοίου· αλλ', εν ώ εβάστα το φυτίλιον παραφυλάττων την αρμοδίαν ώραν να το ανάψη, ετουφεκίσθη επί του μετώπου και έπεσεν επί του καταστρώματος νεκρός, έπεσε και το φυτίλιον από των νεκρωθεισών χειρών του εις την επί του καταστρώματος πυρίτιδα, και εκάη εις μάτην το πυρπολικόν. Εβλάφθησαν και πολεμικά πλοία των Ελλήνων, και υπέρ παν άλλο το του Σαχίνη, και ολίγον έλειψε να πέση και το μεσαίον κατάρτιόν του. Το εσπέρας έπαυσεν η ναυμαχία, και τα μεν ελληνικά, μη έχοντα άλλα πυρπολικά, κυρίαν δύναμιν του ελληνικού στόλου, έπλευσαν εις Κύθηρα, ο δε εχθρικός στόλος κατευωδώθη αβλαβής εις Νεόκαστρον και απεβίβασε τα στρατεύματα. Μετά δε την απόβασιν, 55 πλοία, εν οίς και 8 φρεγάται, ανήχθησαν, και την 28 εφάνησαν έξωθεν του Μεσολογγίου και ηνάγκασαν τα αποκλείοντα τον κόλπον των Πατρών ελληνικά να πλεύσωσιν εις τα ίδια. Ο εχθρικός στόλος ενίσχυσε την πολιορκίαν, αποβιβάσας εις το τουρκικόν στρατόπεδον αφθόνους τροφάς, παντός είδους πολεμεφόδια και τριακοσίους άξιους ναυμάχους μαυροθαλασσίτας. Οι πολιορκούμενοι δεν απεθαρρύνθησαν, αλλά, καθ' ήν ημέραν εφάνη ο στόλος έξωθεν του Μεσολογγίου, έβαλαν πυρ εις μικράν υπόνομον, και παραφυλάττοντες την στιγμήν καθ' ήν οι Τούρκοι, ακούσαντες την έκρηξιν, ετινάσσοντο εκτός των οχυρωμάτων, τους ετουφέκισαν, τους εμυδροβόλησαν και εσκότωσαν ικανούς. Ο δε Κιουταχής, λυσσών διά το πάθημα τούτο, εκανονοβόλησε και αυτός και εβομβοβόλησε την πόλιν υπέρ το σύνηθες αφ' εσπέρας μέχρι του μεσονυκτίου.