Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 21
Εν τούτοις, οι απόντες του μετοχίου Έλληνες επανήλθαν εις αυτό εν καιρώ, και, πριν εφορμήσωσιν οι Τούρκοι, εφώρμησαν, τους επολέμησαν και τους απεμάκρυναν. Τριακόσιοι ήσαν οι φυλάττοντες συνήθως τα επάνωθεν της μονής οχυρώματα, αλλά, καθ' ην ώραν επέπεσαν οι Τούρκοι, ήσαν μόνον 70, διότι οι προεξελθόντες εις οπωρισμόν δεν επρόφθασαν να επανέλθωσι· διά τούτο εκυριεύθησαν ταύτα ευκόλως υπό των Τούρκων, εφονεύθησαν 11 Έλληνες και εζωγρήθησαν 3, εν οίς και ο Γεώργης Κοσμάς, οι δε λοιποί εσώθησαν υπό την σκέπην του πυρός των εν τη μονή συναθλητών. Αδιάκοπος δε και βαρύς ήτον ο πόλεμος και προς την θέσιν της μονής, όπου επέπεσαν οι πλειότεροι των Τούρκων, και τόσον επλησίασαν, ώστε εκυρίευσαν την έμπροσθέν της τοιχόκλειστον άμπελον, και επολέμουν τους εχθρούς των εκείθεν στήσαντες έμπροσθεν αυτών τας σημαίας των αλλ' επελθούσης της νυκτός, εξεκόπησαν 170 Σουλιώται εκ των εν τω μετοχίω, έτρεξαν εις βοήθειαν των πασχόντων εν τη μονή, και φθάσαντες πλησίον των εχθρών καθημένων εντός των εν τη αμπέλω οχυρωμάτων, εφώναξαν «Σηκωθήτε σεις να καθήσωμεν ημείς». Οι Τούρκοι τους ύβρισαν, οι Σουλιώται ηρεθίσθησαν, επυροβόλησαν, και επέπεσαν, προηγουμένου του αξίου τοιούτων πολεμιστών Δράκου· απεκρύπτετο δε η μικρότης του αριθμού των υπό το σκότος της νυκτός και υπό τους περί το νυκτοπολεμείν επιδεξίους τρόπους των Σουλιωτών. Εκφοβηθέντες οι Τούρκοι επί τη απροσδοκήτω ταύτη και ακαθέκτω ορμή, ήρπασαν τας σημαίας των, ανεχώρησαν, αν και ασυγκρίτως πολυαριθμότεροι, και ανέβησαν προς τα άνωθεν της μονής οχυρώματα. Οι δε Σουλιώται ήνοιξαν τοιουτοτρόπως την αποκλεισθείσαν μονήν και απήλλαξαν τους συναδέλφους των του επικειμένου κινδύνου. Τούτου δε γενομένου, 40 των Σουλιωτών υπό τον Δράκον επρόβαλαν να πέσωσι την αυτήν νύκτα επί τινα άλλα εχθρικά οχυρώματα κάτωθεν της μονής, αν ήθελαν και άλλοι να συναγωνισθώσιν 150 των εντός της μονής, εν οίς και ο αρχηγός αυτών Γκούρας, αφιλοτιμήθησαν να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' ιδόντες το μέγεθος του κινδύνου εκ του πλησίον παρητήθησαν. Μόνοι δε οι υπό τον Δράκον 40, πλήρεις τόλμης, επέπεσαν, πέντε εχθρικά οχυρώματα το έν κατόπιν του άλλου επάτησαν, και τους εν αυτοίς έτρεψαν· αλλ' οι εν τω έκτω παρατηρήσαντες, ότι οι επελθόντες ήσαν τόσον ολίγοι, αντέστησαν, και πολεμούντες και ελέγχοντες μεγαλοφώνως τους συναδέλφους των φεύγοντας απέμπροσθεν τόσων ολίγων, τους εθάρρυναν, επανέφεραν πολλούς αυτών εις τας θέσεις των, και οι Έλληνες επί τη επαναστροφή των ανεστάλησαν. Την αυτήν νύκτα οι Τούρκοι επανήλθαν εις Σάλωνα· και οι μεν εν τη μονή Έλληνες άφησαν την θέσιν εκείνην, ως επικίνδυνον, οι δε Σουλιώται καί τινες άλλοι, συναριθμούμενοι 1200, διετήρησαν την του μετοχίου. Όλοι δε οι πεσόντες Έλληνες επί των συμπλοκών της 17 ήσαν 35, οι δε ζωγρηθέντες 3, οίτινες εδραπέτευσαν μετ' ολίγας ημέρας και διεσώθησαν εις το εν τω μετοχίω στρατόπεδον. Μετά τα συμβάντα ταύτα οι Τούρκοι δεν εκινήθησαν κατά των Ελλήνων· αλλ' οι Έλληνες δεν εκάθησαν αργοί, και ενεδρεύοντες έβλαπταν τους εχθρούς. Αποσιωπώντες συντομίας χάριν τας ολιγωτέρου λόγου αξίας άλλας ενέδρας των αναφέρομεν την εξής. Οι Τούρκοι διετήρουν και άλλας θέσεις και την της Τοπόλιας. Επιφωσκούσης της ημέρας του μπαϊραμίου, καθ' ην έμελλεν ο αρχηγός της φρουράς εκείνης να υπάγη εις Σάλωνα προς χαιρετισμόν του πασά, ο Θανάσης Ντούσας, παραλαβών ολίγους συμπατριώτας του, κατέβη εις την μεταξύ Τοπόλιας και Σαλώνων πεδιάδα προς το μέρος όπου υψούνται επί της οδού δύο βράχοι, και κατέλαβε το εκεί σωζόμενον ερείπιον του μύλου και έν άλλο αντικρύ αυτού προς την Τοπόλιαν. Το πρωί όλος αργυροστόλιστος ο αρχηγός της ρηθείσης φρουράς και εν λαμπρά συνοδία διαβαίνων έπεσεν εις την ενέδραν, εφονεύθη και εσκυλεύθη. Μαθούσα η εν τη χωρίω της Τοπόλιας φρουρά το γεγονός εκινήθη κατά των φονέων του αρχηγού της· αλλ' ούτοι, πριν φθάσωσιν εκείνοι, επανήλθαν αβλαβείς εις το μετόχιον.
Οκτώβριος Μεσούντος δε του Οκτωβρίου, μαθόντες οι εν μετοχίω, ότι οι εν Σαλώνοις επροσδόκουν τροφάς εκ Ζητουνίου, προκατέλαβαν την Σκάλαν· αλλ' αντί φορτηγών ζώων εφάνησαν ερχόμενοι την 23 διακόσιοι Τούρκοι εκ των φυλαττόντων την Άμπλιανην επί σκοπώ να διαβώσιν εις Σάλωνα, και πεσόντες αίφνης επί την προφυλακήν των Ελλήνων εφόνευσαν τον αξιωματικόν Κολοκύθαν και έτρεψαν τους άλλους· αλλά προχωρούντες απήντησαν ανυπέρβλητον αντίστασιν και ωπισθοδρόμησαν εις Άμπλιανην· επανήλθαν δε μετά την συνάντησιν ταύτην εις το μετόχιον και οι προκαταλαβόντες την Σκάλαν. Οι Τούρκοι καθ' όλας τας μέχρι τούδε εκστρατείας των συνείθιζαν ν' αναχωρώσιν εις τα ίδια επί της εορτής του αγίου Δημητρίου, και το απολυτίκιον του αγίου «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις» εψάλλετο καθ' όλην την Ελλάδα εν αγαλλιάσει επί της επαναστάσεως, ως το αποδημητήριον των εχθρών, καθώς εψάλλετο εν κατηφεία το του αγίου Γεωργίου, διότι τω καιρώ εκείνω εκινούντο αι κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις του εχθρού κατά της Ελλάδος. Κατά την επικρατούσαν δε ταύτην συνήθειαν ανεχώρησαν και οι εν τη Ανατολική Ελλάδι Τούρκοι και το έτος τούτο την 25, αλλ' εν τοιαύτη βία εξ αιτίας ψευδών τινων επιφόβων ειδήσεων, ώστε άφησαν εν Σαλώνοις επί τω αναχωρισμώ δύο κανόνια και μέρος αποσκευών· δεν επρόφθασαν δε να προειδοποιήσωσιν εν καιρώ μηδέ τους άλλους συναδέλφους των· διά τούτο 56 αποπλεύσαντες της Ναυπάκτου απέβησαν πάντη ανύποπτοι την αυτήν ημέραν της 25 εις τον λιμένα των Σαλώνων, εξ ών 4 εφονεύθησαν, οι δε λοιποί εζωγρήθησαν υπό των εκεί Ελλήνων.
Ουδαμώς εδικαίωσεν ο Γκούρας τας προσδοκίας του κοινού επί της εκστρατείας ταύτης. Ως αρχηγός των όπλων της Ανατολικής Ελλάδος ανεδέχθη να στρατολογήση εξακισχιλίους και προφυλάξη δι' αυτών την Ανατολικήν Ελλάδα από πάσης προσβολής των εχθρών· αλλ' η ευτυχής έκβασις της εκστρατείας οφείλεται τοις Σουλιώταις.
Εν ώ δε έπασχεν η Ανατολική Ελλάς έχουσα εν κόλποις τον εχθρόν, οι Κρήτες επεχείρησαν ν' αναζωπυρήσωσι την προ διετίας καθ' όλην την Κρήτην σβεσθείσαν επανάστασιν, Ιούλιος και λήγοντος του ιουλίου στρατολογηθέντες ως 600 υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καλλέργη διεβιβάσθησαν εκ Ναυπλίου εις Μονεμβασίαν, όπου συμπληρωθέντες εις 1300 συναπέπλευσαν εφωδιασμένοι των αναγκαίων επί 18 πλοιαρίων και της Τερψιχώρης, γολέττας του Τομπάζη, ίνα αποβώσιν αίφνης εις τα νοτιοδυτικά παράλια της Κρήτης προς άλωσιν των φρουρίων Γραμβούσης και Κισάμου· αλλ' επελθούσης θυέλλης, διεσκορπισθήσαν τα πλοιάρια, και δύο ημερονύκτια εθαλασσομάχουν.
Μιχαήλ τις Αρετάς Κρης μετεκόμιζε συνήθως εις τα παράλια ταύτα εκ Πελοποννήσου τρόφιμα προς πώλησιν, και ως εκ τούτου ήτο γνώριμος τω φρουράρχω της Γραμβούσης. Μαθόντες τινές των εις Κύθηρα καταφυγόντων Κρητών τας σχέσεις ταύτας του συμπατριώτου των, τον έπεισαν να τοις χρησιμεύση επ' αγαθώ της πατρίδος ως κατάσκοπος, και τοιουτοτρόπως εμάνθαναν τα της Γραμβούσης. Κατέπλευσεν ο Αρετάς μια των ημερών εις τα παράλια εκείνα κακώς έχων, επελθούσης επί του διάπλου του τρικυμίας, και διενυκτέρευσε παρά τω γνωστώ του φρουράρχω. Παρατηρήσας δε ότι ολιγώτατοι ήσαν οι φρουροί, ηρώτησε την αιτίαν· ήτο δε η τελευταία ημέρα του μηνός. Ανύποπτος ο φρούραρχος τω είπεν, ότι 60 ήσαν όλοι οι φρουροί και αντηλλάσσοντο κατά μήνα, αλλ' ούτε ήρχοντο εις το φρούριον ούτε ανεχώρουν όλοι ομού· ότι καθ όσον μεν επλήθυνεν η σελήνη, επλήθυνε και ο αριθμός των φρουρών· καθ' όσον δε ωλιγόστευεν αύτη, ωλιγόστευε και ο αριθμός αυτών και κατήντα εις 5 ή 6 προ της νεομηνίας. Μαθόντες ταύτα οι εν Κυθήροις και ιδόντες την 31 τα ελληνικά πλοιάρια θαλασσοπορούντα προς την Κρήτην, απέπλευσαν αυθημερόν, όλοι 17, ηγουμένου του Αναγνώστη Παναγιώτου (β), εξημερώθησαν είς τι παράλιον της Κρήτης, και διέμειναν εκεί αφανείς όλην την ημέραν. Βασιλεύοντος δε του ηλίου ανήχθησαν, και μίαν ώραν πριν φέξη κατευοδώθησαν εις άγιον Σούζον αντικρύ της Γραμβούσης· ημέρας δε γενομένης, αποβάντες είδαν έμπροσθέν των άνθρωπον και παρέκει σκηνήν. «Τις συ», ηρώτησαν, «και τις η σκηνή;» «εγώ είμαι», απεκρίθη ο άνθρωπος, «Χριστιανός, υπηρέτης του φρουράρχου, και επειδή εφάνησαν χθες πλοιάρια, και το φρούριον δεν έχει φύλακας, εφοβήθη ο φρούραρχος, απεβίβασε την γυναίκα του υπό την σκηνήν εκείνην και διέταξε κ' εμέ να μένω παρ' αυτή εις υπηρεσίαν της». «Και διατί δεν έχει φύλακα το φρούριον;» ηρώτησαν εκ νέου οι αποβάντες· «διότι», απήντησεν ο υπηρέτης, «λήξαντος του μηνός, οι εν τω φρουρίω ανεχώρησαν κατά την συνήθειαν, και οι διάδοχοι των ώρα τη ώρα περιμένονται». Ακούσαντες ταύτα υπήγαν εις την σκηνήν, και σταθέντες έξωθεν εκαλημέρισαν την εν αυτή γυναίκα και αντεκαλημερίσθησαν. «Πού είναι ο μπέης;» την ηρώτησαν. «Αντίπεραν», απήντησεν, «εν Γραμβούση, και μοι παρήγγειλεν, άμα έλθετε» (τους εξέλαβε δε ως τους περιμενομένους φρουρούς) «να σας είπω να πυροβολήσετε δις, και έρχεται και σας παραλαμβάνει». Επυροβόλησαν δις, και ο φρούραρχος εμβάς εις το πλοιάριόν του και πηδαλιουχών ήρχετο να τους παραλάβη. Πλησιάσας δε και παρατηρήσας ουδένα εγνώρισε των ελθόντων και ήρχισε να υποπτεύη και να τους ερωτά ποιοι ήσαν. «Δεν μας γνωρίζεις;» απεκρίθησαν οι ερωτηθέντες· «ηξεύρεις ότι ο πασάς στέλλει νέους φρουρούς κατά μήνα, τι ερωτάς;» ο φρούραρχος ήλθε πλησιέστερον, και πάλιν διστάζων είπε, «μήπως είσθε Ρωμαίοι;» «Ω της βλασφημίας! εφώναξάν τινες αυτών τουρκιστί και ωργισμένοι, «μας έκαμες και Ρωμαίους· φέρε το πλοιάριον σιμά»· οι Κρήτες ούτοι ήσαν ενδεδυμένοι και εξωπλισμένοι ως Τούρκοι, και εκαλούντο ο μεν Αλής, ο δε Χασάνης εις επήκοον του φρουράρχου. Ο φρούραρχος ελθών πλησιέστερον είπε, «δεν σας γνωρίζω και δεν σας πιστεύω· προσευχηθήτε ως Τούρκοι και τότε σας πιστεύω». Τότε είς εξ αυτών, ο Ανδρούλης Παχύς, ειδήμων οπωσούν της τουρκικής γλώσσης και ετοιμόλογος, ήρχισε να τουρκολογή θυμού πλήρης ως ολιγωρουμένης της μωαμεθανής πίστεώς του. Απατηθείς ο φρούραρχος απεφάσισε να τους παραλάβη· εν ώ δε έμβαιναν εις το πλοιάριον, είς εξ αυτών παρεπάτησε, και το πλοιάριον έκλινε· «Καϋμένε Γιάννη σα βόδι επάτησες»· τω είπε τότε άλλος εξ απροσεξίας. Ακούσας είς των εν τω πλοιαρίω κωπηλατούντων δύο Τούρκων τον νομιζόμενον Χασάνην καλούμενον Γιάννην, έδραξε την πιστόλαν του. Αλλά προλαβών ο Γιάννης Ρούκουνας τον εμαχαίρωσεν. Ετρόμαξεν ο δειλός φρούραρχος ιδών το γεγονός. «Κάθου ήσυχος μπέη», τω είπαν οι Χριστιανοί, «κυβέρνα και μη φοβήσαι»· αφ' ού δε έφθασε το πλοιάριον εις το νησίον της Γραμβούσης, κατέβησαν οι απομείναντες εν τω φρουρίω έξ Τούρκοι εις το παράλιον προς αποδοχήν των συναδέλφων· αλλ' αποβάντες ούτοι τους συνέλαβαν αίφνης όλους. Εφώναξε τότε ο φρούραρχος· «Χριστιανοί, μη μας θανατόνετε και σας παραδίδομεν τα κλειδία». Οι Χριστιανοί αφώπλισαν τους Τούρκους, παρέδωκεν ο φρούραρχος τα κλειδία του φρουρίου, και εν τη μουσουλμανική του απαθεία και αφοσιώσει εις την ειμαρμένην «χαρήτε το», είπεν αταράχως, αποτεινόμενος προς τους Χριστιανούς, «τούτο είναι το θέλημα του θεού». Οι Έλληνες παρέλαβαν το φρούριον και ουδένα των φρουρών εθανάτωσαν. Έφθασαν εν τούτοις αυθημερόν καί τινα πλοιάρια της εκστρατείας και την επαύριον τα λοιπά. Το δράμα τούτο διεδραματίσθη την 2 αυγούστου. Την αυτήν ημέραν εκυρίευσαν οι Έλληνες και το όλως παρημελημένον και ανεφοδίαστον των αναγκαίων φρούριον της Κισάμου, δραπετευσάντων των φυλασσόντων αυτό· έκτοτε ανέζησεν επί της Κρήτης ο αγών. Μαθών δε ο πρώην Μουσταφάμπεης και νυν Μουσταφάπασας τα γενόμενα, και φοβηθείς μη αποστατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά, εξεστράτευσε, συνήψε μάχην κατά το Καλυβάκι, και ανέκτησε το φρούριον της Κισάμου καταλειφθέν υπό των προ μικρού καταλαβόντων αυτό· επιστάντος δε του χειμώνος, επανήλθεν εις Χανιά.
Ιούλιος Καθ' ον δε καιρόν συνέβαιναν ταύτα εν Κρήτη, επεχείρησαν οι θαλασσινοί μέγα και τολμηρόν επιχείρημα· την πυρπόλησιν εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας στόλου του Μεχμέτ-Αλή. Την 23 ιουλίου απέπλευσαν εξ Ύδρας δύο πολεμικά, το μεν υπό τον Μανώλην Τομπάζην, το δε υπό τον Αντώνην Κριεζήν, και τρία πυρπολικά υπό τον Κανάρην, τον Αντώνην Θ. Βώκου και τον Μανώλην Μπούτην· την δε 29 περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν έφθασαν έξω του λιμένος της Αλεξανδρείας· και τα μεν πυρπολικά εισέπλευσαν υπό ουδετέραν σημαίαν προπλέοντος του υπό τον Κανάρην ως ταχυπλοωτέρου, επί παραγγελία να προσέξωσι μη βλάψωσι πλοίον υπό ουδετέραν σημαίαν, τα δε πολεμικά περιέπλεαν έξωθεν, ίνα προλάβωσιν εν καιρώ τους ναύτας των πυρπολικών. Ο Κανάρης εκράτησεν επί του πλοίου του τον από της ξηράς ελθόντα ως ποδότην, και ιστιοδρόμει υπό καλόν άνεμον προς το παλάτιον του σατράπου, όπου ελλιμένιζαν τέσσαρες φρεγάται και η ναυαρχίς· αλλ' αφ' ού επλησίασεν, ήρχισε να πνέη εναντίος άνεμος. Ο Κανάρης ηναγκάσθη τότε να στρέψη το πυρπολικόν του προς άλλον σωρόν πλοίων, το άναψε την 6 1/2 ώραν και απεμακρύνθη μετά των συν αυτώ ναυτών επί του εφολκίου του· αλλά το πυρπολικόν, αφεθέν εις την διάκρισιν του ανέμου, εκάη εις μάτην· τα δύο δε άλλα δεν εκάησαν, αλλ' υψώσαντα την ελληνικήν σημαίαν εξέπλευσαν· εξέπλευσαν και οι περί τον Κανάρην επί του εφολκίου των κανονοβολούμενοι και άλλοθεν και παρά τινος πολεμικού γαλλικού βρικίου (γ) ευρεθέντος εν τω λιμένι και διεσώθησαν επί των δύο πολεμικών ελληνικών πλοίων. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Μεχμέτ-Αλής ιδών το γεγονός και απέστειλεν εν τω άμα φρεγάτας τινάς εις καταδίωξιν των Ελλήνων. Οι Έλληνες, πλέοντες προς την Ύδραν, απήντησαν την επαύριον 5 εχθρικά πολεμικά συνοδεύοντα εξ Αταλείας εις Αλεξάνδρειαν 45 φορτηγά, έκαυσαν κανονοβολούντες έν των πολεμικών 16 κανονίων, διότι άναψεν η πυριτοθήκη του, και συνέλαβαν επί των κυμάτων φερομένους 45 ναύτας, και 36 στρατιώτας. Εξεμάνη ο Μεχμέτ-Αλής ως υβρισθείς και εκ δευτέρου, και εκπλεύσας αυτός επί μιας κορβέττας προς τιμωρίαν των υβριστών του ηύρε περιφερομένας έξωθεν της Αλεξανδρείας τας φρεγάτας του, αλλά δεν συνήντησε τους Έλληνας και επανήλθεν εις την καθέδραν του την μεθαύριον. Εν τούτοις πλέοντα τα ελληνικά προς την Ύδραν απήντησαν έξωθεν της Αταλείας εχθρικήν λεύκαν φέρουσαν ξύλα και έχουσαν 190 ναύτας και στρατιώτας· γενναίως αντέστησαν οι άνδρες ούτοι φονεύσαντες δύο και πληγώσαντες εννέα Έλληνας· επλήγωσαν ελαφρώς και τον Κριεζήν· αλλ' επί τέλους κατεβίβασαν την σημαίαν. Κυριεύσαντες οι Έλληνες την λεύκαν απεβίβασαν σώους εις Κακαβά όχι μόνον τους εν αυτή, αλλά και τους διασωθέντας από του καέντος πλοίου και τον συλληφθέντα ποδότην και την 13 αυγούστου κατευωδώθησαν εις Ύδραν. Εξ όσων δε διηγήθημεν αποδεικνύεται ότι, αν απέτυχε το μέγα τούτο τόλμημα των Ελλήνων, ούτε δι' αδεξιότητα ούτε δι' ατολμίαν απέτυχεν·
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.
&Περί του δευτέρου δανείου και του λόρδου Κοχράνου. — Αύξουσα ευμένεια των λαών προς τον ελληνικόν αγώνα. — Περί αναγορεύσεως βασιλέως — Διάθεσις των μεγάλων Δυνάμεων προς την Ελλάδα και σύστασις κομμάτων υπό ξένην ονομασίαν. — Σχίσμα των μελών της ιεράς συμμαχίας επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων και λύσις της συμμαχίας. — Περί της αγγλικής προστασίας. — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας. — Αποβίωσις του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου. — Σχέσις των αυλών προς αλλήλας επί της αποβιώσεώς του.&
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ του πρώτου δανείου εθάρρυνε την εν Λονδίνω επιτροπήν να ζητήση άδειαν προς διαπραγμάτευσιν και δευτέρου· είδε και η κυβέρνησις, ότι η διαπραγματευθείσα ποσότης ήτο μικρά, αι δε ανάγκαι της πατρίδος μεγάλαι, και εψηφίσθη την 31 Ιουλίου 1824 νέον δάνειον δεκαπέντε εκατομμυρίων διστήλων επί υποθήκη των εθνικών κτημάτων, και τόκω 5 τοις 100· προσδιωρίσθη δε η διαπραγμάτευσις του μεν όλου προς 60 εκατοστά, των δε δύο τρίτων προς 55, ή του τρίτου προς 50. Η επιτροπή θέλουσα να φέρη εις συναγωνισμόν τους τραπεζίτας των δύο μεγαλοπόλεων Λονδίνου και Παρισίων, εφρόντισεν εν αμφοτέραις περί ευρέσεως του δανείου· επί τέλους εσυμφώνησε την 26 Ιανουαρίου 1825 μετά των εν Λονδίνω Ρικάρδων επί τω ορισθέντι τόκω περί δύο εκατομμυρίων λιρών προς 55 πληρωτέων εις δώδεκα ίσας μηνιαίας δόσεις. Επετρέπετο δε τοις δανεισταίς να λύσωσι το συμφωνητικόν μετά την τρίτην δόσιν ζημιούμενοι όσα προκατέβαλαν. Τινές των ελλήνων θαρρυνόμενοι επί τη ευρέσει των εθνικών τούτων δανείων, εζήτησαν τοπικά δάνεια εις επανάστασιν οι μεν της Ηπείρου, οι δε της Κύπρου επί υποθήκη γης κειμένης όλης υπό την πλήρη κυριότητα του σουλτάνου, παρ' ολίγον δε εύρισκαν. Τόσον επιρρεπείς προς το δανείζειν ήσαν οι τραπεζίται τω καιρώ εκείνω, και τόσον επισφαλή εθεωρούντο τα του οθωμανικού κράτους.
Δώσασα η κυβέρνησις άδειαν τη επιτροπή εις εύρεσιν δευτέρου δανείου, διέταξε συγχρόνως την αγοράν και ταχείαν εις Ελλάδα αποστολήν φρεγατών μετρίου μεγέθους· επανέλαβε δε και την άλλοτε δοθείσαν διαταγήν περί ειδικού δανείου και αποστολής ξένου στρατού. Πολλά προσκόμματα απήντησεν η επιτροπή εις πραγματοποίησιν της τοιαύτης στρατείας και επί τέλους παρητήθη.
Ησχολήθη δε συγχρόνως και εις αγοράν φρεγατών εν Αγγλία και αλλαχού της Ευρώπης, αλλά δεν ηύρεν οποίας ήθελε· και επειδή διά την πολλήν τότε ασχολίαν των ναυπηγείων ουδείς ανεδέχετο την κατασκευήν νέων εν βραχεί διαστήματι, όπως απήτει η επικίνδυνος στάσις των πραγμάτων, απεφάσισε να κατασκευάση ή αγοράση δύο ετοίμους εν τη αρκτώα Αμερική, όπου, ως έμαθε, κατεσκευάζοντο ταχέως τοιαύτα πλοία προς χρήσιν των νέων επικρατειών της νοτίου Αμερικής. Καταλληλότερον δε μέρος εκρίθη το Νεοβόρακον, και εστάλη επί αδρά αντιμισθία εις αγοράν ή κατασκευήν αυτών ο στρατηγός Λαλλεμάνδος, ως άλλοτε εκεί χρηματίσας και φίλος πολλών των εν τοις πράγμασι, αλλ' ανεπιτήδειος προς το έργον· εδόθησαν δε προς κτήσιν αυτών λίραι 155,000 εκ του δευτέρου δανείου.
Το δε φθινόπωρον του 1824 ανεχώρησεν εις Αγγλίαν μετά διετή αξιέπαινον εν Ελλάδι υπηρεσίαν ο Χάστιγξ, και επί τη συστάσει αυτού διέταξεν η κυβέρνησις την κατασκευήν ενός πολεμικού ατμόπλου. Συνομολογηθέντος δε του δευτέρου δανείου, έσπευσεν η επιτροπή να εκτελέση όσα περί τούτου διετάχθη, προπληρώσασα δεκακισχιλίας λίρας υπό τον όρον να ετοιμασθώσι τα πάντα εντός τριών εβδομάδων.
Τον δε Ιούλιον του 1825 επανήλθεν εις Αγγλίαν εκ της μεσημβρινής Αμερικής ο λόρδος Κοχράνης, ανήρ έχων υπόληψιν τολμηρού και στρατηγηματικού θαλασσομάχου, και διαπρέψας εν ταις υπέρ Βρασιλίας και άλλων νέων επικρατειών ναυμαχίαις. Οι Ρικάρδοι καί τινες φιλέλληνες ενόμισαν σωτηριώδες διά την Ελλάδα και επρόβαλαν προς την επιτροπήν να κληθή ο ανήρ ούτος εις υπηρεσίαν, ν' αυξηθή διά δαπάνης μέρους του δανείου η θαλάσσιος δύναμις, και να τεθή υπό τας διαταγάς αυτού. Προθύμως συγκατετέθη η επιτροπή, παρέλαβε τον λόρδον εν τη υπηρεσία της Ελλάδος μέχρι τέλους του αγώνος επί αντιμισθία λιρών 57,000, εξ ών προκατέβαλε 37,000, και παρακατέθεσε 113,000 εις αγοράν ή κατασκευήν πέντε άλλων ατμοπλόων επί ρητή συμφωνία ν' αποπλεύση ο λόρδος εντός δύο ήμισυ μηνών μετά του στολίσκου τούτου. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί ευρέσεως ετοίμων ατμοπλόων εις ταχυτέραν χρήσιν αυτών, αίφνης ειδοποιήθη η επιτροπή, ότι οι Ρικάρδοι διέταξαν εν αγνοία αυτής την κατασκευήν νέων· κατεταράχθη δε έτι μάλλον μαθούσα, ότι η κατασκευή των ατμομηχανών ανετέθη εις τον Γαλοβαίην, όστις, αναδεχθείς την κατασκευήν της ατμομηχανής του πρώτου ατμόπλου, της Καρτερίας, ουδ' αυτήν ητοίμασεν εντός της προθεσμίας· πολλή εγένετο λογομαχία μεταξύ της επιτροπής και των Ρικάρδων περί ων ούτοι αυθαιρέτως έπραξαν, αλλ' επί τέλους απεφασίσθη να μη εμποδισθή η αρξαμένη ήδη κατασκευή επί επανειλημμένη υποσχέσει ταχείας αποπερατώσεως. Αλλ' ο Γαλνοβαίης, ο αναδεχθείς να εργασθή διά την Ελλάδα, ειργάζετο και διά τον Μεχμέτ-Αλήν· και αυτός ο υιός του διέτριβε τον καιρόν εκείνον εν Αιγύπτω. Εντεύθεν ανεφύοντο καθ' ημέραν δυσκολίαι και υπόνοιαι, και επί μια ή άλλη προφάσει τα έργα ανεβάλλοντο από εβδομάδος εις εβδομάδα, και από μηνός εις μήνα· οι δε Ρικάρδοι ουδέ πρόστιμον καν εφρόντισαν να ορίσωσιν επί τη παραβάσει των όρων· και εν ώ κατά την ενυπάρχουσαν συμφωνίαν έπρεπεν όλος ο εν Αγγλία ετοιμαζόμενος στολίσκος να φθάση εις Ελλάδα προ του τέλους 1825, μόλις το πρώτον ατμόπλουν έφθασε τον σεπτέμβριον του 1826, το δεύτερον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε το πρώτον, το τρίτον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε το δεύτερον· τα δε λοιπά τρία εφθάρησαν εν τοις νεωρίοις του Λονδίνου δι' έλλειψιν των εις απαρτισμόν χρημάτων.