Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 2

Chapter 212 wordsPublic domain

Εμελέτα από τινος καιρού ο σουλτάνος να διαλύση τα τάγματα των γενιτσάρων και συστήση τακτικά στρατεύματα. Η ανακάλυψις του σκοπού τούτου κατετάραξε τους γενιτσάρους, ων τάγματά τινα εστασίασαν περί τα τέλη του ραμαζανίου και έφεραν άνω κάτω την βασιλεύουσαν, επάτησαν οίκους και εργαστήρια, ήρπασαν γυναίκας και περιουσίας, έσφαξαν Χριστιανούς και Εβραίους, έσφαξαν και Τούρκους, ους υπώπτευαν εναντίους των, και εφόβιζαν και αυτάς τας υψηλάς Αρχάς. Αν και τα άλλα τάγματα των γενιτσάρων διέμειναν ήσυχα, ο τότε αρχιβεζίρης δεν έκρινε συνετόν να τα μεταχειρισθή κατά των στασιαστών, διότι υπώπτευεν, ότι όλοι είχαν τα αυτά φρονήματα, αλλά μετέφερεν εις Κωνσταντινούπολιν τα υπό τον Ιβραήμπασαν κατά τον Βουγιουκδερέν ασιανά στρατεύματα. Άναψε τότε δεινή αλληλομαχία υπό τους οφθαλμούς του σουλτάνου τρέμοντος μη υπερισχύσωσιν οι αποστάται και πάθη και αυτός· αλλ' επί τέλους υπερίσχυσαν οι ασιανοί, και έπνιξαν την στάσιν εν τω αίματι των στασιαστών. Διακόσιοι γενίτσαροι εφονεύθησαν κατά την αλληλομαχίαν εκείνην, πολλοί απεκεφαλίσθησαν μετά την μάχην, πάμπολλοι ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, άλλοι εξωρίσθησαν εις Ασίαν, και αι φυλακαί όλαι της βασιλευούσης εγέμισαν. Έκτοτε το σώμα όλον των γενιτσάρων, το ατάραχον διαμείναν, έπνεεν εκδίκησιν κατά των υψηλών Αρχών, δι' ην έδειξαν τοις συναδέλφοις των υπέρμετρον σκληρότητα και διά την προς τους ιδίους αυτούς δυσπιστίαν και την χρήσιν άλλων στρατευμάτων κατά των στασιασάντων. Επειδή δε όσα συνέβησαν απεδίδοντο εις τον υπεραγαπητόν του σουλτάνου Χαλέτ-εφέντην, εψιθύριζαν πολλά εν πρώτοις κατ' αυτού οι γενίτσαροι, και μετ' ολίγον κατεβόων και αφόβως. Μεσούντος δε του Οκτωβρίου, υπέγραψαν οι εγκριτώτεροι αυτών αναφοράν προς τον σουλτάνον λέγουσαν, ότι ο Χαλέτ-εφέντης και οι οπαδοί του ήσαν οι αίτιοι όλων των απειλούντων την αυτοκρατορίαν κακών, και επεκαλούντο την πτώσιν αυτών. Φοβηθείς ο σουλτάνος εισήκουσε την αίτησίν των, και την 28 εκάθηρε τον αρχιβεζίρην και τον μουφτήν, ομόφρονας του Χαλέτ- εφέντη και τους αντικατέστησεν υπό φιλογενιτσάρων· εστάλη δε την επαύριον εξόριστος και ο Χαλέτης εις Προύσαν ο δε αρχικουρεύς του σουλτάνου και άλλοι αξιωματικοί του παλατιού εξωρίσθησαν εις Ασίαν ως χαλετίζοντες. Ευτυχήσαντες οι γενίτσαροι εν τη πρώτη των αιτήσει, εθρασύνθησαν έτι μάλλον, και απήτησαν να παραδεχθή ο σουλτάνος αντιπροσώπους αυτών εν τω συμβουλίω του· εισακουσθέντες και ως προς τούτο απήτησαν να θανατωθώσιν οι πρωταίτιοι της μελετωμένης καταστροφής του σώματός των· έγεινε και τούτο, και εις εξιλέωσίν των εστηλώθησαν επί των πυλώνων του παλατίου αι κεφαλαί του Χαλέτ- εφέντη, του αρχιβεζίρη, του αρχιτελώνου και άλλων. Η απλή και σύντομος αύτη διήγησις των συμβάντων αρκεί να δείξη ότι η εσωτερική κατάστασις της Τουρκίας ήτον επίσης αθλία ως και η της Ελλάδος, αν όχι και αθλιωτέρα.

Διήρκει εν τούτοις ο τουρκοπερσικός πόλεμος, και η Πύλη είχεν αποστείλει την παρελθούσαν άνοιξιν προς τα όρια στρατεύματα· αλλ' οι Πέρσαι επρόλαβαν την εκστρατείαν της, επάτησαν εκ δευτέρου τα όριά της και εκυρίευσαν το Κάρσιον· ο δε διάδοχος του θρόνου εξεστράτευσεν εκ Ταυρίδος την 19 Ιουνίου, προσέβαλε καθ' οδόν τα προς τα όρια οδεύοντα τουρκικά στρατεύματα, τα έτρεψεν, επήρε τας σκηνάς των και όλην σχεδόν την αποσκευήν των και τα απώθησε προς την Εσερόν· εξ αιτίας δε του επιπεσόντος εις το στρατόπεδον θανατικού επανήλθεν εις Ταυρίδα. Αλλ' ο πόλεμος ούτος ήτον, ως προείπαμεν, μικρός, διότι μόλις απησχόλει δέκα ή δώδεκα χιλιάδων τουρκικόν στράτευμα.

Εκτός δε των εσωτερικών και εξωτερικών τούτων δυστυχημάτων της Πύλης, επέσκηψαν και άλλα. Συνέβη την 17 φεβρουαρίου φρικτή πυρκαϊά εν Κωνσταντινουπόλει· δωδεκακισχίλιαι οικίαι, οι στρατώνες, τα κανονοχυτεία και πολλά ζαμία εκάησαν και χιλιάδες οικογενειών εδυστύχησαν και επειδή η πυρκαϊά περιωρίσθη εντός της συνοικίας των Τούρκων, οι Τούρκοι εξέλαβαν το συμβάν ως θεομηνίαν. Ανήγγειλε δε καί τις σέχης, ότι, προσευχόμενος επί του τάφου του Μωάμεθ, είδε τον προφήτην, και έλαβεν εντολήν να ελέγξη πικρώς εξ ονόματός του τους πιστούς ως παραβάτας των θείων παραγγελμάτων του κορανίου, και ως εκ τούτου δυστυχούντας. Το όραμα τούτο έφερε μεγάλην αθυμίαν, και επειδή ωφέλει πολιτικώς η γνώσις αυτού, η Πύλη εφρόντισε να διαδοθή καθ' όλην την επικράτειάν της. Και ταύτα μεν τα κατά την Τουρκίαν.

Κατ' εκείνον δε τον καιρόν δύο συστήματα αντεμάχοντο εν τη αυλή της Ρωσσίας· και τα δύο ήθελαν την διάλυσιν της τουρκικής αυτοκρατορίας, αλλά το μεν την ήθελε ταχείαν διά του πολέμου, το δε βραδείαν διά της φυσικής της αγωνίας· και το μεν φιλοπόλεμον αντεπροσώπευεν εν τω συμβουλίω ο Καποδίστριας, το δε φιλειρηνικόν ο Νεσελρόδος. Επί της ενάρξεως των ρωσσοτουρκικών διενέξεων άδηλον ήτο ποίον θα επεκράτει, διότι ο αυτοκράτωρ εταλαντεύετο· αλλ' ο φόβος μη διαλυθή η ιερά συμμαχία και θριαμβεύση το επαναστατικόν πνεύμα υπερίσχυσεν επί τέλους· και ο μεν φιλοπόλεμος Καποδίστριας, εντίμως πολιτευόμενος, απεμακρύνθη των αυτοκρατορικών συμβουλίων λόγω πασχούσης υγείας, απαξιών να υπηρετή προς ενίσχυσιν πολιτικής, ην απεδοκίμαζεν· ο δε αυτοκράτωρ εζήτει διά της συνδρομής των συμμάχων του ειρηνικήν εξίσασιν των προς την Πύλην διαφορών του. Επί τω σκοπώ τούτω εσχεδίασε πρωτόκολλον όπως απαιτήσωσιν αι Δυνάμεις εκ συμφώνου παρά της Πύλης την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών, την επανόρθωσιν των εκεί πραγμάτων, την ειρήνευσιν της Ελλάδος και την είς τινα ρωσσικήν πόλιν αποστολήν πληρεξουσίου Τούρκου προς συνδιάσκεψιν μετά των πληρεξουσίων των Δυνάμεων. Επρόκειτο δε κατά το πρωτόκολλον το μεν βλαχομολδαυικόν ζήτημα να θεωρηθή ως ρωσσοτουρκικόν, το δε ελληνικόν ως ευρωπαϊκόν· ό,τι δε ωρίζετο περί του ελληνικού ν' ασφαλισθή υπό την εγγύησιν των μεγάλων Δυνάμεων· να διακόψωσι δε αύται τας προς την Πύλην σχέσεις των, αν παρηκούοντο, ή να κηρύξωσιν ότι δίκαιον είχεν η Ρωσσία ν' απαιτήση ενόπλως την παραδοχήν των προτάσεών της. Και η μεν Πρωσσία υπέγραψε το πρωτόκολλον τούτο ανεπιφυλάκτως, το υπέγραψε και η Γαλλία αλλ' υπό τον όρον της προσυπογραφής και των άλλων· η δε Αυστρία και η Αγγλία δεν προσυπέγραψαν· διέταξαν όμως τους εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των να συστήσωσι τας ρωσσικάς προτάσεις. Άπασαι δε αι αυλαί ανεξαιρέτως εφάνησαν πρόθυμοι να στείλωσι πληρεξουσίους είς τινα ρωσσικήν πόλιν προς συνδιάσκεψιν, και ν' ασχοληθώσι και εις της Ελλάδος την ειρήνευσιν, περί ης εκοινοποίησε σχέδιόν τι ο Μεττερνίχος, προθέμενος δι' αυτού να κατασιγάση την Ρωσσίαν και παρατείνη διά των διαπραγματεύσεων τον οδυνηρόν αγώνα της Ελλάδος εις αναδούλωσίν της. Έστερξεν ο Αλέξανδρος ό,τι έπραξαν και εβουλεύθησαν οι σύμμαχοι επί των προτάσεών του και ενέδωκε να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι εις Βιέννην, και συμπαραλαβόντες και τον της Πύλης, να μεταβώσιν εις την ρωσσικήν πόλιν Kommentez-Podolsky.

Εν τούτοις, οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις ηγωνίζοντο κατά τας διαταγάς των αυλών να φέρωσι την Πύλην εις αίσθησιν του μεγάλου κινδύνου της· αλλ' αύτη όχι μόνον δεν ήθελε να κενώση την Βλαχομολδαυίαν, ή να διορίση τους αυθέντας των ηγεμονειών εκείνων, ή να μη ενοχλή το ρωσσικόν εμπόριον και να ενεργή κατά τους όρους των συνθηκών, αλλ' απήτει ανενδότως την παράδοσιν των εις την Ρωσσίαν προσφύγων και την εκπλήρωσιν του στ' άρθρου της συνθήκης του Βουκουρεστίου, καθ' ο ώφειλεν η Ρωσσία ν' αποδώση φρούριά τινα επί της εν Ασία οροθετικής γραμμής κατασχεθέντα επί του πολέμου και κρατούμενα· δεν εσυστέλλετο δε και να επαινή την προς την Ρωσσίαν μακροθυμίαν της. Μόλις δε την 4 ιουλίου ανήγγειλεν επισήμως ότι, επειδή ήλθεν η ώρα, διώρισε τους αυθέντας της Βλαχίας και Μολδαυίας, όχι όμως Έλληνας ως άλλοτε, αλλ' εντοπίους, τον Ιωάννην Στούρζαν της Μολδαυίας, και τον Γρηγόριον Γκίκαν της Βλαχίας. Η ενεστώσα πολιτική ανάγκη αρκούντως εδικαιολόγει τον τοιούτον νεωτερισμόν· αλλ' ο νεωτερισμός αντέβαινε προς τας μετά της Ρωσσίας συνθήκας, και ώφειλεν η Πύλη να ζητήση την συγκατάθεσίν της. Αλλά μηδέ καν να την προειδοποιήση ηξίωσεν· απήτει δε, δι' ου ανήγγελε τον διορισμόν εγγράφου της προς τους πρέσβεις, ως και άλλοτε, την παράδοσιν των προσφυγόντων εις την Ρωσσίαν Ελλήνων και την απόδοσιν των περί ων ανεφέραμεν φρουρίων. Αν δε και έγραψεν, ότι διέταξε την κένωσιν των ηγεμονειών, μέρος μόνον των στρατευμάτων της ανεκάλεσεν, ώστε ο τόπος δεν έπαυσεν υποφέρων τα πάνδεινα· και οι μεν αυθένται ήσαν διόλου ανίσχυροι εν ταις ηγεμονείαις των, οι δε ενδιατρίβοντες Τούρκοι και οι διοικούντες το Γιούργεβον, την Σιλιστρίαν και την Βραΐλαν πασάδες εξουσίαζαν πραγματικώς αυτάς. Παρώργισε δε η Πύλη την Ρωσσίαν και διά της εξής πράξεως, εν ώ αι Δυνάμεις κατεγίνοντο να την καταπραΰνωσι.

Προ της επαναστάσεως δεν επετρέπετο ο μεταξύ της Μαύρης και της Άσπρης θαλάσσης διάπλους παντός πλοίου· διέπλεαν όμως ανεξετάστως υπό τινας προνομιούχους σημαίας όλων των επικρατειών τα πλοία. Μετά δε την επανάστασιν υποπτεύσασα η Πύλη ότι εναυτοπόρουν υπό τας προνομιούχους σημαίας και ελληνικά, διέταξε γενικήν νηοψίαν εις διάκρισιν των εχόντων και μη το προνόμιον του διάπλου. Επειδή καιρία ήτον η εντεύθεν βλάβη του εμπορίου της Μαύρης θαλάσσης, απήτησαν εντόνως οι πρέσβεις ελεύθερον τον διάπλουν ως και πρότερον, αλλά δεν εισηκούσθησαν· δεν εισηκούσθησαν μηδ' αιτήσαντες την αποστολήν πληρεξουσίου εις συνδιάσκεψιν. «Δεν καταδέχομαι», είπεν ο αγέρωχος σουλτάνος, «να υποβάλλω τα μεταξύ εμού και των ραγιάδων μου εις συζήτησιν και απόφασιν άλλων, αλλ' ουδέ δίδω πληρεξουσιότητα να συμβιβάση άλλος τας μεταξύ εμού και του αυτοκράτορος της Ρωσσίας διαφοράς». Τοιαύτη ήτον η διαγωγή της Πύλης προς την Ρωσσίαν και τας άλλας αυλάς ταις ημέραις εκείναις.

Καθ' ον δε καιρόν οι εν Λαϋβάχη συνελθόντες σύμμαχοι διεχωρίσθησαν, απεφάσισαν να συνέλθωσι το ακόλουθον έτος και θεωρήσωσιν οποία η κατάστασις της Ιταλίας, και αν ήτον αναγκαία η περαιτέρω ενδιαμονή ξένων στρατευμάτων προς κατάθλιψιν του επαναστατικού πνεύματος. Αλλ' εν τω μεταξύ τούτω άλλα πολιτικά συμβάντα παρεμπεσόντα ήσαν άξια επίσης της προσοχής των. Τα πράγματα της Ισπανίας κατετάρατταν την γείτονά της Γαλλίαν, ήτις, φοβουμένη μη το επικρατούν εκεί πνεύμα διαδοθή και εις αυτήν, είχε διάθεσιν να το σβέση διά των όπλων εντός της Ισπανίας. Κατετάρατταν τας αυλάς και τα της Ελλάδος, όχι τόσον αυτά καθ' εαυτά, όσον διά τον πάντοτε εξ αιτίας αυτών επικείμενον τουρκορρωσικόν πόλεμον· διά τούτο επρόκειτο να συσκεφθώσι και περί αυτών. Αλλ', εν ώ άνακτες και υπουργοί απήρχοντο εις τον τόπον της συνελεύσεως, ο επί των εξωτερικών υπουργός της Αγγλίας, Λονδονδερρής, γνωστότερος υπό το όνομα Καστλερήχος, ο μέλλων ν' αντιπροσωπεύση την αυλήν του εν τη συνελεύσει, έγεινεν απροσδοκήτως αυτόχειρ, και το συμβάν τούτο ανέβαλε την έναρξιν των εργασιών της συνελεύσεως εις την 8 οκτωβρίου.

Ουδέποτε κινήματα έθνους παρεξηγήθησαν τόσον όσον τα της Ελλάδος. Εθελοκακούντες ή εθελοτυφλώττοντες δεν έπαυαν κηρύττοντες οι σύμμαχοι παρρησία, ότι αι φλόγες της ελληνικής επαναστάσεως εκ της αυτής εχύθησαν εστίας, ήτις εφλόγισε και τας άλλας δύο ευρωπαϊκάς χερσονήσους· η δε ανακάλυψις ότι η φιλική εταιρία δεν είχε τι κοινόν προς τον καρβοναρισμόν, ούτινος και αυτό το όνομα ηγνοείτο εν Ελλάδι, τα δεινά και πολυειδή συμβάντα μέχρι τούδε, η έκτασις των ικετηρίων χειρών της Ελλάδος προς αυτούς, εν ώ αι δύο άλλαι επαναστατήσασαι χερσόνησοι τους απεστρέφοντο, η βεβαιότης ότι η Ελλάς έδραξε τα όπλα υπέρ χριστιανικής και ανεξαρτήτου μόνον υπάρξεως, και ότι, αν και δημοκρατουμένη, έστεργε να οργανισθή μοναρχικώς, δεν ήλλαξαν ποσώς την προς αυτήν αμείλικτον διάθεσιν της ιεράς συμμαχίας. Κωφή αύτη εις τας ελεεινάς φωνάς της ενώπιον των πρέσβεων της εξυβριζομένης εκκλησίας του Χριστού και της πασχούσης ανθρωπότητος, αφιλότιμος ως προς την παρρησία καταπατουμένην τιμήν των σημαιών της, ανεκτική ως προς τα βλαπτόμενα συμφέροντα των υπηκόων της, τυφλή και απαθής ως προς την καταστροφήν τόσων αθώων χριστιανικών λαών δεν έπαυσε να θεωρή την επανάστασιν της Ελλάδος ως τόλμημα ασύνετον και αξιόποινον. Η δυστυχής Ελλάς, αισθανομένη πόσον ψευδής ήτον η περί της επαναστάσεώς της ιδέα της Ιεράς συμμαχίας, και θέλουσα η αλήθεια να υπερισχύση του ψεύδους, έκρινεν ωφέλιμον, μαθούσα την συνέλευσιν των ανάκτων, να στείλη πρεσβείαν, ή, καθώς ταπεινοφρονούσα την ωνόμαζεν, ικεσίαν· παρήγγειλαν δε την αποστολήν της πρεσβείας ταύτης και διάσημοι ομογενείς εκτός της Ελλάδος. Η αποστολή απεφασίσθη, και μετά πολλάς συζητήσεις και λογομαχίας έπεσεν η ψήφος επί τον Ανδρέαν Μεταξάν, όστις και απέπλευσεν εις Αγκώνα την 18 σεπτεμβρίου φέρων δύο επιστολάς της κυβερνήσεως συντεθείσας παρά του εν υπηρεσία της Ρωσσίας φιλέλληνος Στούρζα, και επιγεγραμμένας την μεν προς όλους τους συνελθόντας άνακτας, την δε προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· και η μεν προς τους άνακτας έλεγε τάδε.

«Δεκαοκτώ μήνες παρήλθαν αφ' ού η Ελλάς μάχεται κατά των εχθρών του χριστιανικού ονόματος· όλαι αι δυνάμεις των Μωαμεθανών κατευθύνθησαν εναντίον της, και η ευρωπαϊκή Τουρκία, η Ασία και η Αφρική εξοπλίζονται αμιλλώμεναι προς αλλήλας διά να υποστηρίξωσι την σιδηράν χείρα την καταπιέσασαν τοσούτον χρόνον το ελληνικόν έθνος και τείνουσαν όλως εις το να το εξολοθρεύση. Αφ' ης ήρχισεν ο πόλεμος, ύψωσε την φωνήν η Ελλάς διά των νομίμων αντιπροσώπων της εξαιτουμένη την βοήθειαν, ή τουλάχιστον την ουδετερότητα των χριστιανικών Δυνάμεων. Την σήμερον δε ότε συνέρχονται εις την Ιταλικήν χερσόνησον οι δυνατοί διά να βάλωσιν εις τάξιν τα της Ευρώπης και συμβουλευθώσι πασιφανώς διά τα μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητος, και ότε όλα τα έθνη προσμένουσιν απ' αυτούς την διατήρησιν της ειρήνης, την εγγύησιν του δικαίου των εθνών, και την διανομήν της δικαιοσύνης, η ελληνική κυβέρνησις ήθελε παραβή το χρέος της, αν δεν εξέθετε και αύθις εις τους αυγούστους συμμάχους μονάρχας την κατάστασιν της Ελλάδος, τα δίκαιά της και τας νομίμους επιθυμίας της, καθώς και την σταθεράν απόφασιν όλων των πολιτών της του να τύχωσι δικαιοσύνης από τας ανθρωπίνους Δυνάμεις, καθώς εύρον χάριν ενώπιον του ουρανίου Βασιλέως του διέποντος τα βασίλεια του κόσμου, ή ν' αποθάνωσιν όλοι χριστιανοί και ελεύθεροι. Ήδη εχύθησαν ποταμοί αιμάτων αλλ' η σημαία του σταυρού νικήτρια πανταχού κυματίζει εις την Πελοπόννησον, εις την Αττικήν, εις την Εύβοιαν, εις την Βοιωτίαν, εις την Ακαρνανίαν, εις την Αιτωλίαν, εις το μεγαλήτερον μέρος της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, εις την Κρήτην και εις τας νήσους του Αιγαίου πελάγους. Τοιαύτας προόδους έκαμε το ελληνικόν έθνος, και αύτη είναι η κατάστασίς του, ώστε είναι πασίδηλον εις όλους τους έχοντας γνώσιν της Τουρκίας, ότι οι Έλληνες δεν ημπορούσι ν' αφήσωσι τα όπλα πριν κατακτήσωσιν ή πριν απολαύσωσι τας εγγυήσεις υπάρξεως χωριστής, ανεξαρτήτου και εθνικής, εις την οποίαν και μόνην θα εύρωσι την ασφάλειαν της λατρείας, της ζωής, της ιδιοκτησίας και της τιμής των· και αν η Ευρώπη διά να φυλάξη την ειρήνην συγκατατεθή να διαπραγματευθή με την οθωμανικήν Πόρταν επί σκοπώ του να συμπαραλάβη και το ελληνικόν έθνος εις το αυτό σύστημα της γενικής ειρηνοποιήσεως, η ελληνική κυβέρνησις σπεύδει να δηλοποιήση επισήμως διά της παρούσης, ότι δεν θέλει στέρξει καμμίαν συνθήκην, όσον και αν ήθελεν είναι ωφέλιμος κατ' επιφάνειαν, ει μη αφ' ού γείνωσι δεκτοί αντιπρόσωποι παρ' αυτού απεσταλμένοι διά να υπερασπισθώσι την υπόθεσίν του, να εκθέσωσι τα δικαιολογήματά του, και να καταδηλώσωσι τα δίκαιά του, τας ανάγκας του και τα προσφιλέστερα συμφέροντά του· αν δε παρά πάσαν ελπίδα ήθελεν απορριφθή η αίτησίς του, η παρούσα δηλοποίησις θέλει επέχει τόπον τακτικής διαμαρτυρήσεως, την οποίαν η Ελλάς ικετεύουσα υποβάλλει σήμερον εις τους πόδας του θρόνου της ουρανίου δικαιοσύνης, και την οποίαν χριστιανικός λαός διευθύνει θαρρούντως εις την Ευρώπην και εις την μεγάλην οικογένειαν της χριστιανωσύνης. Αν δ' εγκαταλειφθώσιν οι Έλληνες, όντες μεν αδύνατοι θα ελπίσωσιν εις τον Θεόν των δυνάμεων, αλλά καταρτιζόμενοι από την παντοδύναμον χείρα του δεν θέλουσι κλίνει τον αυχένα ενώπιον της τυραννίας όντες χριστιανοί και καταδιωκόμενοι, διότι εμείναμεν πιστοί εις τον Σωτήρα μας τον Βασιλέα και Κύριόν μας· θέλομεν δε υπερασπίσει έως ενός την εκκλησίαν του, τας εστίας μας και τους τάφους μας· είναι δε ευτυχία μας ή να καταβώμεν εις αυτούς ελεύθεροι και χριστιανοί, ή να νικήσωμεν καθώς άχρι τούδε ενικήσαμεν διά μόνης της θείας δυνάμεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και διά της θείας του βοηθείας».

«Εν Άργει την 29 αυγούστου έτους 1822, και β' της ανεξαρτησίας».

Η δε προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον επιστολή είχεν ούτως.

«Τολμά η ελληνική κυβέρνησις να πλησιάση εις τον θρόνον της υμετέρας αυτοκρατορικής μεγαλειότητος διά να προσφέρη εις αυτήν την ευγνωμοσύνην του ελληνικού έθνους διά τας ευεργεσίας της· Βασιλεύ· εδώκατε άσυλον εις το κράτος σας προς τους δυστυχείς αδελφούς μας απειλουμένους από την εξολοθρευτικήν μάχαιραν του ασεβούς· η ανεξάντλητος αγαθότης της υμετέρας μεγαλειότητος, αφ' ού τους έσωσεν από τον θάνατον, παρατείνει και διατηρεί την ύπαρξίν των· το ένδοξον τούτο παράδειγμα εμιμήθησαν οι υπήκοοί της, τους οποίους ουράνιος δεσμός συνάπτει με ημάς. Όντες τέκνα της αυτής εκκλησίας έσπευσαν να βοηθήσωσι με ζήλον αδελφικόν τους συμπατριώτας μας, οίτινες εδεκατίσθησαν από την μάχαιραν, περιπλανώνται, καταδιώκονται από φοβεράς αναμνήσεις, και εφαίνοντο εγκαταλελειμμένοι ως και απ' αυτήν την ελπίδα. Αλλ' εκάματε και άλλο Βασιλεύ· απερρίψατε μεγαλοψύχως καταφρονήσαντες τας αξιώσεις των εχθρών μας, οίτινες, αφ' ού εμέθυσαν από ελληνικόν αίμα, ετόλμησαν ν' απαιτήσωσιν όσα θύματα διέφυγαν τον θάνατον. Αι ευλογίαι ενός ολοκλήρου έθνους, το οποίον είναι μεν έμπροσθεν του θανάτου πάντοτε, αλλ' είναι πιστόν εις την αληθινήν θρησκείαν, προσφέρονται εις την υμετέραν μεγαλειότητα από την ελληνικήν κυβέρνησιν εξ ονόματός του. Τα αισθήματα, τα οποία ενέσπειραν εις τους Έλληνας αι ευεργεσίαι των αυγούστων προκατόχων σας, και τα οποία διεδόθησαν από γενεάς εις γενεάν κατά κληρονομίαν, έγειναν ζωηρότερα και μας εμψυχόνουσιν όλους υπέρ του ιερού προσώπου της υμετέρας μεγαλειότητος· η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους δεν θα παύσει ει μη μετ' αυτού. Καταδέχθητε, Βασιλεύ, να το ενθυμηθήτε εις τοιαύτην δεινήν περίστασιν· και εν ώ σκέπτεσθε διά την τύχην τόσων εθνών μετά των συμμάχων σας, έχετε και την Ελλάδα και την Εκκλησίαν, της οποίας είσθε το στήριγμα, υπ' όψιν. Η Ελλάς οπλισθείσα υπό την σημαίαν του σταυρού έχει δικαίωμα να ελπίση ότι ο απόγονος τόσων ορθοδόξων μοναρχών, ο ελευθερωτής των κατά πολύν καιρόν καταθλιβομένων δεν θα θελήσει ποτέ την εξόντωσιν και την ατιμίαν της. Παρακαλούμεν τον Θεόν, Βασιλεύ, να φυλάττη την υμετέραν μεγαλειότητα υπό την αγίαν του σκέπην διά την ευτυχίαν της Ευρώπης και διά την δόξαν της αγίας ημών πίστεως».

«Εν Άργει τη 29 αυγούστου 1822, και β' της ανεξαρτησίας».

Και ταύτα μεν έγραφεν η ελληνική κυβέρνησις προς τους μονάρχας, ο δε φέρων τας επιστολάς Μεταξάς κατευωδώθη εις Αγκώνα την 12 οκτωβρίου· και επειδή έμελλε να καθαρισθή ημέρας ικανάς και αναμείνη εκεί τας των ανάκτων διαταγάς περί της περαιτέρω πορείας του, απέστειλε την μεν προς τον Αλέξανδρον δι' ιδιαιτέρας οδού, την δε προς όλους τους ανάκτας διά της αυλής της Ρώμης. Έσπευσεν ο αξιοσέβαστος Πίος, ο συμπαθής και προς τον χριστιανικόν αγώνα και προς τους καταφυγόντας εις την επικράτειάν του δυστυχείς Έλληνας, να δώση χείρα βοηθείας εις ευόδωσιν των σκοπών της ελληνικής πρεσβείας, συστήσας την επιστολήν τω παρά τη συνελεύσει αντιπροσώπω του καρδινάλη Σπίνα και ζητήσας δι' αυτού άδειαν της απελεύσεως του Μεταξά εις τον τόπον της συνελεύσεως. Αλλ', αν ο Πίος είχε τον χριστιανικόν ζήλον των επί των σταυροφοριών προκατόχων του, δεν είχεν επί των ηγεμόνων του καιρού του, ην οι προκάτοχοί του είχαν ισχύν επί των συγχρόνων αυτών· διό η μεσιτεία του ουδαμώς εισηκούσθη, και ο Μεταξάς ειδοποιήθη εν Αγκώνι μετ' ολίγας ημέρας παρά της αυλής της Ρώμης ότι απηγορεύετο η περαιτέρω πορεία του.

Κατόπιν του Μεταξά έφθασαν εις Αγκώνα ο Π. Πατρών Γερμανός και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης κομισταί προς τον Πάπαν της ακολούθου επιστολής.