Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 23
Μαθούσα δε η Αυστρία τους προς τους πληρεξουσίους απειλητικούς και φιλοπολέμους λόγους του Αλεξάνδρου, και θέλουσα να τον δυσωπήση, επρότεινε ν' αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία της Ελλάδος, και μη θελούσης της Τουρκίας, καθώς πρό τινων μηνών ανεγνωρίσθη υπό της Αγγλίας, μη θελούσης της Ισπανίας, η των Ισπανικών εν Αμερική αποικιών. Δολία και στρατηγηματική επίνοια εκρίθη η απροσδόκητος αύτη πρότασις της Αυστρίας. Η Αυστρία ήξευρεν, ότι ο Αλέξανδρος χίμαιραν απεκάλει την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, και ότι δεν την εδέχετο ως ανατρέπουσαν τας βάσεις της ιεράς συμμαχίας, ως καταψεύδουσαν όλην την από της συστάσεως αυτής μέχρι τούδε διαγωγήν του, και ως καταστρέφουσαν την πολιτικήν της Ρωσσίας, αποβλέπουσαν αείποτε εις ανέγερσιν εν τη αυτοκρατορία της Τουρκίας υποφόρων και ασθενών, αλλ' όχι και ανεξαρτήτων επικρατειών· πασίγνωστος δε και η προς τους Έλληνας απ' αρχής μέχρι τέλους διαγωγή της Αυστρίας αγωνιζομένης αδιαλείπτως ν' ανατρέψη εκ βάθρων την νέαν πολιτείαν. Ό,τι επεθύμει και ό,τι επροσπάθει η αυλή εκείνη εξ αρχής μέχρι τέλους ήτον η κατάθλιψις της ελληνικής επαναστάσεως διά παντός θεμιτού και αθεμίτου τρόπου· επί δε αιγυπτίας εκστρατείας εις Ελλάδα ήλπιζε την καθυπόταξίν της υπεράλλοτε, και ανήσυχος ο Μεττερνίχος διά το καθ' εκάστην κρατυνόμενον φιλελληνικόν πνεύμα εν Γαλλία απήλθεν εις Παρισίους προς ενίσχυσιν της καθεστώσης αδρανούς πολιτικής (β). Ό,τι δε εδύνατο να σώση την Ελλάδα εν τη δεινή εκείνη περιστάσει ήτο μόνος ο ρωσσικός πόλεμος· τον πόλεμον δε τούτον προθεμένη η Αυστρία διά πάσης θυσίας και διά παντός τρόπου να εμποδίση, όπως δώση καιρόν τω Ιβραημπασά εις κατόρθωσιν του μεγάλου σκοπού, δεν εδυσκολεύετο ν' αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, συλλογιζομένη, ότι δεν θα έσωζε την εν ακμή κινδύνου απροστάτευτον ελληνικήν πολιτείαν η κενή και κούφη αναγνώρισις, εν ώ θα την έσωζε βεβαίως ο ρωσσικός πόλεμος· δεν εσυστάλη δε να φέρη εις παράδειγμα τα της νοτίου Αμερικής, εν ώ έναυλος ήτον εισέτι η βαρεία φωνή της κατά της πολιτικής της Αγγλίας, ήν εμέμφετο προ ολίγου παρρησία και κατεμήνυε προς τας άλλας Δυνάμεις ως καταπατήσασαν διά της αναγνωρίσεως της ανεξαρτησίας των νέων εκείνων πολιτειών τας σωτηρίους αρχάς του θείου δικαίου και της νομιμότητος, και ως θαρρύνουσαν το επαναστατικόν πνεύμα, το διά τόσων θυσιών και κινδύνων καταθλιβέν υπό της ιεράς συμμαχίας· διά τους λόγους τούτους ουδεμιάς σκέψεως αξία εθεωρήθη η μηδέν υγιές κατά τους καιρούς εκείνους έχουσα πρότασις του Μεττερνίχου, όστις ουδέ τότε έπαυε λέγων τοις πάσιν, ότι εθεώρει τους Έλληνας αξίους παντελούς καταστροφής εις σωτηρίαν της Ευρώπης και εις στερέωσιν των αρχών της ιεράς συμμαχίας, Αλλά το αναφανέν τούτο σχίσμα Αυστρίας και Ρωσσίας επέφερε μέγιστον αποτέλεσμα· διέρρηξε τον επί καταπιέσει των λαών χαλκευθέντα ζυγόν της ιεράς συμμαχίας· η σκηνή δε, εις ην παριστάμεθα, είναι η τελευταία του βίου της συμμαχίας ταύτης.
Εν τούτοις έπεσεν απροσδοκήτως εν μέσω των Ελλήνων έγγραφον λέγον, μετά τινας διεξοδικάς παρατηρήσεις, τα εξής· «Το ελληνικόν έθνος δυνάμει της παρούσης πράξεως θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της εαυτού ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας, και πολιτικής υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της μεγάλης Βρεττανίας (γ).
Το αναφανέν τούτο έγγραφον, το εν ξένη γλώσση συνταχθέν και κακώς εξελληνισθέν, εξέπληξε τους πλείστους των εν τοις πράγμασι, αγνοούντας πόθεν και προς τίνα σκοπόν ανεφάνη.
Αφ' ού μετεβλήθη επί το φιλελληνικώτερον η αγγλική πολιτική, οι φιλογενείς Ζακύνθιοι, Ρώμας, Στέφανος και Δραγόνας εσύστησαν εν Ζακύνθω επιτροπήν και ειργάζοντο όπως εδύναντο εις ωφέλειαν της κινδυνευούσης Ελλάδος. Όστις γνωρίζει πώς διοικείται η Επτάννησος, δεν έχει ανάγκην να πεισθή ότι τοιαύτη επιτροπή δεν ήτο δυνατόν να συστηθή άνευ της πλήρους συγκαταθέσεως του μεγάλου αρμοστού, ουδ' ημπορεί ν' αμφιβάλη ότι ο μέγας αρμοστής και επέβλεπε πάντοτε, και διεύθυνε πολλάκις τας πράξεις αυτής. Η επιτροπή εφαίνετο ως οίκοθεν συντάξασα το περί ου ο λόγος έγγραφον, και λήγοντος του ιουνίου του 1825 εξαπέστειλε δύο παρόμοια, το μεν εις Πελοπόννησον διά του Χρήστου Ζαχαριάδου, το δε εις Ύδραν διά του Παναγιώτη Λεωνταρίτη επί ρητή εντολή να τα υπογράψωσιν οι Έλληνες υπό την προεδρίαν το μεν του Μιαούλη το δε του Κολοκοτρώνη άνευ παραμικράς προσθαφαιρέσεως ως τα μόνα σωτήρια· δεν εκρίθη δ' εύλογον να σταλώσι κατ' ευθείαν προς την κυβέρνησιν, διότι ως κυβέρνησις δεν εδύνατο, δι' ους είπαμεν συνταγματικούς λόγους, να τα δεχθή. Δεν συνίστα δε τα έγγραφα ταύτα τόσον η ρητή παραγγελία της εν Ζακύνθω επιτροπής, όσον ο επικείμενος κίνδυνος της πατρίδος. Αλλ', αν και πολύς ήτον ο κίνδυνος, οι μεν των προκρίτων της Πελοποννήσου, ους ηύρεν ο Ζαχαριάδης κατά την Άλωνίτσαιναν, ήθελαν, οι δε δεν ήθελαν να υπογράψωσι την πράξιν όπως ήτο συντεταγμένη· αφ' ού όμως ο Ιβραήμης τους διεσκόρπισε και κατά την Αλωνίτσαιναν και κατά τα Μαγούλιανα, όλοι απηλπίσθησαν, και συνελθόντες οι πλείστοι αυτών εις Λαγκάδια μετά την τροπήν εδέχθησαν την πράξιν ως αναγκαίον κακόν, την υπέγραψαν, και προσυπέγραψαν και ονόματα απόντων. Ομόφωνοι υπέγραψαν την πράξιν ταύτην και οι Υδραίοι, και οι λοιποί Νησιώται, και οι Στερεοελλαδίται, και τα μέλη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, και όλος ο ανώτατος κλήρος, και απαξάπαντες οι γνωστοί Έλληνες εκτός του Υψηλάντου, του Κωλέττου (δ), του Κουντουριώτου, του Γκούρα και δύο τριών βουλευτών. Τα έγγραφα ταύτα, φέροντα έτος 24 Ιουλίου 1825, εστάλησαν κατά την παραγγελίαν της εν Ζακύνθω επιτροπής εις Λονδίνον διά του πλοίου, Κίμωνος, του υπό τον Δημήτρην Μιαούλην, υιόν του ναυάρχου. Τόση δε ήτο κατ' εκείνον τον καιρόν η αμηχανία των Ελλήνων, και τόση και αυτού του στρατιωτικού η αθυμία, ώστε εζήτησε συγχρόνως η κυβέρνησις, αν και επί ματαίω, την άδειαν των Αρχών της Μάλτας και της Επταννήσου εις στρατολογίαν εκ του προχείρου εντός των τόπων εκείνων, και την εις Ελλάδα έξοδον του εμπειροπολέμου Άγγλου Ναπιέρου, διοικητού της Κεφαλληνίας, εις εμψύχωσιν του στρατιωτικού της. Τα έγγραφα ταύτα παρώργισαν τον Ρόσχην, διότι εματαίωσαν όλα τα σχέδια του. Ούτος και Αμερικανός τις, Τουνσένδος Βάσιγκτων, αυτοχειροτόνητος επίτροπος των φιλελληνικών εταιριών της Αμερικής, τόσον εθρασύνθησαν, ώστε έστειλαν την 16 ιουλίου προς τα μέλη του νομοτελεστικού απρεπή και μωράν διαμαρτύρησιν· αλλ' η φιλελληνική εταιρία των Παρισίων κατέκρινεν επισήμως την διαγωγήν του επιτρόπου της Ρόσχη, παραβάντος τας οδηγίας της. Αξιοπαρατήρητον δε είναι, ότι ο επίτροπος ούτος, εν ώ ηγωνίζετο εις ανατροπήν του ενυπάρχοντος πολιτικού συστήματος της Ελλάδος διά της αναγορεύσεως βασιλέως, ήλεγχε τους άλλους ως παραβάτας αυτού. Ωργίσθησαν επί τη πράξει της αγγλικής προστασίας και οι το αυρηλιανόν σχέδιον ασπαζόμενοι Έλληνες, και επροσπάθησαν δι' αποστολών και αναφορών εις Παρισίους εν μέσω καταδιώξεων, φυλακίσεων και εξοριών το μεν σχέδιόν των να πραγματοποιήσωσι, την δε πράξιν της προστασίας να ματαιώσωσιν.
Η δε αγγλική κυβέρνησις, άμα λαβούσα την περί ης ο λόγος πράξιν, την απέρριψε παρά πάσαν προσδοκίαν των Ελλήνων, γράψασα προς τους αποστείλαντας αυτήν Μιαούλην και Κολοκοτρώνην ότι η παραδοχή της θα επέφερε πόλεμον αυτής και της Τουρκίας πάντη αδικαιολόγητον· επρόσφερε δε ως και άλλοτε την φιλικήν της μεσολάβησιν εις συμβιβασμόν. Εις τι άρα η υποκίνησις πράξεως απορριφθείσης;
Διττήν προέθετο η αγγλική κυβέρνησις πρόθεσιν ρίψασα εις το μέσον των Ελλήνων διά του μεγάλου αρμοστού την πράξιν ταύτην· την ανατροπήν του σχεδίου υπέρ της αναγορεύσεως του υιού του δουκός της Αυρηλίας, και την αποτροπήν παντός παρά γνώμην αυτής κινήματος της Ρωσσίας επί του ελληνικού ζητήματος. Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος η Αγγλία εφοβείτο την μοναδικήν και ένοπλον παρέμβασιν της ρωσσικής αυλής εις την ελληνοτουρκικήν πάλην· αν δε και εφαίνετο έχουσα πεποίθησιν εις τους ειρηνικούς σκοπούς του Αλεξάνδρου, εφοβείτο πάντοτε την εις τον κατά των Τούρκων πόλεμον ροπήν όλης της Ρωσσίας υπέρ των πασχόντων ομοθρήσκων της· ανησύχαζε δε και διά την προ ολίγου επελθούσαν δεινήν διαφωνίαν αυτής και του αυτοκράτορος επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων, και διά την διακοπήν πάσης εις το εξής των δύο κυβερνήσεων συνδιασκέψεως περί του τουρκοελληνικού ζητήματος. Είναι αληθές ότι οι Έλληνες δεν εδέχθησαν την υπέρ του υιού του δουκός της Αυρηλίας πρότασιν και εζήτησαν τας συμβουλάς του Κάννιγγος, αλλ' ότε υπεκινείτο η πράξις αύτη, ηγνόει η αγγλική κυβέρνησις την απόρριψιν της προτάσεως και την αποστολήν του Σπανιωλάκη· ηγνόει και ο μοίραρχος Άγγλος ο υπενεργήσας την αποστολήν του Σπανιωλάκη, την πράξιν της προστασίας.
Αλλ' έπραξε καλώς ή κακώς αιτησαμένη η Ελλάς την αγγλικήν προστασίαν; Τα πράγματα απέδειξαν ότι έπραξε καλώς. Φόβος κατέλαβε πολλούς των Ελλήνων μήπως η Αγγλία εκυρίευε δυνάμει της πράξεως ταύτης την Ελλάδα, και κατεστρέφετο τοιουτοτρόπως η ανεξαρτησία της· αλλ' ο άλογος ούτος φόβος ουδαμώς κατέλαβε τους οξυδερκεστέρους των Ελλήνων, βλέποντας ότι, αν έπραττε τοιούτον τι η Αγγλία, επροκάλει καθ' εαυτής δικαίως την αγανάκτησιν, ίσως και τον πόλεμον των Δυνάμεων της Ευρώπης, και το μίσος όλων των λαών· εμέμφθησάν τινες τους Έλληνας, ότι, αναγκασθέντες να επικαλεσθώσι ξένην υπεράσπισιν, δεν επεκαλέσθησαν την της Ευρώπης όλης· μήπως δεν έστειλαν προς τους εις Βερώνην συνελθόντας άνακτας ικέτας, ους ουδέ της παρουσίας των ηξίωσαν; μήπως δεν επεκαλέσθησαν την μεσολάβησιν της αυλής της Ρώμης προς τας άλλας χριστιανικάς αυλάς και εισηκούσθησαν; ανάγκη άρα πολιτική ήτο να προτιμήσωσι την ευμενέστερον προς αυτούς διακειμένην· και τοιαύτη ήτον, ως απεδείξαμεν, η αγγλική κυβέρνησις. Κινήσαντες οι Έλληνες το φιλότιμον της κυβερνήσεως ταύτης εκίνησαν συγχρόνως και την ζυλοτυπίαν των αντιζήλων της, και ούτως η Ελλάς όχι μόνον δεν έπαθεν αιτησαμένη την υπεράσπισιν μιας και μόνης, αλλά ωφελήθη τα μέγιστα διά των ενεργειών και αυτής και των άλλων.
Η δε Αγγλία, θέλουσα να καταπραΰνη την εφ' ης ενηργούντο υπεροργισθείσαν κατ' αυτής Πύλην, εξέδωκε την 18 σεπτεμβρίου, εις νέαν ένδειξιν της ουδετερότητός της, διάταγμα απαγορεύον πάσαν επί ξένη υπηρεσία στρατολογίαν (την του Κοχράνου) και πάσαν επί εξαμηνίαν εξαγωγήν πολεμικής ύλης εις χρήσιν των διαμαχομένων (των Ελλήνων)· αλλά το διάταγμα τούτο ούτε τους Έλληνας ως μη ενεργηθέν έβλαψεν, ούτε την Πύλην, βλέπουσαν ότι όσα επράττοντο δεν ήσαν όσα ελέγοντο, κατεπράυνεν.
Παύσασα δε η Πύλη επί τη εις Κωνσταντινούπολιν αφίξει του Μιντσιάκη να φοβήται την Ρωσσίαν ως φιλοπόλεμον, ήρχισε να την καταφρονή ως φιλειρηνικήν· τόσον δε εθρασύνθη, ώστε, λαβούσα σφοδρόν έγγραφον του επιτετραμμένου τούτου εις ταχύν συμβιβασμόν των εισέτι ασυμβιβάστων ρωσσοτουρκικών διαφορών ουδέ καν ν' απαντήση ηξίωσεν. Εδυσφόρησεν ο αυτοκράτωρ επί τη σιωπή ταύτη, εμέμφθη αυτός εαυτόν διά την πολλήν του μακροθυμίαν, έδειξε διάθεσιν να μεταβάλη την πολιτικήν του επί το πολεμικώτερον. Παρήγγειλε τοις εν Λονδίνω, Παρισίοις, Βιέννη και Βερολίνω αντιπροσώποις του να εξετάσωσι τας προς τούτο διαθέσεις των αυλών παρ' αις έδρευαν, και διέταξε τον Μιντσιάκην να διαμαρτυρηθή κατά της διαγωγής της Πύλης. Διεμαρτυρήθη ο Μιντσιάκης αλλά και η διαμαρτύρησις αύτη έμεινεν αναπάντητος. Ο δε αυτοκράτωρ, οργισθείς επί τη περιφρονήσει ταύτη και κατά της συμμαχίας, ήτις δεν τον υπεστήριζε, και κατά της Πύλης, ήτις τον παρήκουε, και πεισθείς εξ αυτής του της πείρας, ότι ανωφελώς ηγωνίζετο διαπραγματευόμενος, εξήλθε της Πετρουπόλεως προς επιθεώρησιν του υπερεπιθυμούντος τον κατά της Τουρκίας πόλεμον πολυαρίθμου στρατού του, και προς επίσκεψιν των μεσημβρινών επαρχιών του, αίτινες ένεκα της προς την ναυτιλίαν και το εμπόριόν των δυσμενούς διαγωγής της Πύλης έπαθαν υπέρ τας άλλας της αυτοκρατορίας του· εξέλαβαν δε την περιοδείαν ταύτην και αυλαί και λαοί δικαίως ως προαγγέλλουσαν τον πόλεμον. Αλλ' ασθενήσας ο αυτοκράτωρ επί της περιοδείας απεβίωσεν εν Ταγανρόκω την 19 νοεμβρίου.
Ουδέποτε ίσως άλλοτε αι των αυλών προς αλλήλας σχέσεις ήσαν τόσον ανώμαλοι όσον επί των παραμονών του μεγάλου τούτου συμβάντος· ως πομφόλυγες τα της ιεράς συμμαχίας, ως είδαμεν, διερράγησαν, και τα μέλη αυτής δεν συνεννοούντο ως άλλοτε· ο φιλειρηνικός Αλέξανδρος, παρωργισμένος διά την προς ά εβουλεύετο δυσμενή διάθεσιν των άλλων ανάκτων, εφιλοπολέμει και διέταττε τους πρέσβεις του να μη πολιτικολογώσιν εν ταις διπλωματικαίς συντυχίαις των· ανήσυχος η Αυστρία εμεθοδεύετο πώς να καταπραΰνη τον Αλέξανδρον, και πώς να παρατείνη προς βλάβην των Ελλήνων τον αγώνα των, ον ήθελεν ο Αλέξανδρος να παύση· επί τω σκοπώ δε τούτω επρότεινε νέας, ανωφελείς, και απαραδέκτους συνδιαπραγματεύσεις· η Γαλλία κατεγίνετο να συνάψη τα διεστώτα· η Πρωσσία μόνη ερρώσσιζε και εμέμφετο τας άλλας αυλάς ως προκαλούσας μάλλον διά της προς την Ρωσσίαν διαγωγής των ή εμποδιζούσας τον πόλεμον, αλλά και αύτη δεν συνεμάχει· η δε Αγγλία εδυσφόρει απομεμονωμένη· εταράττετο δε υπέρποτε, διότι έβλεπε την Ρωσσίαν ετοίμην εις πόλεμον, ον ήθελε να εμποδίση παντοίοις τρόποις, και επεθύμει αξιοπρεπή απαλλαγήν από της μεμονωμένης θέσεώς της διά τινος συνεννοήσεως μετ' αυτής, μεθ' ης και μόνης διενοείτο να εργασθή του λοιπού εις λύσιν του ελληνοτουρκικού ζητήματος, πεπεισμένη ότι αι άλλαι αυλαί ή θα παρηκολούθουν, ή δεν θ' αντέπρατταν. Προθύμως έκλινεν ο εν Λονδίνω πρέσβυς της Ρωσσίας το ους εις τους διαλλακτικούς λόγους του Κάννιγγος, αι δύο αυλαί διηλλάγησαν, και ο εν υπολήψει παρά τω Αλεξάνδρω λόρδος Στραγφόρδος, ο επ' αδεία μεταβάς πρό τινος καιρού εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Λονδίνον, απεστάλη πρέσβυς παρ' αυτώ εις πασιφανές δείγμα διαλλαγής.
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.
&Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου. — Περίοδος πρώτη.&
ΑΠΟΔΙΔΟΥΣΑ η Πύλη τας μέχρι τούδε επανειλημμένας αποτυχίας της εις την ανικανότητα των πολεμάρχων της ανέδειξε το έτος τούτο Ρούμελη-βαλεσήν τον Ρεσήτ- Μεχμέτπασαν, τον και Κιουταχήν. Διεκρίθη, ως είδαμεν, ο ανήρ ούτος ως δραστήριος και φιλοκίνδυνος και επί της μάχης του Πέτα, και επί της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, καθ' ην, αν εισηκούετο, η πόλις έπιπτεν. Η Πύλη τω έδωκεν επί της εκστρατείας ταύτης πάσαν εξουσίαν και αφθόνους πόρους, μετέθεσε τον αντίζηλόν του Βρυώνην από της σατραπείας του Μπερατίου εις την της Θεσσαλονίκης, και τω είπεν επί τω διορισμώ του, «ή - τ ο - Μ ε σ ο λ ό γ γ ι - ή - τ η ν - κ ε φ α λ ή ν - σ ο υ». Ο νέος δε ούτος αρχιστράτηγος κατέβη εις Λάρισσαν τον ιανουάριον και εκείθεν μετέβη εις Ιωάννινα, όπου κατεγίνετο να παύση τας ταραχάς της Αλβανίας και στρατολογήση επί αδρώ και τακτώ μισθώ.
Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου περιεγράψαμεν το τείχος του (α). Έκτοτε εδυναμώθη και έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Κοκκίνη· εκαθαρίσθη δε, επλατύνθη, και εβαθύνθη και η τάφρος. Επαιρόμενος ο τειχοποιός ούτος ειδοποίει επισήμως τον διευθυντήν της Δυτικής Ελλάδος, Μαυροκορδάτον, ότι «ικανόν ήτο το έργον του ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν, και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν και εξεπλάγησαν». Ουδέν είχε βεβαίως το έργον τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον ειδήμονα· ουδ' αυτό το τείχος ήτον εύκτιστον και αν μεθ' όλης της ατελείας του η πόλις δεν ηλώθη υπό των πολεμίων ειμή καθ' ήν ημέραν εγκατελείφθη υπό των υπερμάχων, συνέβη τούτο, διότι «άνδρες η πόλις, ου τείχη».
Το τείχος είχεν επί της ενάρξεως της πολιορκίας ταύτης σχήμα επτάγωνον. Προς το κέντρον, το προς άρκτον, έκειτο το προτείχισμα του Μπότσαρη· προς δυσμάς δε του κέντρου κατά σειράν το πύργωμα του Κοραή, το προτείχισμα του Φραγκλίνου, το κανονοστάσιον του Βύρωνος, τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη. Έκειτο επί της αυτής σειράς αλλ' επί του παρακειμένου νησιδίου της Μαρμαρούς και το κανονοστάσιον του Σαχτούρη· προς ανατολάς δε του κέντρου έκειντο το προτείχισμα του Μακρή, το μηνοειδές πρόφραγμα του Γουλιέλμου της Οραγγίας (β), τα κανονοστάσια του Ρήγα και του Αντωνίου Κοκκίνη, τα καρκινοειδές πρόφραγμα του Μονταλεμβέρτου και τα κανονοστάσια του Σιεφέλδου, του Κανάρη και του Σκενδέρμπεη. Εφ' όλου δε του τείχους έκειντο 48 κανόνια σιδηρά, διαφόρου ολκής μέχρι 48 λιτρών, και 4 βομβοβόλοι, εξ ών αι δύο είχαν διάμετρον 10 δακτύλων, αι δε άλλαι η μεν 5 η δε 4 2/5.
Ακουσθείσης της εχθρικής ταύτης εκστρατείας, έσπευσεν η κυβέρνησις να στείλη εις διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος τριμελή επιτροπήν εκ των βουλευτών, Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, Γεωργίου Καναβού και Δημητρίου Θέμελη. Η επιτροπή αύτη αφίχθη εις Μεσσολόγγι την 12 απριλίου και ησχολήθη σπουδαίως εις τακτοποίησιν της υπηρεσίας.
Είχεν ήδη διατάξει η τοπική διοίκησις εν καιρώ στρατεύματα υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Τσόγκαν και άλλους προς φρούρησιν του Καρβασαρά, της Βονίτσης και των στενών του Μακρυνόρους, και τα στρατεύματα ταύτα υπήκουσαν. Αλλά, στρατευσάντων των εχθρών προς το Μακρυνόρος, ελειποτάκτησαν οι φυλάσσοντες τας θέσεις εκείνας, εγκατέλειψαν και οι άλλοι τας επί της δεξιάς όχθης του Αχελώου, ώστε οι εχθροί διέβησαν την 23 μαρτίου ανεμπόδιστοι το Μακρυνόρος, και έπεσαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Γάλτον και Ξηρόμερον· οι δε τρισάθλιοι κάτοικοι διεσκορπίσθησαν ως και άλλοτε· αλλ' ηύραν ήδη καταφύγιον έτοιμον και ασφαλές, το υπό την Επτάννησον πολιτείαν νησίον του Καλάμου. Οι εχθροί ούτε επί της ποταμοπορείας του Αχελώου ούτε πέραν αυτού ηύραν αντίστασιν, διότι όσον ούτοι επροχώρουν, τόσον οι Έλληνες υπεχώρουν προς τας πόλεις Μεσολογγίου και Ανατολικού, Απρίλιος και τοιουτοτρόπως έφθασε την 11 απριλίου ατουφέκιστος πολυάριθμος προφυλακή απέναντι του Ανατολικού· την δε 15, εφάνη μέρος αυτής και έξωθεν του Μεσολογγίου· επί δε τη εμφανίσει εξήλθαν τινες των εντός, ηκροβολίσθησαν και επανήλθαν εις την πόλιν· εξήλθαν και την επιούσαν και ηκροβολίσθησαν ως και την προτεραίαν. Εφονεύθησαν δε τας δύο ταύτας ημέρας δύο σημαιοφόροι, ο μεν Έλλην, ο δε Τούρκος· επληγώθησαν και οκτώ Έλληνες και άλλοι τόσοι εχθροί. Ενεδρεύσαντες οι Έλληνες κατά το Κεφαλόβρυσον εσκότωσαν την ακόλουθον ημέραν έξ εκ των διαπορευομένων εχθρών.
Διηγούμενοι τα της πολιορκίας του Ανατολικού επί του 1823, είπαμεν ότι το νησίον εκείνο δεν είχε γλυκύ νερόν, και ότι οι κάτοικοι ηρύοντο το εις χρήσιν των από τινος πηγής επί της ξηράς. Η πηγή αύτη εφρουρείτο επί της εισβολής των εχθρών υπό των Ελλήνων· αλλά την 17 εγκατελείφθη και εκυριεύθη υπό των εχθρών, και έκτοτε η έλλειψις του νερού εγένετο λίαν επαισθητή εν τη πόλει. Την δε 15 είς των στρατιωτών, κατοικών παράλιον οικίαν, έπεσεν εις την έμπροσθεν αυτής θάλασσαν, ίνα κολυμβήση· κατά τύχην έπιεν ολίγον νερόν και το ηύρε παρά πάσαν προσδοκίαν γλυκύ· ανήγγειλε τούτο τοις εν τη πόλει, έτρεξαν τα πλήθη εις τον αιγιαλόν, το εγεύθησαν, και ευρόντες το και αυτοί γλυκύ, εγέμισαν όλα τα αγγεία των· γλυκύ διέμεινε και τας δύο ακολούθους ημέρας· και οι μεν εξηγούντες το πράγμα φυσικώς είπαν ότι κατέρρευσεν εκ των πλησίον υψωμάτων και εφέρετο επί του αλμυρού ως ελαφρότερον, οι δε ευλαβέστεροι επίστευσαν ότι ήτον αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου, του μεταποιήσαντος επί Μωυσέως το πικρόν ύδωρ εις γλυκύ και κορέσαντος τον λαόν αυτού διψώντα.
Την δε 23 απεκλείσθη στενώς η πόλις του Μεσολογγίου. Άδηλος ο ακριβής αριθμός των εισβαλόντων εχθρών αλλά διανεμομένων 50,000 σιτηρεσίων εις υπομισθίους, υπελογίζοντο 35,000 οι οπλοφόροι· παρηκολούθουν δε και 3000 σκάπται και εργάται Χριστιανοί. Εκ των οπλοφόρων δε τούτων 2000 κατέλαβαν το Μακρυνόρος· 3000 την Λάσπην, τον Μαχαλάν και τον Καρβασαράν· 3500 την Γουριάν, όπου αι αποθήκαι· 4000 τα κατ' ανατολάς και κατά δυσμάς του Ανατολικού· 2500 τα Σάλωνα και το Πετροχώρι, και 20,000 επολιόρκουν την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου διέμενε και ο αρχιστράτηγος· μετεφέροντο δε εν καιρώ ανάγκης και άλλοι άλλοθεν πολεμισταί εις ενίσχυσιν της πολιορκίας και συχνάκις μετεκινούντο εκ των διαφόρων θέσεων. Οι συγκροτούντες δε τον στρατόν τούτον ήσαν Ασιανοί, Ρουμελιώται, Αλβανοί και Γκέγκαι. Τοσαύτη και τοιαύτη ήτον η δύναμις των εχθρών.